ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ v. ΗΜ PROPERTIES LTD, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 29/21, 18/2/2026
print
Τίτλος:
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ v. ΗΜ PROPERTIES LTD, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 29/21, 18/2/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν.33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)

 

          (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 29/21)

(Υπόθ. Αρ. 1249/2017)

 

18 Φεβρουαρίου, 2026

 

[Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Ν. ΣΑΝΤΗΣ, ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ

Εφεσείουσα,

v.

ΗΜ PROPERTIES LTD

Εφεσίβλητης.

-----------

 

Π. Βασιλείου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσείουσα

Κ. Καλλής, για Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ, για Εφεσίβλητη.

 

---------------------

 

Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.:  Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει η Δικαστής Στ. Χατζηγιάννη.

                                               

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.:  Η Εφεσίβλητη εγγράφηκε εθελοντικά στο Μητρώο ΦΠΑ από 1.3.2003, με κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα την ενοικίαση διαμερισμάτων και εξοχικών κατοικιών.

 

Στα πλαίσια έρευνας στα βιβλία και αρχεία της εταιρείας JH VIEWS LTD, που διεξάχθηκε το 2011 από αρμόδιους λειτουργούς του Επαρχιακού Γραφείου ΦΠΑ Πάφου, ασκώντας προς τούτο, τις εξουσίες που τους παρέχει η σχετική νομοθεσία, διαπιστώθηκε, εκ πρώτης όψεως, η ύπαρξη ποινικού αδικήματος εκ μέρους της Εφεσίβλητης, λόγω υποβολής ψευδών φορολογικών δηλώσεων στον Έφορο ΦΠΑ.

 

Ακολούθως, μετά από σχετική έρευνα στον Έφορο Εταιρειών, διαπιστώθηκε ότι η Εφεσίβλητη, ως και άλλες πέντε εταιρείες, συμπεριλαμβανομένης και της JH VIEWS LTD, είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους.  Έτσι, στις 18.7.2013 , αρμόδιοι λειτουργοί του Τομέα Διερευνήσεων, πραγματοποίησαν έρευνα, δυνάμει εντάλματος έρευνας, τόσο στα υποστατικά των συνδεόμενων εταιρειών, όσο και στην οικία του κοινού διευθυντή τους και παραλήφθηκαν, μεταξύ άλλων, τεκμήρια που αφορούν την Εφεσίβλητη.  Αρμόδιοι λειτουργοί προέβηκαν σε έλεγχο και ανάλυση των εν λόγω τεκμηρίων για την περίοδο από 1.3.2003 μέχρι 31.12.2015.  Για σκοπούς προσδιορισμού των πραγματικών πωλήσεων της Εφεσίβλητης, αρμόδιοι λειτουργοί προέβηκαν σε συγκεκριμένες ενέργειες, ελέγχους και διαπιστώσεις,  στη βάση των οποίων, ο Έφορος Φορολογίας έκρινε ότι οι φορολογικές δηλώσεις τις οποίες είχε υποβάλει η Εφεσίβλητη κατά τις φορολογικές περιόδους από 1.3.2003 – 31.12.2015 ήταν ελλιπείς και/ή ανακριβείς.  Ως αποτέλεσμα, ο Έφορος Φορολογίας προέβηκε σε βεβαίωση φόρου €656.447,68, με βάση το Άρθρο 49 και 50(2) του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου (Ν.95(Ι)/2000) όπως τροποποιήθηκε και γνωστοποίησε στην Εφεσίβλητη την απόφαση του, με επιστολή ημερ. 19.6.2017.

 

Η Εφεσίβλητη αμφισβήτησε τη νομιμότητα της πιο πάνω απόφασης του Εφόρου Φορολογίας ημερ. 19.6.2017, με την καταχώριση της Προσφυγής αρ. 1249/2017.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στην πρωτόδικη (τότε) απόφαση ημερ. 16.3.2020 του Διοικητικού Δικαστηρίου σε συνεκδικασθείσες Προσφυγές αρ. 541/2016, 573/2016, 636/2016 και 677/2016, Ποταμίτου ν. Δημοκρατίας, με την οποία είχε ακυρωθεί  ο διορισμός του κ. Τσαγγάρη στη θέση του Εφόρου Φορολογίας ως αντισυνταγματικός, ως και στις πρωτόδικες αποφάσεις στις Προσφυγές αρ. 334/2017, ημερ. 21.9.2020, Ocean Aquarium Ltd v. Δημοκρατίας και 1250/2017, ημερ. 10.11.2020, JH VIEWS Ltd v. Δημοκρατίας, κατέληξε πως η ex tunc ακύρωση του διορισμού του κ. Τσαγγάρη στη θέση του Εφόρου Φορολογίας, συμπαρέσυρε σε ακυρότητα και την επίδικη απόφαση.

 

Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως ο κ. Τσαγγάρης ήταν ο Έφορος Φορολογίας κατά το χρόνο λήψης της προσβαλλόμενης απόφασης ημερ. 19.6.2017 και με την αναφορά σ’ αυτήν «για Έφορο Φορολογίας», το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως σ’ αυτόν καταλογίζεται η λήψη της.

 

Ως αποτέλεσμα, το πρωτόδικο Δικαστήριο ακύρωσε την   επίδικη απόφαση, λόγω της ακύρωσης του διορισμού (με αναδρομική ισχύ) του κ. Τσαγγάρη στη θέση του Εφόρου Φορολογίας, ο οποίος είχε λάβει και την επίδικη απόφαση και έτσι

έκρινε πως παρείλκε πλέον η εξέταση οποιουδήποτε άλλου λόγου ακύρωσης.

 

Η Εφεσείουσα θεωρεί εσφαλμένη την πρωτόδικη απόφαση και με την παρούσα Έφεση επιδιώκει την ανατροπή της, στη βάση τριών (3) λόγων Έφεσης.

 

Με τους 1ο και 2ο λόγους Έφεσης, η Εφεσείουσα προσβάλλει ως εσφαλμένη την πιο πάνω κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου.  Με τον 3ο λόγο Έφεσης προσβάλλεται ως εσφαλμένη η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει το αίτημα της Εφεσείουσας για κατάθεση ως τεκμήριο, φωτοαντίγραφο της εξουσιοδότησης συγκεκριμένου λειτουργού για λήψη της επίδικης απόφασης.

 

Στο πλαίσιο των 1ου και 2ου λόγων Έφεσης, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εφεσείουσας  παρέπεμψε το Δικαστήριο στις πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Π. Κατσαντώνης ν. Δημοκρατίας ΕΔΔ 35/2018 ημερ. 26.6.2024, Ε. Λάμπρου ν. Δημοκρατίας ΕΔΔ 141/2019 ημερ. 9.10.2024 και Δημοκρατία ν. JH VIEWS LTD, EΔΔ 192/2020 ημερ. 18.7.2025.   Εισηγήθηκε σχετικά, ότι με βάση το σκεπτικό των εν λόγω αποφάσεων,  ο Έφορος Φορολογίας συνιστά de facto διοικητικό όργανο και συνεπώς ο αντισυνταγματικός διορισμός του ουδόλως επιδρά στο κύρος και στη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης,  την οποία εξέδωσε πριν την ακύρωση του διορισμού του.

 

Σημειώνεται πως ακολούθησε δεσμευτική τελεσίδικη δικαστική κρίση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση Δημοκρατία ν. Ποταμίτου Συνεκδ. Εφέσεις αρ. 59/2020 και 104/2020, ημερ. 7.6.2021, με βάση την οποία ο διορισμός του κ. Τσαγγάρη στη θέση Εφόρου Φορολογίας στις 8.4.2016 κρίθηκε ως αντισυνταγματικός, ως παραβιάζων τα Άρθρα 122, 123, 124 και 125 του Συντάγματος.

 

Διευκρινίζεται περαιτέρω, πως η επικαλεσθείσα από το πρωτόδικο Δικαστήριο, πρωτόδικη απόφαση στην Προσφυγή αρ. 1250/2017  (ανωτέρω), παραμερίσθηκε με απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην υπόθεση Δημοκρατία ν. JH VIEWS LTD (ανωτέρω), η οποία υιοθέτησε και συμφώνησε με το σκεπτικό της υπόθεσης Λάμπρου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω).

 

Αντίθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εφεσίβλητης, υποστήριξε την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης, χωρίς ωστόσο, να αιτηθεί συγκεκριμένα από το παρόν Δικαστήριο να αποφασίσει κατ’ απόκλιση από την πιο πάνω πρόσφατη νομολογία του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου. 

 

Είχαμε την ευκαιρία να εξετάσουμε τα όσα προώθησαν ενώπιον μας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι και των δύο πλευρών.

 

Όπως προαναφέραμε, στην υπόθεση Λάμπρου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο αποφάσισε, για τους λόγους που εξήγησε, πως ο Έφορος Φορολογίας θεωρείται de facto όργανο και συνεπώς η κήρυξη του διορισμού του στις 7.6.2021 ως αντισυνταγματική και συνεπώς παράνομη, δεν επιδρά στο κύρος των αποφάσεων του που εκδόθηκαν πριν την ακύρωση του διορισμού του. 

 

Το ακόλουθο απόσπασμα είναι σχετικό:

 

«Αποτελεί βασική αρχή του Διοικητικού Δικαίου ότι αν η πράξη διορισμού ή της εκλογής προσώπου που αποτελεί μονομελές διοικητικό όργανο, δεν είναι ανυπόστατη αλλά απλώς παράνομη και συνεπώς πάσχει από ακυρότητα, αυτό δεν επιδρά στο κύρος των διοικητικών πράξεων που έχει εκδώσει. Το όργανο αυτό ονομάζεται de facto διοικητικό όργανο.  Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα των Ε. Π. Σπηλιωτόπουλος και Β. Θ. Κονδύλης, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Τόμος 1, 16η έκδοση, παρ. 117,  118 και 119, κάτω από τον τίτλο «Η νόμιμη υπόσταση του οργάνου» και «De facto  διοικητικό όργανο»:

 

Η νόμιμη υπόσταση του οργάνου

          «117.  Το μονομελές διοικητικό όργανο, για να είναι ικανό να εκδώσει τη διοικητική πράξη, πρέπει να έχει νόμιμη υπόσταση, δηλαδή πρέπει να έχουν τηρηθεί όλες οι προϋποθέσεις που προβλέπουν οι κανόνες δικαίου, με τις οποίες το φυσικό πρόσωπο που αποτελεί το όργανο αποκτά την ιδιότητα του διοικητικού οργάνου.  Για να λάβει δε νόμιμη υπόσταση το διοικητικό όργανο, πρέπει να μεσολαβήσει μια ειδική πράξη, δηλαδή είτε εκλογή ή επικύρωσή της, είτε διορισμός του προσώπου που το αποτελεί. 

 

          Το όργανο δεν έχει νόμιμη υπόσταση, εάν i) δεν υπάρχει τέτοια πράξη ή ii) η πράξη είναι ανυπόστατη, διότι εκδόθηκε κατά παράβαση της κατά κλάδο αρμοδιότητας (κατωτ. αριθ. 133) ή έπρεπε να δημοσιευθεί και δεν δημοσιεύθηκε (κατωτ. αριθ. 164).  ΟΙ πράξεις του προσώπου που εμφανίσθηκε ως διοικητικό όργανο χωρίς να λάβει νόμιμη υπόσταση δεν έχουν χαρακτήρα διοικητικής πράξης, είναι ανύπαρκτες ή ανυπόστατες από την άποψη του διοικητικού δικαίου (ΣΕ 531/1971).  Η δε ενέργεια ενός προσώπου, που συνίσταται στην έκδοση πράξεων υπό την ιδιότητα διοικητικού οργάνου, την οποία όμως ποτέ δεν απέκτησε, ονομάζεται συνήθως «νόσφιση εξουσίας» ή «σφετερισμός εξουσίας» ή «αντιποίηση αρχής».

 

118.  Η νόμιμη υπόσταση του μονομελούς διοικητικού οργάνου διαρκεί έως την ανάκληση ή την ακύρωση ή γενικά την παύση της ισχύος (π.χ. με παραίτηση ή έκπτωση κ.λ.π.) της πράξης εκλογής ή διορισμού του προσώπου που το αποτελεί ή έως τη λήξη της θητείας του.  Πράξεις που εκδίδονται μετά τη λήξη της νόμιμης υπόστασης του οργάνου ή με συμμετοχή του οργάνου αυτού πάσχουν ακυρότητα.  Επίσης, η νόμιμη υπόσταση του μονομελούς οργάνου διακόπτεται, όταν το πρόσωπο που το αποτελεί οφείλει να απέχει από την άσκηση των καθηκόντων του λόγω διαθεσιμότητας ή αργίας ή προσωρινής παύσης.  Οι διοικητικές πράξεις που εκδίδονται από δημόσιο υπάλληλο ευρισκόμενο σε τέτοια κατάσταση πάσχουν επίσης από ακυρότητα. 

 

De Facto διοικητικό όργανο

 

119.  Εάν η πράξη του διορισμού  ή της εκλογής του προσώπου που αποτελεί το μονομελές διοικητικό όργανο δεν είναι, κατά τα προαναφερόμενα, ανυπόστατη, αλλά απλώς παράνομη, και συνεπώς πάσχει από ακυρότητα, αυτό δεν επιδρά στο κύρος των διοικητικών πράξεων που έχει εκδώσει.  Το όργανο αυτό ονομάζεται συνήθως de facto διοικητικό όργανο.  Αναγκαίος όρος, για να θεωρηθεί ένα όργανο ως de facto, είναι να υπάρχει πράξη διορισμού ή εκλογής του προσώπου που το αποτελεί, η οποία είναι μεν παράνομη, αλλά δημιουργεί αντικειμενική επίφαση νομιμότητας.  Έχει δε επίφαση νομιμότητας, όταν με τις συνθήκες που ασκούσε τα καθήκοντά του το όργανο το οποίο είχε διορισθεί ή εκλεγεί παράνομα, ο καλόπιστος και σώφρων διοικούμενος μπορούσε εύλογα να θεωρήσει ότι το πρόσωπο αυτό είχε νόμιμα την ιδιότητα του διοικητικού οργάνου.  Δεν υπάρχει επίφαση νομιμότητας, εάν η πράξη διορισμού ή εκλογής είναι ανυπόστατη και όχι απλώς παράνομη.  Το de facto όργανο παύει να υπάρχει, μόνον όταν ακυρωθεί ή ανακληθεί η πράξη του διορισμού ή της επικύρωσης της εκλογής του προσώπου από το οποίο αποτελείται. 

 

          Οι πράξεις του de facto οργάνου είναι έγκυρες, εάν δεν πάσχουν από ακυρότητα για άλλο λόγο.  Ο κανόνας αυτός ανταποκρίνεται στην ανάγκη της σταθερότητας και της ασφάλειας των νομικών καταστάσεων που έχουν δημιουργηθεί και της προστασίας όλων των διοικουμένων, οι οποίοι εύλογα πίστευαν ότι το διοικητικό όργανο είχε νόμιμη υπόσταση και συνεπώς δεν επιτρέπεται να υποστούν τις συνέπειες της υφιστάμενης, αλλά όχι εμφανούς, παρανομίας.  Ο κανόνας αυτός προέρχεται από το ρωμαϊκό δίκαιο, εφαρμόζεται από τη νομολογία του ΣΕ (820/1949) και έχει καθιερωθεί νομοθετικά με το άρθρο 20 §. 3 ΥΚ.»

 

       Στην προκειμένη περίπτωση, το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο, κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ο Έφορος Φορολογίας είχε νόμιμη υπόσταση, δηλ. είχε μεσολαβήσει ειδική πράξη διορισμού του, ως και κατά πόσο, παρά την μεταγενέστερη δικαστική κήρυξη του διορισμού του ως αντισυνταγματική και συνεπώς παράνομη, εμπίπτει στην έννοια του de facto διοικητικού οργάνου, όπως επεξηγήθηκε ανωτέρω.

 

       Υπό τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, κατά το χρόνο διορισμού του Εφόρου Φορολογίας ίσχυε το Άρθρο 4 του Ν.70(Ι)/2014, με βάση το οποίο και διορίστηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο, ως το αρμόδιο όργανο που είχε την εξουσία να το πράξει.  Συνεπώς, το Υπουργικό συμβούλιο, όταν εξέδωσε την πράξη διορισμού του Εφόρου Φορολογίας, δεν υφάρπαξε από άλλο όργανο την αρμοδιότητα διορισμού, αλλά ενήργησε εντός των νομίμων πλαισίων που του παρείχε το πιο πάνω Άρθρο 4. Με αυτά τα δεδομένα, η πράξη διορισμού του Εφόρου Φορολογίας, δεν εκδόθηκε «κατά παράβαση της κατά κλάδο αρμοδιότητας» δηλ. από όργανο που κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχε την εξουσία, με βάση το Νόμο, να το πράξει.  Δημοσιεύθηκε δε, στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 8.4.2016.  Συνακόλουθα, προκύπτει ότι ο Έφορος Φορολογίας, είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο νόμιμη υπόσταση, εφόσον η πράξη διορισμού του δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ανυπόσταση. 

 

       Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 24.6.2019, ο διορισμός του Εφόρου Φορολογίας κρίθηκε στις 7.6.2021, με την απόφαση του Ανωτάτου Δικστηρίου Ποταμίτου (ανωτέρω), ως αντισυνταγματικός και συνεπώς παράνομος.

 

       Με δεδομένη την παράνομη πράξη διορισμού του Εφόρου Φορολογίας - και όχι ανυπόστατη (όπως επεξηγήθηκε ανωτέρω) -προκύπτει το ερώτημα κατά πόσο ο Έφορος Φορολογίας μπορεί να θεωρηθεί ως de facto όργανο. Απαραίτητος όρος, όπως αναφέρθηκε  ανωτέρω,  είναι  η  δημιουργία αντικειμενικής επίφασης νομιμότητας. 

 

Η απάντηση στο ερώτημα,  κατά την κρίση μας, είναι θετική.  Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Έφορος Φορολογίας ασκούσε τα καθήκοντα του, μετά τον διορισμό του στη βάση ρητής νομοθετικής διάταξης και την δημοσίευση του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, εύλογα μπορούσαν να δημιουργήσουν στον καλόπιστο και σώφρονα διοικούμενο, την πεποίθηση ότι αυτός νόμιμα είχε την ιδιότητα του Εφόρου και νόμιμα ασκούσε τα καθήκοντα του.

      

Στη βάση των πιο πάνω, λαμβάνοντας συγχρόνως υπόψη ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, η απόφαση διορισμού του Εφόρου Φορολογίας ήταν νόμιμη με βάση το τεκμήριο συνταγματικότητας και νομιμότητας,  καταλήγουμε πως ο Έφορος Φορολογίας, θεωρείται de facto όργανο. Συνεπώς, η κήρυξη του διορισμού του στις 7.6.2021 ως αντισυνταγματική και συνεπώς παράνομη, δεν επιδρά στο κύρος της προγενέστερης προσβαλλόμενης πράξης, στο βαθμό που θα μπορούσε να επηρεαστεί λόγω της σύστασης στην οποία είχε προβεί, του Ενδιαφερόμενου Μέρους.»

 

 

Ακολούθησε η απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου (με διαφορετική σύνθεση) στην υπόθεση Δημοκρατία ν. JH VIEWS LTD, στην οποία ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εφεσίβλητης, (ο οποίος εκπροσωπεί και την Εφεσίβλητη στην παρούσα υπόθεση), είχε αιτηθεί όπως το Δικαστήριο αποστεί από τον λόγο της Λάμπρου (ανωτέρω), χαρακτηρίζοντας την ως εσφαλμένη.  Το Δικαστήριο αφού αναφέρθηκε στην αρχή της δεσμευτικότητας του λόγου των δικαστικών αποφάσεων ως πηγή δικαίου, ως και στις προϋποθέσεις απόκλισης από προηγούμενη δικαστική απόφαση, κατέληξε πως βρισκόταν σε πλήρη συμφωνία με την προσέγγιση στην υπόθεση Λάμπρου  (ανωτέρω).

 

Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την JH VIEWS LTD (ανωτέρω):

 

«Η αρχή της δεσμευτικότητας του λόγου (ratio decidendi) των δικαστικών αποφάσεων (stare decisis) ως πηγή δικαίου αποτελεί ένα από τους πιο σημαντικούς πυλώνες του συστήματος της απονομής της δικαιοσύνης και συναρτάται άμεσα με τη βεβαιότητα του δικαίου και την επικράτηση του κράτους δικαίου (Γουότς κ.α. ν. Λαούρη κ.α. (2014) 1 ΑΑΔ 1401).  Η μεγάλη σπουδαιότητα της αρχής αυτής τονίζεται στη μελέτη «Το Αγγλικό κοινό δίκαιο, οι κανόνες της επιείκειας και η εφαρμογή τους στην Κύπρο», Γ. Μ. Πική, όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«Η καθιέρωση της αρχής του δεσμευτικού των δικαστικών αποφάσεων οφείλεται σε δύο κυρίως λόγους, τους εξής:

(α) την πίστη ότι η βεβαιότητα για το δίκαιο συμβάλλει στη δημιουργία κοινωνικής αρμονίας και

(β) στην κατοχύρωση της αρχής της ισότητας όλων των πολιτών έναντι του Νόμου, που επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων που βρίσκονται στην ίδια θέση.» (σελ. 49-50)

 

…………………………………………………………………………………………….

 

 

Tα περιθώρια και οι προϋποθέσεις απόκλισης που αναγνωρίστηκαν με την εν λόγω Πρακτική υιοθετήθηκαν και εφαρμόστηκαν σταθερά από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου.  Παραθέτουμε χρήσιμο απόσπασμα από την Νικολάου κ.α. ν. Νικολάου κ.α. (Αρ.2) (1992) 1 ΑΑΔ 1338, στην οποία αναφέρθηκε ότι:-

 

«Τα περιθώρια και προϋποθέσεις για απόκλιση από προηγούμενες αποφάσεις της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ανάλογες με εκείνες που παρέχονται στη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων να αποκλίνει από προηγούμενες αποφάσεις της που περιέχονται στη διακήρυξη του 1966, [1966] 3 All E.R., 77. Στο προοίμιο της Διακήρυξης Πρακτικής επαναβεβαιώνεται η προσήλωση στο δικαστικό προηγούμενο ως το θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομείται το δίκαιο και προσδιορίζεται η εφαρμογή του σε συγκεκριμένους τομείς. Προηγούμενες αποφάσεις του δικαστηρίου θεωρούνται κατά κανόνα δεσμευτικές. Μόνο λόγοι κεφαλαιώδους σημασίας, όπως η ουσιαστική μεταβολή των περιστάσεων στις οποίες εδράζεται αρχή δικαίου, μπορεί να δικαιολογήσουν απόκλιση από το λόγο προηγούμενης απόφασης του δικαστηρίου. (Fitzleet Estates Ltd v. Cherry [1977] 3 All E.R. 996, (H.L.) - Βλεπίσης Bremer Vulkan v. South India Shipping [1981] 1 All E.R. 289, Paal Wilson & Co v. Blumenthal [1983] 1 All E.R. 34, Food Corp of India v. Antclizo Shipping [1988] 2 All E.R. 513)Ευχέρεια για απόκλιση παρέχεται και όταν κριθεί ότι προηγούμενη απόφαση βασίζεται σε αδιαμφισβήτητα εσφαλμένη αρχή δικαίου ή οδηγεί σε καταφανώς άδικα αποτελέσματα. (Ο' Brien vRobinson [1973] 1 All E.R., 583 (H.L.)).»

 

Στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (Αρ.3) (1996) 1 ΑΑΔ 315, διευκρινίστηκε περαιτέρω ότι:

«Εφόσον διαπιστώνεται ότι προηγούμενη δικαστική απόφαση είναι αδιαμφισβήτητα εσφαλμένη, δικαιολογείται η ανατροπή της και η απόκλιση από το λόγο της. Το σφάλμα πρέπει να έχει αντικειμενική υπόσταση και να καταφαίνεται ως αυταπόδεικτο. Αν χωρούν περισσότερες της μιας άποψης, ως προς την ύπαρξη αρχής δικαίου την οποία ενσωματώνει, το σφάλμα δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως αναντίλεκτο, ώστε να παράσχει βάση για την ανατροπή προηγούμενης απόφασης.»

 

Από την άλλη, εξίσου διευκρινίστηκε ότι:

 

«Είναι αυτονόητο ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει με επιφύλαξη το ενδεχόμενο ανατροπής πρόσφατης απόφασης.  Όμως, η όποια διστακτικότητα υποχωρεί, και εφόσον διαπιστωθεί ότι η αρχή δικαίου την οποία ενσωματώνει είναι αδιαμφισβήτητα εσφαλμένη.» 

 

………………………………………………………………………………

 

Με δεδομένη την παράνομη, όπως κρίθηκε μεταγενέστερα, αλλά όχι ανυπόστατη, πράξη διορισμού του Εφόρου, απαραίτητος όρος ώστε να θεωρηθεί de facto διοικητικό όργανο, ήταν η δημιουργία αντικειμενικής επίφασης νομιμότητας.  Βρισκόμαστε σε πλήρη συμφωνία με την προσέγγιση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Λάμπρου, ότι υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Έφορος άσκησε τα καθήκοντα του μετά το διορισμό του, βάσει ρητής νομοθετικής διάταξης, ο οποίος, περιπλέον, δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, εύλογα μπορούσε να δημιουργηθεί στον καλόπιστο και σώφρονα διοικούμενο η πεποίθηση ότι αυτός νόμιμα είχε την ιδιότητα του Εφόρου και νόμιμα ασκούσε τα καθήκοντα του.  Αδιαμφισβήτητα υπήρχε αντικειμενική επίφαση νομιμότητας. Ήταν ένα de facto διοικητικό όργανο, μέχρις ότου η ισχύς του διορισμού του να ακυρωθεί, χωρίς να επηρεάζεται το κύρος των διοικητικών πράξεων που είχε στο μεταξύ εκδώσει.»

 

 

Έτσι και στην  προκειμένη περίπτωση, σε πλήρη συμφωνία με την πιο πάνω δεσμευτική νομολογία, καταλήγουμε πως ο Έφορος Φορολογίας ήταν ένα de facto όργανο, μέχρι η ισχύς του διορισμού του να ακυρωθεί στις 7.6.2021, χωρίς ωστόσο, να επηρεάζεται το κύρος και η νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης ημερ. 19.6.2017, η οποία εκδόθηκε στο μεταξύ.

 

Σ’ ό,τι αφορά την υπόθεση Χατζηπροδρόμου κ.ά. ν. Κοντοπούλου, ΕΔΔ 81/2020 ημερ. 14.9.2021, στην οποία μας παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εφεσίβλητης, υιοθετούμε πλήρως το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση JH VIEWS LTD (ανωτέρω):

 

«Χάριν πληρότητας σημειώνουμε ότι δεν έχουμε παραπεμφθεί, παρά το συγκεκριμένο ερώτημα που θέσαμε, σε επί τούτου νομολογία που να υποστηρίζει τη θέση της εφεσίβλητης.  Σχετικά εντοπίσαμε μόνο μια αναφορά στην υπόθεση Χατζηπροδρόμου κ.α. ν. Κοντοπούλου κ.α., ΕΔΔ Αρ. 81/2020 κ.α., ημερ. 14.9.2021, στην οποία είχε αμφισβητηθεί η νομιμότητα της συγκρότησης της Συμβουλευτικής Επιτροπής[3] για το λόγο ότι ο διορισμός της Αρχιπρωτοκολλητού η οποία μετείχε στη ΣΕ, σε διαδικασία πλήρωσης κενών θέσεων στο δικαστικό σώμα, είχε ακυρωθεί από το Δικαστήριο.  Η άλλη πλευρά υποστήριξε ότι ισχύει το δόγμα του de facto διοικητικού οργάνου με αποτέλεσμα η ακύρωση του διορισμού της Αρχιπρωτοκολλητού να μην επηρέαζε τη διαδικασία.  Το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε την  εισήγηση αυτή, λέγοντας τα εξής:

 

«Είχε  προαχθεί στη θέση αυτή από την ΕΔΥ, μια νόμιμα θεσμοθετημένη και συνταγματική επιτροπή δυνάμει «κανόνα δικαίου» και δεν κατείχε τη θέση ούτε με νόσφιση εξουσίας ούτε με αντιποίηση αρχής.  Η ακύρωση του διορισμού της δεν αφορούσε παράβαση οποιασδήποτε συνταγματικής διάταξης ούτε αυτός κρίθηκε ανυπόστατος, παρά μόνο αποφασίστηκε ότι πεπλανημένα η ΕΔΥ αποτίμησε το στοιχείο της πείρας και την εν γένει αξία της ανθυποψηφίας της κατά το διορισμό της.»

 

 

Η παραπάνω αναφορά σε «παράβαση οποιασδήποτε συνταγματικής διάταξης» δεν εμπίπτει στο δεσμευτικό λόγο της απόφασης (ratio decidendi), αλλά ελέχθη εν παρόδω (obiter dictum).  Εν πάση δε περιπτώσει, άλλη είναι η έννοια της παράβασης του Συντάγματος σε σχέση με την αρχή του de facto οργάνου και έτσι πρέπει να ερμηνευθεί η σχετική αναφορά.  Παραπέμπουμε και πάλι στην υπόθεση Αριστείδης Λιασής, στην οποία ζητήθηκε η ακύρωση πράξεων προσώπου το οποίο είχε διοριστεί από το πραξικοπηματικό καθεστώς στις 15 Ιουλίου 1974 ως αστυνομικός διευθυντής Λεμεσού.  Ο διορισμός αυτός κρίθηκε ανυπόστατος και νομικώς ανύπαρκτος, με αποτέλεσμα το δόγμα των de facto οργάνων να μην έχει εφαρμογή.  Επρόκειτο για πλήρη ανατροπή της συνταγματικής τάξης και της συνταγματικής νομιμότητας, συνιστώντας έτσι κλασική περίπτωση νόσφισης, σφετερισμού εξουσίας. Eξ ου και το Δικαστήριο διαπίστωσε δικαστικώς την ανυπαρξία των επίδικων αποφάσεων.  Τέτοια όμως κατάσταση διαφοροποιείται πλήρως από την υπό εξέταση περίπτωση, όπου για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει υπήρχε εξ αντικειμένου επίφαση νομιμότητας.»

 

 

 

Για όλα τα πιο πάνω, οι 1ος και 2ος λόγοι Έφεσης επιτυγχάνουν, με αποτέλεσμα να παρέλκει η εξέταση του 3ου λόγου Έφεσης, αφού αυτός κατέστη πλέον άνευ αντικειμένου.

 

Συνακόλουθα, η Έφεση επιτυγχάνει.

 

Η υπόθεση παραπέμπεται στο Διοικητικό Δικαστήριο προς επανεκδίκαση το συντομότερο δυνατόν, ώστε να αποφασιστούν οι λόγοι ακύρωσης που προβλήθηκαν πρωτόδικα.

 

 

 

 

Επιδικάζονται προς όφελος της Εφεσείουσας και σε βάρος της Εφεσίβλητης, έξοδα ύψους €4000.

 

                                                                  

 

                                                                   Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ,  Δ.

 

                                      Ν. ΣΑΝΤΗΣ, Δ.

 

ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.

 

/Α.Λ.Ο.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο