ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΓΙΑΤΡΟΥ κ.α., Πολιτική Αίτηση αρ.153/19, 9/9/2019
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΓΙΑΤΡΟΥ κ.α., Πολιτική Αίτηση αρ.153/19, 9/9/2019
Παραπομπή:
ECLI:CY:AD:2019:D355
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΓΙΑΤΡΟΥ κ.α., Πολιτική Αίτηση αρ.153/19, 9/9/2019

ECLI:CY:AD:2019:D355

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

Πολιτική Αίτηση αρ.153/19

9 Σεπτεμβρίου, 2019

[Τ.ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ) ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΝΟΜΟΥ 1964 (33/64) ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 2018.

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ xxxx ΓΙΑΤΡΟΥ ΑΠΟ ΠΟΤΑΜΙΑ, xxxxx ΑΡ. xx, ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΚΑΙ xxxx ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΠΟ ΠΟΤΑΜΙΑ, xxxx ΑΡ. xx ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI ΚΑΙ ΡRΟΗΙΒΙΤΙΟΝ

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡ. 25/7/2019 ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΥΠΟΘ. ΑΡ. 23042/2015 ΜΕΤΑΞΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ 1. xxxx ΓΙΑΤΡΟΥ 2. xxxx ΧΡΙΣΤΟΥ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΑΡ. 188(1)/2017 ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ.

-----------------

Α. Ευτυχίου και Ε.Χειμώνας, για τους αιτητές

Αιτητής 1 παρών

-------------------

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Οι αιτητές ζητούν άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώρηση αίτησης με κλήση για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος CERTIORARI για την προσαγωγή της Ενδιάμεσης Απόφασης στην ποινική υποθ. 23042/15, ημερ. 25/7/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για την ακύρωση και παραμερισμό αυτής και έκδοση Προνομιακού Εντάλματος ΡRΟHΙΒΙΤΙΟΝ το οποίο να απαγορεύει την εφαρμογή της ενδιάμεσης απόφασης και της παρουσίασης των αναφερομένων σ' αυτή τεκμηρίων με αριθμό από 1 Α Δ.Ε.Δ έως 89 Δ.Ε.Δ. ως μαρτυρία, μέσα στα πλαίσια της ακρόασης της ποινικής υπόθεσης 23042/15 μέχρι την εκδίκαση της πιο πάνω αναφερομένης αίτησης.

Οι λόγοι επί των οποίων βασίζεται η αίτηση, είναι οι ακόλουθοι:

Και οι δύο αιτητές αντιμετωπίζουν διάφορες κατηγορίες οικονομικής φύσης όπως αδικήματα εξασφάλισης επιταγών ή χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και άλλες συναφείς κατηγορίες.

Οι αιτητές δεν παραδέκτηκαν τις εναντίον τους κατηγορίες και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Κατά τη μαρτυρία του ανακριτή της υπόθεσης επιχειρήθηκε να κατατεθούν ως τεκμήρια συγκεκριμένα τραπεζικά έγγραφα, τα οποία περιγράφονται σε σχετικό παράρτημα. Η Υπεράσπιση προέβαλε θέμα σε σχέση με τη νομιμότητα λήψης των εγγράφων αυτών. Είχαν ληφθεί από τραπεζικά και πιστωτικά ιδρύματα δυνάμει σχετικών διαταγμάτων αποκάλυψης. Συγκεκριμένα υποστηρίχθηκε από την Υπεράσπιση ότι τα έγγραφα αυτά λήφθηκαν κατά παράβαση του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής και του απορρήτου της αλληλογραφίας (΄Αρθρα 15 και 17 του Συντάγματος). Το Δικαστήριο διέταξε δίκη εντός δίκης για το θέμα, κατά την οποία ακούστηκε μαρτυρία και βεβαίως οι συνήγοροι υπεράσπισης αλλά και ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής εξέφρασαν τις θέσεις τους.

Το Δικαστήριο προέβη σε καταγραφή ευρημάτων, τα οποία έχουν ως εξής:

(1) Η εξασφάλιση των Τεκμηρίων 4ΔΕΔ – 89ΔΕΔ έγινε από Τραπεζικά Ιδρύματα, κατόπιν εκδόσεως δικαστικών διαταγμάτων σε τρεις αιτήσεις, της Αίτησης με αρ. 172/2015, ημερ. 12/8/2015, της Αίτησης με αρ. 175/2015, ημερ. 20/8/2015 και της Αίτησης με αρ. 209/2015, ημερ. 28/9/2015 (Τεκμήρια 1ΑΒΓ – 3ΑΒΓ ΔΕΔ). Τα εν λόγω διατάγματα εκδόθηκαν από Επαρχιακούς Δικαστές.

(2) Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που έγινε στα πλαίσια της Αίτησης με αρ. 172/2015 (Τεκμήριο 2Β ΔΕΔ) η διερεύνηση της υπόθεσης αφορούσε τα ακόλουθα αδικήματα:

«1) Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος Κεφ.154 Άρθρο 371,

2) Κατάχρηση Εξουσίας Κεφ.154 Άρθρο 105,

3) Δωροληψία για επίδειξη εύνοιας Κεφ.154 Άρθρο 102,

4) Κλοπή από αξιωματούχο Κεφ.154 Άρθρο 269,

5) Δόλος και Κατάχρηση Εμπιστοσύνης από Δημόσιο Λειτουργό Κεφ.154 Άρθρο 133,

6) Συνομωσία προς Καταδολίευση, Κεφ.154 Άρθρο 302,

7) Παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος, Κεφ.154 Άρθρο 134,

8) Ανυπακοή σε διατάξεις που επιβάλλουν καθήκον Κεφ.154 Άρθρο 136,

9) Καταρτισμός εγγράφου χωρίς εξουσία, Κεφ.154 Άρθρο 343,

10) Πλαστογραφία, Κεφ.154, Άρθρα 331, 333, 335,

11) Κυκλοφορία Πλαστού Εγγράφου Κεφ.154 Άρθρο 339,335,

12) Αδικήματα κατά παράβαση των άρθρων 4(1 β), (2), 5 και 6 του περί προσφορών του Δημοσίου Νόμου Ν102(Ι)/97,

13) Αδικήματα κατά παράβαση του περί Κοινοτήτων Νόμου Ν86(Ι)/1999,

14) Αδικήματα κατά παράβαση των άρθρων 6(1 )(α)(β),(2), 10(α), 11 (1 )(2)(3)(4) και (11), 14,16 και 41(1), (2) του Περί Διαχείρισης των Στερεών και Αποβλήτων Νόμο Ν215(1)/2002 και

15) Παράνομη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, Άρθρο 4

αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν κατά τα έτη 2007 - 2011 στο χωριό Ποταμιά, στη Λευκωσία.»

(3) Στο λεκτικό της ένορκης δήλωσης αναφέρονται επίσης τα ακόλουθα:

«Επειδή βάσει των πιο πάνω υπάρχει εύλογη υποψία ότι:

συγκεκριμένα φυσικά πρόσωπα διέπραξαν ή έχουν ωφεληθεί από την διάπραξη καθορισμένων αδικημάτων τα οποία υπάρχει εύλογη υποψία να πιστεύεται ότι διαπράττονται μέχρι σήμερα,

οι εν λόγω πληροφορίες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με άλλα υπό διερεύνηση στοιχεία ενδέχεται να είναι ουσιαστικής σημασίας στις έρευνες για τις οποίες έχει υποβληθεί η αίτηση για αποκάλυψη,

οι αιτούμενες πληροφορίες δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των προνομιούχων πληροφοριών όπως αυτές ορίζονται από το άρθρο 44 του Νόμου Περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμηση της Νομιμοποίησης Εσόδων από παράνομες δραστηριότητες,

η αποκάλυψη των εν λόγω πληροφοριών είναι προς το δημόσιο συμφέρον λαμβανομένου υπόψη του οφέλους το οποίο ενδέχεται να προκύψει για την έρευνα αλλά και των συνθηκών κατοχής των εν λόγω πληροφοριών από τους κατόχους τους.

Για το σκοπό αυτό παρακαλώ όπως το Σεβαστό σας Δικαστήριο εκδώσει Διάταγμα Αποκάλυψης με τα οποίο να διατάσσονται …»

(4) Τα ίδια αναφέρονται και στην ένορκη δήλωση της Αίτησης με αρ. 175/2015 (Τεκμήριο 3Β ΔΕΔ). Η μόνη διαφορά στην Αίτηση με αρ. 209/2015 ήταν η μη αναφορά στο αδίκημα με αρ.15), της νομιμοποίησης εσόδων δηλαδή.

(5) Όλες οι Αιτήσεις απευθύνονταν σε Τραπεζικά και Πιστωτικά Ιδρύματα. Οι αιτήσεις 172/2015 και 175/2015, απευθύνονταν και στο Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Ζητούνταν η αποκάλυψη και παράδοση, (α) Εγγράφων σχετικά με το άνοιγμα και λειτουργία του λογαριασμού (ων) που τηρούσαν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 και το Κοινοτικό Συμβούλιο, από μόνοι τους ή με άλλους και στα οποία να φαίνονται τα ονόματα των δικαιούχων των λογαριασμών, τα πρόσωπα που είχαν δικαίωμα υπογραφής για τους λογαριασμούς, πληρεξούσια άτομα, πότε ανοίχθηκαν οι λογαριασμοί και από ποιους, για συγκεκριμένη περίοδο, (β) καταστάσεων κινήσεων λογαριασμών (γ) εγγράφων που να δικαιολογούσαν τις χρεοπιστώσεις, (δ) φωτοαντιγράφων επιταγών και (ε) πρωτοτύπων επιταγών.

(6) O κατηγορούμενος 1 συνελήφθη από τον Λοχ. ΧΧΧ Ορ… την 28/9/2015 η ώρα 17:30. Ο κατηγορούμενος 2 συνελήφθη την 2/10/2015 από τον Αστ. ΧΧΧ, Αδ...

(7) Τα διατάγματα κοινοποιήθηκαν στους κατηγορούμενους όταν είχαν προσαχθεί ως ύποπτοι ενώπιον Δικαστηρίου για να ζητηθεί η κράτηση τους».

Στη συνέχεια το Δικαστήριο κατέγραψε τη νομική βάση, που είχε σημασία στην προκειμένη περίπτωση, δηλαδή εκτός από τα πιο πάνω ΄Αρθρα του Συντάγματος, κυρίως το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, τον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο 66(Ι)/1997, τον περί Συγκάλυψης, ΄Ερευνας και Δήμευσης των Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμο, Ν.188(Ι)/2007 καθώς και τον προηγούμενο Νόμο και τη συναφή νομολογία, (την απόφαση του ΕΔΑΔ Μ.Ν. and Others v. San Marino, No.28005/12, 7.7.2015 και την Edrinotio Ltd (2012) 1 ΑΑΔ 1900) καταλήγοντας ως εξής:

«29. Είναι εμφανές, κατά την άποψη μου, από το πιο πάνω λεκτικό, ότι καταστάσεις λογαριασμών, αποδείξεις καταθέσεων και επιταγές (ή αντίγραφα αυτών) εμπίπτουν στην κατηγορία της «ιδιωτικής ζωής», ενώ τα ηλεκτρονικά μηνύματα (email) στην κατηγορία της «αλληλογραφίας». Σε κάποιες περιπτώσεις, πληρωμή και επικοινωνία ενδεχομένως να συμπίπτουν, αν δηλαδή η πληρωμή (ή οι οδηγίες για την τέλεση της) έγινε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή τηλεομοιότυπου. Απλή κατάθεση επιταγής σε λογαριασμό, δεν είναι επικοινωνία ούτε αλληλογραφία. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοια η έκδοση απόδειξης κατάθεσης ή ανάληψης ή κατάσταση λογαριασμού. Σημειώνω ότι και τα ζητούμενα με τις αιτήσεις έγγραφα περιορίστηκαν σ' αυτής της φύσεως έγγραφα.

…………….

32. Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι η απόφαση Edrinotio είναι προγενέστερη της San Marino. Στην προκειμένη περίπτωση, τα Τεκμήρια 4ΔΕΔ – 89 ΔΕΔ, αφορούν χρηματικές συναλλαγές. Ακόμη και αν θεωρηθούν ότι εμπίπτουν στον όρο «ιδιωτική ζωή», δεν μπορούν να θεωρηθούν «επικοινωνία» ή «αλληλογραφία» των κατηγορουμένων (ή άλλων προσώπων) με Τράπεζα ή Πιστωτικό Ίδρυμα. Ως εκ τούτου δεν συμφωνώ με την εισήγηση των συνηγόρων Υπεράσπισης ότι είναι έγγραφα τα οποία προστατεύονται από το άρθρο 17 του Συντάγματος ή εμπίπτουν στον όρο «ιδιωτική επικοινωνία» όπως αυτός συναντάται στο άρθρο 2 του Ν. 92(Ι)/1996[8], όπως τροποποιήθηκε από τον Ν. 216(Ι)/2015. Δεν αφορούν έγγραφα των οποίων η κατάσχεση ενέπιπτε στην προβλεπόμενη διαδικασία του Ν. 92(Ι)/1996. Δεν κρίνω επομένως σκόπιμο να αποφασίσω αν η τροποποίηση του Ν. 92(Ι)/1996 έχει αναδρομική ισχύ.

33. Απομένει επομένως να εξεταστεί, αν η κατάσχεση των πιο πάνω Τεκμηρίων έγινε σύμφωνα με τη νομοθεσία που διέπει το θέμα. Σύμφωνα με το άρθρο 29 (2) (δ) του Ν. 66(Ι)/1997 το Τραπεζικό απόρρητο μπορεί να αρθεί όπου:

«(δ) οι πληροφορίες παρέχονται στην αστυνομία δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή σε δημόσιο λειτουργό που είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από το σχετικό Νόμο να λάβει τις πληροφορίες αυτές ή σε δικαστήριο κατά τη δίωξη ή εκδίκαση ποινικού αδικήματος δυνάμει του σχετικού Νόμου·»

34. Το θέμα αρχικά ρυθμιζόταν από τον περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμο του 1996 (61(I)/1996) (άρθρα 4, 5 και 45). Ακολούθως, από το 2007 και μετά, ρυθμίστηκε από τον Ν. 188 (Ι)/2007. Ο Ν. 188(Ι)/2007 έχει τροποποιηθεί αρκετές φορές. Η ουσία των διατάξεων όμως που αφορούν την παρούσα ήταν διαχρονικά η ίδια. Επαρχιακό Δικαστήριο που ασκεί ποινική δικαιοδοσία (άρθρο 2) δύναται να εκδώσει μονομερώς διάταγμα αποκάλυψης δυνάμει του άρθρου 45, κατόπιν αιτήσεως ανακριτή, κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής ανακρίσεων, απευθυνόμενο σε οποιοδήποτε πρόσωπο που ενδεχομένως να κατέχει πληροφορία, που δεν είναι προνομιούχα (άρθρο 44) σε σχέση με το διερευνώμενο αδίκημα (άρθρο 46). Η αίτηση δεν επιδίδεται στα επηρεαζόμενα μέρη, ούτε και το εκδιδόμενο διάταγμα, ώστε να μην επηρεαστεί δυσμενώς η διερεύνηση (βλ. ΓΕ, Πολ. Αίτ. 93/2018, 18/7/2018, ECLI:CY:AD:2018:D366 και Edrinotio, ανωτέρω, σελ. 1914).

35. Το γεγονός ότι δεν προωθήθηκε εν τέλει δίωξη σε σχέση με αδικήματα βάσει του Ν. 188(Ι)/2007 ή και του προγενέστερου νόμου είναι άνευ σημασίας, ούτε προκύπτει ζήτημα χρήσης των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας για αλλότριους σκοπούς».

Επίσης κατέληξε πως η νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 29(2)(δ) του Νόμου 66(Ι)/1997 αποτελεί εξαίρεση που επιτρέπει τον αναγκαίο περιορισμό του δικαιώματος στον οποίο γίνεται αναφορά στο ΄Αρθρο 15 του Συντάγματος και στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.

Δυνάμει του πιο πάνω αιτιολογικού κατέληξε πως δεν υπάρχει οποιαδήποτε παράβαση συνταγματικού δικαιώματος των αιτητών απορρίπτοντας την ένσταση τους.

Οι αιτητές επιδιώκουν δια της παρούσης να επαναφέρουν ουσιαστικά όλα τα λεχθέντα στη δίκη εντός δίκης θέματα στη βάση πως η αποδοχή από το Επαρχιακό Δικαστήριο των πιο πάνω εγγράφων ως τεκμήρια παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα τους όπως κατοχυρώνονται από τα πιο πάνω άρθρα του Συντάγματος καθιστώντας τη δίκη μη δίκαιη. Επίσης ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο ενήργησε καθ΄ υπέρβαση ή με έκδηλη πλάνη του Νόμου ως προς την ερμηνεία των ως άνω άρθρων καθώς και του άρθρου 29 του Νόμου 66(1)/77 εφόσον:

(α) θεώρησε ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν καλύπτονται από το απόρρητο της αλληλογραφίας και την προστασία της ιδιωτικής ζωής,

(β) έκρινε ότι δεν παραβιάστηκαν τα πιο πάνω δικαιώματα των αιτητών,

(γ) δεν ενήργησε να προστατεύσει τα ανθρώπινα δικαιώματα των αιτητών όπως πηγάζουν από τα ΄Αρθρα 33 και 35 του Συντάγματος με το να αποκλείσει την παρουσίαση των πιο πάνω εγγράφων ως μαρτυρία εναντίον τους.

Θεωρώ ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει για τους ακόλουθους λόγους:

Εμφανώς η ένσταση των αιτητών ως προς την δεκτότητα της κατάθεσης των ως άνω εγγράφων - τεκμηρίων, έχει ως πυρήνα την αμφισβήτηση των διαταγμάτων αποκάλυψης με τα οποία η Αστυνομία τα έλαβε στην κατοχή της. Η νομιμότητα όμως των διαταγμάτων αποκάλυψης θα έπρεπε να συζητηθεί με προνομιακό ένταλμα, κάτι το οποίο δεν επιχειρήθηκε. Στην ουσία των θέσεων της Υπεράσπισης στη δίκη εντός δίκης είναι κυρίως η νομιμότητα των διαταγμάτων αποκάλυψης που τίθετο σε αμφισβήτηση. Χαρακτηριστικό είναι ότι άμεσα ή έμμεσα αμφισβητείτο το νομοθετικό πλαίσιο που στήριζε τις αιτήσεις για την έκδοση των διαταγμάτων και ότι η έκδοση αυτών παραβίαζε συγκεκριμένα άρθρα του Συντάγματος καθώς και άλλη νομοθεσία ή νομολογία που οι αιτητές προέβαλαν.

Συνεπώς, στην πραγματικότητα, εφόσον είχε καταδειχθεί πως τα συγκεκριμένα έγγραφα είχαν παραδοθεί από τραπεζικά ιδρύματα στην Αστυνομία δεόντως με βάση διατάγματα αποκάλυψης που εξέδωσαν επαρχιακοί δικαστές, φυσικά και η νομιμότητα τους δεν μπορούσε να κριθεί από άλλο επαρχιακό δικαστή.

Στη βάση αυτή οι αιτητές δεν μπορούν ούτε δια της παρούσης να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα λήψης των εγγράφων αφού ουδέποτε στράφηκαν εναντίον της ισχύος των διαταγμάτων αποκάλυψης. Η ίδια η απόφαση Edrinotio που απασχόλησε τόσο τους συνηγόρους όσο και το Επαρχιακό Δικαστήριο ακριβώς αφορούσε διαδικασία προνομιακού εντάλματος κατά της ισχύος των διαταγμάτων αποκάλυψης. (βλ. και Κακουλλή (2007)1 Α.Α.Δ. 682). Εν προκειμένω, δεν υπήρξε τέτοια διαδικασία. Ως εκ τούτου περιττεύει οποιαδήποτε άλλη ενασχόληση με τα νομικά επιχειρήματα των αιτητών.

Προσθέτως, ακόμη και αν καταδεικνύετο συζητήσιμη υπόθεση, οι αιτητές δεν έχουν προβάλει τέτοιες εξαιρετικές συνθήκες ώστε κατ΄εξαίρεση να τους εδίδετο άδεια αφού η προσβολή εν προκειμένω της ενδιάμεσης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου μπορεί να συντελεστεί επαρκώς με το ένδικο μέσο της έφεσης στην τελική απόφαση, αν βεβαίως υπάρξει καταδίκη. (Βλ. Πολ.Αιτ. 86/19, Μούζουρα, 10.6.2019).

Για τους λόγους που έχω εξηγήσει η αίτηση απορρίπτεται.

Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο