(2010) 1 ΑΑΔ 496
20 Απριλίου, 2010
[ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ/στές]
ΕΛΕΝΗ ΝΕΟΚΛΗ ΚΥΡΙΑΚΟΥ,
Εφεσείουσα-Καθ’ ης η Αίτηση,
v.
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΝΕΟΚΛΗ ΠΑΠΑΣΤΕΦΑΝΟΥ,
Εφεσιβλήτου-Αιτητή.
(Πολιτική Έφεση Αρ. 301/2006)
Ακίνητη ιδιοκτησία ― Ακύρωση από το Επαρχιακό Δικαστήριο απόφασης του Διευθυντή Κτηματολογίου με την οποία αυτός είχε επιλύσει διαφορά ως προς τα σύνορα των κτημάτων των διαδίκων ― Αποφασίστηκε κατ’ έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο αξιολόγησε ορθά τη μαρτυρία, ερμήνευσε ορθά τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224 και αιτιολόγησε δεόντως την απόφασή του.
Ακίνητη ιδιοκτησία ― Έφεση κατ’ αποφάσεως του Διευθυντή Κτηματολογίου δυνάμει του Άρθρου 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224 ― Εξουσία Επαρχιακού Δικαστηρίου ― Δεν περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης του Διευθυντή, αλλά επεκτείνεται και στην ορθότητά της καθώς και στις ρυθμίσεις των δικαιωμάτων των διαδίκων με γνώμονα το δίκαιο.
Η παρούσα έφεση στρέφεται εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια έφεσης / αίτησης που καταχώρησε ο εφεσίβλητος εναντίον της εφεσείουσας και με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, («ο Διευθυντής») σε σχέση με την επίλυση διαφοράς ως προς τα σύνορα των κτημάτων των διαδίκων στο χωριό Ύψωνας της επαρχίας Λεμεσού. Ο Διευθυντής με την απόφασή του είχε αποφανθεί προς όφελος του τεμαχίου της εφεσείουσας, επισημαίνοντας το γεγονός ότι η επιτόπια έρευνα δεν ολοκληρώθηκε κατά την ημερομηνία που αναγράφεται στην Αιτιολογημένη Απόφαση και διατυπώνοντας αμφιβολίες για τις επί τόπου μετρήσεις.
Οι διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου - το οποίο διέταξε επανεξέταση της διαφοράς από άλλο χωρομέτρη - δεν ήταν το αποτέλεσμα της αποδοχής της μαρτυρίας του εφεσίβλητου, αλλά ελλείψεων και κενών που προέκυπταν μέσα από τη μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα για την εφεσείουσα, υπαλλήλου στη Χωρομετρία από το 1991, ο οποίος ετοίμασε τη χωρομετρική εργασία, στη βάση της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Διευθυντή.
Η εφεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι:
1. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αξιολόγησε τη μαρτυρία, την οποία αποδέκτηκε ως αξιόπιστη, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε λανθασμένο αποτέλεσμα. Από τη στιγμή που δεν έγινε δεκτή η μαρτυρία του εφεσίβλητου, το Δικαστήριο δεν είχε άλλη δυνατότητα, παρά την απόρριψη της έφεσης /αίτησης.
2. Τα δύο σημειώματα, στα οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο στηρίχθηκε για να καταλήξει στην ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή, είναι μεταγενέστερα αυτής και σκοπό είχαν να βοηθήσουν τους υπαλλήλους του Κτηματολογίου κατά τη μαρτυρία τους στο Δικαστήριο.
3. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224. Συγκεκριμένα, σε αντίθεση με ότι το Άρθρο 2 του Νόμου προβλέπει σε σχέση με την ερμηνεία του όρου «Διευθυντής», το Δικαστήριο, όταν κατέληξε ότι ο Διευθυντής τελούσε υπό πλάνη, τον διαχώριζε από το μάρτυρα της εφεσείουσας αλλά και τον μάρτυρα του εφεσίβλητου, οι οποίοι ήσαν οι αρμόδιοι κτηματολογικοί λειτουργοί.
4. Η υπό έφεση απόφαση στερείται αιτιολογίας.
Αποφασίστηκε ότι:
1. Το πρωτόδικο Δικαστήριο καθοδηγήθηκε από τις αρχές της Πατσαλίδης v. Δαμασκηνού κ.ά. (2004) 1 Α.Α.Δ. 1248, κατά την εξέταση του κατά πόσο η απόφαση του Διευθυντή είναι νόμιμη και ορθή στην ουσία της. Συνεπώς, μετά την απόρριψη της μαρτυρίας του εφεσίβλητου, ορθά το Δικαστήριο ασχολήθηκε με τη μαρτυρία της εφεσείουσας, η οποία, όμως, για τους λόγους που με λεπτομέρεια εξήγησε, δεν του επέτρεπε την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Η ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή, η οποία αφορούσε σε καθορισμό συνόρου, προϋποθέτει επί τόπου μετρήσεις, οι οποίες, όμως, δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου για να ελεγχθούν.
2. Ανεξάρτητα από το σαφές περιεχόμενο των δύο σημειωμάτων, εφόσον, όταν κατέθεσε ο Κτηματολογικός Λειτουργός, ήταν άγνωστο εάν είχε γίνει επί τόπου έρευνα για σκοπούς επανεξέτασης της υπόθεσης, τα όσα ο μάρτυρας ανέφερε ήταν αβέβαια και εμπόδιζαν το Δικαστήριο να καταλήξει με ασφάλεια.
3. Ο Διευθυντής, για τη λήψη της απόφασής του, έλαβε υπόψη του τη χωρομετρική εργασία - (Τεκμήρια 15 και 16) - την οποία ετοίμασε ο μάρτυρας για την εφεσείουσα. Από τη στιγμή που η χωρομετρική εργασία δε συμφωνούσε ως προς τη συνοριακή γραμμή με το επισυνημμένο στην Αιτιολογημένη Απόφαση σχεδιάγραμμα, δεν παρεχόταν έδαφος για άλλη κατάληξη. Ζητούμενο ήταν η ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή και δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτό ότι τέτοιας μορφής διαφορές είναι αναμενόμενες.
4. Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι δεόντως αιτιολογημένη και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εφεσείουσας στερούνται ερείσματος.
Η έφεση απορρίφθηκε με €1.500 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., υπέρ του εφεσίβλητου.
Αναφερόμενη Υπόθεση:
Πατσαλίδης ν. Δαμασκηνού κ.ά. (2004) 1 Α.Α.Δ. 1248.
Έφεση.
Έφεση από την εφεσείουσα εναντίον της απόφασης του Eπαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (Σατολιά, Δ.), (Έφεση/Aίτηση Aρ. 289/04), ημερομ. 29.5.2006.
Α. Τόκας, για την Εφεσείουσα.
Στ. Χαραλάμπους για Καραπατάκη και Παυλίδη, για τον Εφεσίβλητο.
Cur. adv. vult.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ.: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει η Δικαστής Ε. Παπαδοπούλου.
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.: Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στα πλαίσια της Έφεσης/Αίτησης Αρ. 289/04, την οποία καταχώρισε ο εφεσίβλητος εναντίον της εφεσείουσας, ακύρωσε την απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, (ο «Διευθυντής»), με την οποία αυτός είχε επιλύσει διαφορά ως προς τα σύνορα των κτημάτων των διαδίκων, και διέταξε επανεξέταση της διαφοράς από άλλο χωρομέτρη.
Η εφεσείουσα, με αίτησή της, που υπέβαλε το 1989 προς το Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, ζήτησε επίλυση συνοριακής διαφοράς που αφορούσε, αφ’ ενός, το κτήμα της, Φ/Σχ. 54/63, τεμάχιο 1232, και, αφ’ ετέρου, το κτήμα του εφεσίβλητου, Φ/Σχ. 54/63, τεμάχιο 835, στο χωριό Ύψωνας της επαρχίας Λεμεσού. Ο Διευθυντής, με απόφασή του, ημερομηνίας 7/6/2004, απεφάνθη προς όφελος του τεμαχίου της εφεσείουσας, με αποτέλεσμα ο εφεσίβλητος να καταχωρίσει την αίτηση/έφεση, η απόφαση στην οποία αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας.
Προτού αναφερθούμε στους λόγους έφεσης, σημειώνουμε ότι οι διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν το αποτέλεσμα όχι της αποδοχής της μαρτυρίας του εφεσίβλητου - (άλλη κρίθηκε αναξιόπιστη και άλλη χωρίς σημασία) - αλλά ελλείψεων και κενών που προέκυπταν μέσα από τη μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα για την εφεσείουσα - Στέλιου Ευαγγελίδη, υπαλλήλου στη Χωρομετρία από το 1991, ο οποίος ετοίμασε τη χωρομετρική εργασία, στη βάση της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Διευθυντή. Στις διαπιστώσεις αυτές θα αναφερθούμε, αφού πρώτα παραθέσουμε σημεία της Αιτιολογημένης Απόφασης του Διευθυντή, (η «Αιτιολογημένη Απόφαση»), επειδή μέρος των διαπιστώσεων αυτών αφορά και σ’ αυτά:-
«5. Αφού στάληκαν στις 21/11/2003, οι σχετικές ειδοποιήσεις που προνοούνται από το Νόμο, έγινε επιτόπια εξέταση της συνοριακής διαφοράς στις 15/12/2003 από τον Κτηματολόγο Μιχάλη Τσιάρτα και το Χωρομέτρη Στυλιανό Ευαγγελίδη στην παρουσία της Ελένης Νεοκλή Κυριάκου και του Χαραλάμπου Νεοκλή Παπαστεφάνου. Αφού υποδείχθηκε από τους ενδιαφερόμενους το διαφιλονικούμενο μέρος, ο Χωρομέτρης προέβηκε σε χωρομετρική εργασία και τοποθέτησε τα ορόσημα που καθορίζουν τη θέση του εγγεγραμμένου κοινού συνόρου των ακινήτων με αριθμό τεμαχίων 1232 και 835. Παράλληλα ετοίμασε σχέδιο που δείχνει τόσο τη διαφιλονικούμενη λωρίδα όσο και τα ακίνητα των διαδίκων.»
«10. Το εγγεγραμμένο εμβαδό του κτήματος της Εφεσείουσας/Αιτήτριας δεν επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο από την απόφαση μου ημερομηνίας 7/6/2004 διότι τα εγγεγραμμένα σύνορα των κτημάτων παραμένουν αναλλοίωτα.»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού απέρριψε τη μαρτυρία για τον εφεσίβλητο, εξέτασε τη μαρτυρία της εφεσείουσας και διατύπωσε αμφιβολίες σε σχέση με το αξιόπιστο της χωρομετρικής εργασίας. Επακόλουθο ήταν να μην μπορεί να καταλήξει στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Συγκεκριμένα, αφού αναφέρθηκε:-
(α) στη δυσκολία που ο ίδιος ο μάρτυρας της εφεσείουσας εξήγησε ότι είχε για να αποφασίσει κατά πόσο η κατοικία που απεικονίζεται στο Τεκμήριο 4 - (περιλαμβάνεται στο Φάκελο Α1399/66) - και αφορά στο τεμάχιο 1236, το οποίο αποτελεί το σύνορο των τεμαχίων 835 και 1232, είναι η ίδια με τη σημερινή κατοικία,
(β) στο γεγονός ότι ο εν λόγω μάρτυρας ολοκλήρωσε τη χωρομετρική εργασία, με δεδομένο - μετά από οδηγίες του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού - ότι η κατοικία του Τεκμηρίου 4 δεν είναι η ίδια με την υπάρχουσα,
(γ) σε δύο σημειώματα, μεταγενέστερα της απόφασης του Διευθυντή - ένα από Ανώτερο Κτηματολογικό Λειτουργό Χωρομετρίας και ένα από το Διευθυντή - στα οποία εκφράζονταν αμφιβολίες εάν η υφιστάμενη στο τεμάχιο 1236 κατοικία ήταν ή όχι η ίδια με την κατοικία του Τεκμηρίου 4 και δίδονταν οδηγίες για επανεξέταση της υπόθεσης, με επί τόπου επίσκεψη χωρίς ενημέρωση των ενδιαφερομένων,
κατέληξε ότι, εφόσον δεν ήταν στα καθήκοντα του μάρτυρα και δεν προέβη ο ίδιος σε εμβαδομέτρηση οποιουδήποτε τεμαχίου που επηρέαζε την επίδικη απόφαση, η αιτιολογία υπό στοιχείο 10 αυτής ήταν κενή. Επίσης, υπήρχε αδυναμία, λόγω έλλειψης στοιχείων, να ελεγχθεί η ορθότητα των επί τόπου μετρήσεων, στη βάση των οποίων δόθηκαν οι οδηγίες στο μάρτυρα σε σχέση με την κατοικία στο τεμάχιο 1236. Περαιτέρω, διαπίστωσε πρόβλημα στην επάρκεια της έρευνας που οδήγησε στην απόφαση του Διευθυντή, στην αναφορά ότι η επί τόπου έρευνα ολοκληρώθηκε στις 15/12/2003, και στη χωρομετρική εργασία. Σε σχέση με το τελευταίο, αναφέρθηκε στη διαφορά που υπάρχει μεταξύ του σχεδιαγράμματος που επισυνάπτεται στην Αιτιολογημένη Απόφαση και του χωρομετρικού σχεδίου που υπάρχει στη χωρομετρική εργασία - Τεκμήρια 15 και 16. Τέλος, διερωτήθηκε γιατί, εάν η έρευνα ήταν επαρκής, εκφράστηκαν μετά την έκδοση της απόφασης αμφισβητήσεις και δόθηκαν οδηγίες για επανεξέταση της υπόθεσης, με άγνωστο εάν αυτή έγινε και πότε.
Η εφεσείουσα, με τους λόγους έφεσης 1 και 2, ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αξιολόγησε τη μαρτυρία, την οποία αποδέχθηκε ως αξιόπιστη, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε λανθασμένο αποτέλεσμα. Από τη στιγμή, υπέβαλε, που η μαρτυρία του εφεσίβλητου δεν έγινε δεκτή, δεν παρεχόταν άλλη δυνατότητα, παρά η απόρριψή της έφεσης/αίτησης. Την ορθότητα, υπέβαλε, της απόφασης του Διευθυντή, υποστηρίζει τόσο η μαρτυρία του μάρτυρα του εφεσίβλητου - (Μ. Αιτ. 1) - όσο και η μαρτυρία του δικού της μάρτυρα, ο οποίος περιέγραψε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε και που δεν ήταν άλλη από αυτήν που συνήθως ακολουθείται. Το γεγονός που επεσήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι, δηλαδή, η επιτόπια έρευνα δεν ολοκληρώθηκε κατά την ημερομηνία που αναγράφεται στην Αιτιολογημένη Απόφαση, είναι χωρίς σημασία, αφού αυτή είναι η συνήθης πρακτική. Τα «αμείλικτα», όπως τα χαρακτήρισε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ερωτήματα, που το ίδιο διαπίστωσε ότι προκύπτουν από την απόφαση του Διευθυντή, κάθε άλλο παρά τέτοια μπορούν να χαρακτηριστούν. Οι επί τόπου μετρήσεις, για τις οποίες το πρωτόδικο Δικαστήριο διατύπωσε αμφιβολίες, εφόσον δεν αμφισβητήθηκαν, εσφαλμένα απασχόλησαν και επηρέασαν την τελική του απόφαση.
Έχουμε εξετάσει τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσείουσας υπέδειξε, για να καταδείξει το εσφαλμένο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, δε συμμεριζόμαστε, όμως, την εισήγησή του. Το γεγονός ότι η μαρτυρία του εφεσίβλητου απορρίφθηκε, δεν οδηγεί, άνευ ετέρου, στην αποδοχή της ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή. Το δικαστήριο, όπως τονίστηκε στην Πατσαλίδης v. Δαμασκηνού κ.ά. (2004) 1 Α.Α.Δ. 1248, από την οποία και το πρωτόδικο Δικαστήριο καθοδηγήθηκε, έχει υποχρέωση να εξετάσει:- (σελ. 1254)
«... κατά πόσο η απόφαση του Διευθυντή είναι νόμιμη και ορθή στην ουσία της. Όταν υπάρχουν όλα τα στοιχεία, το δικαστήριο μπορεί να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του και να εκδώσει οποιαδήποτε διαταγή κρίνει δίκαιη. Αυτό σημαίνει ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου δεν περιορίζεται μόνο στον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης αλλά επεκτείνεται και στην ορθότητά της καθώς και στις ρυθμίσεις των δικαιωμάτων των διαδίκων με γνώμονα το δίκαιο.»
Συνεπώς, μετά την απόρριψη της μαρτυρίας του εφεσίβλητου, ορθά το Δικαστήριο ασχολήθηκε με τη μαρτυρία της εφεσείουσας, η οποία, όμως, για τους λόγους που με λεπτομέρεια εξήγησε, δεν του επέτρεπε την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Εφόσον ο μάρτυρας της εφεσείουσας ανέφερε ότι ο ίδιος αδυνατούσε να καταλήξει κατά πόσο η υπάρχουσα στο τεμάχιο 1236 κατοικία είναι η ίδια με την κατοικία που εμφαίνεται στο Τεκμήριο 4 και ότι, για την κατάληξή του, στηρίχτηκε στις οδηγίες που έλαβε από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αναζήτησε τα στοιχεία που οδήγησαν τον εν λόγω Λειτουργό στην κατάληξή του ότι η κατοικία δεν ήταν η ίδια. Οι οδηγίες που δόθηκαν στο μάρτυρα αποτελούσαν τη βάση της περαιτέρω εργασίας του. Οι επί τόπου μετρήσεις που έγιναν, ουσιώδες στοιχείο για τον έλεγχο της ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή, η οποία αφορούσε σε καθορισμό συνόρου, παρέμειναν άγνωστες. Η αναφορά του συνηγόρου της εφεσείουσας ότι αυτές αποτελούν εσωτερικές διαδικασίες του Κτηματολογίου και ότι η τελική θέση του μάρτυρα για την ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή παρέμεινε ακλόνητη είναι χωρίς νόημα, αφού η ορθότητά της προϋποθέτει μετρήσεις, οι οποίες, όμως, δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου για να ελεγχθούν.
Εισηγείται ο συνήγορος της εφεσείουσας ότι τα δύο σημειώματα, στα οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο στηρίχθηκε για να καταλήξει στην ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή, είναι μεταγενέστερα αυτής και σκοπό είχαν να βοηθήσουν τους υπαλλήλους του Κτηματολογίου κατά τη μαρτυρία τους στο Δικαστήριο. Ούτε αυτή η θέση είναι ορθή. Ανεξάρτητα από το σαφές περιεχόμενο των δύο σημειωμάτων, όπου εκφράζονται αμφιβολίες κατά πόσο η κατοικία του Τεκμηρίου 4 δεν είναι η ίδια με την υφιστάμενη και η ανάγκη επανεξέτασης της υπόθεσης με επί τόπου έρευνα, εφόσον, μέχρι την ημερομηνία που ο Κτηματολογικός Λειτουργός κατέθεσε, αυτή ήταν άγνωστο εάν έγινε, τα όσα ο μάρτυρας ανέφερε ήταν αβέβαια και εμπόδιζαν το Δικαστήριο να καταλήξει με ασφάλεια.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης, η εφεσείουσα διατείνεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224. Συγκεκριμένα, σε αντίθεση με ό,τι το Άρθρο 2* του Νόμου προβλέπει σε σχέση με την ερμηνεία του όρου «Διευθυντής», το Δικαστήριο, όταν κατέληγε ότι ο Διευθυντής τελούσε υπό πλάνη, τον διαχώριζε από το μάρτυρα της εφεσείουσας αλλά και το μάρτυρα του εφεσίβλητου - (Μ. Αιτ. 1), οι οποίοι ήταν οι αρμόδιοι κτηματολογικοί λειτουργοί. Περαιτέρω, σε σχέση με το θέμα της κατοικίας του Τεκμηρίου 4, η οποία επί του σχεδιαγράμματος που είναι επισυνημμένο στην Αιτιολογημένη Απόφαση δε φαίνεται να επεμβαίνει στη διαφιλονικούμενη λωρίδα, ενώ στο χωρομετρικό σχέδιο που υπάρχει στη χωρομετρική εργασία - (Τεκμήρια 15 και 16) - επεμβαίνει, υπέβαλε ότι τέτοιες διαφορές είναι αναμενόμενες, επειδή το σχεδιάγραμμα γίνεται κατά προσέγγιση με το σχέδιο.
Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Ο Διευθυντής, για τη λήψη της απόφασής του, έλαβε υπόψη του τη χωρομετρική εργασία - (Τεκμήρια 15 και 16) - την οποία ετοίμασε ο μάρτυρας για την εφεσείουσα. Από τη στιγμή που η χωρομετρική εργασία δε συμφωνούσε ως προς τη συνοριακή γραμμή με το επισυνημμένο στην Αιτιολογημένη Απόφαση σχεδιάγραμμα, δεν παρεχόταν έδαφος για άλλη κατάληξη. Ζητούμενο ήταν η ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή και δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτό ότι τέτοιας μορφής διαφορές είναι αναμενόμενες.
Τέλος, η εφεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο έφεσης, υποστηρίζει ότι η υπό έφεση απόφαση είναι αναιτιολόγητη. Όλα όσα αναφέρονται στην πρωτόδικη απόφαση, υπέβαλε, δεν αποτελούν αιτιολογία αλλά εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικασιών που ακολουθήθηκαν.
Έχουμε ήδη αναφέρει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε, με κάθε λεπτομέρεια, τους λόγους που το εμπόδιζαν να αποδεχτεί την απόφαση του Διευθυντή ως ορθή. Οι λόγοι αυτοί αποτελούν την αιτιολογία της απόφασης, έτσι ώστε ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί.
Η έφεση απορρίπτεται, με €1.500 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., υπέρ του εφεσίβλητου.
Η έφεση απορρίπτεται με €1.500 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., υπέρ του εφεσίβλητου.
* «‘Διευθυντής’ σημαίνει το Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και περιλαμβάνει οποιοδήποτε λειτουργό που διορίζεται από το Διευθυντή για όλους ή οποιοδήποτε από τους σκοπούς του Νόμου αυτού είτε γενικά είτε για οποιοδήποτε συγκεκριμένο σκοπό.»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο