ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 698/2000
ΕΝΩΠΙΟΝ: ΚΡΑΜΒΗ, Δ.
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος.
Μεταξύ:
BEOGRADSKA BANKA a.d., από το Βελιγράδι,
Αιτητών,
- και -
Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, από τη Λευκωσία,
Καθ΄ων η αίτηση.
- - - - - -
8 Δεκεμβρίου, 2000
.Για τους αιτητές: κ. Ν. Παπαευσταθίου.
Για τους καθ΄ων η αίτηση: κα Θ. Ευαγγέλου για κ. Α. Ευαγγέλου.
- - - - - -
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου δυνάμει των εξουσιών που της παρέχει ο νόμος [άρθρα 4(4), 30(1)(e), 30(3) και 31(1) του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου του 1997 - Νόμος 66(1)/97] και ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, ανακάλεσε την άδεια της Beogradska Banka ad βάσει της οποίας η εν λόγω αλλοδαπή τράπεζα είχε δικαίωμα διεξαγωγής υπεράκτιων τραπεζικών εργασιών από την Κύπρο. Η ανακληθείσα άδεια, εκδόθηκε
το 1988 και ίσχυσε συνεχώς μέχρι την ημερομηνία που ανακλήθηκε αφού υπέστη στο μεταξύ τροποποιήσεις.Ως ημερομηνία έναρξης της ισχύος της ανάκλησης καθορίστηκε η 22.5.2000. Το έγγραφο της ανάκλησης κοινοποιήθηκε στην Beogradska Banka με επιστολή του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 3.5.2000 προς τον Διευθυντή - Σύμβουλο της ξένης τράπεζας κ. S. Acimovic. Η επιστολή και το έγγραφο ανάκλησης της άδειας παρατίθενται:
"Μr S. Acimovic,
Managing Director
Beogradska Banka a.d.,
International Banking Unit,
34 Kennedy Avenue,
P.O. Box: 20530,
1660 Nicosia.
Dear Sir,
Beogradska Banka a.d.
International Banking Unit
In relation to the above, and further to our meeting dated 6 April, 2000, and your letter of the same date, I enclose, herewith, a revocation of the banking business licence granted on 25 June, 1988 to Beogradska Banka a.d. allowing it to establish an International Banking Unit ("IBU") in Cyprus.
The above action, which is taken in accordance with the provisions of the Banking Law of 1997, has been dictated solely by the need of safeguard the interests of depositors and third parties in the face of continuing concern which arose following the report of your IBU's external auditors on the 1998 accounts.
Please acknowledge receipt of the enclosed revocation by signing and returning to us the attached copy of this letter.
Yours faithfully,
(A.C. Afxentiou)
Governor"
"CENTRAL BANK OF CYPRUS
Revocation of Banking Business Licence
I, Afxentios C. Afxentiou, Governor of the Central Bank of Cyprus acting under the authority vested in the Central Bank of Cyprus under Sections 4(4), 30(1)(e), 30(3) and 31(1) of the Banking Law (Law 66(I) of 1997) hereby revoke the licence dated 25 June, 1988 granted to Beogradska Banka a.d. (hereinafter to be referred to as "beogradska") - as amended on 8 October, 1992, 8 September, 1993, 28 August, 1995 and 15 February, 2000.
The revocation will take effect as from 22 May, 2000, on which date Beogradska shall cease all its banking activities in and from within Cyprus. In the meantime and with effect from the date hereof:
(a) Beogradska shall not accept and shall not seek to generate or canvass new banking business in and from within Cyprus.
(b) Beogradska shall restrict its activities to completing outstanding business which commenced before 2 May, 2000.
(A.C. Afxentiou)
Governor"
Με την παρούσα προσφυγή η αιτήτρια τράπεζα BEOGRADSKA ΒΑΝΚΑ ad από το Βελιγράδι ζητά την πιο κάτω θεραπεία:
"Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση και/ή πράξη των Καθ΄ ων η αίτηση που κοινοποιήθηκε στους Αιτητές με επιστολή ημερ. 3 Μαΐου 2000 με την οποία αποφάσισαν να ανακαλέσουν την άδεια της Αιτήτριας για ίδρυση και λειτουργία διεθνούς τραπεζικής μονάδας και άσκηση τραπεζικών εργασιών στην Κύπρο είναι άκυρη και χωρίς οποιοδήποτε νομικό αποτέλεσμα."
Λόγοι αναγόμενοι στην "δεινή", κατά την εκδοχή της Κεντρικής Τράπεζας, οικονομική κατάσταση της Beogradska Banka dd οδήγησαν στην απόφαση για ανάκληση της άδειας.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Κεντρικής Τράπεζας, βασισμένες σε στοιχεία και ιδιαίτερα στις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις από το 1992 μέχρι το 1998 καθώς και από επιτόπια εποπτεία που έχει διενεργηθεί στην Κύπρο, ο σημαντικότερος παράγων ο οποίος επηρέασε δυσμενώς την οικονομική κατάσταση της αλλοδαπής τράπεζας στην Κύπρο ήταν η σημαντική μείωση του κύκλου των εργασιών της και η αλλοίωση των περιουσιακών της στοιχείων.
Οι εξωτερικοί ελεγκτές της αλλοδαπής τράπεζας στην έκθεσή τους για το έτος 1998 δήλωσαν ότι δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν για την ικανότητα της εν λόγω τράπεζας να συνεχίζει να λειτουργεί "on a going concern basis". Η άσχημη εικόνα της εν λόγω τράπεζας αντικατοπτρίζεται ακόμα και στις εκθέσεις των ελεγκτών για τα έτη 1996 και 1997.
Η πιο πάνω δήλωση των ελεγκτών ερμηνεύθηκε από την Κεντρική Τράπεζα ότι η Beogradska Banka dd ήταν αφερέγγυα και ανά πάσα στιγμή μπορούσε να βρεθεί στη δύσκολη θέση να μη μπορεί να αντιμετωπίζει τρέχουσες υποχρεώσεις της.
Λόγω της ιδιάζουσας μορφής της όλης κατάστασης, η εκτίμηση της Κεντρικής Τράπεζας ήταν ότι κανένα πρακτικό μεσοπρόθεσμο ή μακροπρόθεσμο μέτρο μπορούσε να ανατρέψει θετικά την κατάσταση, εκτίμηση η οποία, οδήγησε στη λήψη της κατ΄ αρχήν απόφασης για ανάκληση της τραπεζικής άδειας της Beogradska Banka dd.
Σύμφωνα πάντοτε με τις εκτιμήσεις της Κεντρικής Τράπεζας εξωγενείς κυρίως παράγοντες αποτέλεσαν την αιτία της οικονομικής διολίσθησης της αλλοδαπής τράπεζας και της δεινής οικονομικής κατάστασης στην οποία περιήλθε. Αυτοί οι παράγοντες συνοπτικά παρατίθενται στη συνέχεια:
(1) Η επιβολή κυρώσεων από τα Ηνωμένα Εθνη εναντίον της Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας κατά την περίοδο από Ιούνιο 1992 μέχρι Νοέμβριο 1995.
(2) Η κλιμάκωση των κυρώσεων των Ηνωμένων Πολιτειών εναντίον της Γιουγκοσλαβίας από Ιούνιο 1992 μέχρι σήμερα με αποκορύφωμα τα γεγονότα του 1999.
(3) Η ανάληψη στρατιωτικής δράσης του ΝΑΤΟ κατά της Γιουγκοσλαβίας το 1999.
(4) Η επιβολή και κλιμάκωση των νέων οικονομικών και άλλων κυρώσεων από την Ευρωπαϊκή Ενωση κατά της Γιουγκοσλαβίας από το 1998 μέχρι σήμερα.
(5) Επειδή η αλλοδαπή τράπεζα είναι κρατική και η κύρια δραστηριότητα της αφορά την χρηματοδότηση εισαγωγών και εξαγωγών από τη Γιουγκοσλαβία στα πλαίσια της εφαρμογής της γενικής οικονομικής πολιτικής της Γιουγκοσλαβικής κυβέρνησης, οι πελάτες της εν λόγω τράπεζας, στην τεράστια πλειοψηφία τους, είναι γιουγκοσλάβικες επιχειρήσεις που βρίσκονται είτε στη Γιουγκοσλαβία είτε στο εξωτερικό. Ενεκα των μακροχρόνιων κυρώσεων, η ρευστότητα και φερεγγυότητα των εν λόγω επιχειρήσεων έχει επίσης σημαντικά επηρεαστεί με αποτέλεσμα πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις να μην είναι σε θέση να αναπληρώσουν τα δάνεια και τις πιστωτικές διευκολύνσεις που τους είχε παραχωρήσει η Beogradska Banka dd πριν το 1992. Αυτό ακριβώς το γεγονός, επισημαίνεται στις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις του 1998 που ετοίμασε η εν λόγω τράπεζα και παραδέχεται επίσης ο διευθυντής της τράπεζας κ. A
Τέλος, η Κεντρική Τράπεζα αναφέρεται στις περιπτώσεις τεσσάρων καταγγελιών ισάριθμων πελατών της αλλοδαπής τράπεζας για αδυναμία αποπληρωμής των καταθέσεών τους και στην παράλειψη της Beogradska Banka dd να ειδοποιήσει την Κεντρική Τράπεζα ως είχε υποχρέωση. Βλ. άρθρο 40 του Ν. 66(1)/97.
Η Κεντρική Τράπεζα εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επηρεάζει ενεστώς άμεσο και προσωπικό έννομο συμφέρον της αιτήτριας Beogradska Banka ad εκ Βελιγραδίου. H θέση της Κεντρικής Τράπεζας επί του εγειρόμενου θέματος είναι ότι η επίδικη απόφαση απευθυνόταν και αφορούσε την αλλοδαπή εταιρεία Beogradska Banka dd που είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με το άρθρο 347 του περί Εταιρειών Νόμου και είναι ξεχωριστή νομική οντότητα από εκείνη της αιτήτριας και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι υπό τις περιστάσεις δεκτική προσβολής.
Η προδικαστική ένσταση είναι ανεδαφική. Η αιτήτρια Beogradska Banka ad εκ Βελιγραδίου αποτάθηκε στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου από την οποία αρμοδίως έλαβε άδεια με την οποία η εν λόγω τράπεζα απέκτησε δικαίωμα διεξαγωγής υπεράκτιων τραπεζικών εργασιών από την Κύπρο. Για το σκοπό αυτό η αλλοδαπή τράπεζα εγκαθίδρυσε τόπο εργασίας στην Κύπρο και όπως είχε υποχρέωση δυνάμει των προνοιών του άρθρου 347 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, παρέδωσε στον Εφορο Εταιρειών τα εταιρικά έγγραφα εγγραφής της στο εξωτερικό. Η υποχρέωση για παράδοση των εγγράφων με βάση το άρθρο 347 δεν δημιουργεί νέα νομική οντότητα, ξεχωριστή από την υπάρχουσα στο εξωτερικό
. και αυτό συνάγεται, συν τοις άλλοις και από τις πρόνοιες του άρθρου 346 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113.Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε παράνομα επειδή η Κεντρική Τράπεζα παρέλειψε να της δώσει προηγουμένως την ευκαιρία να ασκήσει το προβλεπόμενο από το άρθρο 43 του Περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 - Νόμος 158(1)/99, - δικαίωμα ακρόασης μολονότι, γνώριζε η Κεντρική Τράπεζα ότι η λήψη της επίδικης απόφασης θα έπληττε καίρια τα συμφέροντά της (αιτήτριας).
Το άρθρο 43 του Ν. 158(1)/99 αποτελεί κωδικοποίηση αναγνωρισμένων αρχών της φυσικής δικαιοσύνης τις οποίες εφαρμόζει το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου εδώ και πολλές δεκαετίες πριν τη θέσπιση του Νόμου 158(1)/99 γι΄ αυτό και η επί του προκειμένου νομολογία είναι πλούσια και άκρως διαφωτιστική. Το δικαίωμα ακρόασης του διοικούμενου πριν από την έκδοση δυσμενούς για τον ίδιο διοικητικής απόφασης, παρέχει στον επηρεαζόμενο τη δυνατότητα να
διατυπώσει τις απόψεις του επί θέματος για το οποίο, η μέλλουσα να εκδοθεί απόφαση της διοίκησης προβλέπεται ότι θα περιέχει ρύθμιση η οποία σχετίζεται ή συναρτάται με την υποκειμενική συμπεριφορά του διοικούμενου και θα επιφέρει ενδεχομένως θετική βλάβη στα δικαιώματα ή τα έννομα συμφέροντά του. Βλ. Μελέτης ν. Δημοκρατίας (1989) 3 ΑΑΔ 347 και Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Επ. Σπηλιωτόπουλου, 5η έκδ. σελ. 154-157.Προκύπτει από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ότι η Κεντρική Τράπεζα προέβη σε παραστάσεις προς την αιτήτρια με αντικείμενο τα προβλήματα που είχαν εντοπιστεί και που είχαν σχέση με τη λειτουργία και τη φερεγγυότητα της αλλοδαπής τράπεζας στην Κύπρο. Σχετικές είναι οι επιστολές της Κεντρικής Τράπεζας προς την αιτήτρια με ημερομηνία 13.9.
1999 και 11.10.1999 στις οποίες επισημαίνονται λειτουργικές αδυναμίες καθώς και περιπτώσεις αδυναμίας αποπληρωμής καταθέσεων πελατών της ξένης τράπεζας.Στις 5.4.2000 πραγματοποιήθηκε συνάντηση του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας κ. Α. Αυξεντίου με το Διευθυντή της αλλοδαπής τράπεζας στην Κύπρο κ. Slobodan Acimovic στην παρουσία του κ. Α. Φιλίππου της Κεντρικής Τράπεζας και του κ. Π. Ιωαννίδη, δικηγόρου της αιτήτριας. Κατά την εν λόγω συνάντηση διατυπώθηκαν οι ανησυχίες της Κεντρικής Τράπεζας για ό,τι αφορούσε την τρέχουσα ζοφερή οικονομική κατάσταση της Beogradska Banka και τους συνεπαγόμενους κινδύνους. Ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας αναφέρθηκε στην εκ του νόμου υποχρέωση που είχε η Κεντρική Τράπεζα για εξέταση θέματος ανάκλησης της άδειας της αιτήτριας ως του μόνου μέτρου που θα μπορούσε να ληφθεί υπό τις περιστάσεις. Ο κ. Acimovic εξέθεσε τις απόψεις του και προέβη σε παραστάσεις. Οι απόψεις και παραστάσεις του κ. Acimovic διατυπώθηκαν και γραπτώς με επιστολή της αιτήτριας προς την Κεντρική Τράπεζα ημερομηνίας 6.4.2000.
Είναι η θέση της Κεντρικής Τράπεζας ότι η αιτήτρια δεν έλαβε μέτρα προς βελτίωση της κατάστασης ούτε υπέβαλε μέχρι το τέλος Απριλίου 2000 τις εγκεκριμένες οικονομικές εκθέσεις για το 1999 ως είχε υποχρέωση δυνάμει των προνοιών του άρθρου 24(1) του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου του 1997 (Ν. 66(1)/97). Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι οι οικονομικές εκθέσεις για το 1999 υποβλήθηκαν την 31.5.2000.
Εκτιμώντας όλα τα πιο πάνω στοιχεία καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία για την αιτήτρια. Είχαν προηγηθεί παραστάσεις και υποδείξεις της Κεντρικής Τράπεζας προς την αιτήτρια χωρίς ωστόσο να σημειωθεί θετική μεταβολή. Το ενδεχόμενο ανάκλησης της άδειας διατυπώθηκε κατά τη συνάντηση του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας με τον Διευθυντή - Σύμβουλο της αιτήτριας κ. Acimovic. Κατά την εν λόγω συνάντηση ο κ. Acimovic είχε την ευκαιρία να ακουστεί και να διατυπώσει προφορικά τις απόψεις του και να προβεί σε παραστάσεις. Οι απόψεις και παραστάσεις του κ. Acimovic διατυπώθηκαν και γραπτώς με επιστολή του προς την Κεντρική Τράπεζα ημερομηνίας 6.4.2000 στην οποία φαίνεται καθαρά ότι η αιτήτρια γνώριζε πως η Κεντρική Τράπεζα μελετούσε σοβαρά το ενδεχόμενο τερματισμού της άδειας.
Ενόψει των ανωτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η αιτήτρια άσκησε το δικαίωμα της ακρόασης που προβλέπει το άρθρο 43 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν. 158(Ι)/99) και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της αιτήτριας δεν ευσταθούν.
Ο ισχυρισμός της αιτήτριας ότι η απόφαση για ανάκληση της άδειας ήταν προειλημμένη δεν ευσταθεί. Η φράση "......... και, ως εκ τούτου, η Κεντρική Τράπεζα έχει πάρει την κατ΄ αρχήν απόφαση όπως ανακαλέσει την τραπεζική άδεια της Beogradska Banka dd" η οποία περιέχεται στην επιστολή του κ. Αυξεντίου ημερομηνίας 15.3.2000 προς τον Υπουργό Οικονομικών δεν αποδεικνύει αφ΄ εαυτής ότι η απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας για ανάκληση της άδειας ήταν οριστική. Η κατ΄ αρχήν απόφαση για ανάκληση της άδειας μπορούσε να ανατραπεί αν ο Υπουργός διατύπωνε άλλη άποψη ή
αν η αιτήτρια τράπεζα κατά τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 5.4.2000 ήταν σε θέση να προτείνει ο,τιδήποτε που θα μπορούσε να ανατρέψει την σε βάρος της κατάσταση.Η Beogradska Banka ad ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατά πλάνη περί το νόμο και τα πράγματα ή/και είναι το αποτέλεσμα της απουσίας οποιασδήποτε ή/και της πρέπουσας έρευνας. Για το θέμα τούτο, η θέση της αιτήτριας είναι ότι η Κεντρική Τράπεζα απέδωσε υπέρμετρη βαρύτητα στην έκθεση των ελεγκτών για το οικονομικό έτος 1998 και ιδιαιτέρως στην αδυναμία των ελεγκτών να εκφράσουν γνώμη για το κατά πόσο οι οικονομικές καταστάσεις της Beogradska Banka dd στην Κύπρο έδιδαν αληθή και δίκαιη εικόνα των υποθέσεών της. Ισχυρίζεται συναφώς η αιτήτρια ότι η αδυναμία των ελεγκτών να εκφράσουν γνώμη ως ανωτέρω αναφέρεται, έπρεπε να γινόταν κατανοητή εφόσον αυτή η αδυναμία, οφειλόταν στην ανωμαλία και τα γενικότερα προβλήματα που επέφεραν οι πολεμικές επιχειρήσεις εκείνης της περιόδου στη Γιουγκοσλαβία και που είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία αμφιβολιών για την έκταση του επηρεασμού που θα είχαν στις εργασίες της αιτήτριας και των πελατών της.
Η αιτήτρια εισηγείται πως η μη έκφραση γνώμης από τους ελεγκτές, ιδιαίτερα όταν λέγουν πως λόγω των εξαιρετικών περιστάσεων δεν ήταν σε θέση να συγκεντρώσουν τα στοιχεία που θεωρούσαν αναγκαία, είναι ακατανόητο να ερμηνεύεται από την Κεντρική Τράπεζα ότι υποδηλώνει αφερεγγυότητα και ότι συνιστά "έμμεση παραδοχή" τέτοιας αφερεγγυότητας.
Η αιτήτρια επικαλείται την έκθεση των ελεγκτών για το οικονομικό έτος 1999 όπου οι ελεγκτές διατυπώνουν ανεπιφύλακτη γνώμη για ό,τι αφορά την ικανότητα κλπ της αιτήτριας και εισηγούνται ότι με την εν λόγω έκθεση εκθεμελιώνεται το υπόβαθρο των παρωχημένων γεγονότων για το έτος 1998.
Εδώ, σ΄αυτό το σημείο, πρέπει να υπενθυμίσω ότι η έκθεση των ελεγκτών για το έτος 1999 υποβλήθηκε την 31.5.2000 δηλαδή, εκπροθέσμως και σε χρόνο μεταγενέστερο της λήψης της προσβαλλόμενης απόφασης. Και εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση είναι προγενέστερη της υποβολής της έκθεσης των ελεγκτών για το 1999 δεν είναι νοητό να αναπτύσσεται επιχειρηματολογία εναντίον του κύρους της προσβαλλόμενης απόφασης με αναφορά στο περιεχόμενο έκθεσης η οποία δεν ήταν ενώπιον της Κεντρικής Τράπεζας κατά το χρόνο που λήφθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Το παράπονο της αιτήτριας ότι η Κεντρική Τράπεζα προχώρησε στη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης χωρίς να αναμένει την υποβολή της έκθεσης των ελεγκτών για το 1999, όπως διαβεβαίωσε με την επιστολή της (ημερ. 6.12.1999) προς την αιτήτρια, έχω τη γνώμη πως δεν ευσταθεί ενόψει του γεγονότος ότι η υποβολή της έκθεσης δεν έγινε εντός της προθεσμίας που προβλέπει ο νόμος ενώ η επίδικη απόφαση λήφθηκε μετά από τη λήξη αυτής της προθεσμίας. Φαίνεται, με άλλα λόγια, πως η Κεντρική Τράπεζα προχώρησε στη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης αφού εξαντλήθηκαν και τα χρονικά περιθώρια υποβολής της έκθεσης των ελεγκτών για το 1999 και συνεπώς η αιτήτρια δεν πρέπει να επικαλείται τη δική της παράλειψη για να αντλήσει από αυτή όφελος. Η κρίση επομένως για τη νομιμότητα και το κύρος της προσβαλλόμενης απόφασης δεν πρέπει να συνδέεται με το περιεχόμενο της έκθεσης για το 1999 γιατί αυτή η έκθεση είναι στοιχείο το οποίο, για τους λόγους που έχουν εκτεθεί και για τους οποίους δεν ευθύνεται η Κεντρική Τράπεζα δεν ήταν ενώπιον της κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο ισχυρισμός περί απουσίας οποιασδήποτε ή και της πρέπουσας έρευνας είναι ανεδαφικός. Προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι η Κεντρική Τράπεζα προτού αχθεί στη λήψη της επίδικης απόφασης, μελέτησε τις εκθέσεις των ελεγκτών, τα στοιχεία και τις πληροφορίες που στο μεταξύ είχαν συγκεντρωθεί και αφού συνεκτίμησε τα εν λόγω στοιχεία κλπ στο σύνολό τους και στάθμισε τους πιθανούς κινδύνους, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρχε μειωμένη ικανότητα της ξένης τράπεζας για έγκαιρη αντιμετώπιση των τρεχουσών υποχρεώσεών της προς τους πιστωτές της. Διαπιστώθηκε συνάμα, η ανάγκη για προστασία του καλού ονόματος της Κύπρου ως ευϋπόληπτου χρηματοοικονομικού κέντρου ενόψει του ορατού κινδύνου περαιτέρω οικονομικής διολίσθησης της ξένης τράπεζας. Η
απόφαση λοιπόν της Κεντρικής Τράπεζας για ανάκληση της άδειας ύστερα από έρευνα ουσιωδών στοιχείων αναφορικά με τη λειτουργία και τη διεξαγωγή των εργασιών της αλλοδαπής τράπεζας από την Κύπρο καθώς και της προοπτικής αντιμετώπισης των υφιστάμενων δυσκολιών σε συνάρτηση προς την ανάγκη προστασίας γενικά του δημοσίου συμφέροντος.Η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ως εκ της παραλείψεως της Κεντρικής Τράπεζας να διευθετήσει συνάντηση με τους ελεγκτές της (αιτήτριας), κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 28
* του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου του 1997, είναι ένοχη παραβίασης νομίμου καθήκοντος. Εχω τη γνώμη πως η όποια παράλειψη, που ενδεχομένως θα μπορούσε να αποδοθεί στην Κεντρική Τράπεζα για μη συμμόρφωση/εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 28 του Νόμου δεν άπτεται του υπό κρίση θέματος. Η νομιμότητα της επίδικης απόφασης δεν επηρεάζεται από το αν και κατά πόσο η Κεντρική Τράπεζα υπήρξε ή όχι συνεπής προς τις πρόνοιες του άρθρου 28 του Νόμου. Η Κεντρική Τράπεζα παρέσχε στην αιτήτρια την ευκαιρία να εκθέσει τις απόψεις της οι οποίες συνεκτιμήθηκαν μαζί με όλους τους παράγοντες και στοιχεία που η Κεντρική Τράπεζα είχε ενώπιόν της.Ο ισχυρισμός ότι η επίδικη διοικητική πράξη στερείται επαρκούς και/ή νόμιμης αιτιολογίας επίσης δεν ευσταθεί. Οι λόγοι ανάκλησης εντοπίζονται στην επιστολή του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 3.5.2000 (ανωτέρω) με την οποία κοινοποιείται το έγγραφο της ανάκλησης στην αιτήτρια. Αυτοί οι λόγοι, σε συνάρτηση προς τις διατάξεις του Νόμου που αναφέρονται στο έγγραφο της ανάκλησης καθώς και προς το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, συνθέτουν σαφή και επαρκή αιτιολογία της επίδικης απόφασης.
Σαφώς προκύπτει από το σύνολο των στοιχείων που έχω ενώπιόν μου ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε ύστερα από ενδελεχή εκτίμηση ουσιωδών στοιχείων και παραγόντων και κατόπιν στάθμισης των συμφερόντων της αιτήτριας τράπεζας από τη μια και του συμφέροντος των συναλλασσομένων με αυτή προσώπων καθώς και του γενικού δημόσιου συμφέροντος από την άλλη. Δεν έχουν τεθεί ενώπιό μου απτά στοιχεία τα οποία να υποστηρίζουν τον ισχυρισμό της αιτήτριας ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε για αλλότριους σκοπούς ή ότι είναι το αποτέλεσμα εξωγενών πιέσεων. Η απλή υποψία χωρίς την ύπαρξη σοβαρών και απτών στοιχείων δεν μπορεί να θεμελιώσει ακυρότητα. Αποφαίνομαι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εύλογα επιτρεπτή και βρίσκεται εντός των πλαισίων της νομιμότητας.
Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
B>
Α. Κραμβής,Δ.
ΣΦ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο