ΣΟΦΟΚΛΕΙΔΗΣ ν. ΝΕΑΡΧΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 45/2013, 23/5/2019
print
Τίτλος:
ΣΟΦΟΚΛΕΙΔΗΣ ν. ΝΕΑΡΧΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 45/2013, 23/5/2019
Παραπομπή:
ECLI:CY:AD:2019:A195

ECLI:CY:AD:2019:A195

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. 45/2013)

 

23 Μαΐου 2019

 

[ΝΑΘΑΝΑΗΛ, ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, ΠΟΥΓΙΟΥΡΟΥ, Δ/στές]

 

xxxx ΣΟΦΟΚΛΕΙΔΗΣ,

Εφεσείων

ΚΑΙ

 

1.   xxxx ΝΕΑΡΧΟΥ,

2.   ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ,

3.   xxxx ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ,

4.   xxxx ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ,

5.   xxxx ΠΑΡΑΣΧΟΥ,

6.   xxxx ΠΑΡΟΥΤΗ,

Εφεσιβλήτων

--------------------------------------

Α. Γεωργίου για Χρ. Κληρίδη, , για τον Εφεσείοντα.

Π. Βορκάς για Μ. Βορκά, για τους Εφεσιβλήτους.

-----------------------------------------

 

 

ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ.:  Η απόφαση δεν είναι ομόφωνη.  Η απόφαση  πλειοψηφίας με την οποία συμφωνεί και η Πούγιουρου, Δ., θα δοθεί από εμένα.  Η Σταματίου, Δ., θα δώσει διιστάμενη απόφαση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

        ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ.: Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέτασε αγωγή με την οποία ο εφεσείων παραπονείτο εναντίον των εφεσιβλήτων ότι δημοσίευμα του εφεσίβλητου 1 τον δυσφήμισε ούτως ώστε να δικαιούτο σε αποζημιώσεις, έξοδα και έκδοση απαγορευτικού διατάγματος.  Ο εφεσείων ήταν διευθυντής της xxxx Sophoclides & Sons Ltd, η  οποία επίσης ήγειρε ως ενάγουσα 2, την ίδια αξίωση εναντίον των εφεσιβλήτων.  Όπως και στην περίπτωση του εφεσείοντα, η αγωγή κάλυπτε τα αστικά αδικήματα της δυσφήμισης και της επιζήμιας ψευδολογίας κατά παράβαση των άρθρων 17 και 25, αντιστοίχως, του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148.

 

        Τα γεγονότα που οδήγησαν στο δημοσίευμα και κατ΄ επέκταση στην έγερση της αγωγής ήταν ότι ο εφεσείων προφυλακίστηκε μαζί με άλλο πρόσωπο κατόπιν διατάγματος Δικαστηρίου που εκδόθηκε στις 10.9.2004 για τη διερεύνηση ποινικών αδικημάτων συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος και τη διάρρηξη καταστήματος και κλοπής στη βάση των άρθρων 371 και 294, αντίστοιχα, του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154.  Ο εφεσείων και το άλλο πρόσωπο θεωρήθηκαν ύποπτοι για διάρρηξη και κλοπή που εκδηλώθηκαν σε κοσμηματοπωλείο που διαχειριζόταν η πρώην ενάγουσα 2 εταιρεία.  Τη διαδικασία της προφυλάκισης παρακολούθησε ο εφεσίβλητος 1, ο οποίος την επομένη στις 11.9.2004, δημοσίευσε το εξής κείμενο:

 

«ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΛΟΠΗ ΧΡΥΣΟΥ ΚΑΙ ΑΣΗΜΙΟΥ

 

Συνέλαβαν του

παραπονούμενο διευθυντή

 

Φαίνεται πως η εταιρεία, η οποία έχει ασφαλιστική κάλυψη, αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, ενώ πρόσφατα δεχόταν πιέσεις από τράπεζα για εξόφληση χρεών

 

ΓΡΑΦΕΙ

xxxx ΝΕΑΡΧΟΥ

 

Ο 51χρονος xxxx Σοφοκλείδης, μεγαλομέτοχος και διευθυντής της εταιρείας εμπορίας χρυσού και ασημιού, απ΄ όπου κλάπηκαν την περασμένη Τετάρτη τέσσερα κιλά χρυσαφιού εικοσιτεσσάρων καρατίων αξίας         25.000 λιρών και μεγάλη ποσότητα ασημιού αξίας 119.000 λιρών, καθώς και αριθμός επιταγών, συνελήφθη ως ο εγκέφαλος της μεγάλης κομπίνας.  Ο κ. Σοφοκλείδης, αλλά και ο 20χρονος xxxx Κυριάκου οδηγήθηκαν χθες ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ως ύποπτοι για διάρρηξη, κλοπή και συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος.  Σύμφωνα με τον εξεταστή της υπόθεσης, λοχία του ΤΑΕ Λευκωσίας ΧΝ, οι ανακριτές εξασφάλισαν μαρτυρία, το περιεχόμενο της οποίας δημιουργούσε εύλογες υποψίες εναντίον του Κυριάκου.  Ο νεαρός εντοπίστηκε και συνελήφθη την επομένη της διάρρηξης.  Χθες, ο εξεταστής της υπόθεσης ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ο xxxx Κυριάκου παραδέχθηκε προφορικά τη διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων, αναφέροντας στους ανακριτές ότι ενήργησε κατόπιν οδηγιών του διευθυντή της εταιρείας xxxx Σοφοκλείδη, ο οποίος του υποσχέθηκε μεγάλο χρηματικό ποσό.  Μετά την ομολογία του 20χρονου συνελήφθη και ο 51χρονος, ο οποίος, ωστόσο, αρνείται οποιαδήποτε ανάμειξη στην υπόθεση.  Ο νεαρός ύποπτος πάντως, πέραν από την προφορική ομολογία του, ανέφερε χθες στους ανακριτές ότι έκρυψε το κλοπιμαίο χρυσάφι και ασήμι στο σπίτι του και αναμενόταν να τα παραδώσει στους αστυνομικούς.  Όσον αφορά το ελατήριο, χθες αναφέρθηκε στο Δικαστήριο ότι από τις προκαταρκτικές εξετάσεις φαίνεται πως η εταιρεία του xxxx Σοφοκλείδη, η οποία έχει ασφαλιστική κάλυψη, αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, ενώ πρόσφατα δεχόταν πιέσεις από τράπεζα για εξόφληση χρεών.  Αναφέρθηκε επίσης ότι σε αντίθετη περίπτωση υπήρχε ενδεχόμενη κατάσχεση περιουσίας της εταιρείας.  Το Δικαστήριο έκρινε ότι το αίτημα της Αστυνομίας για οκταήμερη προσωποκράτηση των  υπόπτων είναι δικαιολογημένο και διέταξε την κράτηση τους προς διευκόλυνση των ανακρίσεων και πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης.»

 

 

        Ο εφεσείων προέβαλε τη θέση πρωτοδίκως ότι ήταν διευθυντής της εν λόγω εταιρείας, η οποία εκκρεμούσης  της αγωγής, τέθηκε υπό εκκαθάριση με τον Επίσημο Παραλήπτη να μην επιθυμούσε τη συνέχιση της.  Στις 7 ή 8.9.2004 διαπράχθηκε ληστεία στο κοσμηματοπωλείο, στη βάση δε πληροφοριών η αστυνομία συνέλαβε κατά πρώτο το έτερο πρόσωπο το οποίο ψευδώς ή κακοβούλως ενέπλεξε και τον εφεσείοντα με αποτέλεσμα να ακολουθήσει και η δική του σύλληψη.  Από τη διερεύνηση όμως του αδικήματος διαφάνηκε πως ο εφεσείων δεν είχε καμία ανάμειξη με αποτέλεσμα να αφεθεί ελεύθερος χωρίς να προκύψει οτιδήποτε εναντίον του.  Το δημοσίευμα παρουσίαζε τον εφεσείοντα ως τον «εγκέφαλο» της διάρρηξης και της κλοπής και εντολέα του άλλου προσώπου, ο οποίος ήταν ο αυτουργός.  Παρουσίαζε επίσης την εταιρεία να αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα τα οποία ο εφεσείων επεδίωξε να αντιμετωπίσει μέσω της ασφαλιστικής κάλυψης της.  Η εταιρεία όμως δεν διέθετε ασφαλιστική κάλυψη των εμπορευμάτων της.  Στη βάση αυτή το επίδικο δημοσίευμα περιείχε  υπονοούμενα, ήταν κακόβουλο και επιζήμιο με σκοπό να πλήξει τον εφεσείοντα εφόσον οι εφεσίβλητοι όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο εφεσείων βρισκόταν  υπό κράτηση ως ύποπτος και όχι ως ένοχος, ενώ παρουσίασαν ψευδώς τους ισχυρισμούς του άλλου προσώπου που κρατείτο ως ύποπτος χρησιμοποιώντας όρους και χαρακτηρισμούς καθ΄ υπερβολή, ενεργώντας ανεύθυνα και χωρίς διερεύνηση των γεγονότων. 

 

        Οι εφεσίβλητοι  υπερασπιζόμενοι αρνήθηκαν τον ισχυρισμό ότι το κείμενο αποτελούσε δυσφήμιση ή επιζήμια ψευδολογία ή ότι αυτό ήταν κακόβουλο, επικαλέσθηκαν δε τις υπερασπίσεις της αληθείας, του εντίμου και ευλόγου σχολίου, καθώς και του απόλυτου προνομίου.  Υποστήριξαν ότι το δημοσιευθέν κείμενο αφορούσε ένα αληθές περιστατικό και αφορούσε έντιμο και εύλογο σχόλιο επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος, συνιστούσε δε σύγχρονη και ακριβοδίκαιη αναφορά στα όσα είχαν διαδραματισθεί σε δημόσια δικαστική διαδικασία. 

 

        Το Δικαστήριο ανέλυσε τη σχετική νομολογία στη βάση της αγωγής της δυσφήμισης και της επιζήμιας ψευδολογίας, καθώς και τις υπερασπίσεις που συνήθως προβάλλονται σε υποθέσεις του είδους για να καταλήξει στο τέλος ότι από την ανάλυση της μαρτυρίας που είχε προσκομιστεί ενώπιον του, δεν θεμελιωνόταν ούτε η μια, ούτε η άλλη αιτία αγωγής.  Το επίδικο δημοσίευμα, καθώς έκρινε, δεν ήταν δυσφημιστικό για τον εφεσείοντα εφόσον κατά τη συνήθη ερμηνεία του κειμένου το κείμενο παρουσίαζε τον εφεσείοντα ως απλό ύποπτο εμπλοκής στη διάπραξη των ποινικών αδικημάτων και δεν μεταχειριζόταν τον εφεσείοντα ως να είχε διαπράξει αυτά τα αδικήματα.  Το δημοσίευμα κατέγραφε το γεγονός ότι ο εφεσείων αρνείτο οποιαδήποτε ανάμειξη, καθώς και το ότι η προφυλάκιση του έγινε μόνο «προς διευκόλυνση των ανακρίσεων και πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης».

 

 Ακόμη όμως και να θεωρείτο το δημοσίευμα ως δυσφημιστικό, οι εφεσίβλητοι είχαν πετύχει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων να αποδείξουν την υπεράσπιση του απόλυτου προνομίου, η οποία δεν επηρεαζόταν από το γεγονός πως ο εφεσείων παρουσιαζόταν να είχε συλληφθεί ως «ο εγκέφαλος της μεγάλης κομπίνας».  Αυτό διότι το δημοσίευμα παρέμεινε αληθές, ή, κατ΄ ουσίαν αληθές και ακριβοδίκαιο και η λέξη «εγκέφαλος» ευλόγως χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει την  υπό διερεύνηση συμμετοχή του εφεσείοντος στις κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραξίες.  Ούτε επηρεαζόταν η υπεράσπιση από την ανακριβή αναφορά περί ασφαλιστικής κάλυψης της εταιρείας διότι κατά τον επίδικο χρόνο η αστυνομία διερευνούσε την ύπαρξη και οικονομικών ελατηρίων περιλαμβανομένου του ενδεχομένου η εταιρεία να καλυπτόταν από ασφάλεια.  Η ανακρίβεια θεωρήθηκε από το Δικαστήριο ως ήσσονος σημασίας.

 

        Το Δικαστήριο θεώρησε ότι ούτε η επιζήμια ψευδολογία είχε αποδειχθεί και τα όσα απέδιδε ο εφεσείων στους εφεσίβλητους ως απόδειξη κακοβουλίας ήταν αβάσιμα.  Πρόκειτο για ένα δημοσίευμα που δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αθέμιτα «υπερβολικό», δεν παρουσίαζε τον εφεσείοντα ως ένοχο, αλλά μόνο ως ύποπτο, οι δε αναφορές σε «εγκέφαλο» δηλαδή σε ηθικό αυτουργό και σε οικονομικά προβλήματα της εταιρείας έχουσα ασφαλιστική κάλυψη ήταν δικαιολογημένες προερχόμενες από την αποκαλυφθείσα μαρτυρία. 

 

        Κατά συνοπτικό τρόπο το Δικαστήριο προχώρησε να εξετάσει σε μια παράγραφο το ζήτημα των αποζημιώσεων που θα επιδικάζοντο στον εφεσείοντα εάν η αγωγή του ήταν επιτυχής, χαρακτηρίζοντας δε τη σχετική μαρτυρία για την απόδειξη ζημιάς ως γενικόλογη και ασαφή, έκρινε ότι ο εφεσείων θα δικαιούτο μόνο σε ονομαστικές αποζημιώσεις.  Απέρριψε λοιπόν την αγωγή με έξοδα σε  βάρος του εφεσείοντα.

 

        Με την έφεση επιδιώκεται η ανατροπή της απορριπτικής πρωτόδικης κρίσης με διάφορους λόγους οι οποίοι συναρτώνται προς τις θέσεις ότι το επίδικο δημοσίευμα λανθασμένα κρίθηκε μη δυσφημιστικό και ότι η εντύπωση που θα δημιουργείτο στο μέσο λογικό άνθρωπο ήταν ότι ο εφεσείων ήταν απατεώνας και ο ηθικός αυτουργός ποινικών αδικημάτων.  Η χρήση των λέξεων «εγκέφαλος της μεγάλης κομπίνας», μαζί με τις υπόλοιπες αναφορές στο κείμενο ότι ο εφεσείων είχε υποσχεθεί μεγάλο χρηματικό ποσό στο έτερο πρόσωπο που συνελήφθη και ότι η εταιρεία είχε ασφαλιστική κάλυψη, δεν θα μπορούσαν παρά να μεταδώσουν στο ευρύ κοινό τις έννοιες ενός ανέντιμου ατόμου που μετέρχετο δόλιες πράξεις για να προωθήσει τα δικά του συμφέροντα και να επιλύσει τις οικονομικές του δυσκολίες.  Το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι το δημοσίευμα δεν αποτελούσε ακριβοδίκαιη αναφορά των όσων λέχθησαν ως μαρτυρία κατά τη διαδικασία προσωποκράτησης των υπόπτων.  Ούτε αποτελούσε ουσιώδη ακριβή καταγραφή των όσων έλαβαν χώραν κατά την ακροαματική διαδικασία.  Συνδεδεμένη εισήγηση με άλλο λόγο έφεσης είναι και ότι η ανακρίβεια ότι η εταιρεία καλυπτόταν ασφαλιστικώς αποτελούσε ανακρίβεια ήσσονος σημασίας που δεν αναιρούσε την αλήθεια ή την κατ΄ ουσίαν αλήθεια του δημοσιεύματος.  Λανθασμένα επίσης έκρινε τον εφεσίβλητο 1 ως αξιόπιστο μάρτυρα έχοντας παρουσιάσει μια «εικόνα ενός προσοντούχου και έμπειρου δημοσιογράφου που ασκούσε με επάρκεια, αντικειμενικότητα και εντιμότητα το επαγγελματικό καθήκον του».  Λανθασμένα τέλος το Δικαστήριο θεώρησε ότι και να πετύχαινε η αγωγή ο ενάγων δεν δικαιούτο παρά σε ονομαστικές αποζημιώσεις.

 

        Αντίθετη η θέση των εφεσιβλήτων οι οποίοι στο περίγραμμα τους τονίζουν το γεγονός ότι ο εφεσείων είχε συλληφθεί και τεθεί υπό κράτηση για τρία πολύ σοβαρά διερευνόμενα αδικήματα και ότι στις περιπτώσεις επίκλησης του απολύτου προνομίου δεν απαιτείται από το Δικαστήριο ιδιαίτερη προσπάθεια για να διαπιστώσει κατά πόσο μια περίπτωση εμπίπτει ή εκφεύγει του απολύτου προνομίου. Οι δικαστικές διαδικασίες ενεργοποιούν την υπεράσπιση αυτή και δεν μπορεί να επιχειρείται αποσπασματική ανάλυση του δημοσιεύματος.  Στο δημοσίευμα τονίστηκε ότι ο εφεσείων παραπέμφθηκε στο Δικαστήριο ως ύποπτος και μόνο και από το δημοσίευμα δεν μπορούσε να συναχθεί ή έστω να νοηθεί ότι αυτός είχε διαπράξει τα αδικήματα για τα οποία προσωποκρατήθηκε.  Πράγματι διαφάνηκε πως η εταιρεία δεν είχε ασφαλιστική κάλυψη, αλλά αυτό δεν ήρε το γεγονός της σύλληψης και προσωποκράτησης του εφεσείοντα, ενώ ένα τέτοιο ενδεχόμενο διερευνάτο από τις ανακριτικές αρχές στο πλαίσιο του εντοπισμού κινήτρου για τη διάρρηξη και κλοπή.  Στο δημοσίευμα καταγράφηκε και η θέση του εφεσείοντος ότι καμία ανάμειξη δεν είχε στην υπόθεση, η δε αναφορά σε «εγκέφαλο» ήταν ορθή στο πλαίσιο της μαρτυρίας που υπήρχε από τον άλλο ύποπτο.  Πουθενά στο δημοσίευμα δεν  υπάρχει η λέξη «ληστεία» που ανέφερε ο εφεσείων, η οποία διαφέρει τα μέγιστα από το αδίκημα της διάρρηξης και κλοπής.  Με αναφορά σε νομολογία, οι εφεσίβλητοι θεωρούν την πρωτόδικη απόφαση ορθή και τα όσα καταλογίσθηκαν ως κακοβουλία εκ μέρους τους, ανυπόστατα. 

 

        Το δίκαιο της δυσφήμισης έχει απασχολήσει πλειστάκις τα Δικαστήρια της Δημοκρατίας και οι νομικές αρχές είναι πολύ καλά εδραιωμένες σε βαθμό που να είναι στην ουσία αχρείαστη η εξαντλητική επανάληψη τους.  Εκείνο το οποίο πάντοτε δίδει λαβή σε συζητήσεις και στην έκδοση ακόμη και διαφορετικών αποφάσεων είναι η θεώρηση και αντίληψη επί των αρχών αυτών υπό το πρίσμα των συγκεκριμένων γεγονότων μιας υπόθεσης έχοντας υπόψη τη σύγχρονη αναπτυσσόμενη νομολογία και την ανοχή που αναμένεται να επιδεικνύει μια κοινωνία προστατεύοντας το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης.

 

        Είναι γνωστό ότι το κατά πόσο ένα κείμενο είναι ή όχι δυσφημιστικό αποφασίζεται από το Δικαστήριο ως πραγματικό ζήτημα με την απόδοση στις λέξεις και φράσεις που χρησιμοποιούνται η συνηθισμένη και φυσική τους έννοια.  Το Δικαστήριο τεκμαίρεται ότι αποδίδει την αντίληψη του μέσου λογικού ανθρώπου και δεν έχει σημασία η μαρτυρία που προσφέρεται ως προς το ζήτημα αυτό εκατέρωθεν, (δέστε Knuffer v. London Express Newspaper Ltd  (1944) 1 All E.R. 495, Κουτσού ν. Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.ά. (2003) 1(Β) Α.Α.Δ. 1198, Papadopoulos v. Kyrix Publishing Co. Ltd a.o. (1963) 2 C.L.R. 290 και Salmond on the Law of Torts, 16η έκδ. σελ. 142). 

 

        Όπως έχει εξηγηθεί στη Γαληνιώτης ν. Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ κ.ά. (2011) 1 Α.Α.Δ. 474, το προνόμιο γενικώς αποτελεί υπεράσπιση διαχωριζόμενο στο απόλυτο και στο περιορισμένο προνόμιο.  Το άρθρο 20(1)(ζ), αφορά το απόλυτο προνόμιο («absolute privelage»), όταν το δημοσίευμα είναι «….. στην πραγματικότητα ακριβοδίκαιο, ακριβής και σύγχρονη αναφορά των όσων έχουν λεχθεί, πραχθεί ή επιδειχθεί σε δικαστική διαδικασία ενώπιον ή οποιουδήποτε Δικαστηρίου, και το Δικαστήριο δεν απαγόρευσε τη δημοσίευση αυτή.».  Το απόλυτο προνόμιο θεωρείται αναγκαία υπεράσπιση για λόγους δημόσιας πολιτικής ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ελευθερία του λόγου θεωρώντας ότι τα Δικαστήρια στελεχώνονται από έντιμα άτομα που δεν θα θέσουν σε κίνδυνο ή κατάχρηση το προνόμιο αυτό.  Μεταφερόμενα τα λεχθέντα σε δικαστική διαδικασία με ακριβοδίκαιο τρόπο, το απόλυτο προνόμιο καλύπτει και την επέκταση αυτή.  Δεν χρειάζεται κατά λέξη αναδημοσίευση του τι λέχθηκε στη διαδικασία, πρέπει όμως η αναδημοσίευση να είναι ακριβοδίκαιη αναφορά των όσων έχουν λάβει χώραν και μόνο παραλείψεις ή ανακρίβειες ήσσονος σημασίας θεωρούνται ότι δεν αναιρούν το προνόμιο. 

 

        Η δημοσίευση της διαδικασίας προσωποκράτησης του εφεσείοντα από μόνη της δεν δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα εφόσον ο δημοσιογράφος στο πλαίσιο του δικού του λειτουργήματος πληροφόρησης του κοινού περί δημοσίων θεμάτων μεταφέρει την είδηση περί της διαδικασίας στο ευρύ κοινό.  Το πώς μεταφέρεται όμως είναι το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση και εδώ είναι που πρέπει να αντιπαραβληθεί το τι λέχθηκε από τον λοχία xxxx xxxx με το δημοσίευμα, το οποίο εμφανίσθηκε την επομένη στην εφημερίδα.  Στη μαρτυρία του ο εν λόγω λοχίας αφού έθεσε τα δεδομένα της παραβίασης του χώρου της εταιρείας και ότι στη βάση πληροφοριών συνελήφθη ο έτερος ύποπτος, ανέφερε ότι αυτός ανακρινόμενος εκ νέου «……. παραδέχθηκε τη διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων και το έκαμε μετά από οδηγίες του 1ου υπόπτου ο  οποίος του υποσχέθηκε μεγάλο χρηματικό ποσό.».  Στη βάση αυτής της προφορικής ομολογίας του έτερου υπόπτου συνελήφθη και ο εφεσείων, ο οποίος αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη στην υπόθεση.  Ο μάρτυρας κατέθεσε επίσης ότι «από προκαταρκτικές εξετάσεις φαίνεται ότι ο 1ος ύποπτος και η εταιρεία του αντιμετωπίζουν  σοβαρά οικονομικά προβλήματα και πρόσφατα δέχονταν πιέσεις από την τράπεζα προς εξόφληση των χρεών τους …..».  Ο μάρτυρας συνέχισε να αναφέρει στο Δικαστήριο ότι είχαν ήδη ληφθεί οκτώ καταθέσεις και αναμένετο να ληφθούν ακόμη σαράντα καταθέσεις και θα διερευνόνταν οι λόγοι και τα κίνητρα που οδήγησαν τον 1ον ύποπτο, δηλαδή, τον εφεσείοντα, στη διάπραξη των αδικημάτων, θα γίνονταν δε και επιστημονικές εξετάσεις των τεκμηρίων που παραλήφθηκαν από τη σκηνή και σύγκριση δακτυλικών αποτυπωμάτων.  Να σημειωθεί ότι ο εφεσείων κατά τη διαδικασία προσωποκράτησης είχε εμφανισθεί προσωπικά χωρίς δικηγόρο, δεν αντεξέτασε το μάρτυρα και το μόνο που ανέφερε ήταν ότι δεν γνώριζε τον δεύτερο ύποπτο και ούτε εκείνος, πίστευε, ότι γνώριζε τον ίδιο. 

       

        Υπό το φως της μαρτυρίας της αστυνομίας, αλλά και της παραδοχής που ενώπιον του Δικαστηρίου προέβη ο εφεσίβλητος 1, ότι πράγματι δεν είχε αναφερθεί από την αστυνομία ότι υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη της εταιρείας, λογικά συνάγεται ότι το δημοσίευμα δεν ήταν μια ακριβοδίκαιη μεταφορά των όσων είχαν διαμειφθεί κατά τη διαδικασία της προανάκρισης.  Το δημοσίευμα έθετε ως γεγονός ότι η εταιρεία είχε ασφαλιστική κάλυψη, πράγμα αναληθές, είναι δε φανερό από τη μαρτυρία του εφεσίβλητου 1 ότι δεν έγινε προσπάθεια διαπίστωσης του γεγονότος αυτού που παρουσιάστηκε ως τέτοιο στο δημοσίευμα.  Το ζήτημα της αναφοράς της ασφαλιστικής κάλυψης δεν μπορεί να θεωρηθεί ήσσονος σημασίας όπως το πρόταξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεδομένου ότι εύλογα συναγόταν και συνάγεται από το δημοσίευμα ότι ο εφεσείων είχε συλλάβει την ιδέα της κλοπής ενεργώντας μάλιστα «ως ο εγκέφαλος της μεγάλης κομπίνας», για να αντιμετωπίσει τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που φαίνεται πως είχε η εταιρεία του απευθυνόμενος στην ασφαλιστική εταιρεία για να τον καλύψει.  Η αναφορά σε ασφαλιστική κάλυψη γίνεται εκ δευτέρου στο δημοσίευμα, και πάλι θεωρούμενη η ασφαλιστική αυτή κάλυψη ως γεγονός, τοποθετούμενη στο κείμενο κατά τρόπο που να εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα στον μέσο κοινό λογικό αναγνώστη ότι η «κομπίνα» έγινε για να αντιμετωπισθούν τα οικονομικά αδιέξοδα της εταιρείας μέσω ασφαλιστικής εταιρείας.  

 

        Σε αντίθεση με τη θέση των εφεσιβλήτων, οι προβληθείσες θέσεις του εφεσείοντα δεν είναι αποσπασματικές, αλλά εντάσσονται και έτσι πρέπει να ιδωθούν, στο σύνολο του δημοσιεύματος.  Η χρήση των λέξεων «εγκέφαλος της μεγάλης κομπίνας», μαζί με το θεωρηθέν ως γεγονός της ύπαρξης ασφαλιστικής κάλυψης, αποδίδουν και μεταδίδουν στο μέσο λογικά σκεπτόμενο άτομο ότι ο εφεσείων είχε κίνητρο τη διάπραξη των αδικημάτων όχι ως αυτουργός, αλλά ως «ο εγκέφαλος κομπίνας» και μάλιστα «μεγάλης», επίθετο που επιτείνει το μέγεθος της εγκληματικής ανάμειξης του εφεσείοντα στην όλη υπόθεση.  Το πρόσωπο που κάνει κομπίνες είναι εκείνο που είναι γενικά απατεώνας και ενεργεί παράνομα.  «Εγκέφαλος» είναι εκείνος που συλλαμβάνει την ιδέα και στην υπό κρίση περίπτωση ο εφεσείων θεωρήθηκε ως εγκέφαλος μεγάλης κομπίνας, δηλαδή, ότι συνέλαβε την ιδέα της διάπραξης εγκληματικών ενεργειών διά μέσου τρίτου προσώπου για να καλυφθεί από την ασφάλεια.  Στο σύνολο του δημοσιεύματος δεν μπορεί να θεωρηθεί η αναφορά σε ασφαλιστική κάλυψη σε επουσιώδη ανακρίβεια, ούτε η αναφορά σε εγκέφαλο μεγάλης κομπίνας μπορεί να θεωρηθεί εύλογο υπό τις περιστάσεις σχόλιο. 

 

        Το δίκαιο της δυσφήμισης στην Κύπρο έχει κριθεί στην απόφαση του ΕΔΑΔ Alithia Publishing Company Limited and Constantinides v. Cyprus, Application No. 17550/03, ημερ. 22.5.2008, ως μη αντιβαίνον το Άρθρο 10 της Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ή το Άρθρο 9 σε σχέση με το δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης και το δικαίωμα στην ελευθερία σκέψης αντίστοιχα.  Κρίθηκε στην ομόφωνη αυτή απόφαση του ΕΔΑΔ ότι η εθνική νομοθεσία που αποτυπώνεται στο άρθρο 17 κ.ε. του Κεφ. 148, δεν θέτει περιορισμούς πέραν εκείνων που θεωρούνται λογικώς αναγκαίοι.  Το δεδομένο αυτό, όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Καραμεσίνη (2011) 1 Α.Α.Δ. 715, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής.  Εκείνο που εν τέλει έχει σημασία, όπως ήδη λέχθηκε, είναι η υπαγωγή των γεγονότων και των αξιολογικών κρίσεων στις σημερινές  κρατούσες αντιλήψεις περί ελευθερίας λόγου και έκφρασης.  Το ΕΔΑΔ και στην προαναφερθείσα  υπόθεση, αλλά και σε σωρεία άλλων, έχει όμως ταυτόχρονα υποδείξει ότι η άσκηση του δικαιώματος έκφρασης συνοδεύεται και από καθήκοντα και υποχρεώσεις που καλύπτουν και τη δημοσιογραφική οικογένεια.  Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Steel and Morris v. The United Kingdom, Application no. 68416/01, ημερ. 15.2.2005, η όλη άσκηση αφορά την απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο η παραβίαση για την οποία παραπονείται ο ενάγων ήταν ανάλογη με την επιδίωξη ενός νόμιμου σκοπού, («proportionate to the legitimate aim pursued»).  (Δέστε και Hertel v. Switzerland, judgment of 25 August 1998, Reports 1998-Vl, pp. 2329-30, παρ. 46.)  Λέχθηκε επίσης ότι το ΕΔΑΔ έχει διαφοροποιήσει τις έννοιες των δηλώσεων επί γεγονότων και των αξιολογικών κρίσεων.  Ενώ η ύπαρξη γεγονότων μπορεί να αποδειχθεί, η αλήθεια των αξιολογικών κρίσεων δεν επιδέχεται απόδειξης.  Όταν μια δήλωση ανάγεται σε αξιολογική κρίση, η αναλογικότητα της τυχόν παραβίασης δυνατόν να εξαρτάται από το κατά πόσο υπάρχει ή όχι  επαρκές πλαίσιο γεγονότων εφόσον ακόμη και μια αξιολογική κρίση χωρίς υπόβαθρο μπορεί να είναι υπερβολική.  Το ερώτημα κατά πόσο τηρήθηκε το μέτρο της αναλογικότητας παραπέμπει αφ΄ εαυτού σε αξιολογική κρίση και κριτής του είναι  τελικά το ίδιο το Δικαστήριο.

 

        Είναι  υπό το πιο πάνω πρίσμα της ανάλυσης της νομολογίας και της προσοχής με την οποία πρέπει ένας δημοσιογράφος να προβαίνει σε δημοσιεύματα που το κείμενο στην προκείμενη περίπτωση κρίνεται δυσφημιστικό.  Η χρήση των λέξεων και φράσεων που χρησιμοποιήθηκαν είναι αφ΄ εαυτών δυσφημιστικές στη φυσική και γραμματική έννοια τους.  Περαιτέρω, η μεταφορά των συγκεκριμένων προαναφερθέντων λέξεων και φράσεων και τα όσα αυτές οι λέξεις ή φράσεις στο πλαίσιο ολόκληρου του κειμένου,  υπονοούν, δεν μπορούν να καταστήσουν το δημοσίευμα ακριβοδίκαιη μεταφορά των όσων στο Δικαστήριο λέχθηκαν κατά τη διαδικασία προσωποκράτησης.  Ούτε και το δημοσίευμα τυγχάνει προστασίας λόγω της υπεράσπισης της αλήθειας εφόσον εκ προοιμίου το κείμενο δεν ήταν ορθό σε δύο τουλάχιστον ουσιώδη σημεία, αυτό της ύπαρξης ασφαλιστικής κάλυψης και της αναφοράς σε εγκέφαλο μεγάλης κομπίνας, θέματα τα οποία δεν αναφέρθησαν από τον αστυνομικό μάρτυρα.  Επομένως εφόσον το κείμενο σε ουσιώδη σημεία παρουσιαζόταν αναληθές, δεν έχει σημασία για σκοπούς υπεράσπισης τι έντιμα και εύλογα πίστευε ο εφεσίβλητος 1, ως ο ίδιος ανέφερε κατά τη μαρτυρία του.  Οι λέξεις και φράσεις για τις οποίες παραπονείται ο εφεσείων δεν είναι λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να συγχωρεθούν εφόσον η ενσωμάτωση τους στα όσα κατά τα  υπόλοιπα ορθά μεταφέρθηκαν, αλλοιώνει την ίδια την ουσία του δημοσιεύματος.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε έμφαση στο ότι ήταν αληθής η μεταφορά του γεγονότος ότι ο εφεσείων είχε θεωρηθεί ως «απλός ύποπτος» και ότι η λέξη «εγκέφαλος» χρησιμοποιήθηκε για να περιγραφεί η διερεύνηση της συμμετοχής του ως ηθικός αυτουργός στη βάση της μαρτυρίας του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης.  Ακριβώς το σφάλμα του Δικαστηρίου, με όλη την εκτίμηση, είναι η θεώρηση του δημοσιεύματος κατά αποσπασματικό τρόπο.  Η έστω καθ΄ υπερβολή χρήση λέξεων και φράσεων, ακόμη και εάν κατά τα υπόλοιπα ένα κείμενο είναι ουσιωδώς αληθές, δεν αλλοιώνει το δυσφημιστικό τους όταν πρόκειται για ουσιώδεις ανακρίβειες, διαφορετικά κάθε υπερβολική περιγραφή θα θεωρείται ότι καλύπτεται από ασυλία.  Η υπεράσπιση της αλήθειας δεν μπορεί σε τέτοια περίπτωση να ευσταθεί, (Gatley on Libel and Slander 11η έκδ. σελ. 324, παρ. 11.12, κ.ε.).

 

        Κατά τον ίδιο τρόπο, ούτε έντιμος σχολιασμός μπορεί να θεωρηθούν τα προβληματικά στοιχεία του δημοσιεύματος εφόσον ήταν σχόλια τα οποία δεν θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν εν πάση περιπτώσει.  Στην υπεράσπιση του εντίμου σχολίου ενέχει σημασία το σχόλιο να τίθεται επί πραγματικού και ορθού υποβάθρου, (Glafx Ltd n. Loizia (1984) 1 C.L.R. 729 και «Αλήθεια» Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Thamira Food Manufacturers Ltd (2012) 1 Α.Α.Δ. 2276).

 

        Υπό το φως των ανωτέρω, η απορριπτική απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ακυρώνεται.

 

        Παραμένει να καθοριστεί το ύψος των αποζημιώσεων στις οποίες δικαιούται πλέον ο εφεσείων.  Δεν κρίνεται ότι οι εφεσίβλητοι και ιδιαίτερα ο αρθρογράφος-εφεσίβλητος 1, ενήργησαν με κακοβουλία η οποία προϋποθέτει κάτι περισσότερο από την ύπαρξη δυσφημιστικού κειμένου, όπως μειωτική και απαξιωτική συμπεριφορά προς το πρόσωπο του ενάγοντα, εμμονή προς τις κατηγορίες, απουσία απολογίας, συνεχής ενασχόληση, ανάρμοστο κίνητρο ή ότι μοναδικό κριτήριο για τη δημοσίευση του κειμένου ήταν να πληγεί ο ενάγων.

 

        Οι παράγοντες για τον  καθορισμό των αποζημιώσεων συναρτώνται προς τη θέση του εφεσείοντα στην κοινωνία, την έκταση και μορφή του δημοσιεύματος, την έλλειψη απολογίας, τη γενικότερη συμπεριφορά των εφεσιβλήτων πριν και μετά τη δυσμήφιση, τον τρόπο διεξαγωγής της υπεράσπισης, την αποτυχία της  υπεράσπισης της αλήθειας και την απόδειξη τυχόν ειδικής ζημιάς.  Δεδομένη είναι μέσα από τη νομολογία και η τάση για αυξητικές αποζημιώσεις.  Όσο φιλελεύθερη όμως και να είναι η σύγχρονη προσέγγιση προς το δικαίωμα και κατοχύρωση της ελευθεροτυπίας, άλλο τόσο πρέπει να είναι και η αυστηρότητα με την οποία τα Δικαστήρια κρίνουν την δυσφήμιση στην υπόληψη του ατόμου. Ο τύπος μπορεί να σπιλώσει υπολήψεις και άτομα κατά τρόπο που δύσκολα εξαλείφεται η εντύπωση που δημιουργείται στο κοινό.  Γι΄ αυτό και η απόδοση αποζημιώσεων πρέπει να λαμβάνει  υπόψη τον παράγοντα αυτό.

 

        Τα δεδομένα του εφεσείοντα δεν αμφισβητήθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία.  Ήταν κατά το χρόνο του δημοσιεύματος 51 ετών, μέτοχος και διευθυντής της εταιρείας και ασχολείτο με την εμπορία χρυσού και ασημιού και διατηρούσε κοσμηματοπωλείο στη Λευκωσία.  Η προηγούμενη του δημοσιεύματος καλή υπόληψη του εφεσείοντα ήταν και είναι δεδομένη.  Η εταιρεία και κατ΄ επέκταση και ο ίδιος, ασχολείτο με την εισαγωγή και προμήθεια πρώτων υλών πολύτιμων μετάλλων και προμήθευε παγκυπρίως είδη χρυσοχοΐας, μηχανήματα και εξοπλισμό εργαστηρίου και εργαλεία.

 

        Με δεδομένα τα πιο πάνω, η αποζημίωση καθορίζεται στο ποσό των €5.000

 

        Η έφεση επιτυγχάνει και η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται με έξοδα πρωτοδίκως και κατ΄ έφεση εναντίον των εφεσιβλήτων και υπέρ του εφεσείοντος, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

        Εκδίδεται απόφαση υπέρ του εφεσείοντος και εναντίον των εφεσιβλήτων αλληλεγγύως και κεχωρισμένως για το ποσό των              €5000 με νόμιμο τόκο από την έγερση της αγωγής.

 

 

 

               

                                                Δ.

 

 

 

                                                Δ.

 

 

 

/ΕΘ

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Πολιτική Έφεση Αρ. 45/2013)

 

23 Μαΐου, 2019

                                                        

[ΝΑΘΑΝΑΗΛ, ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, ΠΟΥΓΙΟΥΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

χχχχ ΣΟΦΟΚΛΕΙΔΗΣ,

 

Εφεσείων/Ενάγων αρ. 1,

 

ΚΑΙ

 

1.   χχχχ ΝΕΑΡΧΟΥ,

2.   ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ,

3.   χχχχ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ,

4.   χχχχ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ,

5.   χχχχ ΠΑΡΑΣΧΟΣ,

6.   χχχχ ΠΑΡΟΥΤΗΣ,

 

Εφεσίβλητοι/Εναγόμενοι.

_ _ _ _ _ _

 

Α. Γεωργίου για Χρ. Κληρίδη, για τον Εφεσείοντα.

Π. Βορκάς για Μ. Βορκά, για τoυς Εφεσίβλητους.

 

_ _ _ _ _ _

 

Δ Ι Ι Σ Τ Α Μ Ε Ν Η   Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ.: Με όλο το σεβασμό προς την απόφαση της πλειοψηφίας, διατηρώ αντίθετη άποψη ως προς τα εγειρόμενα με την υπό κρίση έφεση θέματα.

 

Η αγωγή που καταχώρησε ο εφεσείων και η εταιρεία χχχχ A. Sophoclides & Sons Ltd, αφορούσε δημοσίευμα στην εφημερίδα Πολίτης, το οποίο αναφέρεται σε διάταγμα προφυλάκισης που εκδόθηκε εναντίον του εφεσείοντα και άλλου προσώπου για τη διερεύνηση ποινικών αδικημάτων συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, διάρρηξης καταστήματος και κλοπής. Τα δύο αυτά πρόσωπα θεωρήθηκαν ύποπτα για τη διάρρηξη και κλοπή σε κοσμηματοπωλείο της πρώην ενάγουσας 2 εταιρείας. Ο εφεσίβλητος 1 παρακολούθησε την διαδικασία προφυλάκισης και την επόμενη ημέρα, 11.9.2004, δημοσίευσε το επίδικο δημοσίευμα. Τελικά, διαφάνηκε πως ο εφεσείων δεν είχε καμία ανάμειξη, με αποτέλεσμα να αφεθεί ελεύθερος, χωρίς να κατηγορηθεί για τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος.

 

Με την αγωγή που ακολούθησε προβάλλεται ότι το επίδικο δημοσίευμα περιείχε υπονοούμενα, ήταν κακόβουλο και επιζήμιο και σκοπό είχε να πλήξει τον εφεσείοντα, εφόσον οι εφεσίβλητοι γνώριζαν ότι αυτός τελούσε υπό κράτηση ως ύποπτος και όχι ως ένοχος, παρουσίασαν ψευδώς τους ισχυρισμούς άλλου προσώπου, το οποίο κρατείτο ως ύποπτος, δεν διερεύνησαν επαρκώς τα γεγονότα, χρησιμοποίησαν όρους και χαρακτηρισμούς υπερβολικούς και ενήργησαν ανεύθυνα, ενώ καταδίκασαν τον εφεσείοντα, χωρίς να προβούν σε αποκατάστασή του.

 

Οι εφεσίβλητοι αρνήθηκαν τους ισχυρισμούς περί δυσφημιστικού δημοσιεύματος και επιζήμιας ψευδολογίας, απορρίπτοντας παράλληλα ότι το δημοσίευμα υπήρξε κακόβουλο και ζημιογόνο. Διαζευκτικά, επικαλέστηκαν τις υπερασπίσεις της αλήθειας (justıfıcatıon), του έντιμου και εύλογου σχολίου (fair comment) και του απόλυτου προνομίου (absolute privilege). Υποστήριξαν πως το επίδικο δημοσίευμα αφορά σε αληθές περιστατικό και αφορούσε έντιμο και εύλογο σχόλιο επί ενός ζητήματος δημοσίου συμφέροντος και συνιστά ακριβοδίκαιη και σύγχρονη αναφορά σε όσα είχαν διαδραματιστεί σε δημόσια δικαστική διαδικασία. Επικαλέστηκαν προς τούτο τα άρθρα 19(α) και (β) και 20(1)(ζ) του Κεφ. 148.

 

Υιοθετώ, για σκοπούς της παρούσας, την αναφορά που γίνεται, τόσο στα γεγονότα, όσο και στους λόγους έφεσης και τις θέσεις των δύο πλευρών, όπως καταγράφονται στην απόφαση της πλειοψηφίας.

 

Η έφεση επικεντρώνεται ουσιαστικά σε δύο σημεία. Στη χρήση των λέξεων «εγκέφαλος της μεγάλης κομπίνας» και στην ανακριβή αναφορά στο δημοσίευμα περί ύπαρξης ασφαλιστικής κάλυψης της εταιρείας.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως το επίδικο δημοσίευμα δεν ήταν δυσφημιστικό για τον εφεσείοντα εφόσον, κατά τη συνήθη ερμηνεία του κειμένου, τον παρουσίαζε ως ύποπτο για τη διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων και δεν τον παρουσιάζει ότι διέπραξε τα αδικήματα αυτά. Όμως, ακόμα και σε περίπτωση που το επίδικο δημοσίευμα ήθελε κριθεί ως δυσφημιστικό, οι εφεσίβλητοι πέτυχαν να αποδείξουν, επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, την υπεράσπιση του απόλυτου προνομίου. Έκρινε, περαιτέρω, πως η υπεράσπιση αυτή δεν επηρεάζεται από το γεγονός πως στο δημοσίευμα ο εφεσείων παρουσιάζεται να συνελήφθηκε ως «ο εγκέφαλος της μεγάλης κομπίνας». Ανέφερε προς τούτο τα  ακόλουθα:

 

«Παρά την αναφορά αυτή το επίδικο δημοσίευμα παραμένει αληθές ή, τουλάχιστον, κατ΄ουσίαν αληθές και ακριβοδίκαιο εφ΄όσον ο ενάγων εξακολουθεί να παρουσιάζεται ως απλός ύποπτος για τις συγκεκριμένες ποινικώς κολάσιμες συμπεριφορές. Ο όρος «εγκέφαλος» ο οποίος, μεταξύ άλλων, δηλώνει το πρόσωπο το οποίο συλλαμβάνει μίαν ιδέα και καθορίζει τον τρόπο πραγματοποίησής της, ευλόγως χρησιμοποιείται στο επίδικο δημοσίευμα για να περιγράψει την υπό διερεύνηση συμμετοχή του ενάγοντος στις αδικοπραξίες εφ΄ όσον, επί τη βάσει της μαρτυρίας του εξεταστή της υπόθεσης, προκύπτει πως ο ενάγων συνελήφθηκε ως ύποπτος για ηθική αυτουργία.»

 

Δε διαπιστώνω σφάλμα στην προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε κατά την προσωποκράτηση του εφεσείοντα από τον εξεταστή της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: «… Σύμφωνα με συλλογή και αξιολόγηση πληροφοριών προέκυψε μαρτυρία εναντίον του 2ου υπόπτου (του xxxx Κυριάκου) που δημιουργούσε εύλογες υποψίες εναντίον του ότι ενέχετο στη διάπραξη των πιο πάνω υπό διερεύνηση αδικημάτων. Στις 9/9/04 και ώρα 14.40 ο 2ος ύποπτος εντοπίστηκε και συνελήφθηκε δυνάμει Δικαστικού εντάλματος … ο 2ος ύποπτος ανακρινόμενος… παραδέκτηκε την διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων … το έκανε μετά από οδηγίες του 1ου υπόπτου (εφεσείοντα), ο οποίος του υποσχέθηκε μεγάλο χρηματικό ποσό… Σύμφωνα με γραπτή μαρτυρία ο 2ος ύποπτος πριν από μικρό χρονικό διάστημα μετέβηκε στα γραφεία της εταιρείας και είχε ιδιαίτερη συνάντηση με τον 1ο ύποπτο….από προκαταρκτικές εξετάσεις φαίνεται ότι ο 1ος ύποπτος (ο εφεσείων) και η εταιρεία του αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα και πρόσφατα δέχονται πιέσεις από την τράπεζα προς εξόφληση των χρεών τους ή διαφορετικά η τράπεζα θα προχωρούσε με Δικαστικά μέτρα και παραλαβής της ακίνητης περιουσίας. Θα διερευνηθούν οι λόγοι και τα κίνητρα που οδήγησαν τον 1ο ύποπτο στην διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων». Προκύπτει, συνεπώς, ότι από τη μαρτυρία που τέθηκε στην προσωποκράτηση, ο «ιθύνων νους» ήταν ο εφεσείων για την κλοπή των ασημικών και χρυσαφικών.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε, περαιτέρω, ότι η κατάληξή του δεν επηρεάζεται από την ανακριβή αναφορά στο επίδικο δημοσίευμα περί ασφαλιστικής κάλυψης της εταιρείας. Η Αστυνομία διερευνούσε κατά τον επίδικο χρόνο την ύπαρξη οικονομικών ελατηρίων εν σχέσει με τον εφεσείοντα, συμπεριλαμβανομένου του ενδεχομένου η εταιρεία να εκαλύπτετο από ασφάλεια. Βέβαια, στο δημοσίευμα αυτό παρουσιάζεται ως μία βεβαιότητα και όχι ως ένα ενδεχόμενο. Όμως, το Δικαστήριο έκρινε ότι πρόκειται για ανακρίβεια ήσσονος σημασίας, η οποία δεν αναιρεί την αλήθεια ή τουλάχιστον την κατ΄ουσίαν αλήθεια και το ακριβοδίκαιο του επίδικου δημοσιεύματος. Δεν θεωρώ ούτε σε αυτή την περίπτωση ότι υπήρξε σφάλμα στην προσέγγιση του Δικαστηρίου που να δικαιολογεί παρέμβαση του Εφετείου.

 

Η υπεράσπιση του άρθρου 19(α) του Κεφ. 148 προνοεί ως ακολούθως:

 

«19. Σε αγωγή για δυσφήμιση αποτελεί υπεράσπιση-

 

 

(α) ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν αληθές:

 

Νοείται ότι, όταν το δυσφημιστικό δημοσίευμα περιέχει δυο ή περισσότερες ξεχωριστές κατηγορίες κατά του ενάγοντα, υπεράσπιση βάσει της παραγράφου αυτής δεν καταρρίπτεται για μόνο το λόγο ότι δεν αποδεικνύεται το αληθές κάθε μιας κατηγορίας, αν το μέρος του δημοσιεύματος που δεν αποδείχτηκε ως αληθές δεν βλάπτει ουσιωδώς την υπόληψη του ενάγοντα, αφού ληφθεί υπόψη το αληθές των υπόλοιπων κατηγοριών.»

 

Σύμφωνα με το άρθρο 20(1)(ζ) του Νόμου, η δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος είναι απόλυτα προνομιούχα αν το δημοσίευμα είναι στην πραγματικότητα ακριβοδίκαιο, ακριβής και σύγχροvη αvαφoρά τωv όσωv έχoυv λεχθεί, παραχθεί ή επιδειχθεί σε δικαστική διαδικασία εvώπιov oπoιoυδήπoτε Δικαστηρίoυ, και τo Δικαστήριo δεv απαγόρευσε τη δημoσίευση αυτή͘.

 

Το επίδικο δημοσίευμα περιέχει αναφορά σε ασφαλιστική κάλυψη της εταιρείας, κάτι που είναι παραδεκτό πως δεν περιλαμβάνεται στα γεγονότα που τέθηκαν κατά την προσωποκράτηση του εφεσείοντα. Συνεπώς, το δημοσίευμα δεν ήταν αληθές στην ολότητά του. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η ανακρίβεια της πιο πάνω αναφοράς αποτελεί ουσιαστική εκτροπή από το αληθές του κειμένου και κατά πόσο βλάπτει ουσιωδώς την υπόληψη του εφεσείοντα. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γαληνιώτης ν. Εκδοτικού Οίκου Δίας Λτδ κ.ά. (2011) 1 ΑΑΔ 474, το απόλυτο προνόμιο αποτελεί αναγκαία υπεράσπιση για λόγους δημόσιας πολιτικής, ώστε να διασφαλίζεται η ελευθερία του λόγου, με την προϋπόθεση ότι μεταφέρεται το δημοσίευμα ακριβοδίκαια. Παρατηρείται, επίσης, ότι δεν είναι ανάγκη να είναι verbatim αναδημοσίευση του τι λέχθηκε, αλλά μία ακριβοδίκαιη αναφορά των όσων έχουν λεχθεί. 

 

Στην προκείμενη περίπτωση, ο δημοσιογράφος επικαλέστηκε αστυνομική πηγή για την αναφορά του σε ασφαλιστική κάλυψη. Όπως προκύπτει από την απόφαση Goodwin v. The United Kingdom (1996) EHRR 123, που μας παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσιβλήτων, το ΕΔΑΔ αναγνώρισε, όχι μόνο το δικαίωμα, αλλά και το καθήκον ενός δημοσιογράφου να μην αποκαλύπτει τις πηγές του. Βεβαίως, αυτό δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε ουσιαστική επίπτωση στην υπόθεση. Αυτό που έχει σημασία είναι κατά πόσο η αναληθής αναφορά στην οποία προέβη ο δημοσιογράφος ήταν ικανή να βλάψει ουσιωδώς τον εφεσείοντα ή να διαφοροποιήσει την εικόνα που θα σχημάτιζε ο μέσος λογικός αναγνώστης στην απουσία της αναφοράς.

 

Στην υπόθεση ΡΙΚ ν. Καψός (2009) 1 ΑΑΔ 1175 αναφέρθηκε ότι το κριτήριο είναι «η διακρίβωση κατά πόσο το μέρος ή τα μέρη του δημοσιεύματος που δεν αποδείχτηκε ότι είναι αληθινά, βλάπτουν ουσιωδώς την υπόληψη του εφεσίβλητου, λαμβανομένου όμως υπόψη του αληθούς των υπόλοιπων κατηγοριών». Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε και στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος ν. Δώρου Γεωργιάδη (2011) 1 ΑΑΔ 307.

 

Κατά την άποψή μου και έχοντας υπόψη το σύνολο του δημοσιεύματος, η αναφορά σε ασφαλιστική κάλυψη καμία ουσιώδη βλάβη δε θα προσέθετε στον εφεσείοντα, ούτε θα διαφοροποιούσε την εικόνα που θα σχημάτιζε ο μέσος λογικός αναγνώστης στην απουσία τέτοιας αναφοράς. Καθίσταται σαφές από το κείμενο ότι ο εφεσείων ήταν ύποπτος για τη διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων, μετά από κατάθεση του πρώτου υπόπτου στην υπόθεση, ότι ο εφεσείων τον προέτρεψε να προβεί στη διάπραξη των αδικημάτων, με αντάλλαγμα μεγάλο χρηματικό ποσό, και όχι ένοχος. Αναφέρεται, επίσης, η θέση του εφεσείοντα, ο οποίος αμφισβητεί τις εναντίον του κατηγορίες. Με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε στην προσωποκράτηση, η εταιρεία αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και υπήρχε Τράπεζα η οποία θα προχωρούσε σε κατάσχεση της περιουσίας της εταιρείας.

 

Για τους πιο πάνω λόγους θα απέρριπτα την έφεση.

 

 

                                                              Κ. Σταματίου,

                                                                       Δ.

 

 

/ΧΤΘ

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο