Ανδρέας Καλαμαράς ν. Γενικού Εισαγγελέα και άλλων (1989) 1E ΑΑΔ 343
print
Τίτλος:
Ανδρέας Καλαμαράς ν. Γενικού Εισαγγελέα και άλλων (1989) 1E ΑΑΔ 343

(1989) 1E ΑΑΔ 343

22 Ιουνίου 1989

[ΚΟΥΡΡΗΣ, ΠΟΓΙΑΤΖΗΣ, ΑΡΤΕΜΙΔΗΣ, Δ.Δ.]

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ,

Εφεσείων,

ν.

1.          ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

2.          ΚΟΣΜΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ,

3.          ΒΑΣΟΥ ΧΗΡΑ,

Εφεσίβλητων.

(Πολίτική Έφεση Αρ. 7084).

Δικηγόροι - Πληρεξουσιότητα - Σιωπηρά Πληρεξουσιότητα (ostensible authority) δικηγόρου να δεσμεύσει τον πελάτη του αναφορικά με συμ­βιβασμό επιδίκου θέματος ή συμβιβασμό υπό μορφή περιορισμού των επίδικων Θεμάτων - Εξυπακούεται, εκτός αν ο συμβιβασμός αφορά "παράλληλο" (collateral) θέμα - Ως "παράλληλο" θεωρείται θέμα στην περίπτωση, που καθαρά περιλαμβάνει θέμα ξένο και άσχετο με την αγωγή.

Στην υπόθεση αυτή ο δικηγόρος του ενάγοντα δήλωσε στο Δικαστή­ριο πως το μοναδικό επίδικο θέμα ήταν η αξία του αυτοκινήτου οχή­ματος GM64. Ταυτόχρονα ο πρώτος εναγόμενος δήλωσε πως θα δεχθεί απόφαση για το ποσό της αξίας του αυτοκινήτου.

Με την έφεση αυτή ο εφεσείων (ενάγων στην αγωγή) επεχείρησε να προσβάλει την εν λόγω δήλωση του τότε δικηγόρου του. H Νομική Αρχή, που το Ανώτατο Δικαστήριο εφάρμοσε, απορρίπτοντας την έφεση, προκύπτει από την πιο πάνω περιληπτική σημείωση.

H έφεση απορρίπτεται, αλλά χωρίς διαταγή για έξοδα.

Αναφερόμενες Αποφάσεις:

In Re Charalambous (1985) 1 C.L.R. 746,

Strauss v. Francis [1866] Q. B. 379,

Achillides v. Michaelides (1977) 1 C.L.R. 172,

Waugh and Others v. H.B. Clifford and Sons Ltd and Others [1982] 1 All E.R. 1095.

Έφεση.

Έφεση από τον ενάγοντα εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Δημητρίου, Αν. Π.Ε.Δ.) ημερ. 29 Οκτωβρίου, 1985 (Αριθμός Αγωγής 5342/80) με την οποία επιδικάστηκε μόνο το ποσό των £600.- εναντίον του εναγόμενου Αρ. 1 και απέρριψε όλες τις απαιτήσεις εναντίον των άλλων εναγόμενων.

Εφεσείων εμφανίσθηκε προσωπικά.

Μ. Φλωρέντζος, Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον εφεσίβλητο 1.

Α. Παναγιώτου, για τον εφεσίβλητο 2.

Ρ. Σχίζας, για τον εφεσίβλητο 3.

ΚΟΥΡΡΗΣ Δ: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα απαγγείλει ο Δικαστής I. Πογιατζής.

ΠΟΓΙΑΤΖΗΣ Δ: O εφεσείων Ανδρέας Καλαμαράς, ενά­γων στην αγωγή με αριθμό 5342/80 του Επαρχιακού Δικα­στηρίου Λευκωσίας, προχωρεί σήμερα, χωρίς τις υπηρεσίες δικηγόρου, την έφεση αυτή που στρέφεται εναντίον της από­φασης του πιο πάνω Δικαστηρίου με την οποία επιδικάστηκε ποσό μόνο £600 εναντίον του 1ου εφεσίβλητου, εναγόμενου αρ. 1 στην αγωγή, βάσει παραδοχής του τελευταίου, και απέρριψε όλες τις περαιτέρω απαιτήσεις του εφεσείοντα ενα­ντίον όλων των εφεσίβλητων-εναγόμενων.

Με την αγωγή του ο εφεσείων ζητούσε εναντίον όλων των εφεσίβλητων αποζημιώσεις για την απώλεια της ιδιοκτησίας του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής GM 64 του οποίου ο Άγγλος τότε ιδιοκτήτης του είχε μεταβιβάσει στο όνομα του εφεσείοντα για ασφάλεια ποσού £1,000, πλέον τόκους που ήταν υπόλοιπο δανείου από τον εφεσείοντα στον Άγγλο ο οποίος δεν ήταν διάδικος στην αγωγή. Ήταν ο ισχυρισμός του εφεσείοντα ότι, ο Άγγλος στου οποίου την κατοχή είχε αφήσει το αυτοκίνητό του αρ. GM 64, πλαστογράφησε την υπογραφή του πάνω στο σχετικό έντυπο μεταβίβασης, με αποτέλεσμα να επιτύχει μεταβίβαση του αυτοκινήτου στο όνομά του. Τελικά το αυτοκίνητο πωλήθηκε και μεταβιβάστη­κε στον 3ο εφεσίβλητο ο οποίος όμως το είχε πωλήσει και με­ταβιβάσει σε άλλο πρόσωπο πριν την καταχώριση της παρού­σας αγωγής.

H βάση της αγωγής εναντίον του εφεσίβλητου αρ. 1 ήταν η αποδιδόμενη σ’ αυτόν αμέλεια στη μεταβίβαση του αυτοκινή­του στο όνομα του Άγγλου βάσει της πλαστογραφημένης δή­λωσης. Εναντίον δε του εφεσίβλητου αρ. 2, που ήταν ο κοινο­τάρχης του χωριού Παραλιμνίου και που πιστοποίησε την υπογραφή του εφεσείοντα πάνω στην καθιερωμένη έντυπη δήλωση μεταβίβασης, η βάση της αγωγής ήταν ο ισχυρισμός του εφεσείοντα ότι κακώς πιστοποίησε υπογραφή που ο εφε­σείων ουδέποτε έθεσε πάνω στη δήλωση. H αποζημίωση που ζητούσε ήταν ίση με το υπόλοιπο του χρέους του Άγγλου, δη­λαδή, £1,000 πλέον τόκους.

Στις 22 Οκτωβρίου 1985, που ήταν η δεύτερη μέρα της ακρόασης, ακριβώς πριν ο εφεσείων κληθεί να καταθέσει σαν μάρτυρας, ο τότε δικηγόρος του κ. Μάγος έκαμε την πιο κάτω δήλωση στο Δικαστήριο:

"κ. Μάγος: Κατόπιν διαβουλεύσεων μετά των συναδέλ­φων μου υποβάλλω ότι το μοναδικό θέμα που παραμένει προς εκδίκαση ενώπιον του σεβαστού σας Δικαστηρίου είναι η αξία του οχήματος αρ. GM 64 κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής δηλ. 24.3.78 οπότε ο ενάγων έχασε την ιδιοκτησία του οχήματος. Αυτό είναι το μοναδικό θέμα προς εκδίκαση."

Ακολούθησε η πιο κάτω δήλωση του δικηγόρου του 1ου εφεσίβλητου:

"κ. Φλωρέντζος: Συμφωνώ και το ποσό που θα βρει το Δικαστήριο θα δεχθώ απόφαση. Σχετικά θα ήθελα να ανα­φέρω στο Δικαστήριο ότι έχω ήδη καταθέσει στο Δικαστή­ριο £600 για να καλύψω οιονδήποτε ποσό μέχρι του ποσού αυτού σε περίπτωση που θα αποφασίσει το Δικαστήριο την αξία του αυτοκινήτου."

Επειδή με σχετική δήλωσή τους οι δικηγόροι των εφεσιβλήτων αρ. 2 και 3 δεν αποδέχτηκαν οποιαδήποτε ευθύνη για την αξία του αυτοκινήτου, και ο εφεσείων αρνήθηκε να εγκαταλείπει την απαίτησή του εναντίον τους, η δίκη προχώ­ρησε με την κατάθεση του εφεσείοντα στο πέρας της οποίας ο κ. Μάγος έκλεισε την υπόθεση του εφεσείοντα. Στη μαρτυρία του ο εφεσείων περιορίστηκε στο μόνο επίδικο θέμα όπως είχε συμφωνηθεί, δηλαδή την αξία του αυτοκινήτου την 24η Μαρτίου, 1978.

O μοναδικός άλλος μάρτυρας που κατάθεσε στην υπόθεση ήταν ο Χαράλαμπος Λούκα, αρχιεπιστάτης στο τμήμα ηλεκτρομηχανολογικών υπηρεσιών του Υπουργείου Συγκοινω­νιών και Έργων, που κλήθηκε από τον 1ο εφεσίβλητο, και που κατάθεσε αναφορικά με το ίδιο επίδικο θέμα.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε την εκτίμηση του μάρτυρα Χαράλαμπου Λούκα και εξέδωσε την υπό έφεση απόφαση εναντίον του 1ου εφεσίβλητου, απόρριψε δε την απαίτηση του εφεσείοντα εναντίον των εφεσιβλήτων αρ. 2 και 3 για το λόγο ότι ο εφεσείων δεν απόδειξε ότι ευθύνονται για τη ζημιά που είχε υποστεί.

Στην Ειδοποίηση Εφέσεώς του ο εφεσείων μέσω του τότε δικηγόρου του Π. Παπαγεωργίου αναφέρει οκτώ συνολικά λόγους εφέσεως οι οποίοι ταξινομούνται σε δυο βασικές κα­τηγορίες.

H πρώτη κατηγορία αφορά επιχειρήματα εναντίον των ευρημάτων που έκαμε το πρωτόδικο Δικαστήριο πάνω σε επίδικα γεγονότα. H δεύτερη κατηγορία αφορά επιχειρήματα εναντίον της δέσμευσης του εφεσείοντα από τη δήλωση του δικηγόρου του ημερομηνίας 22 Οκτωβρίου 1985 στην οποία έχουμε ήδη αναφερθεί.

Παρά το γεγονός ότι στη σύντομη αγόρευσή του ενώπιόν μας ο εφεσείων δεν αναφέρθηκε καθόλου στα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου που προσβάλλει με την έφεσή του, εξετάσαμε το σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου και είμαστε ικανοποιημένοι ότι τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστη­ρίου δικαιολογούνται πλήρως από την ενώπιόν του μαρτυρία και επομένως, σύμφωνα με τις νομολογιακά* καθιερωμένες αρχές που εφαρμόζουμε, δεν είναι δυνατό να επέμβουμε στα ευρήματα αυτά τα οποία είναι και επαρκώς αιτιολογημένα.

Αναφορικά με την εξουσία του δικηγόρου του να δεσμεύ­σει τον εφεσείοντα με τη δήλωση που έκαμε στο Δικαστήριο στις 22 Οκτωβρίου 1985, στην παρουσία και στη γλώσσα του εφεσείοντα, η νομική αρχή είναι ότι ο διάδικος δεσμεύεται έναντι των αντιδίκων του ακόμα και από δηλώσεις ή συμβι­βασμούς με πολύ σοβαρότερες συνέπειες γι’ αυτόν, που ο διο­ρισμένος δικηγόρος κάμνει για λογαριασμό του στη διαδικα­σία που τον αντιπροσωπεύει, ακόμα και στην απουσία του πελάτη του, υπό τον όρο, βέβαια, ότι τέτοιες δηλώσεις ή συμ­βιβασμοί αναφέρονται στο επίδικο θέμα της διαδικασίας και όχι σε "παράλληλα" (collateral) θέματα. H αρχή αυτή υποστη­ρίζεται από σειρά Αγγλικών αποφάσεων οι οποίες έχουν υιο­θετηθεί από το Δικαστή Στυλιανίδη στην υπόθεση In Re Charalambous (1985) 1 Α.Α.Δ. 746. Στην υπόθεση Strauss ν. Francis [1866] Q.B. 379, χωρίς τη ρητή συγκατάθεση του ενά- γοντα, ο δικηγόρος του συμβίβασε την απαίτηση στην αγωγή του για δυσφήμηση. O ενάγων δεν αναγνώρισε το συμβιβα­σμό αλλά απότυχε στην προσπάθειά του να προχωρήσει πε­ραιτέρω την αγωγή του. Στην απόφασή του ο Δικαστής Blackburn τόνισε ότι όταν, όπως γίνεται συνήθως, ο δικηγό­ρος διορίζεται χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό να διεξάγει μια νομική διαδικασία, έχει προφανή πληρεξουσιότητα να κάμει οτιδήποτε που κατά την κρίση του θεωρεί ότι εξυπηρε­τεί το συμφέρον του πελάτη του· και αν, μέσα στα πλαίσια αυτής της πληρεξουσιότητας, συνάψει οποιαδήποτε συμφω­νία με τον αντίδικο δικηγόρο αναφορικά με το επίδικο θέμα, η συμφωνία αυτή μόνο δεσμευτική μπορεί να κριθεί.

Αναφορικά με την έκταση της σιωπηράς πληρεξουσιότη­τας (ostensible authority) του δικηγόρου να δεσμεύσει τον πε­λάτη του αναφορικά με κάποιο συμβιβασμό που κάμνει, πολύ βοηθητική είναι η ανάλυση που γίνεται στην υπόθεση Waugh and Others ν. H.B. Clifford & Sons Ltd. and Others [1982] 1 All E.R. 1095, στην οποία ο Λόρδος Δικαστής Brightman είπε ότι ένα θέμα θα πρέπει να κριθεί σαν "παράλ­ληλο" (collateral) στην αγωγή και, επομένως, πέραν της σιω­πηράς πληρεξουσιότητας του δικηγόρου, μόνο στην περίπτω­ση που καθαρά περιλαμβάνει θέμα ξένο και άσχετο προς την αγωγή.

H αρχή που διέπει το υπό κρίση θέμα διατυπώθηκε ως εξής από το Δικαστή Στυλιανίδη στην υπόθεση In Re Charalambous (ανωτέρω) στη σελίδα 761:

"The law thus became well established that the solicitor or counsel retained in an action has an implied authority as be­tween himself and his client to compromise the suit without reference to the client, provided that the compromise does not involve matter 'collateral to the action'; and ostensible authori­ty, as between himself and the opposing litigant, to compro­mise the suit without actual proof of authority, subject to the same limitation; and that a compromise does not involve 'col­lateral matter' merely because it contains terms which the court [*349] not have ordered by way of judgment in the action.”

Στην παρούσα περίπτωση η υπό κρίση δήλωση και/ή συμ­βιβασμός υπό μορφή περιορισμού των επίδικων θεμάτων που έκαμε ο δικηγόρος του εφεσείοντα στο πρωτόδικο Δικαστή­ριο, εμπίπτει απόλυτα μέσα στα πλαίσια της συνήθους πλη­ρεξουσιότητας του δικηγόρου, για την οποία δε χρειαζόταν η ρητή εξουσιοδότηση του εφεσείοντα ο οποίος δεσμεύεται από αυτή έναντι των αντιδίκων του στην αγωγή.

Διερωτόμαστε γιατί, αν ο εφεσείων πράγματι διαφωνούσε με τη δήλωση του δικηγόρου του, δεν εκδήλωσε εκεί και τότε τη διαφωνία του και προτίμησε να σιωπήσει και να εγείρει το θέμα μετά την έκδοση της απόφασης του πρωτόδικου Δι­καστηρίου, ισχυριζόμενος ότι εξ ιδίων του το Δικαστήριο όφειλε, πριν ενεργήσει σύμφωνα με την επίδικη δήλωση, να τον ρωτήσει αν και ο ίδιος συμφωνεί με τη δήλωση του δικη­γόρου του ή όχι. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε υποχρέω­ση να υποβάλει τέτοια ερώτηση στον εφεσείοντα.

Για τους πιο πάνω λόγους, η έφεση απορρίπτεται και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται. Δε γίνεται οποιαδήποτε διαταγή αναφορικά με τα έξοδα της έφεσης εφόσο οι δικηγό­ροι των εφεσίβλητων δεν ζητούν έξοδα από τον εφεσείοντα.

Έφεση απορρίπτεται χωρίς έξοδα.

 



* Βλέπε π.χ. Ζήνων Αχιλλίδης ν. Βύρων Μιχαηλίδης (1977) 1 Α.Α.Δ. 172.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο