ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΜΠΟΥΛΟΥΤΑΣ κ.α. v. ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ ΚΥΠΡΟΥ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 100/2021, 6/5/2026
print
Τίτλος:
ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΜΠΟΥΛΟΥΤΑΣ κ.α. v. ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ ΚΥΠΡΟΥ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 100/2021, 6/5/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν. 33/64 - Μεταβατικές Διατάξεις)

 

 

(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 100/2021)

 

6 Μαΐου, 2026

 

 

[ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, ΣΑΝΤΗΣ, ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

 

ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΜΠΟΥΛΟΥΤΑΣ

ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΧΙΛΙΑΔΑΚΗΣ

ΜΑΡΚΟΣ ΦΟΡΟΣ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΥΝΝΗΣ,

Εφεσείοντες,

 

ν.

 

ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ ΚΥΠΡΟΥ,

Εφεσίβλητων.

 

_________________

 

Δ. Βάκης, για Pyrgou Vakis LLC, για τους Εφεσείοντες.

Ρ. Πασιουρτίδη (κα), για Α. Τριανταφυλλίδης & Υιοί ΔΕΠΕ, για τους Εφεσίβλητους.

_________________

 

ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου

θα δοθεί από τον Σάντη, Δ.

_________________

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

          ΣΑΝΤΗΣ, Δ.: Με την παρούσα έφεση, οι Εφεσείοντες προσβάλλουν την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 29.6.21, με την οποία απορρίφθηκαν οι συνεκδικαζόμενες Προσφυγές 1266/17-1269/17 («οι Προσφυγές»). Με τις Προσφυγές, οι Εφεσείοντες είχαν προσβάλει την απόφαση των Εφεσιβλήτων ημερομηνίας 8.5.17, με την οποία κρίθηκε ότι οι Εφεσείοντες παραβίασαν το Άρθρο 40(1) του Περί των Προϋποθέσεων Διαφάνειας (Κινητές Αξίες προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά) Νόμου 190(Ι)/07ο Ν.190(Ι)/07») και τους επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο («η προσβαλλόμενη απόφαση»).

          Το Άρθρο 40 του Ν.190(Ι)/07 προέβλεπε, κατά τους κρίσιμους χρόνους, τα εξής (το απόσπασμα είναι αυτούσιο όπως και όσα ακολουθούν):

«40.-(1) Απαγορεύεται όπως οποιοδήποτε πρόσωπο, το οποίο προβαίνει σε ανακοίνωση ή δημοσιοποίηση ή κοινοποίηση ή υποβολή στοιχείων ή πληροφοριών, τις οποίες είναι υπόχρεος να ανακοινώνει, δημοσιοποιεί, κοινοποιεί ή υποβάλλει δυνάμει του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Οδηγιών, να παρέχει και/ ή να επιβεβαιώνει ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία ή πληροφορίες και/ ή να αποκρύπτει στοιχεία και πληροφορίες.

(2) Πρόσωπο, το οποίο παραβαίνει τις διατάξεις του εδαφίου (1) υπόκειται σε διοικητικό πρόστιμο από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς που δεν υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων σαράντα μία χιλιάδων ευρώ (€341.000) και, σε περίπτωση επανάληψης της παράβασης, σε διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις εξακόσιες ογδόντα τρεις χιλιάδες ευρώ (€683.000), ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης.

(3) Παράβαση του παρόντος άρθρου αποτελεί, εκτός από διοικητική παράβαση σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2), και ποινικό αδίκημα, το οποίο, σε περίπτωση καταδίκης, τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες σαράντα μία χιλιάδες ευρώ (€341.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές.

(4) Ποινική ευθύνη για το αδίκημα του εδαφίου (1), που διαπράττεται από νομικό πρόσωπο, υπέχει, εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, και οποιοδήποτε από τα μέλη των διοικητικών, εποπτικών ή διαχειριστικών του οργάνων, που αποδεικνύεται ότι συναίνεσε ή συνέπραξε στη διάπραξη του ποινικού αδικήματος.

(5) Πρόσωπο, το οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (4), υπέχει ποινική ευθύνη για ποινικό αδίκημα που διαπράττεται από νομικό πρόσωπο, ευθύνεται μαζί και ξεχωριστά με το νομικό πρόσωπο, για κάθε ζημία που γίνεται σε τρίτους λόγω της διάπραξης του ποινικού αδικήματος.

(6) Καταδίκη οποιουδήποτε προσώπου, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (3), σε καμία περίπτωση δεν συνιστά απαλλαγή του προσώπου ως προς τυχόν ποινική ευθύνη αναφορικά προς αδικήματα που προβλέπονται στον περί των Πράξεων Προσώπων που Κατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς (Κατάχρηση Αγοράς) Νόμο ή οποιονδήποτε άλλο νόμο».

 

Οι Εφεσίβλητοι κατέληξαν ότι οι Εφεσείοντες παράβηκαν το ως άνω άρθρο σε δύο περιπτώσεις, και δη ως προς τη δήλωση που περιλαμβανόταν στην ετήσια οικονομική έκθεση της Marfin Popular Bank Public Co Ltd η Εταιρεία») για το έτος που έληξε την 31.12.10, καθώς και προς τη δήλωση στην εξαμηνιαία έκθεση της Εταιρείας για την περίοδο που έληξε την 30.6.11.

Κατ’ ακολουθίαν, οι Εφεσίβλητοι επέβαλαν στον καθένα Εφεσείοντα στις αφορώσες Προσφυγές, ανάλογα διοικητικά πρόστιμα.

          Οι Εφεσείοντες, πλην του λόγου έφεσης 5, απέσυραν κατά την πορεία της εφετειακής διαδικασίας τους υπόλοιπους εννέα λόγους έφεσης, οι οποίοι και απορρίφθηκαν.

Με τον λόγο έφεσης 5, οι Εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Διοικητικό Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε τη θέση τους ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαζε τα Άρθρα 12 και 30 του Συντάγματος, καθόσον η ερμηνεία που προσέδωσε στο Άρθρο 40 του Ν.190(Ι)/07 ήταν αντίθετη προς τις υπό αναφορά συνταγματικές διατάξεις.

Πιο συγκεκριμένα, οι Εφεσείοντες διατείνονται ότι οι Εφεσίβλητοι έκριναν πως αυτοί παραβίασαν το Άρθρο 40(1) του Ν.190(Ι)/07, το οποίο, ωστόσο, κατά τα προβαλλόμενα, συνιστά, δυνάμει του εδαφίου (3) του ίδιου άρθρου, ποινικό αδίκημα. Υπό το πρίσμα αυτό, και λαμβανομένου υπόψη του Άρθρου 30 του Συντάγματος, η κρίση περί τέτοιας παράβασης εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα αρμόδιου Δικαστηρίου και όχι των Εφεσιβλήτων. Κατά συνέπεια, προβάλλεται ότι οι Εφεσίβλητοι δεν είχαν εξουσία να διερευνήσουν και να αποφανθούν επί της ύπαρξης της εν λόγω παράβασης, με αποτέλεσμα, ελλείψει καταδικαστικής απόφασης αρμόδιου Δικαστηρίου, να μην δύναται να συναχθεί ότι οι Εφεσείοντες παραβίασαν το επίμαχο άρθρο.

          Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε σχετικώς και αυτά επί του σημείου:

«[...] Προχωρώ να εξετάσω τον τρίτο λόγο ακύρωσης που προωθήθηκε από τους αιτητές, περί παράβασης του δόγματος του autrefois convict / ne bis in idem, αφού είναι η τρίτη φορά που οι καθ΄ ων η αίτηση διεξήγαγαν διοικητική έρευνα εναντίον τους αναφορικά με ενδεχόμενη παράβαση των διατάξεων του άρθρου 40(1) του Ν. 190(Ι)/2007, σε σχέση με δήλωση που συμπεριλήφθηκε στις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας για την περίοδο που έληξε στις 30.6.2011 και η δεύτερη φορά, αναφορικά με δήλωσή τους που περιλήφθηκε στις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας για το έτος που έληξε στις 31.12.2010.

Ισχυρισμός που θα εξεταστεί σε συνδυασμό με τον πέμπτο λόγο ακύρωσης, περί μη ύπαρξης δυνατότητας διάγνωσης, εκ μέρους της Επιτροπής, παράβασης των διατάξεων του άρθρου 40 του Νόμου, αφ' ης στιγμής μία παράβαση θεωρηθεί ποινικό αδίκημα για το οποίο μπορεί να διαγνωστεί μόνον από ποινικό δικαστήριο, δεν μπορεί η ίδια παράβαση να θεωρηθεί και διοικητική και να επιβληθεί διοικητικό πρόστιμο και από την Επιτροπή.

Οι ισχυρισμοί των αιτητών κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται, αφού το ζήτημα έχει ήδη εξεταστεί και απαντηθεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε ό,τι αφορά την εφαρμογή εννοιών του ποινικού δικαίου, σε πράξεις οι οποίες είναι αμιγώς διοικητικές.

Η εξουσία που παρέχει ο Νόμος στην Επιτροπή για επιβολή ενδεχόμενου διοικητικού προστίμου, είναι διάφορη από τις περιπτώσεις όπου η Επιτροπή δύναται να καταχωρήσει υπόθεση για ποινική δίωξη ενώπιον αρμοδίου Δικαστηρίου ποινικής δικαιοδοσίας. Το διοικητικό πρόστιμο δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ως «ποινή», εντός της εννοίας του Άρθρου 12 του Συντάγματος, ώστε να γίνεται λόγος για πρόσαψη ποινικών κατηγοριών ή διατύπωση και απαγγελία ποινικού κατηγορητηρίου [...]. Και όπως ορθά κρίθηκε νομολογιακά, διαφορετική αντιμετώπιση και διεύρυνση της έννοιας της διοικητικής κύρωσης, θα οδηγούσε στην εξάλειψη της διαφοράς μεταξύ διοικητικού και ποινικού δικαίου, που δεν αποτελούσε επιθυμητό αποτέλεσμα.

Συνεπώς, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του Άρθρου 12 του Συντάγματος. Και εν πάση περιπτώσει, από τα πρακτικά συνεδρίας της προσβαλλόμενης απόφασης της Επιτροπής, αλλά και από τους ογκώδεις διοικητικούς φακέλους που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια κατά τη διαδικασία, διαπιστώνω πως προηγούμενο διοικητικό πρόστιμο που επιβλήθηκε στους αιτητές, δεν αφορούσε την παρούσα περίπτωση, ήτοι έρευνα για ενδεχόμενη μη επάρκεια των προβλέψεων για τα MIGO-δάνεια, αλλά αφορούσε παραπλανητικά, όπως κρίθηκε από την Επιτροπή, Ενημερωτικά Δελτία, σε σχέση με επενδύσεις της εταιρείας σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου.

Συνεπώς, δεν υπάρχει οποιαδήποτε ομοιότητα, είτε στα γεγονότα, είτε στην κατάληξη της Επιτροπής. Στη βάση των πιο πάνω, οι αντίστοιχοι λόγοι ακύρωσης, απορρίπτονται».

Απορριπτέος κρίνεται και ο έβδομος στη σειρά λόγος ακύρωσης που προωθούν οι αιτητές, πως υπήρξε αδικαιολόγητη πάροδος έξι σχεδόν χρόνων μεταξύ των ισχυριζόμενων παραβάσεων και της επίδικης προσβαλλόμενης απόφασης, κατά παράβαση της αρχής της επικαιρότητας των διοικητικών αποφάσεων. Σε συμφωνία με τις εισηγήσεις της ευπαιδεύτου συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση, η σχετική νομοθεσία δεν προνοεί οποιαδήποτε προθεσμία εντός της οποίας θα πρέπει να ασκηθεί η αρμοδιότητά της προς διερεύνηση τυχόν παραβάσεων διατάξεων της νομοθεσίας [...]».

 

Μελετήσαμε με την αρμόζουσα προσοχή όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, περιλαμβανομένων και των περιγραμμάτων αγόρευσης των ευπαίδευτων δικηγόρων.

Δεν συμμεριζόμαστε την επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε εκ  πλευράς Εφεσειόντων, η οποία επικεντρώθηκε στο αιτιολογικό των επιμέρους στοιχείων που συναπαρτίζουν τον λόγο έφεσης 5. Αντιθέτως, υιοθετούμε πλήρως την επιχειρηματολογία των Εφεσίβλητων.

Δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι τόσο η προσβαλλόμενη απόφαση όσο και η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, είτε εξεταστούν αυτοτελώς είτε στο σύνολο τους, δεν συνδέονται με ποινική δίωξη, αλλά εντάσσονται σε αμιγώς διοικητική διαδικασία επιβολής διοικητικού προστίμου λόγω παράβασης των σχετικών νομοθετικών διατάξεων.

Το γεγονός ότι, κατά τις προβλέψεις του Άρθρου 40(3) του Ν.190(Ι)/07, η παράβαση του Άρθρου 40 αποτελεί, πέραν της διοικητικής παράβασης κατά το Άρθρο 40(2), και ποινικό αδίκημα, δεν αναιρεί, κατά τη λογική και νομική τάξη, την αυτοτέλεια των δύο διαδικασιών.

Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι κατά τη νομολογία, η φύση της επίδικης διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, συνθέτει διοικητική και όχι ποινική ή οιονεί ποινική διαδικασία (Λυσάνδρου ν. Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, Ε.Δ.Δ. 130/18, ημ. 5.3.24, Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ν. Εξέλιξη Επενδυτική Λτδ (2006) 3 Α.Α.Δ. 310, 311-316).

Οι Εφεσίβλητοι ουδέποτε διαπίστωσαν την τέλεση ποινικού αδικήματος από τους Εφεσείοντες. Περιορίστηκαν στην εξέταση της διοικητικής πτυχής των πραγμάτων, επιβάλλοντας διοικητικό και όχι ποινικό πρόστιμο, το οποίο δεν συνιστά ποινή κατά την έννοια του Άρθρου 12 του Συντάγματος.

Χωρίς περαιτέρω παρατηρήσεις, παραθέτουμε, επί του εξεταζομένου ζητήματος, όσα υπογράμμισε το πάλαι ποτέ Ανώτατο Δικαστήριο στην Jupiwind Ltd και Άλλοι ν. Διοικητή Κεντρικής Τράπεζας (2018) 3 Α.Α.Δ. 51, 66, τα οποία επικαλέστηκε και το Διοικητικό Δικαστήριο:

«[...] Όπως έχει αναφερθεί άλλωστε σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το διοικητικό πρόστιμο δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ως ποινή εντός της εννοίας του Άρθρου 12 του Συντάγματος ώστε να γίνεται λόγος για πρόσαψη ποινικών κατηγοριών ή να προκύπτει ανάγκη για διατύπωση και απαγγελία ποινικού κατηγορητηρίου. Το διοικητικό πρόστιμο δεν αποτελεί μέτρο αντίθετο προς το Σύνταγμα, αλλά επιβάλλεται σε εκείνους τους ιδιώτες που δεν συμμορφώνονται προς διοικητική νομοθεσία, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δεν πρέπει να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. [...] Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Demand Shipping (1994) 3 Α.Α.Δ. 640, στην οποία έγινε και αναφορά στην Engel, είχε απορριφθεί η ιεραρχική προσφυγή της εφεσίβλητης εναντίον απόφασης της αρμοδίας αρχής για επιβολή χρηματικής ποινής, με ερμηνεία του όρου «criminal charge». Τονίστηκε το γεγονός ότι η επιβολή διοικητικών κυρώσεων αποτελεί άσκηση κατ΄ ουσίαν διοικητικής αρμοδιότητας, επιβάλλονται δε για λόγους δημοσίου συμφέροντος με εύλογη τη διάκριση μεταξύ διοικητικής και ποινικής ποινής. Επομένως, το Δικαστήριο ορθά αποφάσισε το ζήτημα στη βάση υπάρχουσας νομολογίας. Άλλωστε, διαφορετική αντιμετώπιση και διεύρυνση της έννοιας της διοικητικής κύρωσης θα εξαλείψει τη διαφορά μεταξύ διοικητικού και ποινικού δικαίου, ένα όχι επιθυμητό αποτέλεσμα [...]». 

 

Σαφής είναι, προσέτι, η νομολογιακή θέση ότι η ανάθεση επιβολής διοικητικών μέτρων σε διοικητικά όργανα, ανεξαρτήτως τυχόν ποινικής ευθύνης που διαπιστώνεται δικαστικώς, δεν αντίκειται, κατ’ αρχήν, στο Σύνταγμα. (Αναφορικά με την Αίτηση του Δικηγόρου για τους Εφεσείοντες στην Αναθεωρητική Έφεση Αρ.18/23 μεταξύ ΠΝ Κούρτελλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ και Συμβουλίου Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου , Αίτ. Αρ 2/25, ημ. 21.5.25, Aρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Επιτρόπου Ρύθμισης Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων (2009) 3 ΑΑΔ 465, 473, Δημοκρατία ν. Demand Shipping Co Ltd (1994) 3 A.A.Δ. 460, 475-480).

Το πρωτόδικο Δικαστήριο πραγματεύθηκε το επίδικο ζήτημα σωστά και σύμφωνα με τη νομολογία και τα γεγονότα που συνέθεσαν την περίπτωση. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Δεν δικαιολογείται η επέμβαση μας.

Ο λόγος έφεσης 5 απορρίπτεται.

Η έφεση απορρίπτεται.

Επιδικάζουμε υπέρ των Εφεσίβλητων και εναντίον των Εφεσειόντων, αλληλεγγύως ή και κεχωρισμένως, έξοδα ύψους €4.500,00, πλέον ΦΠΑ (αν υπάρχει).

 

Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.

 

Ν.Γ. ΣΑΝΤΗΣ, Δ.

 

ΣT. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.

 

/μκε


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο