Χριστόφορου Αβραάμ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, Υπόθεση αρ. 895/00, 3 Ιουνίου, 2002
print
Τίτλος:
Χριστόφορου Αβραάμ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, Υπόθεση αρ. 895/00, 3 Ιουνίου, 2002
Χριστόφορου Αβραάμ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, Υπόθεση αρ. 895/00, 3 Ιουνίου, 2002 Χριστόφορου Αβραάμ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, Υπόθεση αρ. 895/00, 3 Ιουνίου, 2002

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

 

Υπόθεση αρ. 895/00

 

ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. ΝΙΚΗΤΑ, Δ.

Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ -

Χριστόφορου Αβραάμ

Αιτητή

- και -

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω

Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας

Καθής η αίτηση

-----------------------

Ημερομηνία: 3 Ιουνίου, 2002

Για τον αιτητή: Τ. Παπαδόπουλος

Για την καθής η αίτηση: Ε. Αντωνίου, Δικηγόρος της

Δημοκρατία ς

Για το ενδιαφερόμενο μέρος (Ε.Μ.): Α.Σ. Αγγελίδης

----------------------

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή του αυτή ο αιτητής ζητά την ακύρωση της προαγωγής της Σοφίας Κυριακίδου (Ε.Μ.) στη μόνιμη θέση Προϊστάμενης Διεύθυνσης και Ανάπτυξης Νοσηλευτικού Προσωπικού στο Υπουργείο Υγείας. Η προσβαλλόμενη πράξη δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της 27/4/2000. Το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε, στις συνεκδικασθείσες προσφυγές με αρ. 57/97, 124/97, 129/97 και 256/97, την απόφαση της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, ημερ. 7/11/96, που αφορούσε την από 1/2/94 αναδρομική προαγωγή του Ε.Μ. στην επίδικη θέση.

Ο λόγος ακύρωσης ήταν ότι στη διαδικασία επανεξέτασης παρακάμφθηκε η Συμβουλευτική Επιτροπή (Σ.Ε.), κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρ. 34(6) του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου του 1990 (αρ. 1/90), όπως τροποποιήθηκε. (βλ. απόφαση Ολομέλειας στην προσφ. 376/97 Χρύσα Τζιακούρη Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας ημερ. 31/3/99). Γιαυτό και κατά τη νέα επανεξέταση συστάθηκε η Σ.Ε. η οποία, με βάση το νομικό και πραγματικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, ετοίμασε την προβλεπόμενη έκθεση.

Η Επιτροπή υιοθέτησε τα πορίσματα της έκθεσης που της διαβιβάστηκε. Και στις 14/2/00 επανεξέτασε το θέμα πλήρωσης της επίδικης θέσης. Στη συνεδρίαση κλήθηκε ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Υγείας για να υποβάλει σύσταση στο πλαίσιο του προϋπάρχοντος, κατά τον κρίσιμο χρόνο, καθεστώτος. Ο τελευταίος πρότεινε το Ε.Μ. για προαγωγή γιατί, κατά τη γνώμη του, υπερείχε των ανθυποψηφίων της για τους λόγους που καταγράφονται στο πρακτικό της απόφασης.

Ένας από τους κύριους λόγους προσβολής της προαγωγής είναι η σύσταση του Γενικού Διευθυντή υπέρ του Ε.Μ. Θα σταθώ όμως πρώτα μπροστά στον ισχυρισμό του αιτητή ότι η Επιτροπή, εκτιμώντας την αξία των υποψηφίων (συγκεκριμένα των δύο που ενδιαφέρουν εδώ), όπως παριστάνεται στις υπηρεσιακές εκθέσεις, υπέπεσε σε πλάνη περί τα πράγματα. Η πλάνη αυτή, κατά την εισήγηση, υποσκάπτει το κύρος της επίδικης απόφασης, με αποτέλεσμα να υπόκειται σε ακύρωση.

Για την έρευνα του ζητήματος επιβάλλεται να ανατρέξουμε στους πίνακες της Σ.Ε., στους οποίους στήριξε την έκθεση της. Ο πίνακας ΙV (παράρτημα 4 της ένστασης) απεικονίζει την πραγματική εικόνα της αξίας των υποψηφίων. Το Ε.Μ. έχει βαθμολογία, για την περίοδο 1985-1991, 52 Εξαίρετα και 24 Πολύ Ικανοποιητικά. Ο αιτητής υπερέχει του Ε.Μ. κατά 11 Εξαίρετα. Η αντίστοιχη βαθμολογία του για την ίδια περίοδο είναι 63 Εξαίρετα και 13 Πολύ Ικανοποιητικά (για διευκόλυνση σημειώνω ότι ο αιτητής και το Ε.Μ. είναι 2ος και 4η αντίστοιχα στον πίνακα κατάταξης).

Όμως το παράρτημα VI, που κατήρτισε η ίδια η Σ.Ε., δίνει λανθασμένα τη βαθμολογία του Ε.Μ. Αναφέρει:

Κυριακίδου Σοφία

Πληροί τα απαιτούμενα προσόντα της Σημείωσης 1(α) και (β) του Σχεδίου Υπηρεσίας. Στις Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις για τα έτη 1985 μέχρι 1991 αξιολογήθηκε με το γενικό βαθμό του “Εξαίρετου” (Επί συνόλου 76 πήρε 62 “Εξαίρετος” και 14 “Λίαν Καλώς”).......”

Επιλέγοντας το Ε.Μ., η Επιτροπή προέβη σε σύγκριση των δύο και παρατήρησε:

“Επιλέγοντας την Κυριακίδου, η Επιτροπή έλαβε υπόψη ότι ο υποψήφιος Αβραάμ υπερείχε της Κυριακίδου σε αρχαιότητα, υπό το φως όμως του επιπέδου και των απαιτήσεων της θέσης, η Επιτροπή απέδωσε περιορισμένο βάρος στο στοιχείο αυτό. Στην αξία, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις ετήσιες αξιολογήσεις οι δύο υποψήφιοι είναι περίπου ίσοι με οριακή υπεροχή του Αβραάμ. Στα προσόντα υπερέχει πολύ οριακά η Κυριακίδου. Περιπλέον, η Κυριακίδου έχει περισσότερες εμπειρίες στο διεθνή χώρο, έχει υπέρ της τη σύσταση του Γενικού Διευθυντή και σε μια συνεκτίμηση όλων των ενώπιον της στοιχείων, η Επιτροπή έκρινε ότι η Κυριακίδου γενικά υπερέχει.”

Η εισήγηση της δικηγόρου της Δημοκρατίας είναι ότι εφόσο ενώπιον της Επιτροπής (Ε.Δ.Υ.) ήταν και ο σωστός Πίνακας, με την ακριβή βαθμολογία, η τελευταία ήταν προφανώς ενήμερη του λάθους, που υπό τις συνθήκες δεν μπορεί να έχει συνέπειες.

Είναι χρήσιμο στο σημείο αυτό να θυμηθούμε τα βασικά γεγονότα στην υπόθεση Νιόβη Παπαϊωάννου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1991) 3 Α.Α.Δ. 713. Εκεί η αληθινή βαθμολογία, όπως διαπιστώθηκε αρμοδίως, ήταν 38. Αφορούσε δε το τελευταίο προ των προαγωγών έτος. Από λάθος όμως σημειώθηκε ότι η βαθμολογία ήταν 37. Κρίθηκε ανενδοίαστα ότι, παρά τη μικρή διαφορά, η Επιτροπή ενήργησε κάτω από πλάνη ως προς τη βαθμολογία. Το περαιτέρω ερώτημα ήταν αν η πλάνη αυτή είχε αντίκτυπο στο κύρος της απόφασης.

Υποβλήθηκε ότι σε παρόμοια υπόθεση κρίθηκε ότι και αν λαμβανόταν υπόψη η διορθωμένη βαθμολογία, η εφεσείουσα θα ήταν μόνο ελάχιστα καλύτερη σε σύγκριση με δύο από τα Ε.Μ. Τούτο όμως δεν την καθιστούσε έκδηλα καλύτερη σε βαθμό που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακύρωση των προαγωγών. Απορρίπτοντας την εισήγηση αυτή, η Ολομέλεια έθεσε τις ρεαλιστικές παραμέτρους εξέτασης του θέματος:

“Στην υπόθεση Papaioannou v. Republic, όπου εξετάστηκε ακριβώς όμοιο θέμα εσφαλμένης βαθμολογίας, και με την εφεσείουσα να είναι η αιτήτρια στην υπόθεση εκείνη, αποφασίστηκε πως και αν λαμβανόταν υπόψη η βαθμολογία της όπως διορθώθηκε, θα ήταν μόνο ελάχιστα καλύτερη σε σύγκριση με δύο από τα ενδιαφερόμενα μέρη πράγμα που δεν θα ήταν αρκετό από μόνο του για να την καταστήσει έκδηλα ανώτερη και να οδηγήσει σε ακύρωση των προαγωγών. Πάνω σ’ αυτή την γραμμή κινήθηκε και η επιχειρηματολογία του δικηγόρου των εφεσιβλήτων.

Με όλο το σεβασμό δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με αυτή την προσέγγιση. Το ερώτημα δεν είναι αν η εφεσείουσα, έχοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων όπως αποκρυσταλλώθηκαν, είναι ή όχι έκδηλα ανώτερη. Αυτού του είδους η σύγκριση προϋποθέτει πράξη κατά τα άλλα νόμιμη. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι το κατά πόσο βλέποντας τα πράγματα εκ των υστέρων, δικαιολογούμαστε να σχηματίσουμε τη μια ή την άλλη γνώμη ως προς την αξία των υποψηφίων. Είναι το κατά πόσο το βάθρο της κρίσης του προάγοντος οργάνου ως προς το ποιός είναι ο καταλληλότερος, αφαιρείται εξαιτίας της πλάνης. Επέρχεται όμως αυτό το αποτέλεσμα μόνο αν η πλάνη ήταν ουσιώδης. Στο έργο της αποτίμησης της σημασίας της πλάνης το κριτήριο δεν είναι το κατά πόσο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το διοικητικό όργανο θα αποφάσιζε έτσι ή διαφορετικά αν είχε ενώπιον του την πραγματική και όχι τη λανθασμένη εικόνα των πραγμάτων. Ένα τέτοιο εγχείρημα, πέρα από το ότι θα ήταν εντελώς υποθετικό, θα σήμαινε και σχηματισμό πρωτογενούς κρίσης από το δικαστήριο ως προς το ποιός μεταξύ των υποψηφίων ήταν ή θα έπρεπε να θεωρηθεί ως ο καταλληλότερος για προαγωγή, που δεν είναι έργο δικό του.

Το ορθό κριτήριο είναι άλλο και είναι εντελώς σταθερό. Τίθεται θέμα τέτοιας παρανομίας όταν η πλάνη επηρέασε την απόφαση του οργάνου. Το πότε ορισμένη πλάνη θεωρείται ότι επηρέασε την απόφαση δεν είναι δυνατό, βέβαια, να προκαθοριστεί. Εξαρτάται από τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης. Στην παρούσα υπόθεση η ίδια η Επιτροπή δήλωσε απερίφραστα στην απόφαση της και μάλιστα με δυνατή διατύπωση, ότι επηρεάστηκε από τη βαθμολογία των υποψηφίων. Η βαθμολογία εμφανίζεται εδώ ως το δεσπόζον κριτήριο. Η απόφαση της Επιτροπής επηρεάστηκε από πλάνη περί τα πράγματα.”

Ως προς την απόδειξη πλάνης επαναλαμβάνω όσα ανέφερα στην προσφ. 903/99 Δ. Χαραλαμπίδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 10/4/01:

“Παρατηρώ ότι υπάρχει τεκμήριο κατά της πλάνης. Έτσι, το βάρος απόδειξης έχει ο επικαλούμενος την πλάνη διάδικος. Ο Μιχ. Δ. Στασινόπουλος “Δίκαιο των Διοικητικών Διαφορών” έκδοση 4η (1974) στη σελ. 222 αναφέρει ότι:

“η νομολογία δημιουργεί τεκμήριον κατά της πλάνης, ήτοι τεκμήριον υπέρ της ορθής εξακριβώσεως των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους των διοικητικών οργάνων, εκ μέρους των οποίων η αντικειμενική εξακρίβωση των πραγμάτων θεωρείται ορθή, μέχρις ότου ο διάδικος κατορθώσει να αποδείξει το εσφαλμένον αυτής.”

Ο λόγος περί πλάνης είναι βάσιμος εφόσο προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου. Όντως υπήρχε ενώπιον της Επιτροπής και ο κατάλογος με τα αληθινά στοιχεία. Όμως το λάθος, ανεξαρτήτως προθέσεων, σμίκρυνε τη διαφορά σε 1 μόνο “Εξαίρετα”. Η διαφορά κατάντησε να είναι μηδαμινή και θα μπορούσε, αν αυτό ήταν σωστό, να χαρακτηρισθεί “οριακή” από την Ε.Δ.Υ. Ο χαρακτηρισμός αυτός ενισχύει την ύπαρξη πλάνης. Αν πάλιν η διαφορά των 11 “Εξαίρετα” θεωρήθηκε αφευτής “οριακή”, θα τη θεωρούσα πεπλανημένη εκτίμηση από μέρους της Ε.Δ.Υ. Η πλάνη είχε ουσιαστικό χαρακτήρα και αναμφίβολα επέδρασε στην τελική κρίση ή εύλογα μπορεί να πιθανολογηθεί ότι είχε τέτοιο αποτέλεσμα.

Η επίδικη απόφαση ακυρώνεται για πλάνη και έλλειψη δέουσας έρευνας. Γιαυτό δε θα επεκταθώ, παρόλο που διαμόρφωσα άποψη, στους άλλους λόγους ακύρωσης. Τα έξοδα εναντίον της Δημοκρατίας.

 

Σ. Νικήτας, Δ.

 

 

 

/Κασ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο