RAMESH JULIAN κ.α. ν. ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ κ.α., Υπόθεση Αρ. 1104/2011, 9/9/2015
print
Τίτλος:
RAMESH JULIAN κ.α. ν. ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ κ.α., Υπόθεση Αρ. 1104/2011, 9/9/2015
Παραπομπή:
ECLI:CY:AD:2015:D580

ECLI:CY:AD:2015:D580

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

                                                              Υπόθεση  Αρ. 1104/2011

                                                

9 Σεπτεμβρίου, 2015

 

[ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΗΣ]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

METΑΞΥ:

 

RAMESH JULIAN ΚΑΙ GLORY JEAN MARTIN,

                                                                                          Αιτητών

 

και

 

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

1.    ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ

2.    ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ

ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ/Η ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ

ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

3.    ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ

                                        Καθ΄ων η αίτηση

______

 

Ν. Γεωργιάδου (κα) για κ. Μιχ. Παρασκευά, για την αιτήτρια 

Δ. Παπαμιλτιάδους (κα), για τους καθ΄ ων η αίτηση

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

 

     ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ.:  Οι αιτητές της παρούσας προσφυγής αποβλέπουν σε ακύρωση της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων ημερ. 30.5.11, με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική προσφυγή τους για διεθνή προστασία δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (Ν.6(1)/2000, στο εξής ο Νόμος).

 

     Το ιστορικό και τα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν την υπόθεση έχουν σε συντομία ως ακολούθως:-

 

     Οι αιτητές είναι σύζυγοι, κατάγονται από τη Σρι Λάνκα, ανήκουν στην εθνότητα των Ταμίλ και αφίχθηκαν νόμιμα στην Κύπρο το 2000.  Ο μεν Ramesh στις 21.2.00 ως φοιτητής, η δε σύζυγος του Glory με το πρώτο τους παιδί ως επισκέπτρια στις 3.8.00.  Έκτοτε δε απέκτησαν στην Κύπρο ακόμη δύο παιδιά, εκ των οποίων το πρώτο γεννήθηκε τον Αύγουστο του 2003 και το δεύτερο τον Ιούλιο του 2004.

     Δύο και πλέον χρόνια μετά την άφιξη τους στην Κύπρο υπέβαλαν αίτηση στην Υπάτη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR) για παραχώρηση του καθεστώτος του πρόσφυγα, η οποία όμως απορρίφθηκε στις 19.11.2003 και το ίδιο αποτέλεσμα είχε και η έφεση τους για επανεξέταση του αιτήματος τους.  Ο στόχος τους όμως να αναγνωριστούν πρόσφυγες δεν εγκαταλείφθηκε.  Έξι περίπου χρόνια μετά, στις 14.7.09, υπέβαλαν αίτηση στην Υπηρεσία Ασύλου και στη συνέντευξη που κλήθηκαν, στις 27.7.09, ισχυρίστηκαν - μεταξύ άλλων – ότι ως μέλη της εθνότητας των Ταμίλ εγκατέλειψαν τη χώρα τους λόγω του φυλετικού πολέμου, της παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους, της αδυναμίας τους να εξασφαλίσουν εργασία λόγω της φυλετικής τους καταγωγής και ότι σε περίπτωση επιστροφής τους στη Σρι Λάνκα θα δημιουργούνταν προβλήματα στα παιδιά τους που φοιτούσαν ήδη σε ελληνικό σχολείο και είχαν δημιουργήσει στην Κύπρο κοινωνικές επαφές και φιλίες και δεν έχουν γνωρίσει άλλη πατρίδα.  Περαιτέρω, ο εκ των αιτητών Ramesh ισχυρίστηκε ότι το 1990, σε ηλικία (τότε) 14 ετών, είχε βοηθήσει τους αντάρτες Tamil Tigers και για το λόγο αυτό είχε συλληφθεί, αλλά μετά από δύο ημέρες αφέθη ελεύθερος.  Ισχυρίστηκε επίσης ότι τα προβλήματα με τους Tamil άρχισαν πριν 30 χρόνια, αλλά δεν απάντησε στο ερώτημα γιατί δεν εγκατέλειψε τη χώρα του ενωρίτερα.  Σ΄ ότι δε αφορά τη σύζυγο του, αυτή ισχυρίστηκε ότι δεν είχε καμιά ανάμειξη στις δραστηριότητες των Τamil, ούτε ανήκε σε οποιαδήποτε πολιτική ή άλλη ομάδα.

 

     Με την ολοκλήρωση της συνέντευξης των αιτητών ετοιμάστηκε από τον αρμόδιο λειτουργό έκθεση με εισήγηση για απόρριψη του αιτήματος τους, η οποία έγινε αποδεκτή από τον προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ως η απόφαση του ημερ. 26.10.10.

 

     Οι αιτητές αντέδρασαν στην απόρριψη της αίτησης τους με διοικητική προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων ημερ. 30.5.11 που επιδόθηκε στους αιτητές την επομένη, με αποτέλεσμα την καταχώριση, στις 16.8.11, της παρούσας προσφυγής.  Τρεις μήνες όμως μετά, στις 29.11.11, ο Ramesh απεβίωσε, αλλά το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει τη διαδικασία εφόσον η σύζυγος του (η αιτήτρια Glory Jean Martin) και τα παιδιά τους έχουν άμεσο και προσωπικό έννομο συμφέρον στην εκδίκαση της προσφυγής (βλ. Σωτηριάδου, ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Α. Σωτηριάδη ν. Δημοκρατίας (1992) 3 Α.Α.Δ. 327 και Κλεόπα ν. Θ.Ο.Κ. (1998) 4(Α) Α.Α.Δ. 23).

 

     Έχοντας σκιαγραφήσει το ιστορικό της διαδικασίας, εγείρεται ως πρώτο ζήτημα κατά πόσο η προσφυγή καταχωρίστηκε μέσα στην προθεσμία των 75 ημερών που προβλέπεται από το άρθρο 146 του Συντάγματος εφόσον, οι αιτητές, έλαβαν γνώση της προσβαλλόμενης απόφασης 77 ημέρες πριν την καταχώριση της προσφυγής.  Λαμβανομένου όμως υπόψη ότι σύμφωνα με το άρθρο 31(β) του περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ.1, η 14η και η 15η Αυγούστου 2001 είναι εξαιρετέες ημέρες (Κυριακή και εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου), θεωρώ ότι αυτές δεν υπολογίζονται και ενόψει τούτου κρίνω ότι η προσφυγή έχει καταχωριστεί εμπρόθεσμα (βλ. Ηoly See of Kitium v. Municipal Council of Limassol, 1 R.S.C.C. 15, Hadjisavva and Another v. Republic (1967) 3 C.L.R. 155, Φωτιάδης κ.α. ν. Θ.Ο.Κ. κ.α. (1990) 3(Γ) Α.Α.Δ. 2079).

     Τα παράπονα των αιτητών, όπως αυτά προκύπτουν από τις αγορεύσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου τους (αρχική και απαντητική), περιστρέφονται βασικά γύρω από την κανονικότητα της συνέντευξης που έδωσαν στις 27.9.09.  Συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι (α) η διερμηνέας που χρησιμοποιήθηκε στη συνέντευξη ανήκε στη φυλή των Συνχαλίστ, η οποία βρίσκεται σε σύγκρουση με τη δική τους φυλή Ταμίλ, γεγονός που ανάγκασε τον (αποβιώσαντα) Ramesh να είναι πολύ επιφυλακτικός και να μην εκφράζεται ελεύθερα, (β) η διαδικασία θα έπρεπε να γίνει στη μητρική τους γλώσσα των Ταμίλ, (γ)  ο χρόνος των 60 λεπτών που διήρκησε η συνέντευξη ήταν ανεπαρκής και στερήθηκαν της ευκαιρίας να υποστηρίξουν επαρκώς την αίτηση τους, (δ) ο προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου, κατά παράβαση των άρθρων 17(1)(β) και 18(3) του Νόμου, δεν άντλησε καθοδήγηση από το «Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια για τον Προσδιορισμό της Ιδιότητας του Πρόσφυγα» της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών, για αξιολόγηση των φόβων που εξέφρασαν στην περίπτωση επαναπατρισμού τους στη Σρι Λάνκα και (ε) η όλη διαδικασία, όπως διεξήχθη στην περίπτωσή τους, δεν πληροί τα κριτήρια του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) για αποτελεσματική πρόσβαση ενώπιον εθνικής αρχής.

 

     Οι καθ΄ ων η αίτηση, απορρίπτοντας τις αιτιάσεις των αιτητών, αντιτείνουν ότι αυτές εγείρονται με ασάφεια και γενικότητα και δεν συνδέονται με τα γεγονότα της υπόθεσης.  Προβάλλουν συγκεκριμένα ότι, σ΄ ό,τι αφορά (α) το χρόνο της συνέντευξης, ότι στον αιτητή Ramesh δόθηκε χρόνος 60 λεπτών και στη σύζυγό του 50 και οι ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν κάλυψαν τόσο τον πυρήνα του αιτήματος τους όσο και τα επιμέρους ειδικότερα θέματα και, υπό τις περιστάσεις, ο χρόνος αυτός ήταν αρκετός για να υποστηρίξουν το αίτημα τους, (β) τη γλώσσα της συνέντευξης, ο Ramesh είχε ζητήσει όπως η συνέντευξη γίνει στην αγγλική γλώσσα και η παρουσία της διερμηνέας ήταν καθ΄ υπόδειξη της αρμόδιας λειτουργού, οι δε αιτητές επιβεβαίωσαν ενυπογράφως ότι όσα καταγράφηκαν κατ΄ αυτή ήταν ορθά, (γ) το προαναφερθέν Εγχειρίδιο της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών, ότι παρόλο που η χρήση του δεν είναι υποχρεωτική εντούτοις ο προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου το ακολούθησε πλήρως τόσο κατά τη διαδικασία της συνέντευξης όσο και κατά το στάδιο της λήψης της απόφασης του και, εν κατακλείδι, (δ) οι αιτητές, στη βάση των στοιχείων του πρακτικού των συνεντεύξεων και τις αντίστοιχες παρατηρήσεις της αρμόδιας λειτουργού κατά την αξιολόγηση των στοιχείων αυτών, απέτυχαν να τεκμηριώσουν την ύπαρξη πραγματικού κινδύνου επί του οποίου θα μπορούσε να θεμελιωθεί το απαιτούμενο στοιχείο του φόβου δίωξης τους σε περίπτωση επαναπροώθησης στη χώρα τους και ενόψει τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αρκούντος αιτιολογημένη.

 

     Έχω εξετάσει τις εκατέρωθεν θέσεις, οι οποίες εγείρουν ζήτημα κατά πόσο η διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά την συνέντευξη των αιτητών ανταποκρίνεται στις πρόνοιες του άρθρου 18 του Νόμου που έχει ως ακολούθως:-

 

«18.(1) Κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε προσωπικής συνέντευξης πραγματοποιείται με τον αιτητή, στα πλαίσια είτε της ταχύρυθμης είτε της κανονικής διαδικασίας εξέτασης αιτήσεων, κανένα πρόσωπο πλην του αιτητή, του δικηγόρου ή του νομικού του συμβούλου, του αρμόδιου λειτουργού, του κηδεμόνα ανηλίκου και του αναγκαίου διερμηνέα δύναται να παρευρίσκεται, εκτός εάν άλλως ζητήσει ο ίδιος ο αιτητής.

(2) Κατά την υποβολή της αίτησης, παρέχονται στον αιτητή δωρεάν υπηρεσίες διερμηνέα, όπου αυτό είναι αναγκαίο, και για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου θεωρείται ότι αυτό είναι πάντοτε αναγκαίο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η Υπηρεσία Ασύλου καλεί τον αιτητή σε προσωπική συνέντευξη και δεν είναι δυνατή η απαραίτητη επικοινωνία χωρίς τις υπηρεσίες αυτές.

(2Α) Ο αρμόδιος λειτουργός, που διεξάγει προσωπική συνέντευξη σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο,  συντάσσει γραπτή έκθεση η οποία περιλαμβάνει τις βασικές πληροφορίες σχετικά με την αίτηση, όπως τις παρέθεσε ο αιτητής σύμφωνα με το άρθρο 16.

(2Β)(α) Μετά την έκδοση απόφασης του Προϊσταμένου επί της αίτησης, η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά ώστε ο αιτητής να έχει πρόσβαση στην έκθεση για την προσωπική συνέντευξη, για να μπορέσει να προετοιμασθεί και να ασκηθεί σε εύθετο χρόνο, κατά της τυχόν απορριπτικής απόφασης του Προϊστάμενου, διοικητική προσφυγή ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής δυνάμει του άρθρου 28Ε του παρόντος Νόμου ή προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.

(β) Η Υπηρεσία Ασύλου παρέχει στον αιτητή πρόσβαση στην έκθεση για την προσωπική συνέντευξη σύμφωνα με την παράγραφο (α) -

(i) μέσα σε πέντε εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης του Προϊστάμενου στον αιτητή ή στο δικηγόρο ή νομικό σύμβουλο που τον εκπροσωπεί νόμιμα, σε περίπτωση που η αίτηση του αιτητή εξετάστηκε με την ταχύρρυθμη διαδικασία εξέτασης αιτήσεων του άρθρου 12Δ, ή

(ii) μέσα σε δέκα εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης του Προϊσταμένου στον αιτητή ή στο δικηγόρο ή νομικό σύμβουλο που τον εκπροσωπεί νόμιμα, σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση από την αναφερόμενη στην υποπαράγραφο (i).

(2Γ) Τα εδάφια (2Α) και (2Β) εφαρμόζονται επί της συνάντησης που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 13Α, τηρουμένων των αναλογιών.

(3) Η αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας γίνεται σε εξατομικευμένη, βάση αντικειμενικά και αμερόληπτα, και περιλαμβάνει τη συνεκτίμηση:

(α) όλων των σχετικών  με την αίτηση στοιχείων που σχετίζονται με τη χώρα καταγωγής κατά το χρόνο λήψης απόφασης, συμπεριλαμβανομένων των νόμων και των κανονισμών στη χώρα καταγωγής και του τρόπου εφαρμογής τους,

(β) των συναφών δηλώσεων και εγγράφων που υπέβαλε ο αιτητής, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων σχετικά με το εάν ο αιτητής έχει ήδη ή ενδέχεται να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη,

(γ) την ατομική κατάσταση και τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, συμπεριλαμβανομένων παραγόντων όπως το προσωπικό ιστορικό, το φύλο και η ηλικία, ούτως ώστε να εκτιμηθεί εάν, βάσει των προσωπικών περιστάσεων του αιτητή, οι συνθήκες στις οποίες έχει ήδη ή θα μπορούσε να εκτεθεί ισοδυναμούν με δίωξη ή σοβαρή βλάβη,

(δ) εάν οι δραστηριότητες του αιτητή από τότε που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του ανελήφθησαν με αποκλειστικό ή κύριο σκοπό τη δημιουργία των απαραίτητων συνθηκών για την υποβολή αίτησης διεθνούς προστασίας, ούτως ώστε να εκτιμηθεί εάν ο ενδιαφερόμενος θα εκτεθεί, συνεπεία των δραστηριοτήτων αυτών, σε δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στην εν λόγω χώρα,

(ε) εάν θα ήταν εύλογο να αναμένεται ότι ο αιτητής θα θέσει εαυτόν υπό την προστασία άλλης χώρας, την ιθαγένεια της οποίας θα μπορούσε να διεκδικήσει».

 

 

     Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω πρόνοιες, διεξήλθα τα όσα καταγράφονται στο έντυπο της συνέντευξης και όσα σχετικά προώθησαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων και κατέληξα ότι τα παράπονα των αιτητών δεν ευσταθούν.  Συγκεκριμένα:

 

     Ο αιτητής Ramesh είχε αρχικά εκφράσει την επιθυμία να διενεργηθεί η διαδικασία στα αγγλικά και δήλωσε ότι δεν χρειαζόταν διερμηνέα.  Στη συνέχεια όμως, συμφώνησε με την εισήγηση της λειτουργού και αποδέχτηκε την παραμονή της μεταφράστριας καθόλη τη διάρκεια της συνέντευξης, αφού του εξηγήθηκε από την αρχή ότι το έργο της διερμηνέως ήταν η μετάφραση των δηλώσεων του και ότι δεν θα είχε οποιαδήποτε ανάμειξη  στη διαδικασία λήψης της απόφασης.   Ένα μέρος δε της συνέντευξης διεξήχθη στη γλώσσα Sinhalese και το υπόλοιπο στα Αγγλικά και στο τέλος του επτασέλιδου εντύπου, το οποίο υπεγράφη από την αρμόδια λειτουργό, τη μεταφράστρια και τον αιτητή, ο αιτητής δήλωσε ότι έλαβε γνώση ολόκληρου του ερωτηματολογίου και επιβεβαίωσε ότι τα όσα κατεγράφησαν αντανακλούσαν ακριβώς τα όσα ο ίδιος είχε απαντήσει.   Ενόψει τούτου δεν προκύπτει ότι υπήρξε οποιοδήποτε πρόβλημα με τη μεταφράστρια, γεγονός που επιβεβαίωσε και ο αιτητής σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε. Εξάλλου, εάν ο αιτητής θεωρούσε ότι προέκυπτε ζήτημα ακαταλληλότητας της μεταφράστριας, θα έπρεπε να το είχε θέσει έγκαιρα   κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας και σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στην Zahmatkesh v. Kυπριακής Δημοκρατίας κ.ά. (2006) 3 Α.Α.Δ. 376.

 

   Αναφορικά με την επάρκεια της συνέντευξης, φαίνεται από τα στοιχεία που κατεγράφησαν στο σχετικό έντυπο ότι αυτή ήταν διεξοδική και κάλυψε κάθε πτυχή των ουσιωδών γεγονότων. Σημειώνεται επί του προκειμένου ότι αρκετές ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στον αιτητή παρέμειναν αναπάντητες,  οι δε απαντήσεις του είχαν λακωνική μορφή ακόμα και όταν κλήθηκε να δώσει λεπτομέρειες σε ουσιώδη για την έκβαση του αιτήματος του ζητήματα.  Όπως, οι συνθήκες της κατ΄ ισχυρισμό  σύλληψης και κράτησης  του και για το γεγονός ότι οι συγγενείς του, επίσης Τamil, δεν αντιμετώπιζαν οποιοδήποτε πρόβλημα.   Έπεται ότι ούτε αυτός ο ισχυρισμός ευσταθεί, όπως δεν ευσταθεί και ο ισχυρισμός για παράλειψη εξατομίκευσης της αξιολόγησης της αίτησης σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18(3) του Νόμου.  Αντίθετα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της συνέντευξης, την έκθεση της αρμόδιας λειτουργού και από την ίδια την απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής, η αξιολόγηση κάλυψε όλες τις πτυχές και ο φάκελος των αιτητών μελετήθηκε εκτεταμένα με σκοπό τη συλλογή όλων των απαραίτητων στοιχείων που θα μπορούσαν να προσφέρουν βάση για ασφαλή συμπεράσματα. Επισημαίνεται συναφώς ότι η εξέταση περιστράφηκε ιδιαίτερα στο θέμα της εμπλοκής των αιτητών στη φυλετική διαμάχη της χώρας τους και στα συνεπακόλουθα προβλήματα που αντιμετώπισαν λόγω της φυλετικής καταγωγής τους και η περίπτωση των αιτητών αντιμετωπίστηκαν ξεχωριστά και εξατομικευμένα με αναφορά στα ιδιαίτερα δεδομένα της κάθε περίπτωσης, επισημάνσεις που απορρίπτουν και αυτό το παράπονό τους.

 

     Τέλος, σ΄ ότι αφορά τη βασιμότητα των φόβων των αιτητών για δίωξη τους στην περίπτωση επαναπροώθησης τους στη χώρα τους όπως προβλέπεται από τα άρθρα 3-3Δ του Νόμου, κατέληξα ότι στη βάση των ισχυρισμών τους δεν θεμελιώθηκε σοβαρή σχέση με το αντάρτικο κίνημα Τamil Tigers, σε βαθμό που θα τους καθιστούσε εκτεθειμένους σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης εκ μέρους των κρατικών αρχών ή αντίπαλων φυλετικών ομάδων.   Και αυτό καθότι, στην επίδικη απόφαση, γίνεται ευρεία αναφορά σε συγκεκριμένα ευρήματα αναξιοπιστίας του αιτητών τα οποία διαπιστώθηκαν τόσο κατά την πρωτοβάθμια όσο και κατά τη δευτεροβάθμια εξέταση και τα οποία έπλητταν σοβαρά τον πυρήνα του αιτήματος τους με αποτέλεσμα την εκθεμελίωση των ισχυρισμών τους.

 

     Τα πιο πάνω ευρήματα, τα οποία αποτέλεσαν και το έρεισμα της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου και επικυρώθηκαν ως ορθά από την Αναθεωρητική Αρχή, συνοδεύονταν από επαρκή αιτιολόγηση με αναφορά στις πρόνοιες του Νόμου, στο Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων και η κατάληξη της Αναθεωρητικής Αρχής ότι οι λόγοι της διοικητικής προσφυγής είναι ανυπόστατοι και ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης δεν στοιχειοθετούν και δεν στηρίζουν τις αναγκαίες  προϋποθέσεις του Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα είναι κατά την άποψή μου άτρωτη.  Όπως άτρωτη είναι και η απόρριψη του αιτήματος σε σχέση με τις εναλλακτικές δυνατότητες της συμπληρωματικής προστασίας, ή της προσωρινής διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, εφόσον οι αιτητές δεν κατάφεραν να αποδείξουν βάσιμο φόβο ότι θα υποστούν σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη όπως καθορίζεται στο άρθρο 19(2) και επιπρόσθετα δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις του άρθρου 19Α του Νόμου. Σε ότι δε αφορά τον τρόπο εκτίμησης των γεγονότων από τα διοικητικά όργανα και το είδος της έρευνας που διεξήχθη, η σταθερή νομολογιακή γραμμή (Zahmatkesh v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά. (2006) 3 Α.Α.Δ. 376, Samson v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων (2006) 3 Α.Α.Δ. 390 και Khalifa v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων (2006) 3 Α.Α.Δ. 402) είναι ότι ο ρόλος του Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης κατ’ εφαρμογή των αρχών δικαίου που διέπουν το θέμα και εφόσον δεν διαπιστώνεται πλάνη προκύπτουσα από παρερμηνεία ή λανθασμένη εκτίμηση των δηλώσεων του αιτητή που να επηρεάζει την τελική κρίση της Αναθεωρητικής Αρχής, δεν υπάρχει έδαφος Δικαστικής επέμβασης αφού το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε επανεκτίμηση των γεγονότων και να υποκαταστήσει την κρίση της αρμόδιας αρχής με τη δική του.

 

     Στη βάση όλων των πιο πάνω είναι εμφανές ότι εκείνο που πρωτίστως απασχολούσε τους αιτητές ήταν η προσαρμογή και η ομαλή συνέχεια της εκπαίδευσης των παιδιών τους, μετά την επιστροφή στη χώρα τους, στοιχείο που εξ’ ορισμού δεν ήταν δυνατό να θεμελιώσει αίτημα παροχής ασύλου. Η δε κριτική που ασκήθηκε από το δικηγόρο των αιτητών για τον γενικότερο τρόπο και την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας εξέτασης αιτημάτων ασύλου στην Κύπρο, με αναφορά σε ποσοστά των αιτήσεων που εγκρίνονται κάθε χρόνο και με αόριστη επίκληση του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ, αποτελεί ζήτημα που εκφεύγει των ορίων της παρούσας προσφυγής.

 

     Υπό το φως των ανωτέρω η προσφυγή είναι καταδικασμένη σε απόρριψη και εναπόκειται στη Διοίκηση να αλλάξει τη στάση της έναντι της αιτήτριας και των παιδιών της, ενόψει της απώλειας του προστάτη της οικογένειας τους και του γεγονότος ότι διαμένουν στην Κύπρο για δεκαπέντε συναπτά έτη χωρίς να δημιουργήσουν προβλήματα.  Με προεξάρχον στοιχείο ότι τα δύο από τα τρία παιδιά έχουν γεννηθεί στην Κύπρο όπου και φοιτούν σε σχολεία με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

 

     Για τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται βάσει του άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.  Σ΄ ότι δε αφορά τα έξοδα, τα οποία ανάγονται σε άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, κατέληξα ότι υπό τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης – απώλεια του προστάτη της οικογένειας, διάρκεια παραμονής της οικογένειας στην Κύπρο, της γέννησης και της εδώ φοίτησης των παιδιών – το ορθό και δίκαιο είναι να μην καταδικαστεί η αιτήτρια σε έξοδα και κάθε πλευρά να επωμισθεί τα δικά της έξοδα.

 

         

 

 

 

                                                                      Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

/κβπ

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο