(2009) 2 ΑΑΔ 345
29 Μαΐου, 2009
[ΑΡΤΕΜΗΣ, Π., ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ/στές]
ΕΛΕΝΑ ΚΟΝΙΖΙΔΟΥ,
Εφεσείουσα-Κατήγορος,
v.
ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ ΑΡΕΣΤΗ (ΑΡ. 1),
Εφεσιβλήτου-Κατηγορουμένου.
(Ποινική Έφεση Αρ. 78/2008)
Απόδειξη ― Αξιολόγηση μαρτυρίας ― Εσφαλμένη αξιολόγηση μαρτυρίας σε υπόθεση για πρόκληση, χωρίς εύλογη αιτία, μη εξόφλησης επιταγών ― Επέμβαση Εφετείου κρίθηκε αναγκαία.
Ποινικός Κώδικας ― Πρόκληση, χωρίς εύλογη αιτία, μη εξόφλησης επιταγών κατά παράβαση του Άρθρου 305 Α(2) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.25 (I)/2003 ― Υπεράσπιση της εύλογης αιτίας βρίσκεται στους ώμους του κατηγορούμενου, ο οποίος οφείλει πριν ή κατά την παρουσίαση των επιταγών να ειδοποιήσει γραπτώς την τράπεζα για τους λόγους για τους οποίους έδιδε την εντολή μη πληρωμής τους.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αθώωσε τον εφεσίβλητο – κατηγορούμενο σε πέντε κατηγορίες που αφορούσαν αδικήματα για πρόκληση, χωρίς εύλογη αιτία, μη εξόφλησης επιταγών, κρίνοντας πως δεν είχε αποδειχθεί η γνησιότητα της υπογραφής του κατηγορούμενου στις επιταγές , θεωρώντας αυτό ως αναγκαίο στοιχείο των κατηγοριών.
Η εφεσείουσα, Μ.Κ.1, ανέφερε στη μαρτυρία της ότι απεδέχθη εκ μέρους του εφεσίβλητου – κατηγορούμενου τις επίδικες επιταγές για £1.000 εκάστη, προς σταδιακή εξόφληση ποσού που της όφειλε, το οποίο καθυστερούσε να της καταβάλει. Η εφεσείουσα κάλεσε μόνο ένα μάρτυρα, την υπάλληλο της τράπεζας, Μ.Κ.2. Αυτή κατέθεσε στο Δικαστήριο πως ο εφεσίβλητος – κατηγορούμενος έδωσε εντολή στην τράπεζα να μην προβεί σε εξόφληση των επιταγών, χωρίς να δώσει οποιοδήποτε λόγο.
Η εφεσείουσα εφεσίβαλε την απόφαση.
Αποφασίστηκε ότι:
1. Από τη μαρτυρία της Μ.Κ.2 προκύπτει ότι ο εφεσίβλητος – κατηγορούμενος εγνώριζε περί της υπάρξεως των επιταγών και αποδέχθηκε τη γνησιότητα της υπογραφής του, δίδοντας οδηγίες μη πληρωμής τους, χωρίς να δώσει οποιοδήποτε λόγο.
2. Με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 305 Α (2) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.25(Ι)/2003, ο εφεσίβλητος – κατηγορούμενος δεν παρουσίασε μαρτυρία που να εγείρει και πολύ περισσότερο να τεκμηριώνει την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας για τη μη εξόφληση των επιταγών, η οποία βρισκόταν στους ώμους του. Ούτε καν το περιεχόμενο της αντεξέτασης της Μ.Κ.2, ισοδυναμούσε με εισήγηση ή προβολή υπεράσπισης πλαστογραφίας των επιταγών, όπως θεώρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο.
3. Η υπόθεση είχε αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του εφεσίβλητου – κατηγορούμενου.
Η έφεση επιτράπηκε με έξοδα υπέρ της εφεσείουσας. Ο εφεσίβλητος – κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος και στις 5 κατηγορίες.
Έφεση εναντίον Αθωωτικής απόφασης.
Έφεση από την εφεσείουσα εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Λυκούργου, E.Δ.), (Ποινική Υπόθεση Αρ. 6902/06), ημερομηνίας 28/3/08.
Γ. Γεωργιάδης, για την Εφεσείουσα.
Δ. Παυλίδης, για τον Εφεσίβλητο.
Cur. adv. vult.
ΔIKAΣTHPIO: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Π. Αρτέμη, Π..
ΑΡΤΕΜΗΣ, Π.: Ο εφεσίβλητος-κατηγορούμενος αντιμετώπιζε πρωτοδίκως πέντε κατηγορίες, που αφορούσαν αδικήματα για πρόκληση, χωρίς εύλογη αιτία, μη εξόφλησης επιταγών, κατά παράβαση του Άρθρου 305Α(2) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως αυτό τροποποιήθηκε από το Ν.25(Ι)/2003, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:
«(2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1) ανωτέρω, πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε απ' αυτό καθ' οιονδήποτε χρόνο προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δύο ποινές:
Νοείται ότι για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή της ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε η επιταγή το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.»
Η εφεσείουσα κατέθεσε ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου και κάλεσε ένα μάρτυρα, την υπάλληλο της τράπεζας.
Στη μαρτυρία της η Μ.Κ.1, εφεσείουσα, εξήγησε πώς προέκυψε η οφειλή του κατηγορούμενου προς αυτή και ανέφερε ότι, επειδή καθυστερούσε την εξόφληση των οφειλομένων, απεδέχθη εκ μέρους του τις πέντε επίδικες επιταγές για £1.000 εκάστη, πληρωτέες με διαφορά ενός μηνός η κάθε μία.
Η Μ.Κ.2 δήλωσε στο Δικαστήριο ότι ο λόγος που δεν τιμήθηκαν οι επιταγές ήταν η εντολή που έδωσε ο κατηγορούμενος προς τον αρμόδιο υπάλληλο της τράπεζας να μην προβεί σε εξόφλησή τους, χωρίς να δώσει οποιοδήποτε λόγο.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού βρήκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία και ο τελευταίος επέλεξε να μην αναφέρει οτιδήποτε και να μην καλέσει μάρτυρες.
Ακολούθως, η πρωτόδικη Δικαστής έκρινε πως δεν είχε αποδειχθεί η γνησιότητα της υπογραφής του κατηγορούμενου στις επιταγές και, θεωρώντας αυτό ως αναγκαίο στοιχείο των κατηγοριών, αθώωσε τον κατηγορούμενο-εφεσίβλητο σε όλες τις κατηγορίες.
Για να καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα, βασίστηκε σε μέρος της αντεξέτασης της Μ.Κ.2, υπαλλήλου της τράπεζας, από το συνήγορο του εφεσίβλητου, το οποίο παραθέτουμε;
«Ε. Αναφέρετε στην γραπτή σας δήλωση στην τελευταία παράγραφο της 1ης σελίδας: «Αναγνώρισα τις υπογραφές . . . του λογαριασμού». Έτσι;
Α. Ναι, από τον υπολογιστή.
Ε. Έχετε μαζί σας αντίγραφο;
Α. Όχι, είναι στην τράπεζα, αλλά μπορώ αν θέλετε να προσκομίσω.
Ε. Εκτός από υπάλληλος στην τράπεζα, έχετε κάποια άλλη ειδικότητα, ως ειδικός γραφολόγος;
Α. Όχι.
Ε. Ήσαστε παρούσα όταν ο κατηγορούμενος υπέγραψε τις επιταγές; Τον είδατε να υπογράφει και να τις δίνει στην παραπονουμένη;
Α. Δεν μπορώ να θυμηθώ. Τόσα χρόνια εμείς λειτουργούμε βάσει των υπογραφών. Όχι δεν ήμουν παρούσα στην υπογραφή των 5 επιταγών από τον κατηγορούμενο.»
Θεώρησε η πρωτόδικη Δικαστής ότι ουσιαστικά είχε εγερθεί υπεράσπιση αμφισβήτησης του γνησίου των υπογραφών.
Με όλο το σεβασμό προς την πρωτόδικη Δικαστή, θεωρούμε την κατάληξή της λανθασμένη. Επισημαίνουμε πως ουδέποτε είχε εγερθεί τέτοια υπεράσπιση εκ μέρους του κατηγορούμενου, αφού κάτι τέτοιο δεν τέθηκε στην παραπονούμενη-εφεσείουσα όταν η ίδια έδιδε μαρτυρία, που θα ήταν και η φυσιολογική ενέργεια αν υπήρχε πράγματι ισχυρισμός ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε υπογράψει τις επίδικες επιταγές. Αντιθέτως, κατά την αντεξέταση της εφεσείουσας, της υπεβλήθη ότι «ο λόγος της μη πληρωμής των επιταγών έγινε για εύλογη αιτία, λόγω διαφορών που προέκυψαν μεταξύ σας» (η υπογράμμιση είναι δική μας).
Επιπρόσθετα, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της Μ.Κ.2, ο εφεσίβλητος-κατηγορούμενος είχε δώσει οδηγίες να μην πληρωθούν οι επιταγές, χωρίς να δώσει οποιαδήποτε δικαιολογία, γεγονός που εξυπακούει τη γνώση της ύπαρξης τους και την αποδοχή της γνησιότητας της υπογραφής, αφού δεν αμφισβήτησε ρητώς αυτή την γνησιότητα, δίδοντας οδηγίες μη πληρωμής τους.
Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου που παραθέσαμε πιο πάνω, η υπεράσπιση της εύλογης αιτίας, βρισκόταν στους ώμους του κατηγορούμενου, που όφειλε κατά ή πριν την παρουσίαση της επιταγής να ειδοποιήσει γραπτώς την τράπεζα για τους λόγους για τους οποίους έδιδε την εντολή μη πληρωμής της. Κάτι τέτοιο προφανώς ουδέποτε έγινε. Πέρα από τις ερωτήσεις στη μάρτυρα αναφορικά με τις υπογραφές που παραθέσαμε πιο πάνω, καμμία μαρτυρία δεν δόθηκε εκ μέρους του κατηγορούμενου επί του προκειμένου, που να εγείρει και πολύ περισσότερο να τεκμηριώνει μια τέτοια υπεράσπιση. Ούτε καν το περιεχόμενο της πιο πάνω αντεξέτασης ισοδυναμεί με εισήγηση ή προβολή υπεράσπισης πλαστογραφίας των επιταγών, όπως θεώρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Κατά συνέπεια, κρίνουμε ότι η υπόθεση είχε αποδειχθεί πέραν λογικής αμφιβολίας εναντίον του εφεσίβλητου-κατηγορούμενου.
Κάτω από το φως των πιο πάνω, η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται και ο εφεσίβλητος-κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις 5 κατηγορίες.
Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της εφεσείουσας, τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή.
Η έφεση επιτρέπεται με έξοδα υπέρ της εφεσείουσας. Ο εφεσίβλητος – κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις 5 κατηγορίες.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο