GIORGI BARATASHVILI v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 207/2019, 4/11/2022
print
Τίτλος:
GIORGI BARATASHVILI v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 207/2019, 4/11/2022
Παραπομπή:
ECLI:CY:AD:2022:B420

ECLI:CY:AD:2022:B420

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

 

(Ποινική Έφεση Αρ. 207/2019)

 

 

 4 Νοεμβρίου, 2022

 

 

 

[ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ,

ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ/στές]

 

 

GIORGI BARATASHVILI,

 

Εφεσείων,

 

ν.

 

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

 

Εφεσίβλητης.

 

 

Δ. Λοχίας, για τον Εφεσείοντα.

 

Α. Αριστείδης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για την Εφεσίβλητη.

 

 

 

ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.:  Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από τη Δικαστή Δημητριάδου-Ανδρέου.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Ο Εφεσείων ήταν Κατηγορούμενος στην Υπόθεση 2466/2018 ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας στην οποία, κατόπιν ακρόασης, καταδικάστηκε στην κατηγορία του φόνου εκ προμελέτης και του επεβλήθη η δια βίου φυλάκιση, όπως προνοείται από το Νόμο.

 

Σύμφωνα με τα ευρήματα του Κακουργιοδικείου, ο Εφεσείων στις 12/11/2018 ενώ επέβαινε στο όχημα του θύματος Γ.Χ. στο χωριό Οίκος Μαραθάσας, καθήμενος στο πίσω κάθισμα, φόνευσε την άτυχη Γ.Χ. με τη χρήση μαχαιριού το οποίο φρόντισε να προμηθευθεί το πρωϊνό της ημέρας εκείνης από περίπτερο της περιοχής. Ο Εφεσείων κυριολεκτικά κατακρεούργησε το θύμα επιφέροντας του πολλαπλά πλήγματα με το μαχαίρι σε διάφορα μέρη του σώματός της και με καίριο κτύπημα στην καρδιά που ήταν και το θανατηφόρο.

 

Μέσω τριών Λόγων Έφεσης ο Εφεσείων προσβάλλει την καταδίκη του.

 

Οι Λόγοι Έφεσης 2 και 3 αφορούν, κυρίως, στη θέση ότι βάσει της ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου μαρτυρίας δεν απεδείχθη προμελέτη. Ειδικότερα, μέσω του Λόγου Έφεσης 2 προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στο πλαίσιο της νομικής αξιολόγησης των δεδομένων που τέθηκαν ενώπιον του στην ουσία μετατόπισε το βάρος απόδειξης στους ώμους της Υπεράσπισης για να αποδείξει πως δεν στοιχειοθετείτο η προμελέτη. Ενώ, μέσω του Λόγου Έφεσης 3 προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε πλημμελώς την ενώπιον του μαρτυρία και προέβη σε ευρήματα για τα οποία δεν υπήρχε σχετική μαρτυρία.

 

Στο πλαίσιο του Λόγου Έφεσης 1 ο Εφεσείων παραπονείται ότι δεν έτυχε δίκαιης δίκης αφενός λόγω ανίκανης και/ή ανεπαρκούς δικηγορίας,  ένεκα του ότι ο συνήγορος του δεν έθεσε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου μαρτυρία που ενίσχυε τη θέση του για μη ύπαρξη προμελέτης και αφετέρου λόγω της μη ικανοποιητικής και/ή επαρκούς μετάφρασης της διαδικασίας, με αποτέλεσμα την αποστέρηση του δικαιώματος του να προβάλει αποτελεσματικά τη δική του εκδοχή και υπεράσπιση.

 

Στο πλαίσιο προώθησης του Λόγου Έφεσης 1 ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντα υποστήριξε ότι αφενός ο Εφεσείων δεν έτυχε δίκαιης δίκης ως εκ της έκδηλα ανίκανης δικηγορίας που ασκήθηκε από το δικηγόρο που τον εκπροσώπησε πρωτοδίκως και αφετέρου πως το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο σε μια υπόθεση αυτής της σοβαρότητας, ενώ είχε ενδείξεις ότι η ποιότητα της νομικής εκπροσώπησης του Εφεσείοντα δεν ήταν η ενδεδειγμένη, εντούτοις δεν ενήργησε καθ’ οιονδήποτε τρόπο για να εξασφαλίσει αποτελεσματικά το δικαίωμα του Εφεσείοντα σε νομική εκπροσώπηση καθ’ υπέρβαση της σχετικής νομολογίας.

 

Όπως ορθά υπέδειξαν αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδεικνύει ότι η έκδηλα ανίκανη δικηγορία (flagrantly incompetent advocacy) δύναται να οδηγήσει σε ακύρωση καταδίκης, όπου αυτή «… είχε ως αποτέλεσμα την κακή απονομή της δικαιοσύνης, ή ότι το όλο θέμα δημιουργεί αμφιβολίες, έκδηλες ή υποβόσκουσες» (Γιουρούκκης ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 402).

 

Το ζήτημα της ανίκανης δικηγορίας και των επιπτώσεων που κάτι τέτοιο ενέχει στην ασφάλεια της καταδίκης, απασχόλησε και την αγγλική νομολογία από την οποία προκύπτει ότι για να επιτύχει ως λόγος έφεσης ο ισχυρισμός περί ανίκανης δικηγορίας θα πρέπει να καταδειχθεί ότι αυτή κατέστησε τη δίκη άδικη. Με άλλα λόγια, η ανεπάρκεια και/ή ανικανότητα ενός συνηγόρου υπεράσπισης από μόνη της δεν αποτελεί επαρκή βάση για να καταστήσει τη δίκη άδικη και να ανατραπεί η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

Σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση R. v. Day [2003] EWCA Crim. 1060:

 

“While incompetent representation is always to be deplored; is an understandable source of justified complaint by litigants and their families; and may expose the lawyers concerned to professional sanctions; it cannot in itself form a ground of appeal or a reason why a conviction should be found to be unsafe. We accept that, following the decision of this court in Thakrar [2001] EWCA Crim 1096, the test is indeed the single test of safety, and that the court no longer has to concern itself with intermediate questions such as whether the advocacy has been flagrantly incompetent. But in order to establish lack of safety in an incompetence case the appellant has to go beyond the incompetence and show that the incompetence led to identifiable errors or irregularities in the trial, which themselves rendered the process unfair or unsafe.”

 

 

Τα όσα λέχθηκαν στη R. v. Day (ανωτέρω) επιβεβαιώθηκαν μεταγενέστερα και στην R. v. Harper [2019]     EWCA Crim. 343, όπου τονίστηκε ότι: «Incompetent representation is not, itself, a ground of appeal; the conviction must be unsafe as a consequence».

 

Είναι σαφές ότι δεν αρκεί η νομική εκπροσώπηση να είναι ανεπαρκής ή ανίκανη, αλλά θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε να καθιστά τη διαδικασία άδικη και την κρίση του Δικαστηρίου ανασφαλή. Τέτοιες περιπτώσεις δεν μπορεί παρά να είναι σπάνιες.

 

Όπως λέχθηκε στην πολύ πρόσφατη αγγλική απόφαση στην Dr. Noor Ahmed v. General Medical Council [2022] EWHC 424 (Admin):

 

“There is clearly a high threshold to be crossed before it can be said that an advocate’s conduct was such that it affected the fairness of the process and rendered the outcome unjust. ………. the circumstances in which it is shown that professional representatives acted in a manner giving rise to some serious irregularity in the proceedings so as to render the outcome unjust are likely to be very rare …..”

 

Το βασικό επιχείρημα του κ. Λοχία είναι πως το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να ενεργήσει ώστε να διασφαλιστεί η επάρκεια της νομικής εκπροσώπησης του Εφεσείοντα. Το παράπονο του Εφεσείοντα, εν προκειμένω, σε σχέση με την εκπροσώπηση του από το συνήγορο υπεράσπισης ενώπιον του Δικαστηρίου, έγκειται βασικά στο γεγονός της μη παρουσίασης στο Δικαστήριο της γραπτής κατάθεσης που του λήφθηκε από την Αστυνομία, όπου υποστήριζε την έλλειψη προμελέτης. Ως εσφαλμένο χειρισμό από το συνήγορο του επικαλέστηκε το γεγονός ότι θεωρούσε ότι η κατάθεση του πελάτη του βρισκόταν ενώπιον του Κακουργιοδικείου ως μέρος του μαρτυρικού υλικού της υπόθεσης που είχε κατατεθεί κατά το στάδιο της παραπομπής, αγνοώντας ότι τέτοιο μαρτυρικό υλικό κατατίθεται για συγκεκριμένο σκοπό και δεν αποτελεί μέρος της κυρίας δίκης.  Και ότι ο Εφεσείων βασίστηκε σε αυτή τη λανθασμένη εντύπωση του δικηγόρου του. Αυτό, σύμφωνα με την εισήγηση του Εφεσείοντα, απέκλεισε την εξέταση από το Δικαστήριο της δικής του εκδοχής ως προς τα επίδικα γεγονότα. Όπως το έθεσε ο ευπαίδευτος συνήγορος του, ως εκ του σφάλματος του δικηγόρου του ο Εφεσείων αποστερήθηκε του δικαιώματος του να προβάλει την ουσιαστικότερη εκδοχή του, με αποτέλεσμα η δίκη του να καταστεί μη δίκαιη. Με δεδομένο ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής αναφορικά με το στοιχείο της προμελέτης ήταν περιστατική, ήταν υψίστης σημασίας, όπως τονίσθηκε, να αξιολογηθούν από το πρωτόδικο Δικαστήριο οι ισχυρισμοί του Εφεσείοντα αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επέφερε το θάνατο του θύματος.

 

Για να μπορεί να τύχει εξέτασης η θέση του Εφεσείοντα, καθίσταται απαραίτητη η συνοπτική αναφορά στα πιο κάτω ουσιώδη γεγονότα, όπως προκύπτουν από τα πρακτικά της υπόθεσης.

 

Μετά τη διαπίστωση απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Εφεσείοντα το Κακουργιοδικείο του εξήγησε ρητά τις επιλογές που είχε με βάση το Νόμο αναφορικά με την παρουσίαση της υπόθεσης του. Ο Εφεσείων μέσω του συνηγόρου του επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Παράλληλα ο συνήγορος του ανέφερε ότι ήταν έτοιμος να το πράξει κατά την ίδια δικάσιμο και ότι ο Εφεσείων θα υιοθετούσε το περιεχόμενο της κατάθεσης που είχε δώσει στην Αστυνομία.

 

Παραχωρήθηκε στη συνέχεια δεκαπεντάλεπτο διάλειμμα για σκοπούς προετοιμασίας.

 

Με την επανέναρξη της συνεδρίας του, το Κακουργιοδικείο κάλεσε τον Εφεσείοντα να διαβάσει την ανώμοτη του δήλωση με βάση την προηγηθείσα δήλωση του δικηγόρου του. Ο Εφεσείων, όμως, αυτοβούλως απάντησε «Δεν θέλω να το διαβάσω» και προέβη προφορικά σε εκτενή δήλωση.

 

Είναι προφανές από τα πιο πάνω γεγονότα, τα οποία αποτυπώνουν τη διαδικασία όπως εκτυλίχθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου, ότι αποτέλεσε επιλογή του Εφεσείοντα να αναφέρει προφορικά, όπως και έπραξε, τις θέσεις του αναφορικά με την υπόθεση που αντιμετώπιζε, χωρίς να υιοθετήσει ή να αναγνώσει οτιδήποτε. Η αναφορά του ευπαίδευτου συνηγόρου του ότι το Δικαστήριο «άκουσε τον Εφεσείοντα κατά το στάδιο της ανώμοτης του δήλωσης να παραπέμπει στην κατάθεση του», προδήλως είναι εσφαλμένη. Αντιθέτως, ό,τι προέκυψε από τα πρακτικά είναι πως η ρητή αναφορά του Εφεσείοντα προς το Δικαστήριο ήταν ότι δεν επιθυμούσε να διαβάσει οτιδήποτε. Σχετικό είναι το ακόλουθο αποσπάσματα από την ανώμοτη του δήλωση στη σελίδα 26: «Δεν θέλω να το διαβάσω. Θέλω να κάνω ανώμοτη δήλωση από τη θέση που βρίσκομαι». Ακολούθως στη σελίδα 27 αναφέρονται τα εξής: «Ό,τι καταγράφονται στην κατάθεση μου εκεί τα έγραψα και δεν θέλω να τα διαβάσω και τα ξέρω απ’ έξω και θα τα πω χωρίς να διαβάσω

 

Ήταν, δηλαδή, ο ίδιος ο Εφεσείων που κατά το στάδιο της ανώμοτης δήλωσης του δήλωσε ελεύθερα και, παρά την προηγούμενη δήλωση του δικηγόρου του, ότι δεν επιθυμούσε να αναγνώσει οτιδήποτε, αλλά να τα πει χωρίς να τα διαβάσει.

 

Κατ’ ακολουθίαν όλων των πιο πάνω, η απουσία όπως γραπτής κατάθεσης του Εφεσείοντα δεν δημιούργησε οποιοδήποτε κενό στην Υπεράσπιση του με αποτέλεσμα να μην υφίσταται οποιαδήποτε βάση στο επιχείρημα περί ανεπαρκούς αντιπροσώπευσης η οποία, μάλιστα, είχε ως συνέπεια η διαδικασία στη δίκη να καταστεί άδικη.

 

Συνακόλουθα η θέση του Εφεσείοντα ότι το Κακουργιοδικείο παρέλειψε να ενεργήσει ώστε να διασφαλιστεί η επάρκεια όπως νομικής εκπροσώπησης είναι άνευ ερείσματος και απορρίπτεται.

Εν πάση περιπτώσει, εν προκειμένω, δεν υπήρξε ανεπάρκεια υπό αυτή την έννοια, αλλά σαφής επιλογή του Εφεσείοντα. Όπως ορθά υποστηρίχθηκε από τον κ. Αριστείδη, το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε υποχρέωση να υποβοηθά τη γραμμή όπως Υπεράσπισης και να την κατευθύνει ως όπως τη μαρτυρία που θα χρησιμοποιηθεί από πλευράς Κατηγορούμενου. Όπως έχει νομολογηθεί, ενώ το βάθρο όπως υπεράσπισης καθορίζεται από όπως οδηγίες του κατηγορούμενου, είναι ο δικηγόρος του που φέρει την ευθύνη για τη δικανική διαμόρφωση και προβολή όπως υπεράσπισης στο πλαίσιο όπως δίκης, με τη διακριτική ευχέρεια του δικηγόρου στον τομέα αυτό να είναι ευρύτατη (Γιουρούκκης ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 402).

 

Ούτε και μπορεί το Δικαστήριο να έχει οποιαδήποτε ευθύνη για την ανεπάρκεια ή λάθος στην εκπροσώπηση του κατηγορούμενου και του τρόπου προώθησης όπως γραμμής υπεράσπισης του. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Μάριος Κωνσταντίνου άλλως Γιαλλούρης κ.ά. v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 282:

 

«Η δικανική διαμόρφωση και η προβολή όπως υπεράσπισης, η οποία αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του συνηγόρου, δεν κρίνονται εκ του αποτελέσματος όπως δίκης.»

 

 

Όπως κρίθηκε και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία του ΕΔΑΔ, η Υπεράσπιση όπως κατηγορούμενου αποτελεί ουσιαστικά ζήτημα μεταξύ του Κατηγορούμενου και του συνηγόρου του, είτε ο δικηγόρος διορίζεται στο πλαίσιο συστήματος νομικής αρωγής, είτε πληρώνεται απευθείας από τον πελάτη του. Το Δικαστήριο οφείλει να παρέμβει κατά τη διαδικασία μόνο όταν η ανεπάρκεια στη νομική εκπροσώπηση είναι προφανής ή όπου επαρκώς υπεισέρχεται στην αντίληψη του με κάποιο άλλο τρόπο.

 

Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Kamasinki v. Austria, Application no. 9783/82, 19/12/1989:

 

“….”a State cannot be held responsible for every shortcoming on the part of a lawyer appointed for legal aid purposes” (ibid., p. 18, § 36). It follows from the independence of the legal profession from the State that the conduct of the defence is essentially a matter between the defendant and his counsel, whether counsel be appointed under a legal aid scheme or be privately financed. The Court agrees with the Commission that the competent national authorities are required under Article 6 § 3 © (art. 6-3-c) to intervene only if a failure by legal aid counsel to provide effective representation is manifest or sufficiently brought to their attention in some other way”.

 

(Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)

 

Σε ό,τι αφορά την επάρκεια και την πληρότητα της μετάφρασης της διαδικασίας από τα γεωργιανά στα ελληνικά και αντιστρόφως, ήταν η θέση του κ. Λοχία ότι, με δεδομένο ότι η ανώμοτη δήλωση του Εφεσείοντα είχε αξιολογηθεί από το Κακουργιοδικείο ως δήλωση που υστερούσε σε συγκρότηση και συνοχή, το Δικαστήριο είχε ενδείξεις εν τη εννοία ότι είχε περιέλθει ή όφειλε να είχε περιέλθει στην προσοχή του ζήτημα με τα όσα έλεγε ο Εφεσείων. Ενόψει, δε, τούτου το Δικαστήριο, πρόσθεσε, είχε υποχρέωση να ερευνήσει το κατά πόσο η μετάφραση ήταν πιστή και αληθινή.

 

Είναι αδιαμφισβήτητο ότι το δικαίωμα ενός κατηγορούμενου, ως αυτό απορρέει από τα Άρθρα 12(5)(ε) και 30(3)(ε) του Συντάγματος και του αντίστοιχου Άρθρου 6(3)(e) της ΕΣΔΑ, να έχει τη συμπαράσταση διερμηνέα αν δεν μπορεί να ομιλεί ή καταλαβαίνει τη γλώσσα που χρησιμοποιείται στο Δικαστήριο, δεν εξαντλείται στην υποχρέωση του Δικαστηρίου στο διορισμό μεταφραστή. Στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο έχει ενδείξεις για τυχόν προβλήματα, η υποχρέωση του Δικαστηρίου επεκτείνεται και στον έλεγχο της επάρκειας της μετάφρασης που διενεργείται.

 

Όπως σημειώθηκε στην υπόθεση Kamasinki:

 

     In view of the need for the right guaranteed by paragraph 3 (e) (art. 6-3-e) to be practical and effective, the obligation of the competent authorities is not limited to the appointment of an interpreter but, if they are put on notice in the particular circumstances, may also extend to a degree of subsequent control over the adequacy of the interpretation provided…”

    Όταν ο κατηγορούμενος εκπροσωπείται με δικηγόρο και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι κατανοητή σε αυτόν λόγω γλώσσας, η ευθύνη να επισύρει την προσοχή του Δικαστηρίου στο θέμα είναι του δικηγόρου του και, κατ’ επέκταση, του ιδίου του κατηγορουμένου και θέμα παραβίασης του δικαιώματος να έχει μετάφραση σε κατανοητή σε αυτόν γλώσσα υπάρχει μόνο αν το Δικαστήριο αντιληφθεί ότι η διαδικασία δεν γίνεται ικανοποιητικά αντιληπτή από τον κατηγορούμενο (Kasapoglou v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 301 και Cerkez κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 314, Erbekci ν. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ.434).

 

Στην υπό κρίση περίπτωση, η αναφορά του Κακουργιοδικείου ότι η ανώμοτη δήλωση του Εφεσείοντα «υστερεί σε συγκρότηση και συνοχή» δεν συνεπάγετο, το δίχως άλλο, ότι η μετάφραση των λεχθέντων του ήταν λανθασμένη ή ελλιπής. Αν ο προφορικός του λόγος δεν ήταν συνεκτικός και συγκροτημένος, αυτό δεν συνιστούσε αφ’ εαυτού στοιχείο που αναδείκνυε ζήτημα στην επάρκεια και ορθότητα της μετάφρασης. Υπό το σύνολο δε των περιστάσεων, η σχετική αναφορά του Κακουργιοδικείου σαφώς αφορούσε στην ποιότητα της δήλωσης/εκδοχής του Εφεσείοντα και όχι στη μετάφρασή της.

 

Σε κανένα στάδιο της διαδικασίας ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν ηγέρθη θέμα αναφορικά με τη μετάφραση ή, καλύτερα, με την επάρκεια της μετάφρασης η οποία διενεργείτο από το συγκεκριμένο διερμηνέα.

 

Όπως, συνεπώς, προκύπτει το Κακουργιοδικείο μερίμνησε ώστε να διασφαλιστεί το δικαίωμα του Εφεσείοντα για συμπαράσταση διερμηνέα με βάση τα διαλαμβανόμενα στο Άρθρο 30(3) του Συντάγματος χωρίς να τεθεί οποτεδήποτε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης πρωτοδίκως ζήτημα ανεπαρκούς και/ή ελλιπούς μετάφρασης από το συγκεκριμένο διερμηνέα παρά μόνο εκ των υστέρων, στο πλαίσιο της παρούσας Έφεσης. Ούτε και υπήρξε οποιαδήποτε ένδειξη συγκεκριμένων περιστάσεων που να εγείρουν οποιεσδήποτε αμφιβολίες στο πρωτόδικο Δικαστήριο ως προς την επάρκεια και πληρότητα της μετάφρασης που διενεργείτο κατά την εξέλιξη της όλης ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του.

 

Εισερχόμενοι στα ζητήματα που αφορούν οι Λόγοι Έφεσης 2 και 3 κρίνουμε σκόπιμο εν πρώτοις να παραθέσουμε, όπως έπραξε και το Κακουργιοδικείο, το νομοθετικό πλαίσιο του φόνου εκ προμελέτης το οποίο προσδιορίζεται από τα Άρθρα 203(1) και 204:

«203(1) Κάθε πρόσωπο το οποίο εκ προμελέτης επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου με παράνομη πράξη ή παράλειψη, είναι ένοχο του κακουργήματος του φόνου εκ προμελέτης.

(2) […]

204. Προμελέτη είναι η πρόθεση πρόκλησης θανάτου οποιουδήποτε προσώπου η οποία αποδεικνύεται με ευθύ τρόπο ή συμπερασματικά, αδιάφορα αν τέτοιο πρόσωπο είναι εκείνο που εφονεύθη ή όχι, η οποία υπάρχει τόσο πριν από τη διενέργεια της πράξης ή παράλειψης που θα προκαλέσει το θάνατο όσο και κατά το χρόνο τέτοιας διενέργειας

 

Στην υπό κρίση υπόθεση δεν αμφισβητήθηκε η πρόθεση του Εφεσείοντα να επιφέρει το θάνατο στο θύμα. Όμως η πρόθεση πρόκλησης θανάτου δεν επιμαρτυρεί αφ’ εαυτής προμελέτη. Η προμελέτη διακρίνεται από την πρόθεση πρόκλησης θανάτου και πρέπει να αποδεικνύεται ανεξάρτητα, ως το επιπρόσθετο συστατικό στοιχείο το οποίο διακρίνει το έγκλημα του φόνου εκ προμελέτης (Άρθρο 203, Κεφ. 154) από εκείνο της ανθρωποκτονίας (Άρθρο 205, Κεφ. 154)[1]. Όπως υποδείχθηκε στην Ονησίλου ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 556:

«Η προμελέτη όπως υποδηλώνει ο όρος πρέπει να αποδειχθεί ανεξάρτητα από οποιαδήποτε πρόθεση πρόκλησης του θανάτου του θύματος, εκδηλούμενη από την παράνομη πράξη που επιφέρει το θάνατο. Η προμελέτη πρέπει να αποδειχθεί ως η κινητήρια δύναμη για τη φόνευση του θύματος. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της προμελέτης και της θανάτωσης πρέπει να είναι άμεση».

 

Το κατά πόσον υπήρξε ή όχι προμελέτη αποφασίζεται πάντοτε υπό το φως των γεγονότων της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Όπως ελέχθη στην παλαιά υπόθεση R. v. Halil Shaban (V.8) 1 C.L.R. 82:

The question of premeditation is a question of fact. A test often applicable in such cases is whether in all circumstances of the case the accused had a sufficient opportunity after forming his intention, to reflect upon it and relinquish it.”

 

Στην υπόθεση Στυλιανού v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 240/2018, ημερ. 25/2/2021, αφού γίνεται αναφορά στη σχετική νομολογία, το ζήτημα της προμελέτης συνοψίσθηκε ως ακολούθως:

«Συνεπώς, σταθερή γραμμή της νομολογίας μας υποδηλώνει ότι η προμελέτη προϋποθέτει απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας από την κατηγορούσα αρχή, προγενέστερου σχεδιασμού υπό περιστάσεις που να επιτρέπουν ψύχραιμο αναλογισμό του δράστη για τις πράξεις του. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που αποδίδεται βαρύτητα στην κατάσταση του δράστη κατά τον ουσιώδη χρόνο, στην ηρεμία του μυαλού του και στο κατά πόσο είχε επαρκή ευκαιρία, μετά που σχημάτισε την πρόθεση του, να την αναλογιστεί και να υπαναχωρήσει. Η χρονική αυτή ανάπαυλα για τον αναλογισμό των πράξεων του από τον δράστη και η ευκαιρία απεμπόλησης της φονικής πρόθεσης κάτω από την επίδραση της συνείδησης του ανθρώπου, αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της έννοιας του φόνου εκ προμελέτης (Hadjisavvas v. The Republic (1988) 2 CLR 37, Τσιάκκας ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 349). Για τον ίδιο λόγο είναι σημαντικό το κατά πόσον είχε μεσολαβήσει κάποια άλλη αιτία (intervening cause) όπως λ.χ. η πρόκληση του θύματος προς το δράστη η οποία να δημιουργεί αμφιβολίες για την νοητική ή ψυχολογική κατάσταση του δράστη κατά τον χρόνο που επιφέρει το θανατηφόρο πλήγμα (Mustafa Halil v. The Republic (1962) CLR 18 και Dervish Halil v. The Republic (1961) CLR 432)

 

Στην υπό εξέταση περίπτωση η ετυμηγορία του Κακουργιοδικείου και ειδικότερα το συμπέρασμα του περί προμελέτης βασίστηκε σε περιστατική μαρτυρία. Αφού επεσήμανε ότι δεν υπήρχε άμεση μαρτυρία επί της νοητικής κατάστασης του Εφεσείοντα προ της διάπραξης του φόνου,  το Κακουργιοδικείο έκρινε ότι η περιστατική μαρτυρία που υπήρχε οδηγούσε με σιγουριά στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι ο Εφεσείων είχε όντως προμελετήσει τη θανάτωση του άτυχου θύματος.

 

Για να καταλήξει, συμπερασματικά, στη στοιχειοθέτηση της προμελέτης το Κακουργιοδικείο στηρίχθηκε και συνεκτίμησε τα ακόλουθα στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας:

 

     i.        Την αγορά από τον Εφεσείοντα του φονικού οργάνου (του μαχαιριού) το πρωΐ της ημέρας διάπραξης του φόνου, το οποίο συνέχισε να έχει στην κατοχή του πέντε και πλέον ώρες μετά που το αγόρασε όταν επιβιβάστηκε στο όχημα του θύματος.

 

    ii.        Το γεγονός ότι η συνάντηση του δράστη με το θύμα δεν ήταν τυχαία, εφόσον ο Εφεσείων γνώριζε το θύμα και την ώρα που σχόλανε και   αυτός στεκόταν στο δρόμο και έκανε σήμα στο θύμα να σταματήσει.

  iii.        Το ότι ο Εφεσείων κάθισε στο κάθισμα ακριβώς πίσω από τη θέση του οδηγού όπου βρισκόταν το θύμα στο οποίο παρέμεινε και μετά που η συνοδηγός αποβιβάστηκε από το αυτοκίνητο, γεγονός που τον έθεσε σε θέση ισχύος έναντι του θύματος το οποίο μπορούσε να αιφνιδιάσει.

 

  iv.        Η πρωτοφανής, όπως χαρακτηρίστηκε, βιαιότητα των κτυπημάτων που επέφερε στο θύμα και η στόχευση σε ζωτικά όργανα.

 

   v.        Η παρατεταμένη διάρκεια της εκδηλωθείσας επίθεσης κατά του θύματος.

 

 

Ειδικότερα σε σχέση με το τελευταίο το Κακουργιοδικείο επεσήμανε τα ακόλουθα:

 

«Σύμφωνα με την παραδεκτή μαρτυρία της Μ.23, αρχικά, είδε τον κατηγορούμενο να κρατά το θύμα με το ένα χέρι και με το άλλο να την κτυπά στο λαιμό. Στο χρονικό αυτό σημείο υπήρξε ανάπαυλα στη θέαση της, αφού φοβήθηκε, έσπευσε να κλειδώσει πόρτα και παράθυρα και ανέβηκε στο δωμάτιο της. Όταν κοίταξε εκ νέου, από το παράθυρο πλέον του δωματίου της, είδε τον κατηγορούμενο, να έχει αλλάξει στάση - αφού ήταν πλέον ιστάμενος - και να κτυπά το θύμα με το μαχαίρι στο στήθος. Έπειτα, ο κατηγορούμενος, κατέβηκε από το όχημα και με μια φρικαλέα και αποτρόπαια πράξη αποτελειώματος του θύματος, της έδωσε και δύο γροθιές, λες και τα πολλαπλά κτυπήματα με το μαχαίρι δεν ήταν αρκετά για να τη σκοτώσουν. Η χρονική διάρκεια της επίθεσης δεικνύει δύο πράγματα: Πρώτον, την αποφασιστικότητα για θανάτωση του θύματος (που άπτεται του προηγούμενου στοιχείου που παραθέσαμε) και δεύτερον, το αμετανόητο της απόφασης του κατηγορούμενου. Όπως πολύ σωστά το έθεσε ο κ. Αριστείδης, ο κατηγορούμενος, για τον λίγο έστω χρόνο που χρειάστηκε μέχρι να κλειδώσει η Μ.23 την πόρτα και τα παράθυρα και να ανέβει στο δωμάτιο της, είχε την ευκαιρία να αναλογιστεί τις συνέπειες των πράξεων του και να αποστεί από την υλοποίηση τους. Κάτι τέτοιο, ενδεχόμενα, θα αναχαιτούσε την τεκμηρίωση προμελέτης. Αντ' αυτού όμως, συνέχισε να καταφέρνει κτυπήματα στο θύμα, μεταξύ αυτών, και το θανατηφόρο κτύπημα στην καρδιά.»     

 

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντα εισηγείται ότι το Κακουργιοδικείο απαριθμώντας γεγονότα που, κατά την άποψη του, οδηγούσαν αβίαστα στο συμπέρασμα πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο Εφεσείων προμελέτησε τη θανάτωση του θύματος, αγνόησε άλλη μαρτυρία η οποία δημιουργούσε αμφιβολία ή που δεν συνήδε με προμελετημένο φόνο.

 

Το ερώτημα που εγείρεται, εν προκειμένω, είναι κατά πόσο τα στοιχεία που συνθέτουν την περιστατική μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση οδηγούσαν σε ασφαλές καταδικαστικό συμπέρασμα, υπό την έννοια ότι τέτοιο συμπέρασμα βρισκόταν σε σχέση άμεσης συνάφειας με τα στοιχεία της περιστατικής μαρτυρίας και αυτό ήταν το μόνο λογικό συμπέρασμα που προέκυπτε από τέτοια μαρτυρία.

 

Το ότι το ακριβές ελατήριο για τη φόνευση του θύματος παρέμεινε άγνωστο έστω και αν μέσα από την ανώμοτη δήλωση του Εφεσείοντα διαφάνηκε ότι μεταξύ του και του θύματος υπήρχαν κάποιου είδους οικονομικές δοσοληψίες χωρίς, ωστόσο, η φύση τους να καθίσταται σαφής, δεν αποτελεί ζήτημα που επηρεάζει την απόδειξη του αδικήματος.

 

Όπως είναι νομολογημένο, το ελατήριο δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος του φόνου εκ προμελέτης (Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 172 και Γ. Ανδρέου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 81/2014, ημερ. 22/2/2017).

 

Εξετάσαμε με μεγάλη προσοχή όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μας. Ο Εφεσείων φέροντας μαχαίρι ανέμενε στο δρόμο το θύμα να περάσει με το όχημα της από σημείο της διαδρομής που γνώριζε ότι έκανε καθημερινά. Έκανε σήμα στο θύμα να σταματήσει και επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο. Όταν σε κάποιο σημείο της διαδρομής η συνοδηγός του θύματος αποβιβάστηκε από το αυτοκίνητο, ο Εφεσείων δεν μετακινήθηκε στο μπροστινό κάθισμα, αλλά παρέμεινε καθήμενος στο πίσω κάθισμα. Στη συνέχεια ο Εφεσείων θανάτωσε το θύμα. Σύμφωνα με αυτόπτη μάρτυρα, που άκουσε γυναικεία φωνή να καλεί σε βοήθεια, ο Εφεσείων με το δεξί του χέρι κρατούσε το κεφάλι του θύματος και με το αριστερό το μαχαίρι το οποίο ακολούθως κτυπούσε στο λαιμό του θύματος. Μεσολάβησε κάποιος χρόνος μέχρι η αυτόπτης μάρτυρας να εισέλθει στην οικία της, να κλειδώσει την πόρτα και τα παράθυρα και να ανεβεί στο δωμάτιο της. Όταν κοίταξε εκ νέου είδε τον Εφεσείοντα να έχει αλλάξει στάση και να είναι πλέον ιστάμενος εντός του οχήματος και να κτυπά το θύμα με το μαχαίρι στο στήθος. Ακολούθως αυτός εξήλθε του οχήματος, άνοιξε την πόρτα του οδηγού κτύπησε με γροθιές το θύμα, το οποίο στο μεταξύ είχε γείρει στη θέση του συνοδηγού, και, τρέχοντας, εγκατέλειψε τη σκηνή.

 

Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω δεν έχουμε καμιά αμφιβολία ότι το Κακουργιοδικείο ορθά έκρινε από τις όλες ενέργειες του Εφεσείοντα ότι αυτός προμελέτησε και, βάσει αυτής της προμελέτης, εκτέλεσε το φόνο του άτυχου θύματος.

 

Αποτέλεσε εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εφεσείοντα ότι το Κακουργιοδικείο, απορρίπτοντας την εισήγηση δικηγόρου που εκπροσώπησε τον Εφεσείοντα πρωτόδικα περί εφαρμογής του Άρθρου 208, μετατόπισε το βάρος απόδειξης εν σχέσει με την υπεράσπιση του εν λόγω Άρθρου στους ώμους του Εφεσείοντα. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι το εν λόγω Άρθρο αναφέρεται σε πρόκληση που αφορά στην περίπτωση που ο δράστης διενεργεί την πράξη που επιφέρει το θάνατο «σε βρασμό ψυχικής ορμής που οφείλεται σε ξαφνική πρόκληση, δηλαδή σε άδικη πράξη, ύβρη ή εκνευρισμό τέτοιας φύσης, ώστε να αποστερεί τον συνετό άνθρωπο της ικανότητας για αυτοέλεγχο και πριν παρασχεθεί ο χρόνος για κατευνασμό της ψυχικής ορμής τέτοιου ανθρώπου» και η οποία έχει ως συνέπεια ο δράστης να κριθεί ένοχος μόνο ανθρωποκτονίας.

 

Εν πρώτοις, θα πρέπει να επισημανθεί ότι αν και η πρόκληση δεν αποτελεί υπεράσπιση υπό την έννοια ότι τίθεται βάρος απόδειξης τους ώμους του κατηγορούμενου, κανονικά αναμένεται ότι σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση θα προσφερθεί σχετική μαρτυρία από την υπεράσπιση. Όπως ορθά επεσήμανε το Κακουργιοδικείο, στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρχε οποιαδήποτε βάση προς θεμελίωση  τέτοιας πρόκλησης. Όπως σημείωσε:

 

«Διερωτόμαστε, πραγματικά επί ποιας βάσης τέθηκε αυτή η εισήγηση αφ' ης στιγμής ούτε καν ο κατηγορούμενος, την προέβαλε. Ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη του δήλωση (το μοναδικό στοιχείο που τέθηκε στην υπεράσπιση του) δεν μίλησε ούτε για πρόκληση ούτε για απώλεια αυτοελέγχου. Αντίθετα, ισχυρίστηκε ότι είχε πολύ καλές σχέσεις με το θύμα. Ούτε καν τη διαδικασία φόνευσης του θύματος δεν θυμόταν, κατά τα λεγόμενα του. Το μόνο που ισχυρίστηκε, είναι, πως όταν το θύμα αρνήθηκε να του δώσει €300, την κτύπησε. Απ΄ εκεί και πέρα δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας περί λογομαχίας ή συζήτησης πόσο μάλλον πρόκλησης και απώλειας αυτοελέγχου. Φρονούμε, πως η αναφορά του κατηγορούμενου πόρρω απέχει απ' το να δύναται να κατατάξει την περίπτωση στην ακτίνα εφαρμογής του άρθρου 208 του Ποινικού Κώδικα».

 

 

Μόνο στην περίπτωση κατά την οποία υπήρχε μαρτυρία που να εγείρει ζήτημα πρόκλησης θα ετίθετο, πλέον, βάρος στην Κατηγορούσα Αρχή να αποκλείσει τέτοιο ενδεχόμενο προκειμένου να καταλήξει το Δικαστήριο σε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ετυμηγορία για φόνο εκ προμελέτης.

Όπως υπογραμμίσθηκε στην υπόθεση Στυλιανού (ανωτέρω):

«…..για να εξεταστεί τέτοιο ζήτημα, σταθερή και σαφής είναι η νομολογία ότι πρέπει να υπάρχει μαρτυρία από το σύνολο της οποίας να είναι δυνατόν τελικά να εξαχθεί το συμπέρασμα ή να προκληθεί εύλογη αμφιβολία ότι ο δράστης ενήργησε υπό συνθήκες πρόκλησης (Dervish Halil v. The Republic (ανωτέρω), Mustafa Halil v. The Republic (ανωτέρω), Anastassiades (ανωτέρω), Γιουρούκης (ανωτέρω), Ονησίλου (ανωτέρω), Σταυρινού ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 706). Εάν υπάρχει τέτοια μαρτυρία έχει πλέον το βάρος η κατηγορούσα αρχή να αποκλείσει το ενδεχόμενο της πρόκλησης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Bailey (ανωτέρω) και Kallishis v. The Republic (1981) 2 CLR 143 που αφορά στο παρόμοιο ζήτημα της αυτοάμυνας)».

 

Εν προκειμένω δεν υπήρχε ίχνος τέτοιας μαρτυρίας.

 

Για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει η Έφεση απορρίπτεται.

 

 

 

Τ.Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.

 

 

                                      Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.

 

 

                                      Στ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.



[1] Δέστε την υπόθεση Hadjisavvas v. Republic (1988) 2 C.L.R. 37 όπου, μεταξύ άλλων, τονίσθηκε ότι:

"The significant element of the crime of premeditated murder, the one that primarily distinguishes it from the crime of murder with malice aforethought, known to English law, is that no inference about premeditation can be drawn from the fact of killing itself. In other words the Court cannot infer premeditation from the fact that the accused killed the victim. Premeditation must be proved as a separate fact. ..."


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο