ΣΤΑΛΑ ΙΣΙΔΩΡΟΥ ΜΑΡΚΟΥΛΗ κ.α. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 121/21, 4/2/2026
print
Τίτλος:
ΣΤΑΛΑ ΙΣΙΔΩΡΟΥ ΜΑΡΚΟΥΛΗ κ.α. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 121/21, 4/2/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν. 33/64 - Μεταβατικές Διατάξεις)

(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 121/21)

4 Φεβρουαρίου, 2026

[ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

1.   ΣΤΑΛΑ ΙΣΙΔΩΡΟΥ ΜΑΡΚΟΥΛΗ,

2.   ΛΗΤΩ ΙΣΙΔΩΡΟΥ ΜΑΡΚΟΥΛΗ,

Εφεσείουσες,

   ν.

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ

ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ,

 

Εφεσιβλήτων.

______________________

Σ. Χαραλάμπους, για Karapatakis Pavlides L.L.C., για τις Εφεσείουσες.

Θ. Πιπερή-Χριστοδούλου (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Εφεσίβλητους.

______________________

Δικαστήριο: Η απόφαση του Δικαστηρίου δεν είναι ομόφωνη. Την απόφαση της πλειοψηφίας θα δώσει η Τ. Καρακάννα, Δ. και με αυτή συμφωνεί ο Τ. Θ. Οικονόμου, Δ.

Διϊστάμενη απόφαση θα δώσει η Στ. Χατζηγιάννη, Δ.

 ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.: Αντικείμενο της υπό κρίση έφεσης είναι η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου που εκδόθηκε τη 26.08.2021, με την οποία απέρριψε τις προσφυγές αρ. 52/2019 και 1294/2016, οι οποίες συνεκδικάστηκαν. Οι Αιτήτριες, εφεσείουσες στην παρούσα διαδικασία, ζητούσαν με αμφότερες τις προσφυγές, δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι αποφάσεις των Καθ’ ων η αίτηση, ημερομηνίας 30.08.2016 και 11.12.2018, αντίστοιχα, με τις οποίες απορρίφθηκε το αίτημά τους για επιστροφή τμημάτων της ακίνητης περιουσίας τους που δεν χρησιμοποιήθηκε για το σκοπό της απαλλοτρίωσης, ήταν παράνομες και/ή άκυρες.

 

Προτού εξετάσουμε τους λόγους έφεσης κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε τα γεγονότα της υπόθεσης για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των ζητημάτων που εγείρονται. 

 

Την 25.07.1969 απαλλοτριώθηκε ακίνητη περιουσία εφεσειουσών,  που βρίσκεται στη Λεμεσό. Με βάση το εκδοθέν διάταγμα η απαλλοτρίωση έγινε για σκοπούς δημόσιας ωφέλειας ήτοι, τη λιμενική ανάπτυξη της επαρχίας Λεμεσού. Η απαλλοτριωθείσα έκταση θα χρησιμοποιείτο για  την κατασκευή οδού προσπέλασης για το νέο λιμάνι Λεμεσού.

 

Δεκαετίες αργότερα και συγκεκριμένα το 2012 οι εφεσείουσες, με επιστολή τους, ημερομηνίας 5.03.2012, προς τον Επαρχιακό Μηχανικό Δημοσίων Έργων Λεμεσού, ζήτησαν επιστροφή της έκτασης γης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, που σημειώθηκαν με κόκκινο χρώμα σε χωρομετρικό σχέδιο, το οποίο  επισυνάφθηκε στην εν λόγω επιστολή τους, η οποία  διαμορφώθηκε και χρησιμοποιείτο ως χώρος πρασίνου και επιπρόσθετα, «… όλο το μέρος της περιουσίας τους που δεν είχε χρησιμοποιηθεί για τον αρχικό σκοπό της απαλλοτρίωσης». 

 

Η διοίκηση με επιστολή της, ημερομηνίας 27.11.2012, ενημέρωσε τις εφεσείουσες ότι η λωρίδα γης που αιτήθηκαν να τους επιστραφεί, «…  αποτελεί μέρος του δημόσιου δρόμου και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατή η επιστροφή της»

 

Τέσσερα περίπου έτη αργότερα, οι εφεσείουσες με επιστολή τους, ημερομηνίας 17.05.2016, μέσω των δικηγόρων τους,  ζήτησαν εκ νέου την επιστροφή τμημάτων του ακινήτου που δεν χρησιμοποιήθηκε για τους σκοπούς της απαλλοτρίωσης. Στην επιστολή τους γίνεται αναφορά στην έκταση γης που παραχωρήθηκε, με βάση όρο που τέθηκε στην άδεια οικοδομής που εκδόθηκε, το 1963, για σκοπούς διεύρυνσης του δρόμου και στην έκταση που απαλλοτριώθηκε το 1969 για τη δημιουργία δρόμου. Τμήματα της υπό αναφορά έκτασης γης, σύμφωνα πάντα με την επιστολή τους, δεν χρησιμοποιήθηκαν  για τους σκοπούς που είχαν παραχωρηθεί και ζήτησαν την επιστροφή τους.  Το Τμήμα Δημοσίων Έργων με επιστολή του, ημερομηνίας 30.08.2016, απέρριψε το πιο πάνω αίτημα, για τους πιο κάτω λόγους:

 

«i.    Το ένα μέρος του τεμαχίου που διεκδικείτε για επιστροφή, επειδή ισχυρίζεστε ότι απαλλοτριώθηκε αλλά δεν χρησιμοποιήθηκε, έχει παραχωρηθεί στο δημόσιο, σύμφωνα με τους όρους που έθεσε στους πρώην ιδιοκτήτες η Τοπική Αρχή.

 

ii.     Το άλλο τμήμα του τεμαχίου που επίσης διεκδικείτε για επιστροφή αποτελεί μέρος δημόσιου δρόμου.»

 

Οι εφεσείουσες προσέβαλαν την ορθότητα της πιο πάνω απόφασης με την προσφυγή με αρ. 1294/2016.

 

Δύο περίπου έτη αργότερα οι εφεσείουσες υπέβαλαν εκ νέου αίτημα επιστροφής τμημάτων της απαλλοτριωθείσας ακίνητης ιδιοκτησίας. Το αίτημα τους απορρίφθηκε, σχετικές είναι οι επιστολές του Τμήματος Δημοσίων Έργων, ημερομηνίας 2.04.2018 και 11.12.2018, προς το δικηγόρο των εφεσειουσών. Η διοίκηση απέρριψε το αίτημα τους επικαλούμενη αυτή τη φορά ότι  τα υπό αναφορά τμήματα γης ήταν αναγκαία για την υλοποίηση μελλοντικού έργου και συγκεκριμένα για την κατασκευή κυκλικού κυκλοφοριακού κόμβου, για επίλυση κυκλοφοριακών προβλημάτων.

 

Οι εφεσείουσες καταχώρισαν εναντίον της πιο πάνω απόφασης την προσφυγή αρ. 52/19.

 

Οι δύο πιο πάνω προσφυγές, ως ήδη αναφέραμε, συνεκδικάστηκαν. Το Διοικητικό Δικαστήριο, στο εξής «Δικαστήριο», έκρινε ότι «… η προσβαλλομένη δια της προσφυγής αρ. 1294/2016 πράξη είναι βεβαιωτικού χαρακτήρα, ήτοι βεβαιωτική της ήδη από 27.11.2012 δοθείσας αρνητικής και/ή απορριπτικής απόφασης των καθ’ ων η αίτηση, στερούμενη ωσαύτως εκτελεστότητας, εφόσον δεν προκύπτει να έχουν τεθεί ενώπιον των καθ’ ων η αίτηση και να λήφθηκαν υπόψη για την προσβαλλόμενη πράξη, νέα, ουσιώδη, στοιχεία, τα οποία δεν υπήρχαν πριν από την λήψη της πρώτης απορριπτικής απόφασής τους, ημερομηνίας 27.11.2012 (βλ. Χαράλαμπος Μιχαήλ, ανωτέρω και Ζίττης, ανωτέρω).»

       

Με το ίδιο σκεπτικό, που αφορά την εκτελεστότητα της απόφασης λόγω του βεβαιωτικού της χαρακτήρα, απέρριψε και την προσφυγή αρ. 52/2016. Έκρινε ότι η αιτιολογία που δόθηκε από τη διοίκηση στις επιστολές, ημερομηνίας 2.04.2018 και 11.12.2018, ήταν σχεδόν ταυτόσημη, δεν έγινε νέα έρευνα μετά την πρώτη απορριπτική απάντηση, ημερομηνίας 2.04.2018, ούτε και λήφθησαν νέα στοιχεία υπόψη για τη διαμόρφωση της απορριπτικής απάντησης της επιστολής, ημερομηνίας 11.12.2018.

 

Αποφάνθηκε επίσης ότι οι αρχές που αποφασίστηκαν στην Ζήνων Ευθυμιάδης Εστέιτς Λτδ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 166, δεν εφαρμόζονται στην υπό κρίση περίπτωση, λόγω διαφοροποίησης των γεγονότων και συγκεκριμένα του τρόπου διατύπωσης της αίτησης ακυρώσεως.

 

Οι εφεσείουσες προσβάλλουν την πιο πάνω απόφαση με επτά λόγους έφεσης, οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό είναι αλληλοκαλυπτόμενοι. Οι λόγοι έφεσης 1, 2, 5 και 6 αφορούν την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι αποφάσεις της διοίκησης, ημερομηνίας 30.08.2016 και 11.12.2018, ήταν βεβαιωτικού χαρακτήρα, ενώ οι υπόλοιποι, λόγοι έφεσης 3, 4 και 7, την παράλειψη του να εξετάσει θέματα που ηγέρθηκαν στα πλαίσια των δύο προσφυγών και αφορούν την ουσία της υπόθεσης.

 

Προέχει η εξέταση των λόγων έφεσης 1, 2, 5 και 6, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με την εκτελεστότητα των δύο πράξεων, η οποία αποτελεί αντικειμενική προϋπόθεση για το παραδεκτό των προσφυγών (βλέπετε Kolokassides v. Republic (1965) 3 C.L.R. 542). Πράξεις οι οποίες δεν παράγουν έννομο αποτέλεσμα έναντι του διοικούμενου και δεν επιφέρουν οποιαδήποτε μεταβολή στη νομική κατάστασή του, όπως είναι οι πράξεις βεβαιωτικού χαρακτήρα, δεν είναι εκτελεστές. 

 

Αντικείμενο της υπό κρίση υπόθεσης είναι, ως προαναφέραμε, η απαλλοτρίωση της ακίνητης ιδιοκτησίας των εφεσειουσών και η άρνηση της διοίκησης να επιστρέψει τμήματα αυτής που δεν χρησιμοποιήθηκαν για υλοποίηση του σκοπού που προβλέπετο στο διάταγμα απαλλοτρίωσης.

 

Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και επιστροφής του ακινήτου που δεν χρησιμοποιήθηκε από την απαλλοτριώσασα αρχή, κατοχυρώνεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Η παράγραφος 5 του υπό αναφορά Άρθρου προνοεί:

 

«23.5. Οιαδήποτε ακίνητος ιδιοκτησία, ή δικαίωμα ή συμφέρον επί τοιαύτης ιδιοκτησίας απαλλοτριωθείσα αναγκαστικώς θα χρησιμοποιηθή αποκλειστικώς προς τον δι΄ ον απηλλοτριώθη σκοπόν. Εάν εντός τριών ετών από της απαλλοτριώσεως δεν καταστή εφικτός ο τοιούτος σκοπός, η απαλλοτριώσασα αρχή, ευθύς μετά την εκπνοήν της ρηθείσης προθεσμίας των τριών ετών υποχρεούται να προσφέρη την ιδιοκτησίαν επί καταβολή της τιμής κτήσεως εις το πρόσωπον παρ΄ ου απηλλοτρίωσεν αυτήν. Το πρόσωπον τούτο δικαιούται εντός τριών μηνών από της λήψεως της προσφοράς να γνωστοποιήση την αποδοχήν ή μη ταύτης. Εφ΄ όσον δε γνωστοποιήση ότι αποδέχεται την προσφοράν, η ιδιοκτησία επιστρέφεται ευθύς άμα αποδοθή παρά του προσώπου το τίμημα εντός περαιτέρω προθεσμίας τριών μηνών από της τοιαύτης αποδοχής.»

 

 Το άρθρο 15(1) του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου του 1962, Ν. 15/62, οι πρόνοιες του οποίου δομούνται στη βάση του  πιο πάνω Άρθρου, επαναλαμβάνει την υποχρέωση της διοίκησης για επιστροφή του ακινήτου, σε περίπτωση μη υλοποίησης του σκοπού της απαλλοτρίωσης και ρυθμίζει λεπτομερώς τις εκατέρωθεν ευθύνες και δικαιώματα. Το παραθέτουμε αυτούσιο: 

 

«15.-(1) Οσάκις ακίvητoς ιδιoκτησία απηλλoτριώθη μετά τηv έvαρξιv της ισχύoς τoυ Συvτάγματoς, και εvτός τριώv ετώv, από της ημερoμηvίας καθ' ηv η ιδιoκτησία περιήλθεv εις τηv απαλλoτριoύσαv αρχήv, δεv επετεύχθη o σκoπός δι' ov εγέvετo η απαλλoτρίωσις ή η επίτευξις τoυ τoιoύτoυ σκoπoύ εγκατελείφθη υπό της απαλλoτριoύσης αρχής, ή τo όλov ή μέρoς της τoιαύτης ιδιoκτησίας απεδείχθη ότι υπερβαίvει τας πραγματικάς αvάγκας της απαλλoτριoύσης αρχής, θα εφαρμόζωvται αι ακόλoυθoι διατάξεις, ήτoι-..»

 

     Οι αρχές που διέπουν το θέμα που εξετάζουμε αποκρυσταλλώθηκαν στην απόφαση της Ολομέλειας, Ζήνων Ευθυμιάδης Εστέιτς Λτδ ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 166.  Η υπόθεση είχε ως αντικείμενο την άρνηση και ή παράλειψη της διοίκησης να επιστρέψει στην εφεσείουσα το ακίνητο που είχε απαλλοτριώσει για σκοπούς ανέγερσης του Κυβερνητικού Τυπογραφείου, πλην όμως τούτο δεν είχε χρησιμοποιηθεί μέσα στα καθοριζόμενα από το Σύνταγμα και το νόμο χρονικά περιθώρια. Το αίτημα απορρίφθηκε από τη διοίκηση και η εφεσείουσα καταχώρισε προσφυγή, μετά την πάροδο της προθεσμίας των 75 ημερών που προβλέπεται από το άρθρο 146 του Συντάγματος. Τέθηκε αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο το εμπρόθεσμo της προσφυγής, εφόσον είχαν παρέλθει 15 μήνες από την απορριπτική απόφαση της διοίκησης. Ο συνήγορος της Αιτήτριας/Εφεσείουσας σε απάντηση του πιο πάνω ερωτήματος, ήτοι του εμπροθέσμου της προσφυγής, εισηγήθηκε ότι:

 

«Το θέμα δεν είχε κλείσει οριστικά με την αρνητική τοποθέτηση της Διοίκησης στις 16/04/1999 ως εκ της δυνατότητας διαφοροποίησης των πραγμάτων, εξακολουθούσε να υπάρχει υποχρέωση της διοίκησης για θετική ενέργεια που να μπορούσε να προσβληθεί ως παράλειψη συνεχιζόμενης υποχρέωσης.»

 

Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η προσφυγή ήταν εμπρόθεσμη λόγω της διαρκούς υποχρέωσης της διοίκησης να προσφέρει την επιστροφή του ακινήτου σε περίπτωση μη χρησιμοποίησής του. Αναγνωρίστηκε το δικαίωμα του ιδιοκτήτη να διεκδικήσει επιστροφή ακόμη και στην περίπτωση που δεν είχε προηγηθεί σχετικό αίτημα και απόρριψη του αιτήματος από τη διοίκηση, λόγω αυτής της συνεχιζόμενης παράλειψης της διοίκησης να προσφέρει επιστροφή του κτήματος, όταν ο σκοπός της απαλλοτρίωσης δεν κατέστη εφικτός. Παραθέτουμε  αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:

 

« … Η υποχρέωση της διοίκησης να προσφέρει επιστροφή κτήματος ο σκοπός της απαλλοτρίωσης του οποίου δεν κατέστη εφικτός, όπως επιβάλλεται με συνταγματική ισχύ στο Άρθρο 23.5, είναι άρρηκτα και πάγια ακόλουθη της υποχρέωσης της εκείνης. Και η υποχρέωση αυτή δεν μπορεί να διαγραφεί δια παντός ως εκ μιας αρνητικής τοποθέτησης της διοίκησης σε κάποιο συγκεκριμένο χρόνο έναντι αιτήματος για επιστροφή. Μία τέτοια αρνητική τοποθέτηση συνιστά βεβαίως εκτελεστή διοικητική πράξη η νομιμότητα της οποίας κρίνεται, εφ' όσον προσβληθεί, με αναφορά στα δικά της δεδομένα ως προς το συγκεκριμένο σχετικό χρόνο σε συνάρτηση με το ερώτημα κατά πόσο ο σκοπός της απαλλοτρίωσης δεν είχε καταστεί εφικτός. Ανεπιτυχής προσβολή τέτοιας απόφασης ή παράλειψη εμπρόθεσμης προσβολής της διατηρεί τη νομιμότητα της ως διοικητικής κρίσης επί των δεδομένων της. Δεν καταργεί όμως τη θεμελιακή υποχρέωση της διοίκησης να καταστήσει εφικτό το σκοπό της απαλλοτρίωσης και τη δυνατότητα του πρώην ιδιοκτήτη να επανέλθει με νέο αίτημα για επιστροφή…»

 

     Το Δικαστήριο ευθυγράμμισε τη νομολογία με βάση τις αρχές στη Mustafa v. Republic (1961) 1 RSCC 44 στην οποία αποφασίστηκε

ότι:

«… once the Court has come to the conclusion that the alleged omission in question could be said to have continued up to the date of the hearing there can be no question of the application being filed out of time under paragraph 3 of Article 146.»

 

Ο δικαστικός λόγος της Ευθυμιάδης (ανωτέρω) υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο και στις αποφάσεις που ακολούθησαν. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση Ανδρέας Λ. Νικολούδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2015) 3 Α.Α.Δ. 187, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Η νομολογία στο θέμα των απαλλοτριώσεων και της εκ των υστέρων επιδίωξης επιστροφής απαλλοτριωθέντος τεμαχίου γης, έχει αποκρυσταλλωθεί ιδιαίτερα μετά την απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στην υπόθεση  Ζήνων Ευθυμιάδης Estates Ltd v. Δημοκρατίας (2006)  3 Α.Α.Δ 166. Η απόφαση αυτή έχει ερμηνεύσει τη συνταγματική διάταξη του Άρθρου 23.5  ως προς την έννοια του εφικτά υλοποιήσιμου του σκοπού της απαλλοτρίωσης, συναρτώντας την υποχρέωση της διοίκησης να επιστρέψει ακίνητη ιδιοκτησία που δεν χρησιμοποιείται, όχι μόνο εντός των τριών ετών που καθορίζει η εν λόγω πρόνοια, αλλά και σε οποιονδήποτε μεταγενέστερο χρόνο εφόσον η υποχρέωση της Δημοκρατίας είναι εν προκειμένω διαρκής, (δέστε και Ελένη Κώστα Γεωργιάδη κ.ά. ν. ΔημοκρατίαςΑ.Ε. αρ. 202/2010, ημερ. 9.3.2015).» 

 

 

Το Δικαστήριο, στην υπό κρίση υπόθεση, έκρινε ότι οι αρχές που καθορίστηκαν στη Ευθυμιάδης (ανωτέρω) δεν εφαρμόζονταν καθότι, «… αφορούσαν σε προσφυγή κατά συνεχιζόμενης παράλειψης της Διοίκησης να καταστήσει εφικτό τον σκοπό της απαλλοτρίωσης και όχι προσφυγή κατά αρνητικής απάντησης της Διοίκησης, ως είναι εδώ η περίπτωση».

 

Η διάκριση που το Δικαστήριο εισηγείται, επί της οποίας στήριξε και την απόφαση του, δεν υποστηρίζεται από τα γεγονότα στην υπόθεση Ευθυμιάδης (ανωτέρω). Αντικείμενο της πιο πάνω υπόθεσης δεν ήταν,  «… η συνεχιζόμενη παράλειψη της διοίκησης να καταστήσει εφικτό το σκοπό της απαλλοτρίωσης», ως λανθασμένα αναφέρεται στην πρωτόδικη απόφαση αλλά, «… η άρνηση και ή παράλειψη των καθ’ ων η αίτηση να ανακαλέσουν την απαλλοτρίωση και να επιστρέψουν στους αιτητές το κτήμα». Η αναφορά σε «παράλειψη συνεχιζόμενης υποχρέωσης» δεν περιλαμβάνεται στο αιτητικό της προσφυγής στην Ευθυμιάδης (ανωτέρω), αλλά έγινε από την εφεσείουσα κατά την επιχειρηματολογία της περί εμπρόθεσμου της προσφυγής. Το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε την πιο πάνω εισήγηση και εξέλαβε ότι:

 

« … Η αναφορά στο αιτητικό σε «άρνηση και ή παράλειψη» είναι σαφώς αναφορά όχι στην κυριολεκτικά άρνηση της 16.4.1999 αλλά στη συνεχιζόμενη παράλειψη της διοίκησης να καταστήσει εφικτό το σκοπό της απαλλοτρίωσης που περιγραφικά δίδεται ως η συνεχής αρνητική της διάθεση να επιστρέψει το κτήμα.»

 

Ό,τι έχει σημασία είναι ο ισχυρισμός για συνεχιζομένη παράλειψη, ως συνεχής άρνησης της διοίκησης να επιστρέψει τμήματα του ακινήτου τα οποία, κατ’ ισχυρισμό, δεν χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά για το σκοπό της απαλλοτρίωσης. Αυτό είναι ερώτημα επί της ουσίας της προσφυγής.

 

Κατ’ ακολουθία, στην απόφαση Ευθυμιάδης (ανωτέρω), δεν γίνεται η διαφοροποίηση που εισηγήθηκε ο πρωτόδικος δικαστής. Επισημαίνουμε ότι το αιτητικό στην υπόθεση Ευθυμιάδης (ανωτέρω), είναι το ίδιο με το αιτητικό της προσφυγής στην υπό εξέταση υπόθεση. Και στις δύο περιπτώσεις ζητήθηκε η επιστροφή των τμημάτων γης που δεν χρησιμοποιήθηκαν για υλοποίηση των σκοπών της απαλλοτρίωσης.  

 

Πέραν τούτου, θα πρέπει να τονίσουμε ότι μια αίτηση ακυρώσεως θα πρέπει να εξετάζεται στο σύνολο της ώστε αντίθετα με την εμφάνιση των πραγμάτων και τη διατύπωση του αιτητικού να διαπιστώνεται το πραγματικό αντικείμενο της προσφυγής. Ακόμη και στην περίπτωση που το αιτητικό δεν προσδιοριζόταν με τον ενδεδειγμένο τρόπο, ως ήταν το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο όμως έχουμε ήδη απορρίψει, αυτό δεν θα επέφερε την απόρριψη της προσφυγής. Σχετική επί τούτου είναι η απόφαση της Ολομέλειας στη Νικολάκη ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Επισκοπής (2002) 3 Α.Α.Δ. 762, στην οποία αναφέρονται τα πιο κάτω:

 

«… Σύμφωνα με την ελληνική νομολογία η τυχόν εσφαλμένη αναγραφή του ονοματεπώνυμου του αιτούντος ή στοιχείων του ή της προσβαλλόμενης πράξης δεν επιφέρει ακυρότητα του δικόγραφου, εφ' όσον τα ελλείποντα ή εσφαλμένως αναφερόμενα στοιχεία συμπληρώνονται από το φάκελο ή κατά κάποιο άλλο νόμιμο τρόπο (βλέπε Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959 σελ. 271). Σύμφωνα με την υπόθεση ΣτΕ 3755/83 αν δεν προσδιορίζονται ειδικότερα οι διοικητικές πράξεις των οποίων ζητείται η ακύρωση, συνάγονται από το περιεχόμενο γενικά της αίτησης και ιδίως από τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης.

 

[ ...]

 

Και από τη δική μας νομολογία μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση. Στην υπόθεση Koufettas v. Republic (1978) 3 C.L.R. 225αποφασίστηκε ότι το βασικό ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι με ποιο τρόπο θα ερμηνεύεται η αίτηση, ούτως ώστε να επιβεβαιούται εναντίον ποιας πράξης πράγματι στρέφεται. Είναι δυνατόν να θεωρήσουμε ότι η αίτηση στρέφεται εναντίον απόφασης άλλης από εκείνη που φαίνεται ότι προσβάλλει. Στην προσπάθεια να βεβαιωθούμε ποιο είναι ακριβώς το επίδικο αντικείμενο της αίτησης θα πρέπει να την εξετάσουμε στο σύνολό της (βλέπε ακόμη Ανδρέου ν. Σχολικής Εφορείας Πολεμίου, Υποθ. Αρ. 719/97, ημερ. 29.5.1998 και A. J. Pericleous (Services) Ltd v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 57/99, ημερ. 10.12.1999)

 

 

Στη βάση των πιο πάνω νομολογηθέντων και ιδιαίτερα της αρχής ότι η υποχρέωση της διοίκησης για επιστροφή ακίνητης περιουσίας η οποία δεν χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς δημόσιας ωφέλειας είναι διαρκής, και των όσων η διοίκηση επικαλέσθηκε στις επιστολές της,  ημερομηνίας  2.04.2018 και 11.12.2018, ότι  τα υπό αναφορά τμήματα γης ήταν αναγκαία για την υλοποίηση μελλοντικού έργου, δεν τίθεται ζήτημα επιβεβαιωτικής ενέργειας.

 

Σχετικό επί τούτου είναι το απόσπασμα από την Ευθυμιάδης (ανωτέρω), που παραθέσαμε πιο πάνω αλλά και το απόσπασμα που ακολούθησε,  στο οποίο τονίζεται ότι σε περίπτωση που η διοίκηση παραλείψει να καταστήσει εφικτό το σκοπό της απαλλοτρίωσης , αυτή η παράλειψη, «… μπορεί πάντοτε να προσβάλλεται», ανεξαρτήτως εάν έχει προηγηθεί ανεπιτυχής προσβολή ή ακόμη και παράλειψη προσβολής της. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:

 

« … Το ζητούμενο δεν είναι πλέον η αρνητική απόφαση, η οποία και όντως δεν θα μπορούσε να προσβάλλεται τώρα εκπροθέσμως, αλλά η ακόλουθη εκείνης και συνεχιζόμενη υποχρέωση της διοίκησης να καταστήσει εφικτό το σκοπό της απαλλοτρίωσης, παράλειψη εκπλήρωσης της οποίας και μπορεί πάντοτε να προσβάλλεται, όπως υποδεικνύει η Mustafa v. Republic, ως συνεχιζόμενη παράλειψη.»

 

  Εν πάσει περιπτώσει, ειδικά η επιστολή ημερομηνίας 11.12.2018, δεν θα μπορούσε να είναι επιβεβαιωτική επειδή έχει εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα από τις προηγούμενες επιστολές. Σημειώνουμε ότι στο μεταξύ, ο Γενικός Εισαγγελέας με επιστολή του, ημερομηνίας 19.12.2017, προς τη διευθύντρια του Τμήματος Δημοσίων Έργων, ζήτησε την επιστροφή των υπό αναφορά τμημάτων των τεμαχίων στους αρχικούς δικαιούχους καθότι από τη επιστολή του Τμήματος Κτηματολογίας και Χωρομετρίας, ημερομηνίας 24.02.2017 και τα επισυναπτόμενα έγγραφα, συνάγετο ότι αυτά δεν είχαν χρησιμοποιηθεί για το σκοπό της απαλλοτρίωσης.

 

     Για τους λόγους που αναλύσαμε πιο πάνω, η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι αποφάσεις της διοίκησης, ημερομηνίας 30.08.2016 και 11.12.2018, ήταν βεβαιωτικού χαρακτήρα, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Κρίνουμε ότι οι προσβληθείσες πράξεις αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις. 

 

Η πρωτόδικη απόφαση ανατρέπεται και η διαταγή ως προς τα έξοδα ακυρώνεται. Η υπόθεση παραπέμπεται στο Διοικητικό Δικαστήριο, για εξέταση των λόγων που ηγέρθηκαν στην Αίτηση και αφορούν την ουσία της υπόθεσης, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι λόγοι έφεσης 3, 4 και 7.

 

Τα έξοδα της έφεσης, €3.500, επιδικάζονται υπέρ των εφεσειουσών και εναντίον των εφεσιβλήτων. Τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας, να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της ακρόασης.

 

 

 

Τ. Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.

 

 

Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.

 

 

 

 

 

 

 

/ΓΓ

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν.33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)

 

ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΡ. 121/2021

(Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 1294/2016 και 52/2019)

                                               

[Τ. Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΣΤ.  ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ. Δ.Δ.]

 

1.   Στάλα Ισιδώρου Μαρκουλή

2.   Λητώ Ισιδώρου Μαρκουλή

Εφεσείουσες

και

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ

ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ

Εφεσίβλητων

                                                          ----------------

Σ. Χαραλάμπους για Karapatakis Pavlides  L.L.C., για Εφεσείουσες

Θ. Πιπερή-Χριστοδούλου (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας,  εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας,  για Εφεσίβλητους

ΑΠΟΦΑΣΗ

(Διϊστάμενη)

 

ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.  Οι Εφεσείουσες είναι εγγεγραμμένες συνιδιοκτήτριες, κατά ½ μερίδιο έκαστη, του ακινήτου με αριθμούς τεμαχίων [   ], [   ] και [   ], Φ/ΣΧ. [   ], στην περιοχή [   ] στη Λεμεσό (στο εξής το ακίνητο).  Με την Διοικητική Πράξη (Δ.Π.) 621, ημερ. 25.7.1969, το ακίνητο απαλλοτριώθηκε από τη Δημοκρατία μέσω του Διευθυντή Τμήματος Δημοσίων Έργων, για την κατασκευή οδού προσπέλασης για το νέο Λιμάνι Λεμεσού.  Σχετικό ποσό αποζημίωσης καταβλήθηκε στις Εφεσείουσες για την απαλλοτριωθείσα έκταση, η οποία στη συνέχεια, εγγράφηκε επ’ ονόματι της Απαλλοτριούσας Αρχής.

 

          Με επιστολή τους ημερ. 5.3.2012 προς τον Επαρχιακό Μηχανικό Δημοσίων Έργων, οι Εφεσείουσες ζήτησαν την επιστροφή μέρους του ακινήτου που δεν είχε χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό της απαλλοτρίωσης, εφόσον, ως είχαν αναφέρει, «δεν εκτελέστηκαν οι εργασίες και κατασκευές που απαιτούνταν για κυκλοφοριακό κόμβο».  Επιπρόσθετα, οι Εφεσείουσες ισχυρίσθηκαν ότι η συγκεκριμένη έκταση «έχει διαμορφωθεί και χρησιμοποιηθεί ως χώρος πρασίνου»

 

          Το Τμήμα Δημοσίων Έργων απάντησε με επιστολή του ημερ. 27.11.2012, με την οποία επεσήμανε πως «η λωρίδα γης που αιτήστε ως απαλλοτριωθείσα και μη χρησιμοποιηθείσα να σας επιστραφεί, αποτελεί μέρος του δημόσιου δρόμου και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατή η επιστροφή της».  Για την διαμόρφωση της κατάληξης αυτής, λήφθηκαν υπόψη οι θέσεις του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, ως και του Δήμου Λεμεσού.

 

          Μετά πάροδο τεσσάρων περίπου ετών, οι Εφεσείουσες επανήλθαν και με επιστολή τους ημερ. 17.5.2016 υπέβαλαν εκ νέου το αίτημα τους για επιστροφή της απαλλοτριωθείσας γης, που, όπως ανέφεραν, δεν χρησιμοποιήθηκε για το σκοπό της απαλλοτρίωσης του ακινήτου.

 

          Το Τμήμα Δημοσίων Έργων απάντησε με επιστολή του ημερ. 30.8.2016, σύμφωνα με την οποία το μέρος του ακινήτου που είχε απαλλοτριωθεί και κατά τις Εφεσείουσες δεν είχε χρησιμοποιηθεί, δεν μπορούσε να τους επιστραφεί διότι :

 

«Ι. Το ένα μέρος του τεμαχίου που διεκδικείτε για επιστροφή, επειδή ισχυρίζεστε ότι απαλλοτριώθηκε αλλά δεν χρησιμοποιήθηκε, έχει παραχωρηθεί στο δημόσιο, σύμφωνα με τους όρους που έθεσε στους πρώην ιδιοκτήτες η Τοπική Αρχή.

 

ΙΙ. Το άλλο τμήμα του τεμαχίου που επίσης διεκδικείτε για επιστροφή, αποτελεί μέρος δημόσιου δρόμου.».

 

          Η απάντηση αυτή ημερ. 30.8.2016 αποτέλεσε το αντικείμενο της Προσφυγής που οι Εφεσείουσες καταχώρισαν στις 2.11.2016, με αρ. 1294/2016.

 

          Μετά πάροδο δύο χρόνων, οι Εφεσείουσες επανήλθαν εκ νέου με επιστολή τους ημερ. 28.8.2018 προς τη Διευθύντρια του Τμήματος Δημοσίων Έργων, με νέο αίτημα για επιστροφή της έκτασης του ακινήτου που είχε απαλλοτριωθεί αλλά, ως ανέφεραν, δεν χρησιμοποιήθηκε για τους σκοπούς της απαλλοτρίωσης του ακινήτου. 

 

          Η απάντηση του Τμήματος Δημοσίων Έργων, δόθηκε με επιστολή του ημερ. 11.12.2018, σύμφωνα με την οποία η εν λόγω έκταση δεν μπορούσε να επιστραφεί επειδή είναι αναγκαία για την κατασκευή κυκλικού κυκλοφοριακού κόμβου που θα κατασκευαστεί στη συμβολή των Λεωφόρων Ομονοίας και Φραγκλίνου Ρούσβελτ, για επίλυση κυκλοφοριακών προβλημάτων.  Παρόμοια απάντηση είχε δοθεί στις Εφεσείουσες από το Τμήμα Δημοσίων Έργων και με προηγούμενη επιστολή του ημερ. 2.4.2018.

 

          Εναντίον της απόφασης των Εφεσίβλητων ημερ. 11.12.2018, οι Εφεσείουσες καταχώρισαν στις 16.1.2019 την Προσφυγή αρ. 52/2019.

 

          Οι προαναφερθείσες Προσφυγές με αρ. 1294/2016 και 52/2019 συνεκδικάστηκαν πρωτόδικα. 

 

          Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού εξέτασε πρώτα την προδικαστική ένσταση που είχε εγείρει η ευπαίδευτη συνήγορος των Εφεσίβλητων, κατέληξε πως κι οι δύο προσβαλλόμενες πράξεις ημερ. 30.8.2016 και 11.12.2018 είναι βεβαιωτικού χαρακτήρα, στερούμενες ωσαύτως εκτελεστότητας, με αποτέλεσμα την απόρριψη και των δύο Προσφυγών ως απαράδεκτες.

 

          Οι Εφεσείουσες θεωρούν εσφαλμένη την πρωτόδικη απόφαση και με την παρούσα Έφεση επιδιώκουν την ανατροπή της στη βάση επτά (7) λόγων Έφεσης.

 

          Προέχει η σωρευτική εξέταση των λόγων Έφεσης (1ος, 2ος, 5ος και 6ος) που αφορούν την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι δύο  προσβαλλόμενες πράξεις είναι βεβαιωτικού χαρακτήρα.

 

          Είναι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εφεσειουσών πως η παράλειψη της Διοίκησης να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του Άρθρου 23(5) του Συντάγματος για επιστροφή του ακινήτου όταν ο σκοπός της απαλλοτρίωσης δεν καταστεί εφικτός, συνιστά συνεχιζόμενη και διαρκή παράλειψη, που δεν μπορεί να διαγραφεί λόγω προηγούμενης αρνητικής τοποθέτησης της Διοίκησης.  Εν πάση περιπτώσει, ισχυρίστηκε πως εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε πως συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις ώστε οι προσβαλλόμενες αποφάσεις να θεωρηθούν βεβαιωτικές, εφόσον αυτές ήταν αποτέλεσμα νέας και επιπρόσθετης έρευνας.

 

          Αντίθετα, η ευπαίδευτη συνήγορος των Εφεσίβλητων υποστήριξε την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης.  

 

          Είχα την ευκαιρία να εξετάσω τα όσα προώθησαν ενώπιον μας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι και των δύο πλευρών.

 

          Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι βεβαιωτικού χαρακτήρα, ως η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου.  Εάν η απάντηση στο ερώτημα είναι θετική, τότε παραμένει προς απάντηση το κατά πόσο, σε περίπτωση συνεχιζόμενης παράλειψης της Διοίκησης να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του Άρθρου 23(5) του Συντάγματος, ο βεβαιωτικός χαρακτήρας των προσβαλλόμενων αποφάσεων εμποδίζει τις Εφεσείουσες  να προσφύγουν στο Δικαστήριο.

 

          Βεβαιωτικές είναι πράξεις που εκδίδονται χωρίς νέα ουσιαστική έρευνα, βάσει των ίδιων πραγματικών δεδομένων και δηλώνουν εμμονή της Διοίκησης σε προγενέστερη ρύθμιση. Οι βεβαιωτικές πράξεις δεν έχουν χαρακτήρα διοικητικής πράξης, στερούνται εκτελεστότητας και εκδίδονται συνήθως, ύστερα από νέα αίτηση του διοικουμένου για το ίδιο θέμα. (βλ. Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου Ε.Π. Σπηλιωτόπουλος, Β.Θ. Κονδύλης, Τόμος 1, 16η έκδοση σελ. 139).

 

          Η πιο πάνω νομική αρχή υιοθετήθηκε σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.  Στην υπόθεση Ζίττης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 ΑΑΔ 394, έγινε αναφορά στις βεβαιωτικές πράξεις οι οποίες δεν είναι πράξεις εκτελεστές διότι δεν περιέχουν οποιαδήποτε επιταγή, αλλά βεβαιούται απλώς η εμμονή της Διοίκησης σε προγενέστερη επιταγή.  Περαιτέρω, επεσημάνθηκε ότι για να είναι νεότερη πράξη βεβαιωτική προγενέστερης, απαιτείται α) ταυτότητα της Αρχής που έχει εκδώσει και τις δύο πράξεις, β) ταυτότητα του προσώπου ή των προσώπων στα οποία αφορούν οι πράξεις, γ) ταυτότητα της νόμιμης διαδικασίας, δ) ταυτότητα της πραγματικής αιτιολογίας και των δύο πράξεων και ε) ταυτότητα του διατακτικού.  Επιπρόσθετα, λέχθηκε ότι η πράξη που περιέχει επιβεβαίωση προηγούμενης δεν είναι εκτελεστή, εκτός αν λήφθηκε ύστερα από νέα έρευνα και λήφθηκαν υπόψη νέα στοιχεία που, έστω και αν προϋπήρχαν, ήταν άγνωστα ή/και δεν λήφθηκαν  υπόψη νωρίτερα. 

 

          Σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2017) 3 (Α) ΑΑΔ, 283:

 

«Στη Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v. Υπουργείου Εμπορίου (2011) 3(Β) Α.Α.Δ. 851 τίθεται η έννοια της εκτελεστής σε αντιδιαστολή προς πράξη βεβαιωτικού χαρακτήρα και γίνεται νομολογιακή ανασκόπηση των δύο εννοιών. Με τον κλασσικό ορισμό του Ε.Π. Σπηλιωτόπουλου Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου 2007, σελ.127, βεβαιωτικές είναι οι πράξεις που «δεν έχουν χαρακτήρα διοικητικής πράξης, στερούνται εκτελεστότητας και εκδίδονται συνήθως μετά από νέα αίτηση του διοικούμενου για το ίδιο θέμα ......». Όπως τονίστηκε στην Marfin, ανωτέρω «αναθεώρηση απόφασης επί τη υποβολή νέων στοιχείων απολήγει σε νέα απόφαση μετά από δέουσα έρευνα (βλ. Μάρκου v. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 53, Δημοκρατία v. Αναστασίου (2011) 3 Α.Α.Δ. 519, I.M.C.S. Intercollege Ltd v. Α.Α.Α.Δ. Κύπρου (2008) 3 Α.Α.Δ. 296). Είναι ορθή η παρατήρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι στην κρινόμενη περίσταση, δεν έχουν εν τοις πράγμασι υποβληθεί νέα στοιχεία από τον εφεσείοντα με το νέο αίτημα του για να υπάρχει υποχρέωση νέας έρευνας. Επιπλέον τα νέα στοιχεία θα έπρεπε να είναι ουσιώδη. Ο Στασινόπουλος στο Δίκαιο των Διοικητικών Διαφορών (1964), 4η έκδοση, σελ.176 επισημαίνει ακριβώς ότι δεν πρέπει ο απωλέσας την προθεσμία για την προσβολή μιας εκτελεστής πράξης να δύναται να καταστρατηγεί την προθεσμία εκείνη με τη δημιουργία νέας πράξης, που εκδόθηκε κατ' επίφαση μεν νέας έρευνας, κατ' ουσίαν όμως στη βάση των ίδιων στοιχείων.»

 

          Στην προκειμένη περίπτωση, σ’ ό,τι αφορά τη φύση και το χαρακτήρα των προσβαλλόμενων αποφάσεων ως βεβαιωτικές,  κρίνω πως η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι ορθή. Παραθέτω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση, το οποίο και υιοθετώ, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να προσθέσω οτιδήποτε:

 

«Είναι σημαντικό να τονιστεί εξ' αρχής ότι η πράξη και/ή απόφαση που περιέχεται στις δυο επιστολές του Τμήματος Δημοσίων Έργων, ημερομηνίας 30.8.2016 και 27.11.2012, είναι ουσιαστικά η ίδια: πρόκειται για την απόφαση των καθ' ων η αίτηση να απορρίψουν και/ή να μην κάνουν δεκτό το αίτημα των αιτητριών για επιστροφή εκείνου του μέρους του ακινήτου που, ως ανέφερε η πλευρά των αιτητριών, είχε απαλλοτριωθεί αλλά δεν είχε χρησιμοποιηθεί.

 

 

Έχει ήδη εκτεθεί πιο πάνω το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 30.8.2016 και δη οι λόγοι για τους οποίους οι καθ' ων απάντησαν αρνητικά στο αίτημα των αιτητριών. Στην έτερη, προηγηθείσα, επιστολή των καθ' ων η αίτηση προς τις αιτήτριες, ημερομηνίας 27.11.2012, αναφέρονταν τα εξής:

 

 

«Συμβολή Λεωφόρου Ομονοίας/Φρ. Ρούσβελτ

Αίτημα ιδιοκτητών για επιστροφή απαλλοτριωθείσας γης

Τεμ. xxx, Φ.Σχ.LIV.xx.xx.IV Τμήμα x

 

Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην επιστολή σας με ημερομηνία 5/3/2012 η οποία αφορά επιστροφή απαλλοτριωθείσας γης στη Συμβολή Λεωφόρου Ομονοίας/ Φραγκλίνου Ρούσβελτ και μετά από σχετική έρευνα που έγινε με το Δήμο Λεμεσού και το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως, σας πληροφορώ ότι η λωρίδα γης που αιτήστε ως απαλλοτριωθείσα και μη χρησιμοποιηθείσα να σας επιστραφεί, αποτελεί μέρος του δημόσιου δρόμου και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατή η επιστροφή της.».

 

Είναι γεγονός ότι στην αμέσως πιο πάνω επιστολή, ως ορθώς παρατηρεί και ο συνήγορος των αιτητριών, αναφέρεται ως μοναδικός λόγος απόρριψης του αιτήματός τους ότι το μέρος του ακινήτου που ζητούν να τους επιστραφεί, αποτελεί μέρος δημόσιου δρόμου, ενώ στην επίδικη επιστολή ημερομηνίας 30.8.2016, εκτίθεται και πρόσθετος, πέραν του προαναφερθέντος, λόγος απόρριψης του αιτήματος των αιτητριών, ότι το μέρος του ακινήτου, του οποίου ζητείται η επιστροφή, έχει παραχωρηθεί στο δημόσιο, σύμφωνα με τους όρους που είχε θέσει στους πρώην ιδιοκτήτες η Τοπική Αρχή. Αυτό, ωστόσο, έχω την άποψη ότι ουδόλως διαφοροποιεί τα πράγματα, εφόσον, ως έχει ήδη λεχθεί, και στις δυο επιστολές του Τμήματος Δημοσίων Έργων περιέχεται ουσιαστικά η ίδια πράξη, ήτοι η απόφαση των καθ' ων η αίτηση να απορρίψουν το αίτημα των αιτητριών για επιστροφή εκείνου του μέρους του ακινήτου που είχε απαλλοτριωθεί αλλά δεν χρησιμοποιήθηκε, δίδεται δε προς τούτο η ίδια αιτιολογία: ότι η λωρίδα γης που οι αιτήτριες ζητούσαν να τους επιστραφεί, αποτελεί μέρος του δημόσιου δρόμου. Επιπρόσθετα δε, ως προς την πρόσθετη αιτιολόγηση της απορριπτικής απάντησης των καθ' ων η αίτηση, που δόθηκε με την επιστολή ημερομηνίας 30.8.2016, διαπιστώνω ότι ήδη από το έτος 2012 και δη πριν από την λήψη της περιεχόμενης στην πρώτη επιστολή των καθ' ων η αίτηση προς τις αιτήτριες πράξης, ήταν γνωστή σε αυτούς η ύπαρξη όρου που πράγματι είχε τεθεί από την αρμόδια τοπική αρχή, όπως το εν λόγω μέρος του ακινήτου, του οποίου ζητείται η επιστροφή, παραχωρηθεί στο δημόσιο για διεύρυνση των υφιστάμενων δημόσιων δρόμων. Αυτό προκύπτει από τη σχετική αλληλογραφία μεταξύ του Τμήματος Δημοσίων Έργων, Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως και Δήμου Λεμεσού, η οποία περιλήφθηκε στα παραρτήματα της ένστασης των καθ' ων η αίτηση στην προσφυγή αρ. 1294/2016 (βλ. ειδικότερα παραρτήματα 3 και 5 και δη την επιστολή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως προς το Τμήμα Δημοσίων Έργων, ημερομηνίας 15.6.2012).

 

Συνεπώς, η πρόσθετη αυτή αιτιολογία που δόθηκε με την περιεχόμενη στην επιστολή ημερομηνίας 30.8.2016 πράξη των καθ' ων η αίτηση, δεν αφορούσε σε νέο και/ή ουσιώδες στοιχείο που ήταν άγνωστο στους καθ' ων η αίτηση κατά τη λήψη της πρώτης απόφασής τους, ημερομηνίας 27.11.2012 και το οποίο για πρώτη φορά λήφθηκε υπόψη κατά την διαμόρφωση της δεύτερης απάντησης των καθ' ων, ημερομηνίας 30.8.2016. Ούτε και προκύπτει, στη βάση πάντα των ενώπιον μου στοιχείων, να έχουν ληφθεί υπόψη από τους καθ' ων η αίτηση και/ή να έχουν τεθεί ενώπιον τους νέα και ουσιώδη στοιχεία, μετά τη λήψη της απόφασής τους ημερομηνίας 27.11.2012, τα οποία να οδήγησαν και/ή να επηρέασαν τη διαμόρφωση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης πράξης που περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 30.8.2016, με αποτέλεσμα η περιεχόμενη στην εν λόγω επιστολή πράξη να έχει όλα τα χαρακτηριστικά πράξης βεβαιωτικής.»

 

……………………………………………………………………………

…………………………………………………………………………..

 

«Παρόμοια, εν πολλοίς, ισχύουν και όσον αφορά στην προσφυγή αρ. 52/2019, η οποία επίσης θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

 

Ως έχει ήδη λεχθεί, η εν λόγω προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης των καθ' ων η αίτηση που περιέχεται σε επιστολή τους, ημερομηνίας 11.12.2018, δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημα των αιτητριών για επιστροφή της έκτασης του ακινήτου που είχε απαλλοτριωθεί και δεν χρησιμοποιήθηκε. Ως αυτολεξεί αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή που εστάλη από τον Αν. Διευθυντή Τμήματος Δημοσίων Έργων προς τους δικηγόρους των αιτητριών:

 

«Επιστροφή έκτασης που απαλλοτριώθηκε με την Δ.Π. 61/25.7.79 και δεν χρησιμοποιήθηκε στην Ενορία Τσιφλικούδια στη Λεμεσό

Προσφυγή 1294/16

 

Αναφέρομαι στην επιστολή σας με ημερομηνία 28 Αυγούστου 2018 σχετικά με το πιο πάνω θέμα και σε συνέχεια ταυτάριθμης επιστολής μας με ημερομηνία 02/04/2018 (αντίγραφο επισυνάπτεται), διευκρινίζω ότι τα δυο τμήματα όπως φαίνονται με κίτρινο και πράσινο χρώμα στο συνημμένο κτηματολογικό σχέδιο, δεν μπορούν να επιστραφούν επειδή είναι αναγκαία για την κατασκευή κυκλικού κυκλοφοριακού κόμβου, που θα κατασκευαστεί στην πιο πάνω συμβολή για επίλυση κυκλοφοριακών προβλημάτων.».

 

 

Αναφέρεται λοιπόν η εν λόγω επιστολή σε προηγηθείσα επιστολή του Τμήματος Δημοσίων Έργων προς τους δικηγόρους των αιτητριών, ημερομηνίας 2.4.2018, αναφορικά με το ίδιο θέμα, όπου καταγράφονται τα ακόλουθα:

 

«Επιστροφή έκτασης που απαλλοτριώθηκε με την Δ.Π. 61/25.7.79 και δεν χρησιμοποιήθηκε στην Ενορία Τσιφλικούδια στη Λεμεσό

Προσφυγή 1294/16

 

Αναφέρομαι στην επιστολή με ημερομηνία 8 Ιανουαρίου 2018 σχετικά με το πιο πάνω θέμα (αντίγραφο επισυνάπτεται) και επιθυμώ να σας πληροφορήσω ότι το Τμήμα Δημοσίων Έργων δεν συμφωνεί με την επιστροφή της υπό αναφορά απαλλοτριωμένης γης, όπως φαίνεται με κίτρινο και πράσινο χρώμα στο συνημμένο κτηματολογικό σχέδιο, επειδή η πιο πάνω γη βρίσκεται στη συμβολή των Λεωφόρων Ομονοίας και Φρ. Ρούζβελτ που καλύπτεται με φώτα τροχαίας και παρουσιάζει κυκλοφοριακά προβλήματα.

 

2. Για την επίλυση των προβλημάτων αυτών το Τμήμα μου έχει ετοιμάσει ρυθμιστικό σχέδιο που περιλαμβάνει την κατασκευή κυκλικού κυκλοφοριακού κόμβου, στην πιο πάνω συμβολή, και θα προωθήσει τις νενομισμένες διαδικασίες για την υλοποίηση του.».

 

Από απλή αντιπαραβολή των κειμένων των δυο επιστολών, διαπιστώνεται η σχεδόν ταυτόσημη αιτιολογία που δόθηκε από τους καθ' ων η αίτηση προς την πλευρά των αιτητριών όσον αφορά στην απόρριψη του προαναφερθέντος αιτήματός τους. Ούτε και προκύπτει να έχει γίνει νέα έρευνα από τους καθ' ων η αίτηση, μετά την πρώτη απορριπτική απάντησή τους, ημερομηνίας 2.4.2018, ούτε και να λήφθηκαν νέα και ουσιώδη στοιχεία υπόψη, για τη διαμόρφωση της περιεχόμενης στη δεύτερη επιστολή τους, ημερομηνίας 11.12.2018, απορριπτικής απάντησής τους, που αποτελεί και την προσβαλλόμενη δια της προσφυγής αρ. 52/2019 πράξη.

 

Επ' αυτού, ο συνήγορος των αιτητριών ισχυρίζεται ότι, μετά την πρώτη απορριπτική απόφαση, ημερομηνίας 2.4.2018 και πριν από τη λήψη της επίδικης, δεύτερης απόφασης, ημερομηνίας 11.12.2018, είχε μεσολαβήσει σύσκεψη στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, περί τον Ιούλιο του 2018, με τη συμμετοχή όλων των αρμόδιων παραγόντων, όπου και έγινε νέα έρευνα της υπόθεσης και τέθηκαν νέα στοιχεία ενώπιον της Διοίκησης, τα οποία λήφθηκαν υπόψη πριν από τη διαμόρφωση της επίδικης πράξης. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την πιο πάνω θέση. Εν πρώτοις, πουθενά στη βάση των ενώπιον μου στοιχείων δεν προκύπτει να έχουν ληφθεί και/ή να τέθηκαν ενώπιον των καθ' ων η αίτηση κατά την εν λόγω σύσκεψη, η οποία πράγματι έλαβε χώρα τον Ιούλιο του 2018, νέα στοιχεία, που δεν υπήρχαν προηγουμένως, σχετικά με την υπό συζήτηση περίπτωση, ούτε βεβαίως και προκύπτει ποια ήσαν αυτά τα νέα στοιχεία.

 

Γενικότερα, δεν προκύπτει να τέθηκαν ενώπιον του Τμήματος Δημοσίων Έργων, μετά την πρώτη απορριπτική απόφαση ημερομηνίας 2.4.2018, νέα και ουσιώδη στοιχεία τα οποία να έλαβε υπόψη του το Τμήμα, προκειμένου να διαμορφώσει την δεύτερη, ταυτόσημη, απορριπτική του απάντηση ημερομηνίας 11.12.2018. Συνεπώς, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί επαρκώς ο ισχυρισμός ότι η δεύτερη αυτή πράξη και/ή απόφαση του Τμήματος, ημερομηνίας 11.12.2018, είναι αποτέλεσμα νέας έρευνας των καθ' ων η αίτηση, στη βάση νέων και ουσιωδών στοιχείων.

 

Επιπρόσθετα, είναι σαφές από τα ενώπιον μου στοιχεία ότι οι καθ' ων η αίτηση, Τμήμα Δημοσίων Έργων, εξ' αρχής, ήτοι από την πρώτη απορριπτική απάντησή τους προς την πλευρά των αιτητριών, ημερομηνίας 2.4.2018, μέχρι και την περιεχόμενη στην επιστολή τους ημερομηνίας 11.12.2018 απάντησή τους, που αποτελεί και την επίδικη πράξη, εξέφρασαν την άρνηση και/ή την αντίθεσή τους στο ενδεχόμενο επιστροφής στις αιτήτριες της έκτασης του ακινήτου που είχε απαλλοτριωθεί και δεν χρησιμοποιήθηκε, εκφράζοντας, επαναλαμβάνω ταυτόσημη αιτιολογία στις δυο περιπτώσεις, ενώ ουδέποτε, μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης απορριπτικής απάντησής τους, μεταβλήθηκε η θέση τους αυτή. Συναφώς, είναι ενδεικτική η επιστολή των καθ' ων προς τον Γενικό Εισαγγελέα τη Δημοκρατίας, ημερομηνίας 12.9.2018 (επισυνάφθηκε ως τεκμήριο 1 στη γραπτή αγόρευση της δικηγόρου των καθ' ων η αίτηση στην προσφυγή αρ. 1294/2016), ήτοι μετά την πρώτη και πριν από τη δεύτερη απορριπτική απάντησή τους, με την οποία το Τμήμα συνέχισε να εκφράζει την θέση ότι η έκταση του ακινήτου που είχε απαλλοτριωθεί και δεν χρησιμοποιήθηκε εξακολουθούσε να είναι αναγκαία για την κατασκευή κυκλικού κόμβου στην περιοχή.»

 

          Ό,τι παραμένει προς εξέταση είναι το κατά το πόσο ο βεβαιωτικός χαρακτήρας των προσβαλλόμενων αποφάσεων, αποτελεί κώλυμα για τις Εφεσείουσες να επανέλθουν με νέο αίτημα για επιστροφή του ακινήτου και κατά προέκταση να προσφύγουν στο Δικαστήριο με σχετική προσφυγή.

 

          Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εφεσειουσών παρέπεμψε το Δικαστήριο στην απόφαση Ζήνων Ευθυμιάδης Εστέιτς Λτδ ν. Δημοκρατίας (2006) 3 ΑΑΔ 166 και υποστήριξε πως η υποχρέωση της Διοίκησης να επιστρέψει το ακίνητο όταν ο σκοπός της απαλλοτρίωσης δεν καταστεί εφικτός, είναι αυθύπαρκτη και διαρκής και δεν μπορεί να διαγραφεί για πάντα λόγω μίας αρνητικής απάντησης της Διοίκησης. Η παράλειψη συμμόρφωσης της Διοίκησης για επιστροφή είναι συνεχιζόμενη και μια αρνητική τοποθέτηση της Διοίκησης σε κάποιο χρόνο ύστερα από αίτηση για επιστροφή, δεν επενεργεί στη δυνατότητα των Εφεσειουσών να επανέλθουν με νέο αίτημα για επιστροφή.

 

          Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Ζήνων Ευθυμιάδης (ανωτέρω) είναι σχετικό:

 

«Δεν μας είναι δυνατό να θεωρήσουμε ότι η ακόλουθη της Mustafa v. Republic νομολογία θέτει οριστικά τέρμα στη δυνατότητα του πρώην ιδιοκτήτη να διεκδικήσει επιστροφή του κτήματος αφ' ης στιγμής υπήρξε συγκεκριμένη αρνητική τοποθέτηση της διοίκησης η οποία είτε προσεβλήθη ανεπιτυχώς είτε δεν προσεβλήθη ως τέτοια εμπροθέσμως. Η Mustafa v. Republic εξέφρασε μια διαχρονική αρχή η οποία συναρτάται προς αυτή ταύτη την έννοια της συνεχιζόμενης παράλειψης σε σχέση με τη δεδομένη διαρκή υποχρέωση της διοίκησης να χρησιμοποιήσει το κτήμα για το σκοπό για τον οποίο το απαλλοτρίωσε. Η υποχρέωση της διοίκησης να προσφέρει επιστροφή κτήματος ο σκοπός της απαλλοτρίωσης του οποίου δεν κατέστη εφικτός, όπως επιβάλλεται με συνταγματική ισχύ στο Άρθρο 23.5, είναι άρρηκτα και πάγια ακόλουθη της υποχρέωσης της εκείνης. Και η υποχρέωση αυτή δεν μπορεί να διαγραφεί δια παντός ως εκ μιας αρνητικής τοποθέτησης της διοίκησης σε κάποιο συγκεκριμένο χρόνο έναντι αιτήματος για επιστροφή. Μία τέτοια αρνητική τοποθέτηση συνιστά βεβαίως εκτελεστή διοικητική πράξη η νομιμότητα της οποίας κρίνεται, εφ' όσον προσβληθεί, με αναφορά στα δικά της δεδομένα ως προς το συγκεκριμένο σχετικό χρόνο σε συνάρτηση με το ερώτημα κατά πόσο ο σκοπός της απαλλοτρίωσης δεν είχε καταστεί εφικτός. Ανεπιτυχής προσβολή τέτοιας απόφασης ή παράλειψη εμπρόθεσμης προσβολής της διατηρεί τη νομιμότητα της ως διοικητικής κρίσης επί των δεδομένων της. Δεν καταργεί όμως τη θεμελιακή υποχρέωση της διοίκησης να καταστήσει εφικτό το σκοπό της απαλλοτρίωσης και τη δυνατότητα του πρώην ιδιοκτήτη να επανέλθει με νέο αίτημα για επιστροφή. Κατά πόσο ο σκοπός της απαλλοτρίωσης δεν έχει καταστεί εφικτός θα κριθεί πλέον με αναφορά στο σύνολο των δεδομένων όπως έχουν διαμορφωθεί, σε συνάρτηση πάντοτε προς το σχετικό προς το ερώτημα χρόνο, περιλαμβανομένων των προηγηθέντων αλλά και των ακολουθησάντων την αρνητική απόφαση δεδομένων. Το ζητούμενο δεν είναι πλέον η αρνητική απόφαση, η οποία και όντως δεν θα μπορούσε να προσβάλλεται τώρα εκπροθέσμως, αλλά η ακόλουθη εκείνης και συνεχιζόμενη υποχρέωση της διοίκησης να καταστήσει εφικτό το σκοπό της απαλλοτρίωσης, παράλειψη εκπλήρωσης της οποίας και μπορεί πάντοτε να προσβάλλεται, όπως υποδεικνύει η Mustafa v. Republic, ως συνεχιζόμενη παράλειψη.

 

Και είναι ακριβώς τέτοια συνεχιζόμενη παράλειψη μετά και από την αρνητική απάντηση της 16.4.1999, και όχι εκείνη την αρνητική απάντηση, που προσβάλλει η προσφυγή. Η αναφορά στο αιτητικό σε "άρνηση και ή παράλειψη" είναι σαφώς αναφορά όχι στην κυριολεκτικά άρνηση της 16.4.1999 αλλά στη συνεχιζόμενη  παράλειψη της διοίκησης να καταστήσει εφικτό το σκοπό της απαλλοτρίωσης που περιγραφικά δίδεται ως η συνεχής αρνητική της διάθεση να επιστρέψει το κτήμα. Αυτό είναι σαφές από τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η προσφυγή, και δη την αναφορά ότι, παρά την πάροδο 15 μηνών από την αρνητική απόφαση της 16.4.1999, η διοίκηση ουδέν έπραξε για την ανέγερση του τυπογραφείου και ούτε περιέλαβε οποιαδήποτε σχετική δαπάνη στον προϋπολογισμό. Με την προσβολή της συνεχιζόμενης παράλειψης λοιπόν τίθεται εκ νέου προς εξέταση η εκπλήρωση της διαρκούς υποχρέωσης της διοίκησης και μάλιστα χωρίς να έχει μεσολαβήσει, εφ' όσον η αρνητική απάντηση της 16.4.1999 δεν προσεβλήθη, δικαστική κρίση επ' αυτής.»

 

          Από το πιο πάνω απόσπασμα προκύπτει με σαφήνεια πως η υποχρέωση της Διοίκησης να προσφέρει επιστροφή ακινήτου, του οποίου ο σκοπός της απαλλοτρίωσης δεν κατέστη εφικτός, όπως επιβάλλεται από το Άρθρο 23.5 του Συντάγματος, δεν μπορεί να διαγραφεί διά παντός λόγω μιας αρνητικής τοποθέτησης της Διοίκησης σε κάποιο συγκεκριμένο χρόνο, κατόπιν αιτήματος για επιστροφή.  Ωστόσο, όπως διευκρινίσθηκε, ό,τι έχει  σημασία μετά την αρνητική τοποθέτηση της Διοίκησης, δεν είναι πλέον η αρνητική απόφαση – η οποία συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη και η νομιμότητα της μπορεί να προσβληθεί εμπρόθεσμα – αλλά η ακόλουθη της και συνεχιζόμενη υποχρέωση της Διοίκησης να καταστήσει εφικτό το σκοπό της απαλλοτρίωσης, η παράλειψη εκπλήρωσης της οποίας, μπορεί πάντοτε να προσβάλλεται, ως συνεχιζόμενη παράλειψη.

 

          Συνεπώς, είναι ουσιαστικής και καθοριστικής σημασίας το αντικείμενο της προσφυγής και συγκεκριμένα, το κατά πόσο προσβάλλεται η νομιμότητα της αρνητικής τοποθέτησης της Διοίκησης για επιστροφή του ακινήτου ή η συνεχιζόμενη παράλειψη της Διοίκησης να καταστήσει εφικτό το σκοπό της απαλλοτρίωσης. 

 

Στην πρώτη περίπτωση της «αρνητικής απάντησης» της Διοίκησης, η νομιμότητα της ελέγχεται από το Διοικητικό Δικαστήριο νοουμένου ότι έχει προσβληθεί εμπρόθεσμα και υπό το φως πάντοτε,  των γενικών αρχών του Διοικητικού Δικαίου, συμπεριλαμβανομένης και της φύσης και χαρακτήρος της ως εκτελεστή διοικητική πράξη.

 

Στη δεύτερη περίπτωση της «συνεχιζόμενης παράλειψης», αυτή μπορεί πάντοτε να προσβάλλεται και ασχέτως της προηγούμενης αρνητικής τοποθέτησης της Διοίκησης για επιστροφή του ακινήτου.

Στη βάση των πιο πάνω επισημάνσεων, συμφωνώ με το πρωτόδικο Δικαστήριο πως το αντικείμενο της προσφυγής στην   απόφαση Ευθυμιάδης (ανωτέρω), ήταν η συνεχιζόμενη παράλειψη της Διοίκησης να καταστήσει εφικτό το σκοπό της απαλλοτρίωσης και όχι η αρνητική απάντηση της Διοίκησης για επιστροφή του ακινήτου, όπως συμβαίνει στην  παρούσα υπόθεση. Και τούτο, έχοντας κατά νου πως αντικείμενο των Προσφυγών αρ. 1294/2016 και αρ. 52/2019 είναι οι αποφάσεις της Διοίκησης ημερ. 30.8.2016 και 11.12.2018, με τις οποίες δόθηκε αρνητική απάντηση της Διοίκησης σε αιτήματα των Εφεσειουσών ημερ. 17.5.2016 και 28.8.2016 για επιστροφή της έκτασης του ακινήτου που δεν είχε, σύμφωνα με τις Εφεσείουσες,  χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό της απαλλοτρίωσης.

 

Συνακόλουθα, με δεδομένο ότι η κατ’ ισχυρισμόν συνεχιζόμενη παράλειψη της Διοίκησης να καταστήσει εφικτό τον σκοπό της απαλλοτρίωσης, δεν προσβλήθηκε με τις δύο προσφυγές, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο περιορίσθηκε στον έλεγχο της νομιμότητας των επίδικων αρνητικών απαντήσεων και μόνο και επομένως στην ορθή, όπως ανέφερα πιο πάνω, κρίση του περί του βεβαιωτικού χαρακτήρα των προσβαλλομένων αποφάσεων.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εφεσειουσών, κατά την ακροαματική διαδικασία, αναφέρθηκε στην επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας προς το Τμήμα Δημοσίων Έργων ημερ. 19.12.2017 με την οποία εγίνετο τότε εισήγηση για επιστροφή τμημάτων του ακινήτου ή για μερική ανάκληση, προκειμένου  να δικαιολογήσει το λόγο για τον οποίο δεν είχε προσβάλει τις προηγούμενες αποφάσεις της Διοίκησης για μη επιστροφή του ακινήτου.

 

Διευκρινίζω πως μετά την εν λόγω επιστολή ημερ. 19.12.2017 (Παράρτημα 3 στη γραπτή αγόρευση των Εφεσειουσών πρωτόδικα) και την επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 8.1.2018 προς το Τμήμα Δημοσίων Έργων, (Παράρτημα 4) όπου έγινε  ρητή αναφορά στην επιστολή ημερ. 19.12.2017, ακολούθησε η απαντητική αρνητική απόφαση της Διοίκησης ημερ. 2.4.2018 (Παράρτημα 5), η οποία, όπως ανέφερα πιο πάνω, ουδέποτε προσβλήθηκε ενώπιον Δικαστηρίου και η προσβαλλόμενη απόφαση ημερ. 11.12.2018 είναι βεβαιωτική αυτής της επιστολής ημερ. 2.4.2018.  Είναι δε σημαντικό πως η εν λόγω επιστολή ημερ. 19.12.2017 έπεται της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης ημερ. 30.8.2016.

 

Για όλα τα πιο πάνω θα  απέρριπτα την Έφεση.

 

 

       Στ. Χατζηγιάννη, Δ.                                                               

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

/Α.Λ.Ο.

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο