ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν. 33/64 - Μεταβατικές Διατάξεις)
(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 32/2021)
18 Μαρτίου, 2026
[ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, ΣΑΝΤΗΣ, ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ/ΣΤΕΣ]
1. STAROIL LTD
2. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΑΜΠΟΥΚΑΣ
3. ΘΕΟΔΟΥΛΑ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ,
Εφεσειόντων,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ
1. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
2. ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ,
Εφεσίβλητων.
____________________
Χρ. Παρασκευά (κα) με Ε. Σκίτσα (κα), για Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ, για τους Εφεσείοντες.
Θ. Πιπερή-Χριστοδούλου, Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Εφεσίβλητους.
_________________
ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου
θα δοθεί από τον Σάντη, Δ.
_________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΑΝΤΗΣ, Δ.: Το Διοικητικό Δικαστήριο, με απόφαση ημερομηνίας 9.2.21, απέρριψε την Προσφυγή 520/15 των Εφεσειόντων (Αιτητών), ημερομηνίας 22.4.15 («η Προσφυγή»), επικυρώνοντας την απόφαση των Εφεσίβλητων (Καθ’ ων η Αίτηση) να μην εγκρίνουν την αίτηση των Εφεσειόντων για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας προς ανέγερση πρατηρίου πετρελαιοειδών σε τεμάχιο επί της Λεωφόρου Μακαρίου ΙΙΙ στα Λατσιά («το Τεμάχιο»).
Η επίδικη πολεοδομική αίτηση υποβλήθηκε την 13.7.12 προς την αρμόδια Αρχή, ήτοι στον Επαρχιακό Λειτουργό του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως Λευκωσίας («η Πολεοδομική Αρχή»).
Στις 9.10.13, η Πολεοδομική Αρχή απέρριψε την πολεοδομική αίτηση, για λόγους που κατέγραψε στη Γνωστοποίηση Άρνησης Χορήγησης Πολεοδομικής Αίτησης, ως εξής (το απόσπασμα παρατίθεται αυτούσιο, όπως και τα άλλα που ακολουθούν):
«[...] (500) Η λειτουργία του προτεινόμενου Πρατηρίου Πετρελαιοειδών δεν θεωρείται αναγκαία για την εξυπηρέτηση της τροχαίας κυκλοφορίας της ευρύτερης περιοχής, λαμβάνοντας υπόψη ότι στην περιοχή λειτουργούν 3 Πρατήρια Πετρελαιοειδών, σε αποστάσεις από 650 μ. μέχρι 950 μ. από το αιτούμενο τεμάχιο, καθώς και ένα πρατήριο σε απόσταση 2000 μ. (σύνολο 4 πρατήρια). Ως εκ τούτου, δεν ικανοποιείται η βασική πρόνοια του Κεφ. 15, παράγραφος 15.4.1 (α) του Τοπικού Σχεδίου Λευκωσίας.
(501): Τα σχέδια παρουσιάζουν λάθη και ασάφειες (δεν είναι σωστή η μεγέθυνση των υπό δημιουργία οικοπέδων), με αποτέλεσμα οι αποστάσεις των αντλιών να είναι 7,00 μ. αντί 9,00 μ. από το οδικό σύνορο, που απαιτείται με βάση τους περί Ρυθμίσεως Πρατηρίων Πετρελαιοειδών Κανονισμούς.
(502): Η προτεινόμενη είσοδος/έξοδος του πρατηρίου απέχει 24μ. από την πλησιέστερη συμβολή δύο οδών, αντί 30 μ. που απαιτείται με βάση τους περί Ρυθμίσεως Πρατηρίων Πετρελαιοειδών Κανονισμούς.
(503): Τα προτεινόμενα πλυντήριο αυτοκινήτων, λάκκος αλλαγής λαδιού, ντεπόζιτο λαδιού, ντεπόζιτα νερού είναι εντός της απόστασης των 8.00 μ. από την Οικιστική Ζώνη και δεν διευκρινίζεται εάν είναι κλειστού τύπου, κατά παράβαση των προνοιών της παραγράφου 15.4.2 του Τοπικού Σχεδίου Λευκωσίας [...]».
Στις 6.11.13 οι Εφεσείοντες καταχώρισαν Ιεραρχική Προσφυγή στο Υπουργικό Συμβούλιο εναντίον της πιο πάνω πολεοδομικής απόφασης.
Στο πλαίσιο εκείνο, η Πολεοδομική Αρχή και ο Δήμος Λατσιών πρότειναν απόρριψη της Ιεραρχικής Προσφυγής, ενώ η Διευθύντρια του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, την τροποποίηση των λόγων άρνησης, εισηγούμενη ωστόσο και εκείνη την απόρριψη της Ιεραρχικής Προσφυγής.
Στις 9.12.15 η Υπουργική Επιτροπή απέρριψε την Ιεραρχική Προσφυγή, κρίνοντας ότι η πολεοδομική απόφαση ήταν ορθή και σύμφωνη με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας και του Τοπικού Σχεδίου Λευκωσίας. Εξου και η Προσφυγή.
Ως προς το δικονομικό ιστορικό, οι Εφεσείοντες, με αίτηση διά κλήσεως ημερομηνίας 23.12.19, επεδίωξαν τροποποίηση του λόγου ακύρωσης 12 («η αίτηση τροποποίησης»), ώστε να προστεθεί σχετική παράγραφος στα νομικά σημεία της Προσφυγής. [1] Η αίτηση τροποποίησης απορρίφθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο με αιτιολογημένη ενδιάμεση απόφαση στις 26.5.20.
Επί της ουσίας, το Διοικητικό Δικαστήριο κατέληξε ότι ουδείς των λόγων ακύρωσης ευσταθούσε. Έκρινε πως οι Εφεσίβλητοι ενήργησαν στις παραμέτρους των νόμων και κανονισμών, χωρίς κατάχρηση ή υπέρβαση εξουσίας και δίχως καταφανή νομική ή πραγματική πλάνη, κατόπιν κατάλληλης έρευνας και με πρέπουσα αιτιολογία, τηρώντας τις αρχές της χρηστής διοίκησης, της καλής πίστης και της ισότητας.
Οι Εφεσείοντες προσβάλλουν την πρωτόδικη κρίση με έξι λόγους έφεσης. Υποστηρίζουν πως το Δικαστήριο πεπλανημένα έκρινε πως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποτελούσε προϊόν πλάνης ως προς τον νόμο και τα πράγματα ούτε έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας (λόγος έφεσης 1). Περαιτέρω, ότι εσφαλμένα θεωρήθηκε πως η περί ης ο λόγος απόφαση δεν εκδόθηκε κατά παραβίαση του κανόνα που επιβάλλει ειδική αιτιολογία σε περίπτωση απόκλισης από γνωμοδότηση αρμόδιου οργάνου (λόγος έφεσης 2), αλλά ούτε και κατά παράβαση των αρχών της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης (λόγος έφεσης 3), ή της αρχής της ισότητας (λόγος έφεσης 4). Προβάλλεται προσέτι ότι κακώς απορρίφθηκε η αίτηση τροποποίησης (λόγος έφεσης 5) και πως το Δικαστήριο παρέλειψε να συνεκτιμήσει κατά την πραγμάτευση της ουσίας της Προσφυγής «... την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου C-384/08 ATANASIO GROUP SRL κατά COMUNE DI GARBOGNANO …» (λόγος έφεσης 6).
Μελετήσαμε με την απαιτούμενη προσοχή όσα μας τέθηκαν.
Ενόψει της δυνητικής επίδρασης του λόγου έφεσης 5 (για απόρριψη της αίτησης τροποποίησης) για την εκτύλιξη της έφεσης, θα επιληφθούμε αυτού πρώτα.
Διεξήλθαμε την ενδιάμεση απόφαση υπό τον φακό των αντίστοιχων θέσεων των μερών, χωρίς να διακρίνουμε ερείσματα για ανατροπή της.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποτίμησε όσα του υποβλήθηκαν νομίμως, ως και όσα προέκυπταν αναντίρρητα από τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας κατά τα δέοντα τις αφορώσες κανονιστικές και νομολογιακές αρχές και ενεργώντας σύμφωνα με τις εξουσίες και ευχέρεια του, υπογραμμίζοντας και τα ακόλουθα:
«[...] Το αίτημα δεν αφορά σε λόγο ακυρώσεως, ο οποίος να έχει προωθηθεί με τις γραπτές αγορεύσεις και για τον οποίο να έχει προκύψει, εκ των υστέρων και προσφάτως, ανάγκη, έστω ενόψει νεότερης αυστηρότερης νομολογίας, ως ισχυρίστηκε με την ένορκη δήλωση της η πλευρά της αιτήτριας, περαιτέρω εξειδικευμένης δικογράφησης του. Συνιστά, κατ' ουσία, αίτημα προσθήκης νέου λόγου ακυρώσεως, ως ισχυρίστηκε, εν τέλει, προφορικά ενώπιον μου ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους αιτητές και αυτό, πολλά χρόνια μετά την καταχώρηση της παρούσας προσφυγής (η προσφυγή καταχωρήθηκε στις 22.4.2015, η παρούσα αίτηση στις 23.12.2019) και αφού, εν τω μεταξύ, έχουν καταχωρηθεί οι αγορεύσεις των διαδίκων και απομένουν προς διεκπεραίωση οι διευκρινήσεις της υπόθεσης και η έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου. Η πλευρά των αιτητών κανένα βάσιμο λόγο έχει προβάλει, είτε με την παρούσα αίτηση, είτε με την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, για το έκδηλα πολύ καθυστερημένο τέτοιας αίτησης ως η παρούσα, για την προσθήκη νέου λόγου ακύρωσης, πέραν της προφορικής αναφοράς ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά την έναρξη της ακρόασης της κυρίως υπόθεσης στις 9.12.2020 (θέση την οποία επαναβεβαίωσε κατόπιν επισήμανσης του Δικαστηρίου και στην ακρόαση της παρούσας αίτησης), ότι επιθυμείται η προσθήκη νέου λόγου ακύρωσης, τον οποίο η πλευρά των αιτητών εντόπισε (όψιμα, κατά την κρίση μου) κατά την προετοιμασία για τις διευκρινήσεις της υπόθεσης και σχετίζεται με ευρωπαϊκές αποφάσεις, τις οποίες, ως δηλώνει, επιθυμεί να επικαλεστεί, ενώ παραμένει και άγνωστο, πότε οι εν λόγω ευρωπαϊκές αποφάσεις έχουν εκδοθεί, αφού τίποτε δεν αναφέρθηκε περί τούτου, προς αιτιολόγηση του καθυστερημένου χρόνου υποβολής του παρόντος αιτήματος, με την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της παρούσας αίτησης. Συνεπώς, στο ανωτέρω πλαίσιο, κρίνω ότι, τυχόν έγκριση του αιτήματος θα δημιουργούσε, εκ των πραγμάτων, περαιτέρω σοβαρή καθυστέρηση στη διαδικασία (η παρούσα προσφυγή είναι από τις παλαιότερες στο ημερολόγιο του Δικαστηρίου), θα διεύρυνε ανεπίτρεπτα το καθορισθέν με τις αγορεύσεις πλαίσιο της υπόθεσης πέντε περίπου έτη μετά την καταχώριση και τροχοδρόμηση της προσφυγής και αυτό, ενώ η πλευρά των αιτητών είχε κάθε άνεση χρόνου, ευκαιρίες και ευχέρεια να καθορίσει έγκαιρα την πορεία των επιχειρημάτων της, διαμέσου των ισχυρισμών που επέλεξε να προωθήσει με την γραπτή αγόρευση της. Τυχόν έγκριση της παρούσας, λοιπόν, θα συνιστούσε, κατά την κρίση μου αδιαμφισβήτητα, σαφή εκτροχιασμό από τα παραδεκτά θεσμικά και χρονικά πλαίσια της δικαιοσύνης [...]».
Η απόληξη τούτη, άντλησε καθοδήγηση (και) από την Σπανός ν. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 424 και συνάδει, κατ’ αρχήν, με παλαιότερη αλλά και υστερόχρονη νομολογία για το θέμα (Δημοκρατία ν. Fereos Limited (Αρ. 1) (2014) 3 A.A.Δ. 151, 153-156, Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης (Αρ. 2) (2010) 3 Α.Α.Δ. 579, Δημοκρατία ν. C. Kassinos Construction Ltd (1990) 3(Ε) Α.Α.Δ. 3835).
Σημειώνουμε, ότι οι Εφεσείοντες δεν εφεσίβαλαν ευθέως την πρωτόδικη θεώρηση επί της αίτησης τροποποίησης πως δεν είχαν αναπτύξει στις αγορεύσεις τα περί επίκλησης της ενωσιακής νομολογίας και νομοθεσίας. Απεναντίας, το παραδέχθηκαν προφορικώς κατά την επιχειρηματολογία τους ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Τονίζουμε, επιπλέον, πως το πρωτόδικο Δικαστήριο έθεσε προς τους Εφεσείοντες, ως εναλλακτική επιλογή, την καταχώριση συμπληρωματικής αγόρευσης για όσα επιζητούσαν να εισφέρουν στο εφετήριο με την τροποποίηση, κάτι που τούτοι ρητώς απέρριψαν, επιλέγοντας να προωθήσουν την αίτηση τροποποίησης.
Ο λόγος έφεσης 5 απορρίπτεται.
Ερχόμαστε, κατ’ ακολουθίαν, στους λόγους έφεσης 1, 2, 3, 4 και 6, τους οποίους και θα εξετάσουμε σωρευτικώς, ένεκα της μεταξύ τους συνάφειας.
Σε σχέση προς τις αιτιάσεις περί πλάνης ως προς τον νόμο και τα πράγματα, καθώς και τα περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, η Πολεοδομική Αρχή, όπως ευλόγως υπέδειξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, είχε υποχρέωση να αποφανθεί με αναφορά στις ισχύουσες κατά τον κρίσιμο χρόνο απαιτήσεις του Τοπικού Σχεδίου Λευκωσίας.
Οι απαιτήσεις αυτές προέβλεπαν ότι η Πολεοδομική Αρχή δύναται να επιτρέψει τη χωροθέτηση πρατηρίου πετρελαιοειδών και βοηθητικών για τη λειτουργία του χρήσεων, νοουμένου πως η λειτουργία του πρατηρίου θεωρείται αναγκαία για την εξυπηρέτηση της τροχαίας κυκλοφορίας στην ευρύτερη περιοχή. Εντός αυτού του κανονιστικού πλαισίου κινήθηκαν οι Εφεσίβλητοι όταν έκριναν πως δεν υφίστατο τέτοια ανάγκη.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά και αιτιολογημένα έκρινε ότι η στάθμιση και εκτίμηση των ουσιωδών δεδομένων εκ πλευράς Εφεσίβλητων, επί ζητημάτων τεχνικής φύσεως (αναγόμενων στην αναγκαιότητα ή μη λειτουργίας πρατηρίου πετρελαιοειδών για την εξυπηρέτηση της τροχαίας κίνησης στην ευρύτερη περιοχή), δεν επέτρεπε, υπό τις περιστάσεις, δικαστική επέμβαση, ελλείψει νομίμων λόγων προς τούτο.
Στην ίδια κατεύθυνση, καταλλήλως κρίθηκε ότι η διοικητική εκτίμηση επί θεμάτων τεχνικής φύσεως, ή ειδικών γνώσεων, δεν υπόκειται σε δικαστική υποκατάσταση όταν δεν συντρέχει, ως εν προκειμένω, πλάνη περί τα πράγματα, κακή χρήση της διακριτικής εξουσίας, ανεπάρκεια αιτιολογίας ή άλλη παρανομία και ικανοί προς τούτο λόγοι (Telmen Ltd ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, Ε.Δ.Δ. 114/21, ημ. 16.1.26, Πάτσαλου ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 182/20, ημ. 18.7.25, GDL Trading Ltd v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 114/20, ημ. 26.3.25, First Elements Euroconsultants Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2017) 3(Α) Α.Α.Δ. 936, 944-945).
Όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο, η απόφαση των Εφεσίβλητων, με αναφορά, μεταξύ άλλων, στο Παράρτημα 7 επί της Ένστασης στην Προσφυγή και στους Διοικητικούς Φακέλους (Τεκμήρια 1-3), καταδεικνύει ενδελεχή και πλήρη εξέταση των επίμαχων ζητημάτων, καθώς και ανάλυση και παροχή λόγων εν σχέσει προς την επίδικη διοικητική πράξη. Εξετάστηκαν οι πρόνοιες της ισχύουσας νομοθεσίας, έγινε ανταλλαγή απόψεων με αρμόδιους φορείς και η εντεταλμένη Υπουργική Επιτροπή κατέληξε δεόντως στην απόφαση της.
Οι θέσεις των Εφεσειόντων περί ύπαρξης νομικής ή πραγματικής πλάνης παρέμειναν αστοιχειοθέτητες και χωρίς επαρκές νομικό έρεισμα. Κατ’ ουσίαν, οι Εφεσείοντες απέβλεψαν σε δικαστική επανεκτίμηση των πραγματικών δεδομένων και υποκατάσταση της κρίσης της αρμόδιας διοικητικής αρχής, κάτι που δεν επιτρέπεται υπό τα στοιχεία της υπόθεσης (Δημητρίου και Άλλης ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 107/19, ημ. 23.10.24, Παναγή ν. Δημοκρατίας (2011) 3(Β) Α.Α.Δ. 639, 648, Ράφτης ν. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 345, 366).
Ενδεδειγμένη ήταν και η πρωτόδικη κατάληξη περί αρμόζουσας έρευνας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, παραπέμποντας στο έγγραφο υλικό που του τέθηκε, διαπίστωσε ότι οι Εφεσίβλητοι όχι μόνον ασχολήθηκαν με την υπό εξέταση θεματολογία, αλλά και ερεύνησαν ικανοποιητικώς το ζήτημα της αναγκαιότητας του πρατηρίου, υπό τα συγκεκριμένα γεγονότα της περίπτωσης, παραθέτοντας, διά επαρκούς αιτιολογίας, τους λόγους που οδήγησαν στην προσβαλλόμενη απόφαση (Φιλίππου ν. Συμβούλιο Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών (ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ), Ε.Δ.Δ. 97/21, ημ. 19.11.25).
Υποσημειώνεται, όπως και πάλι εντόπισε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι η ελάχιστη απόσταση από τα άλλα πρατήρια στην περιοχή ήταν προβλεπόμενη στο οικείο Τοπικό Σχέδιο. Το στοιχείο αυτό απέκλειε, στην απουσία άλλων ενδείξεων, την απόδοση αυθαιρεσίας στους Εφεσίβλητους, ιδιαιτέρως ως προς την αποτίμηση των πραγματικών δεδομένων. Ούτε ως προς τούτο έσφαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο (Δημοκρατία ν. Ονουφρίου, Ε.Δ.Δ. 44/20, ημ. 19.2.25).
Ευστόχως, επίσης, κρίθηκε πως οι περιστάσεις δεν δικαιολογούσαν την παροχή ειδικής αιτιολογίας πέραν εκείνης που ήδη είχε δοθεί. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέθεσε συναφώς και αυτά προς ενίσχυση της συλλογιστικής του:
«[...] Δεν βρίσκω δε, ούτε ότι έπρεπε να δοθεί οποιαδήποτε περαιτέρω ή ειδική αιτιολογία από την Υπουργική Επιτροπή (πέραν της υιοθέτησης της θέσης ότι, η απόφαση της Πολεοδομικής Αρχής, και, συνακόλουθα, η αιτιολογία αυτής, ήταν σύννομες και συμβατές με το Τοπικό Σχέδιο Λευκωσίας, ειδικά ενόψει της ρητής αναφοράς στην συνεδρίαση της Υπουργικής Επιτροπής ότι «Σε περιπτώσεις που στην απόφαση της Υπουργικής Επιτροπής γίνεται αναφορά στην ορθότητα της απόφασης της Πολεοδομικής Αρχής θεωρείται ότι η αιτιολογία της απόφασης της Αρχής και τα επιχειρήματα που διατυπώνουν οι αρχές που συμφωνούν με την ανωτέρω απόφαση, αποτελούν την αιτιολογία της Απόφασης της Υπουργικής Επιτροπής». βλ. και Ιωαννίδου κ.ά v Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 75) σε σχέση με τις θέσεις της Διευθύντριας του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, η οποία συνιστά και την αντίθετη εκτίμηση προς τις θέσεις και απαντήσεις της Πολεοδομικής Αρχής, σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα της αναγκαιότητας του επίδικου πρατηρίου για την εξυπηρέτηση της τροχαίας κυκλοφορίας της ευρύτερης περιοχής (βλ. σχετικά τις θέσεις της Πολεοδομικής Αρχής στις παραγράφους 6.1 έως και 6.7 στην Έκθεση της και παράγραφο 4 στο Σημείωμα). [2] Αυτό και με την διευκρίνηση ότι και η εν λόγω Διευθύντρια, τελικώς, εξέφρασε εισήγηση για απόρριψη της ιεραρχικής προσφυγής για άλλους ουσιώδεις λόγους (μικρή απόσταση από υφιστάμενα σχολεία), τους οποίους κατέγραψε. Η επικρότηση της απόφασης της Πολεοδομικής Αρχής και η υιοθέτηση της αιτιολογίας που αυτή στηρίζεται, συνιστά από μόνη της την εξειδικευμένη αιτιολογία αντίκρουσης ή μη υιοθέτησης της υπό εξέταση διαφορετικής θέσης της εν λόγω Διευθύντριας αλλά και των θέσεων των αιτητών. Ούτε η πλευρά των αιτητών έχει υποδείξει, γιατί η θέση της εν λόγω Διευθύντριας θα έπρεπε να υπέχει οποιαδήποτε άλλης επαυξημένης νομικής αξίας, πέραν από το να είναι απλή γνωμοδοτική και την οποία η Υπουργική Επιτροπή, εν πάση περιπτώσει, δε δεσμευόταν να ακολουθήσει (βλ. Μιχαήλ. ν. Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου (2003) 3 Α.Α.Δ. 326) [...]».
Δεν έχουμε κατιτί αλλιώτικο να προσθέσουμε. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έπραξε κατά τις δεδομένες νομολογιακές αρχές (βλ. πιο πρόσφατα, Δημοκρατία ν. Metamax Company Limited, Α.Ε. 47/16, ημ. 6.6.23, ECLI:CY:AD:2023:C196).
Απουσιαζόντων άλλων πειστικών και νομίμων λόγων περί του αντιθέτου, οι μομφές των Εφεσειόντων απορρίπτονται.
Αβάσιμη είναι και η θέση περί άνισης μεταχείρισης σε σύγκριση με άλλα πρατήρια πετρελαιοειδών στην περιοχή, των οποίων η μεταξύ τους εγγύτητα ήταν μικρότερη από την προβλεπόμενη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επικρότησε, και ορθά, τα όσα οι Εφεσίβλητοι υπέδειξαν επί της πτυχής αυτής, με αναφορά στο Άρθρο 39 του Ν.158(Ι)/99, [3] το οποίο καθορίζει ότι δεν υπάρχει ισότητα στην παρανομία, δεν δημιουργούνται προηγούμενα εξ αυτής και η υποχρέωση της Διοίκησης είναι η αποφυγή μελλοντικής επανάληψης της (βλ. για παράδειγμα, Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 148/19, ημ. 19.10.23).
Το γεγονός ότι είχε επιτραπεί, σε προγενέστερο στάδιο, η λειτουργία άλλων πρατηρίων στην ίδια περιοχή, δεν αρκούσε, χωρίς περισσότερα, για να καταταχθούν οι περιπτώσεις στην ίδια κατηγορία με αυτή των Εφεσειόντων. Ως καλώς υπογραμμίστηκε πρωτοδίκως, απουσίαζαν ουσιώδη στοιχεία που θα έπρεπε να συνεκτιμηθούν, όπως ο χρόνος υποβολής των σχετικών πολεοδομικών αιτήσεων και οι τότε ανάγκες του πολεοδομικού δικτύου.
Οι Εφεσίβλητοι αιτιολόγησαν επαρκώς την απόφαση τους και από αυτή την άποψη, αναφέροντας ότι οι προηγούμενες περιπτώσεις κρίθηκαν στα γεγονότα τους και συνδέονταν, επί παραδείγματι, με σκοπούς ιδιοκατοίκησης.
Κατά συνέπεια, απορριπτέα είναι και η εισήγηση αυτή.
Ερχόμαστε, τέλος, στη θέση των Εφεσειόντων περί μη αποτίμησης της Attanasio Group Srl ν. Comune Di Garbognano, C-384/08 (11 March 2010). Το Διοικητικό Δικαστήριο έκρινε πως το σκεπτικό της απόφασης δεν μπορούσε να εξεταστεί, ως προς την εφαρμογή του στα επίδικα, λόγω του ότι δεν είχε επιτραπεί η αίτηση τροποποίησης.
Η ουσία του ζητήματος παραμένει πως όσα οι Εφεσείοντες επιθυμούσαν να προτάξουν μέσω της εν λόγω απόφασης άπτονταν λόγων οι οποίοι, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι είχαν κατά την άποψη τους ήδη δικογραφηθεί στην Προσφυγή, δεν είχαν καθόλου αναφερθεί, πόσω δε μάλλον αναπτυχθεί από τους ίδιους στις αγορεύσεις. Η προβληματική επισημάνθηκε και στην απόφαση επί της αίτησης τροποποίησης ως δικαστική διαπίστωση, χωρίς όμως να προσβληθεί ευθέως με τον λόγο έφεσης 5, ούτε ειδικώς στον λόγο έφεσης 6, ούτε με άλλο αυτοτελή λόγο έφεσης. Υπό την οπτική αυτή, δεν χρειάζεται να επεκταθούμε περισσότερο επί της θεματικής.
Προσθέτουμε μονάχα, και ίσως και εκ του περισσού, τα πιο κάτω, όπως τα διατύπωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο:
«[...] Συνεπώς, χωρίς δεόντως δικογραφημένο τον ανάλογο λόγο ακύρωσης, ΄δεν δύναται να εξεταστεί και κατά πόσο η ημεδαπή νομοθετική θέσπιση η οποία καθορίζει με την κατά τον ουσιώδη χρόνο ισχύουσα παράγραφο 15.2.3. του Τοπικού Σχεδίου Λευκωσίας, ελάχιστη απόσταση μεταξύ των πρατηρίων, είναι συμβατή ή μη με το κοινοτικό κεκτημένο. Κατά τα λοιπά, η αναφορά των αιτητών ότι, με την ισχύουσα κατά τη στιγμή της υποβολής της αίτησης παράγραφο 15.2.3. του Τοπικού Σχεδίου Λευκωσίας, καθορίζονταν τα 500 και όχι 1000 μέτρα ως ελάχιστη απόσταση μεταξύ των πρατηρίων, δεν έχει οποιαδήποτε νομική βαρύτητα στην εξέταση του υπό κρίση θέματος, αφού, σύμφωνα με το άρθρο του Ν. 158(Ι)/1999 «9. Όταν το διοικητικό όργανο πρόκειται να εκδώσει μια πράξη, ύστερα από αίτηση, θα βασιστεί στο νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά το χρόνο της έκδοσης της πράξης, ανεξάρτητα αν αυτό ήταν διαφορετικό κατά το χρόνο της υποβολής της σχετικής αίτησης. Όταν η διοίκηση, έπειτα από πάροδο εύλογου χρόνου, παραλείπει να προβεί στην εξέταση της αίτησης, λαμβάνεται υπόψη το καθεστώς που ίσχυε κατά το τέλος της εκπνοής του εύλογου χρόνου». Σημειώνεται, συναφώς, ότι, οι αιτητές δεν έχουν επικαλεστεί οποιαδήποτε καθυστέρηση της καθ' ης η αίτησης στην εξέταση και λήψη απόφασης επί της πολεοδομικής αίτησης τους, ώστε να ετίθετο ζήτημα εφαρμογής της προηγούμενης σχετικής πρόνοιας [...]».
Δεν υπάρχει κάτι άλλο να επισημανθεί, υπό τα δεδομένα.
Πέραν του ήδη απορριφθέντος λόγου έφεσης 5, απορρίπτονται και οι λόγοι έφεσης 1, 2, 3, 4 και 6.
Η έφεση απορρίπτεται.
Επιδικάζονται έξοδα ύψους €4.600,00 υπέρ των Εφεσίβλητων και εναντίον των Εφεσειόντων.
Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.
Ν.Γ. ΣΑΝΤΗΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.
/μκε
[1] Η υπό προσθήκη παράγραφος είχε ως εξής: «Επίσης η επίδικη πράξη καθώς και οι σχετικές πρόνοια (sic) του Κεφ. 15 παράγραφοι 15.2.3, 15.4.1 (α) και 15.4.1 (στ) του Τοπικού Σχεδίου Λευκωσίας, αντίκεινται στα άρθρα 18, 49, 52, 54, 56, 57, 63, 101 έως και 109 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικότερα στις διατάξεις περί ανταγωνισμού και στο δικαίωμα για ελεύθερη εγκατάσταση, καθώς και σε όλη την Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε όλο το Ευρωπαϊκό προστατευτικό πλαίσιο που κατοχυρώνει το δικαίωμα για ελεύθερη εγκατάσταση και υγιή ανταγωνισμό».
[2] Το Σημείωμα παρατίθεται στο Παράρτημα 5 που συνόδευσε την ένσταση των Εφεσίβλητων στην πρωτόδικη διαδικασία.
[3] «39. Αν η διοίκηση έχει σε μια περίπτωση ασκήσει τη διακριτική της εξουσία παράνομα, δεν πρέπει να συνεχίσει την παρανομία σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις που θα παρουσιαστούν ισότητας στην στο μέλλον, διότι δεν αναγνωρίζεται ισότητα στην παρανομία».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο