ΑΝΝΑ ΠΑΠΑΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ v. ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 167/2020, 13/3/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΝΑ ΠΑΠΑΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ v. ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 167/2020, 13/3/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Άρθρο 23(3)(γ) του Ν. 33/64 - Μεταβατικές Διατάξεις)

 

(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 167/2020)

 

13 Μαρτίου, 2026

 

[Τ.Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Ν. Γ. ΣΑΝΤΗΣ,

ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Μ. ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

ΑΝΝΑ ΠΑΠΑΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Εφεσείουσα

ν.

 

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

Εφεσιβλήτων

______________________

 

Μ. Χριστοφή (κα), Κ. Χαραλάμπους (κα) και Θ. Κωνσταντίνου, για Η. Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ, για την Εφεσείουσα.

Σ. Μαξούτη (κα) και Ι. Μιχαήλ (κα), για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για τους Εφεσίβλητους.

______________________

 

ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου

θα δοθεί από την Καλλιγέρου, Δ.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ.:   Η εφεσείουσα υπέβαλε στις 24/2/2015 αίτημα στο Επιστημονικό Τεχνολογικό Επιμελητήριο Κύπρου, (στο εξής «το ΕΤΕΚ»), όπως πρόσθετα με την εγγραφή της ως μέλος του ΕΤΕΚ στον κλάδο Πολιτικών Μηχανικών να επιτρεπόταν η εγγραφή της και στον κλάδο Αρχιτεκτονικής και Αρχιτεκτονικής Τοπίου.

 

Η εφεσείουσα σπούδασε στην Ελλάδα και στο Ηνωμένο Βασίλειο, αποκτώντας πτυχίο Πολιτικού Μηχανικού από Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (το 2010) και Master of Science, Historic Building Conversation, από το Ηνωμένο Βασίλειο.  Επίσης, απέκτησε, μετά τις σπουδές της, τα ακόλουθα επαγγελματικά προσόντα:

 

α)    Επαγγελματική άδεια Πολιτικού Μηχανικού, στις 4/8/2010

β)    Βεβαίωση Εγγραφής στο ΤΕΕ (Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος) στον Κλάδο Πολιτικής Μηχανικής. 

γ)    Εγγραφή στο ΕΤΕΚ (Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου), στον κλάδο Πολιτικής Μηχανικής από 27/9/2011.

 

Στην επίδικη αίτηση της προς το ΕΤΕΚ ανέφερε ρητά, συμπληρώνοντας το σχετικό έντυπο, ότι αιτείτο την εγγραφή της βάσει της δεύτερης επιφύλαξης της παραγράφου (γ) του άρθρου 7(1Α).  Πέραν αυτού, προσκόμισε, επισυνάπτοντάς τα στην αίτηση της, βεβαίωση του ΤΕΕ αναφορικά με την ισχύουσα το έτος 2010 νομοθεσία στην Ελλάδα σε σχέση με τους Πολιτικούς Μηχανικούς, βάσει του νόμου 4663/1930 και την Eγκύκλιο 51502/1967 του Γραφείου Πολεοδομίας Αθηνών, δυνάμει των οποίων (άρθρο 4 του νόμου 4663/1930):

 

«…εν τη ασκήσει του επαγγέλματος του Διπλωματούχου Πολιτικού Μηχανικού νοείται συνυπάρχουσα και η εξάσκησις του επαγγέλματος του Αρχιτέκτονος και Τοπογράφου…».  Επίσης, βάσει του αναφερόμενου άρθρου 4, το οποίο επισυνάφθηκε: «εν τη ασκήσει του επαγγέλματος του διπλωματούχου πολιτικού μηχανικού νοείται συνυπάρχουσα και η εξάσκησις του επαγγέλματος και τοπογράφου, της ασκήσεως του επαγγέλματος του αρχιτέκτονος περιοριζομένης εις καθαρώς αρχιτεκτονικάς και οικοδομικάς εργασίας, του δε τοπογράφου εις καθαρώς τοπογραφικάς εργασίας.» 

 

Στο ίδιο έντυπο που είχε επισυναφθεί στην αίτησή της, αναφερόταν πως με τον νόμο 4254/2014, ΦΕΚ Α 85/7.4.2014, οριζόταν ότι τα άρθρα 1, 2, 3 και 4 του νόμου 4663/1930, αντικαθίσταντο ως ακολούθως:   

 

Σύμφωνα με την παράγραφο 3(α), οι ειδικότητες Μηχανικών με ειδικότερα προσόντα, πέραν του βασικού κύκλου σπουδών, είχαν το δικαίωμα άσκησης επαγγελματικών δραστηριοτήτων των άρθρων 1, 2 και 3 (Αρχιτέκτονες, Πολιτικοί Μηχανικοί, Τοπογράφοι) μετά την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων των αρμοδίων, κατά περίπτωση, Υπουργών Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Παιδείας και Θρησκευμάτων. Τα σχετικά προεδρικά διατάγματα θα εκδίδονταν μετά από σχετική εισήγηση Επιτροπής και σύμφωνη γνώμη του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος.

 

Το ΕΤΕΚ επιλήφθηκε της αίτησης και με την σχετική απόφασή του αποφάσισε ότι η εφεσείουσα δεν δικαιούτο να εγγραφεί στον Κλάδο Αρχιτεκτονικής και Αρχιτεκτονικής Τοπίου, καθότι οι δύο τίτλοι της, πτυχίο και μάστερ, δεν είχαν τύχει αναγνώρισης από το ΕΤΕΚ, αρμόδιο όργανο, δυνάμει του άρθρου 7 του Νόμου 224/90 για τέτοια αναγνώριση.  Ειδικότερα, αποφασίστηκε ότι η εφεσείουσα δεν πληρούσε τα κριτήρια του άρθρου 7(1)(α), ούτε αναγνωρίστηκε ο τίτλος master της που απέκτησε από το Royal Institute of British Architects (RΙBA), Επίπεδο Part 2.  Το σχετικό πρακτικό της Διοικούσας Επιτροπής, στην συνεδρία της ημερομηνίας 5/5/2015, είχε ως εξής:

 

«ΘΕΜΑ 6:   ΕΓΓΡΑΦΗ ΜΕΛΩΝ

                      Α.        Αιτήσεις Εγγραφής Νέων Μελών

Μελετήθηκαν οι εισηγήσεις της Επιτροπής Εγγραφής Μελών ΕΤΕΚ όπως αυτές καταγράφονται στα πρακτικά της αρ. 263 (02/2015) ημερομηνίας 30.03.2015 που στάλθηκαν στα μέλη με την ημερήσια διάταξη της συνεδρίας.  Ακολούθησε συζήτηση κατά την οποία αποφασίστηκαν τα ακόλουθα:

 

(α)     η μη αναγνώριση των πτυχίων ή διπλωμάτων πανεπιστημίου που παρουσιάζονται στο Παράρτημα 1, για σκοπούς του Νόμου του ΕΤΕΚ, βάσει των προνοιών του Άρθρου 7.1α του Ν.224/90.

 

(β)     απορριφθούν οι αιτήσεις των προσώπων που παρουσιάζονται στο Παράρτημα 2 για τον λόγο ότι δεν κατέχουν πτυχίο ή δίπλωμα πανεπιστημίου ή άλλο ισοδύναμο προσόν σε οποιοδήποτε κλάδο της Μηχανικής Επιστήμης, το οποίο να είναι αναγνωρισμένο από το Επιμελητήριο.

 

(γ) [….…]

 

(δ) [……]»

 

Περαιτέρω στο Παράρτημα 1, καταγράφηκε πως:

 

«[Παρ.1]

Διοικούσα Επιτροπή, 13/15

ΘΕΜΑ 6:     ΕΓΓΡΑΦΗ ΜΕΛΩΝ

Α.        Αιτήσεις Εγγραφής Νέων Μελών

 

Μη αναγνώριση των πιο κάτω πτυχίων ή διπλωμάτων πανεπιστημίου για σκοπούς του Νόμου του ΕΤΕΚ, βάσει των προνοιών του Άρθρου 7.1α του Ν.224/90:

 

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ, ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ      

ΔΙΠΛΩΜΑ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΜΗΧΑΝΙΚΟΥ – ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ – ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ MASTER OF SCIENCE IN HISTORIC BUILDING CONSERVATIONUNIVERSITY OF PORTSMOUTH – Ηνωμένο Βασίλειο

 

Το πρόγραμμα σπουδών που έχει παρακολουθήσει προς απόκτηση των συγκεκριμένων πτυχίων / διπλωμάτων δεν έχουν τύχει αναγνώρισης στον εν λόγω κλάδο από το Επιμελητήριο (αρμόδιο σώμα αναγνώρισης τίτλων σπουδών, δυνάμει του άρθρου 7 του Ν. 224/90) για τους σκοπούς του Νόμου του ΕΤΕΚ.

 

Το πρώτο πτυχίο / δίπλωμα δεν ικανοποιεί τις πρόνοιες του άρθρου 7(1)(α) του Περί ΕΤΕΚ Νόμου για σκοπούς εγγραφής στο Μητρώο Μελών του ΕΤΕΚ.  Δεν είναι πτυχίο ή δίπλωμα πανεπιστημίου ή άλλο ισοδύναμο προσόν στην Αρχιτεκτονική περιλαμβανομένης της Αρχιτεκτονικής Τοπίου, όπως απαιτείται από το αναφερόμενο άρθρο του Νόμου.

 

Το δεύτερο πτυχίο / δίπλωμα δεν τυγχάνει αναγνώρισης από το Royal Institute of British Architects (RIBA) σε επίπεδο PART 2.

 

Πτυχία που εκδίδονται από Πανεπιστημιακά Ιδρύματα του Ηνωμένου Βασιλείου γίνονται αποδεκτά για εγγραφή στο Μητρώο Μελών του κλάδου Αρχιτεκτονικής περιλαμβανομένης της Αρχιτεκτονικής Τοπίου του ΕΤΕΚ, νοουμένου ότι, περιλαμβάνονται στον κατάλογο διαπιστευμένων προγραμμάτων του Royal Institute of British Architects (RIBA) σε επίπεδο PART 2.»

 

Ακολούθησε η καταχώριση προσφυγής εκ μέρους της εφεσείουσας.

 

Αποτελούσε κύριο λόγο ακυρώσεως στην προσφυγή, ο οποίος είχε αναπτυχθεί στην Γραπτή Αγόρευση της εφεσείουσας πρωτοδίκως, ότι το ΕΤΕΚ δεν ασχολήθηκε, εξετάζοντας την αίτησή της, με τα άρθρα του Νόμου που η ίδια επικαλέστηκε.  Το ζήτημα απαντήθηκε από τους συνηγόρους του ΕΤΕΚ στην γραπτή τους αγόρευση, με το επιχείρημα ότι δεν μπορούσαν να  αφορούν την εφεσείουσα οι συγκεκριμένες διατάξεις του Νόμου, γιατί δεν ήταν Ευρωπαία πολίτης, αλλά Κύπρια, ωσάν να υπήρχε αντίστοιχη αιτιολογία στο σώμα της πράξης, την οποία πρότασσε προς υποστήριξη της νομιμότητας της επίδικης στην προσφυγή απόφασης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, εξετάζοντας την θέση αυτή των συνηγόρων του ΕΤΕΚ, απέρριψε την προσφυγή επικαλούμενο απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με το ζήτημα, την οποία έκρινε δεσμευτική.

 

Κατ’ έφεση υποστηρίχθηκε από την εφεσείουσα, ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε τους ισχυρισμούς ως προς την παράλειψη των εφεσιβλήτων να εξετάσουν το ζήτημα στη βάση του αιτήματός της και ανέπτυξε παράλληλα σχετικούς ισχυρισμούς σε σχέση με την πλήρωση των προϋποθέσεων του Νόμου, για εγγραφή της στο Μητρώο Αρχιτεκτονικής. 

 

Διαπιστώνεται, από επισταμένη μελέτη του διοικητικού φακέλου, όπως περιγράφεται και στο σχετικό Ευρετήριο της Έφεσης, ότι το ΕΤΕΚ όντως δεν ασχολήθηκε καθόλου κατά τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης εγγραφής της εφεσείουσας με τις διατάξεις του άρθρου 7(1Α), και ειδικότερα σε σχέση με τη δεύτερη επιφύλαξη της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1Α), όπως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, και η οποία είχε (όπως αυτή αντικαταστάθηκε με τον τροποποιητικό Νόμο αρ. 61(Ι)/2009), ως εξής:

 

«7(1Α)          […….]

(α)                 […….]

(β)                 […….]

(γ)                 […….]

[Νοείται …….]

 

Νοείται περαιτέρω ότι πτυχία, διπλώματα ή τίτλοι που αποκτήθηκαν σε κράτη μέλη αλλά δεν περιλαμβάνονται στο πρώτο παράρτημα αξιολογούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Αναγνώρισης των Επαγγελματικών Προσόντων Νόμου (Νόμος 31(Ι)/2008).» 

 

Σημειώνεται ότι, με τον ίδιο τροποποιητικό Νόμο αρ. 61(Ι)/2009, προστέθηκε ένα νέο άρθρο, το άρθρο 7(Α), έχοντας πλαγιότιτλο «Διαδικασία Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων».  Σύμφωνα με την παράγραφο 5 αυτού, προβλέπεται πως:

 

«Για την εγγραφή στο μητρώο μελών του Επιμελητηρίου πολίτη κράτους μέλους που κατέχει δίπλωμα, πιστοποιητικό ή άλλο τίτλο που αποκτήθηκε σε τρίτη χώρα, το Επιμελητήριο λαμβάνει υπόψη τυχόν αναγνώριση του εν λόγω διπλώματος, πιστοποιητικού ή άλλου τίτλου από άλλο κράτος μέλος, καθώς και την εκπαίδευση και/ή την επαγγελματική πείρα που απέκτησε ο ενδιαφερόμενος σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα.»

 

Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το ΕΤΕΚ ασχολήθηκε, κατά οποιονδήποτε τρόπο, με τις διατάξεις του Νόμου που η εφεσείουσα υποστήριξε πως κάλυπταν την περίπτωσή της.  Και ούτε είναι σε θέση το Διοικητικό Δικαστήριο να υποκαταστήσει, βάσει της πάγιας νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το διοικητικό όργανο, προβαίνοντας σε ουσιαστική κρίση κατά πόσο πληρούσε τα εναλλακτικά προσόντα του Δευτέρου Παραρτήματος, (ως δηλαδή αιτητής που απέκτησε τα προσόντα του σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία του επιτρέπουν να ασκεί εκεί το επάγγελμα του Αρχιτέκτονα).

 

Μας είναι άγνωστο ποια θα ήταν η απόφαση των αρμοδίων οργάνων του ΕΤΕΚ εάν εξέταζαν το ζήτημα αυτό, και δεν εντοπίζεται ούτε καν ένας υπαινιγμός στο πρακτικό των Συμβουλευτικών Επιτροπών και της Διοικούσας Επιτροπής, που εξέδωσε την τελική απόφαση, ή και στον διοικητικό φάκελο, ότι το ζήτημα εξετάστηκε υπό την σκοπιά του γεγονότος ότι η εφεσείουσα ήταν Κύπρια και κατά την κρίση, λ.χ. του ΕΤΕΚ, δεν θα μπορούσε να εφαρμοστούν οι διατάξεις αυτές (για τους «Ευρωπαίους πολίτες») στο πρόσωπό της.  Η έκταση των γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων σε αυτό το ζήτημα, δεν συνάδει καθόλου με ρητές αναφορές των οργάνων του ΕΤΕΚ στον διοικητικό φάκελο, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, που περιορίστηκαν μόνο στο κατά πόσο η εφεσείουσα κατείχε πτυχίο Αρχιτεκτονικής ή όχι.

 

Ούτε και η αλυσιτέλεια, στην περίπτωση της υπόθεσης αυτής, μπορεί να εξεταστεί υπό τις περιστάσεις του συγκεκριμένου αιτήματος.  Αλυσιτελής θα ήταν η προσφυγή της, αν και εφόσον η ίδια αιτείτο εγγραφής της στην Αρχιτεκτονική δυνάμει των διατάξεων που το ΕΤΕΚ εξέτασε.  Το αντίθετο συνέβη.  Βάσισε την αίτησή της σε άλλες διατάξεις του Νόμου που αφορούσαν, όπως προαναφέρθηκε, την εγγραφή κατόχων πτυχίων από κράτος μέλος. Υποστήριζε πως ως Ευρωπαία πολίτης που απέκτησε το πτυχίο της σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο οποίο, βάσει Νόμου, ήταν δυνατόν να επιτραπεί η άσκηση του επαγγέλματος του Αρχιτέκτονα θα έπρεπε να εγγραφεί και στην Κύπρο στο σχετικό Μητρώο.  

 

Επομένως, για το συγκεκριμένο ζήτημα απουσιάζει παντελώς η όποια αιτιολογία.  Βάσει της πάγιας νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αυτή δεν μπορεί να υποκατασταθεί ή να συμπληρωθεί από το Δικαστήριο.  Επίσης, πάντοτε βάσει πάγιας νομολογίας, το Διοικητικό Δικαστήριο, στα πλαίσια της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας, δεν προβαίνει σε ουσιαστικές κρίσεις σε σχέση με την επάρκεια των προσόντων των αιτητών σε προσφυγή, αρμοδιότητα που ανήκει αποκλειστικά στο ΕΤΕΚ.  Όπως δε αποφασίστηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ΜΕΛΕΤΙΕ-ΠΑΝΑΓΙΔΗ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2018) 3 Α.Α.Δ. 545, «διά της αγορεύσεως δεν επιτρέπεται να εισάγονται εκ των υστέρων γεγονότα ώστε να αιτιολογείται ή επεξηγείται εκ των υστέρων η κρίση της διοίκησης.»  Στην ίδια αυτή υπόθεση αποφασίστηκε, πως το πρωτόδικο Δικαστήριο απαράδεκτα υποκατέστησε και/ή συμπλήρωσε την κατά τα άλλα ελλιπή αιτιολογία του αρμοδίου οργάνου (εκεί της ΕΔΥ), παραλείποντας κατ’ ουσία να απαντήσει καθηκόντως επί του συγκεκριμένου λόγου ακυρότητας, την έλλειψη δηλαδή αιτολογίας και/ή επαρκούς αιτιολογίας.

 

Όταν ο λόγος ακυρώσεως αφορά στην ουσιώδη νομική πλάνη της διοίκησης ή παράλειψη εξέτασης της αίτησης υπό το φως συγκεκριμένων διατάξεων του Νόμου, δεν μπορεί να αποτελεί επίδικο θέμα κατά πόσο οι διατάξεις αυτές δεν είχαν εφαρμογή στην περίπτωση του αιτητή στην προσφυγή, όταν ελλείπει η εξέταση και η λήψη απόφασης του αρμοδίου οργάνου υπό το φως τους, ως το σχετικό αίτημα του διοικούμενου.

 

Εσφαλμένα πρωτοδίκως στα πλαίσια εξέτασης του κύριου ζητήματος κατά πόσο η εφεσείουσα δικαιούτο εγγραφής ή όχι στο Μητρώο Μελών Αρχιτεκτονικής και Αρχιτεκτονικής Τοπίου στη βάση άλλων άρθρων του Νόμου από αυτά που αναφέρονταν στην διοικητική απόφαση, κρίθηκε ότι δεν δικαιούτο, στη βάση υπάρχουσας νομολογίας για το θέμα που αφορούσε άλλη υπόθεση, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι στην ενώπιον του υπόθεση το ΕΤΕΚ δεν είχε απορρίψει το αίτημα με ένα τέτοιο σκεπτικό.  Απουσίαζε από το σώμα της πράξης επαρκής αιτιολογία, που θα επέτρεπε τον δικαστικό έλεγχο.  

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται.  Η επίδικη στην προσφυγή διοικητική απόφαση ακυρώνεται.  Η πρωτόδικη διαταγή για τα έξοδα ακυρώνεται.

 

Επιδικάζονται, τόσο πρωτόδικα όσο και κατ’ έφεση, €6.000 έξοδα, πλέον ΦΠΑ, αν υπάρχει, υπέρ της εφεσείουσας και εναντίον των εφεσιβλήτων.

                                                              

Τ. Θ. Οικονόμου, Δ.

 

Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Δ.

 

Ν. Γ. Σάντης, Δ.

                                                              

Στ. Χατζηγιάννη, Δ.

                                                              

Τ. Καρακάννα, Δ.

 

                                                               Η. Γεωργίου, Δ.

                                                                       

/μσ                                                               Μ. Καλλιγέρου, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο