ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν. 33/64 - Μεταβατικές Διατάξεις)
(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 165/2021)
26 Μαΐου, 2026
[ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, ΣΑΝΤΗΣ, ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ/ΣΤΕΣ]
MA & CA ENTERTAINMENT LIMITED,
Εφεσείοντες,
ν.
ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ,
Εφεσίβλητων.
_________________
Η κ. Μ. Πέτρου, για Πολάκης Σαρρής & Σία ΔΕΠΕ, για τους Εφεσείοντες.
Ο κ. Σ. Ν. Ανδρέου, για τους Εφεσίβλητους.
_________________
ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου
θα δοθεί από τον Σάντη, Δ.
_________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΑΝΤΗΣ, Δ.: Οι Εφεσείοντες αντιτίθενται στην πρωτόδικη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, ημερομηνίας 15.11.21, στην Προσφυγή 684/18 («η Προσφυγή»). Με την Προσφυγή, οι Εφεσείοντες, υπό την ιδιότητα των αιτητών, αμφισβήτησαν τη νομιμότητα της απόφασης των Εφεσίβλητων/Καθ’ ων η Αίτηση, ημερομηνίας 7.2.18 («η προσβαλλόμενη απόφαση»), με την οποία, αφού διαπιστώθηκε παράβαση του Κανονισμού 36(3) [1] των Περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Κανονισμών του 2000 («η Κ.Δ.Π. 10/00») και των εκεί παραγράφων Δ.1(γ) και Δ.10(δ) του Κώδικα Διαφημίσεων, Τηλεμπορικών Μηνυμάτων και Προγραμμάτων Χορηγίας, Παράρτημα ΙΧ («ο Κώδικας»), [2] - σε σχέση προς τον ραδιοφωνικό οργανισμό «Kiss FM» (ιδιοκτησίας των Εφεσειόντων) - τους επιβλήθηκε διοικητική κύρωση συνολικού ύψους €500,00. Η παράβαση τελέστηκε στις 26.5.17, μεταξύ των ωρών 18:42 και 18:47, σε μετάδοση διαφήμισης των «Burger King» και «Esso» («η διαφήμιση»), όπου ακουγόταν ηχητικό εφέ, και δη κορνάρισμα («το ηχητικό εφέ»).
Προτού υπεισέλθουμε στην ουσία της έφεσης, παραθέτουμε συνοπτικά τα βασικά γεγονότα στα οποία στηρίχθηκε η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, για καλύτερη κατανόηση της επιχειρηματολογίας των διαδίκων και όσων έπονται.
Οι Εφεσίβλητοι έδωσαν οδηγίες στις 2.6.17 σε αρμόδιο Λειτουργό («ο Λειτουργός») να διερευνήσει πιθανές παραβάσεις (από τον Kiss FM), του Περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Νόμου 7(Ι)/98 και της Κ.Δ.Π. 10/00.
Η διερεύνηση ήταν αυτεπάγγελτη και αφορούσε στη διαφήμιση και το ηχητικό εφέ, καθότι το τελευταίο να ήταν πιθανό να παραπλανήσει τους ακροατές που άκουγαν ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο τους, και ειδικά τους οδηγούς, προκαλώντας σε αυτούς αναστάτωση και θέτοντας κατ’ επέκταση σε κίνδυνο την ασφάλεια τους αλλά και την ασφάλεια των παιδιών που ήσαν συνεπιβάτες.
Ο Λειτουργός, ύστερα από εξέταση και ακρόαση της διαφήμισης (και του ηχητικού εφέ) διαπίστωσε πιθανές και αντίστοιχες παραβάσεις εμπίπτουσες στον Κανονισμό 36(3) της Κ.Δ.Π. 10/00, ως και στις παραγράφους Δ.1(γ) και Δ.10(δ) του Κώδικα, ετοιμάζοντας και σχετικό σημείωμα με ανάλογο περιεχόμενο («το Σημείωμα»).
Οι Εφεσίβλητοι την 20.9.17 αποφάσισαν την προώθηση της υπόθεσης. Γνωστοποίησαν προς τους Εφεσείοντες, με επιστολή ημερομηνίας 22.9.17, όσα συνέθεταν, κατά την οπτική τους, τις ενδεχόμενες παραβάσεις, καλώντας τους όπως, εφόσον το επιθυμούσαν, να υποβάλουν οποιεσδήποτε εξηγήσεις «... και/ή παραστάσεις και/ή τις θέσεις σας αναφορικά με τις ως άνω πιθανές παραβάσεις ...» γραπτώς προς τους Εφεσίβλητους, το αργότερο εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήψη της επιστολής. Οι Εφεσίβλητοι επεσήμαναν ότι, εάν δεν λάμβαναν οποιαδήποτε απάντηση εντός της καθορισμένης προθεσμίας, τότε μπορούσαν να προχωρήσουν στη λήψη απόφασης, και πως εάν όντως κατέληγαν σε διαπίστωση παράβασης, θα καλούσαν τους Εφεσείοντες να στείλουν γραπτώς τις θέσεις τους για σκοπούς μετριασμού της όποιας κύρωσης.
Την 24.10.17, η δικηγόρος των Εφεσειόντων απέστειλε γραπτώς τις θέσεις τους προς τους Εφεσίβλητους, ισχυριζόμενη πως το ηχητικό εφέ «... δεν παραπλανεί και/ή μπορεί να παραπλανήσει και/ή ξαφνιάσει τους ακροατές και να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια τους, και/ή κατ' επέκταση να επηρεάσει και την ασφάλεια των παιδιών που είναι συνεπιβάτες. Σημειώνεται ότι το εν λόγω κορνάρισμα ακούγεται μεμονωμένα, για μία στιγμή, σε πολύ πιο χαμηλή ένταση από το λεκτικό μέρος της διαφήμισης και στο βάθος (background) [...]».
Την 7.11.17 οι Εφεσίβλητοι, αφού εξέτασαν το Σημείωμα και άκουσαν τη διαφήμιση (και το ηχητικό εφέ), αποφάσισαν πως υπήρχαν παραβάσεις του Κανονισμού 36(3) της Κ.Δ.Π. 10/00 και των παραγράφων Δ.1(γ) και Δ.10(δ) του Κώδικα από τους Εφεσείοντες.
Ως εκ τούτου, προ της επιβολής της κύρωσης, οι Εφεσίβλητοι, με επιστολή ημερομηνίας 19.12.17, παρέσχαν προς τους Εφεσείοντες δικαίωμα υποβολής των απόψεων τους εγγράφως, τάσσοντας συναφώς προθεσμία δέκα (10) ημερών από της λήψεως της επιστολής.
Οι Εφεσείοντες, με επιστολή της δικηγόρου τους ημερομηνίας 17.1.18, ανέφεραν ότι υιοθετούσαν την επιστολή τους ημερομηνίας 24.10.17.
Κατόπιν τούτων, οι Εφεσίβλητοι επέβαλαν στους Εφεσείοντες διοικητικό πρόστιμο ύψους €250,00 (για την παράβαση του Κανονισμού 36(3) της Κ.Δ.Π. 10/00 υποστοιχείο 1), διοικητικό πρόστιμο ύψους €250,00 (για την παράβαση της παραγράφου Δ.10(δ) του Κώδικα, υποστοιχείο 3), ενώ για την παράβαση της παραγράφου Δ.1(γ) του Κώδικα (υποστοιχείο 2), δεν επέβαλαν κύρωση λόγω της ομοιότητας των γεγονότων και των συστατικών στοιχείων της παράβασης, με εκείνες που αφορούσαν στον Κανονισμό 36(3) (υποστοιχείο 1).
Το Διοικητικό Δικαστήριο, απορρίπτοντας την Προσφυγή, κατέληξε πως οι Εφεσίβλητοι ενήργησαν νομίμως, ενασκώντας καλώς τη διακριτική τους εξουσία.
Οι Εφεσείοντες αμφισβητούν την πρωτόδικη απόφαση με τέσσερεις λόγους έφεσης. Ειδικότερα, προτάσσουν ότι το Διοικητικό Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε πως οι Εφεσείοντες δεν στερήθηκαν του δικαιώματος ακρόασης (λόγος έφεσης 1), ότι δεν υπήρξε πλάνη των Εφεσίβλητων εν σχέσει προς την εφαρμογή του Κανονισμού 36(3) της Κ.Δ.Π. 10/00, παρότι αυτός αναφέρεται σε εκπομπές και όχι σε διαφημίσεις (λόγος έφεσης 2), αλλά ούτε και πλάνη στην κρίση τους, πως «... παραβιάστηκε η παράγραφος Δ.1(γ) του Παραρτήματος ΙΧ της Κ.Δ.Π. 10/2000 ...» (λόγος έφεσης 3). Περαιτέρω, προβάλλουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κακώς αποφάσισε πως δεν μπορούσε να επέμβει στην κρίση των Εφεσίβλητων πως «... παραβιάστηκε η παράγραφος Δ.10(δ) του Παραρτήματος ΙΧ της Κ.Δ.Π. 10/2000 ...» (λόγος έφεσης 4).
Μελετήσαμε τα περιγράμματα των ευπαίδευτων δικηγόρων.
Θα επιληφθούμε των λόγων έφεσης κατά σειρά.
Σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς περί παραβίασης του δικαιώματος ακρόασης στον λόγο έφεσης 1, το Διοικητικό Δικαστήριο αντιμετώπισε ορθά το ζήτημα, καταλήγοντας πως, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, το δικαίωμα ακρόασης των Εφεσειόντων δεν επηρεάστηκε από το γεγονός ότι κλήθηκαν να υποβάλουν τις θέσεις τους γραπτώς.
Το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης αποτελεί θεμελιώδη αρχή του διοικητικού δικαίου και απορρέει από τις γενικές αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, ως και από το Άρθρο 43 του Περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου 158(Ι)/99 [3] Στόχευση του είναι, αδρομερώς, και η εγγύηση ότι ο διοικούμενος λαμβάνει γνώση του περιεχομένου της υπόθεσης που τον αφορά. Η επάρκεια της ακρόασης κρίνεται κατά τις καταστάσεις της αφορώσας υπόθεσης, περιλαμβανομένης της φύσης της διαδικασίας, του αντικειμένου της διοικητικής κρίσης και της ευχέρειας του διοικουμένου να προβάλει αποτελεσματικά τους ισχυρισμούς του (The Vegetable Producers and Exporters Ltd και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 128/20, ημ. 3.4.25, Papouis Dairies Ltd ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 79/18, ημ. 15.3.24, Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, Ε.Δ.Δ. 82/17, ημ. 9.2.24, Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου ν. Αντέννα Λίμιτεδ, Ε.Δ.Δ. 38/19, ημ. 30.11.21).
Στην προκειμένη, γνωστοποιήθηκαν κατά τα δέοντα και ικανοποιητικώς προς τους Εφεσείοντες τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και οι αποδιδόμενες παραβάσεις, ως και το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο, ενώ τους παρασχέθηκε εύλογη προθεσμία για υποβολή παραστάσεων. Οι Εφεσείοντες υπέβαλαν γραπτώς τις θέσεις τους μέσω νομικού εκπροσώπου και είχαν τη δυνατότητα να προβάλουν και άλλες σε μεταγενέστερο στάδιο αναφορικώς προς την επιμέτρηση των κυρώσεων. Ουδέποτε αμφισβήτησαν τον τρόπο υποβολής των απόψεων και ισχυρισμών τους, κατά τις οδηγίες των Εφεσιβλήτων, ούτε ζήτησαν να ακουστούν προφορικώς, μήτε δε κατέδειξαν ότι υπέστησαν οιανδήποτε συνακόλουθη βλάβη. Η ακολουθηθείσα διαδικασία παρείχε λοιπόν επαρκείς εγγυήσεις προηγούμενης ακρόασης και δεν εντοπίζεται πλημμέλεια ικανή να επιδράσει στη νομιμότητα της διοικητικής κρίσης.
Τούτα είναι που συνέθεσαν, κατά βάση, και το πρωτόδικο σκεπτικό, το οποίο, ας σημειωθεί, συνάδει και με τον Κανονισμό 42(6) της Κ.Δ.Π. 10/00 [4] αλλά και με σχετική επί της θεματολογίας νομολογία, περιλαμβανομένης της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου ν. Αντέννα (ανωτέρω).
Κατά συνέπεια, δεν συντρέχει λόγος εφετειακής επέμβασης.
Ο λόγος έφεσης 1 απορρίπτεται.
Ο λόγος έφεσης 2 στρέφεται κατά της πρωτόδικης κρίσης ότι ο Κανονισμός 36(3) της Κ.Δ.Π. 10/00, δύναται να εφαρμοστεί και επί διαφημίσεων. Οι Εφεσείοντες λέγουν πως η διάταξη αναφέρεται αποκλειστικώς σε «εκπομπές» και όχι σε «διαφημίσεις», έννοιες οι οποίες, κατ’ αυτούς, διαφοροποιούνται ρυθμιστικώς και εννοιολογικώς στο σώμα της κανονιστικής νομοθεσίας. Επικαλούνται προς τούτο, μεταξύ άλλων, τον Κανονισμό 27(5), [5] υποβάλλοντας ότι, όπου ο κανονιστικός νομοθέτης επεδίωκε να περιλάβει και τις διαφημίσεις εντός συγκεκριμένης ρυθμιστικής πρόνοιας, το έπραξε ρητώς. Επομένως, κατά τη θέση, η εφαρμογή του Κανονισμού 36(3) στη διαφήμιση συγκροτεί ανεπίτρεπτη επεκτατική ερμηνεία διοικητικής φύσεως, υπό το πρίσμα της αρχής της νομιμότητας.
Δεν συμφωνούμε.
Το Διοικητικό Δικαστήριο ανέφερε και τούτα επί της θεματολογίας:
«[...] Προβλήθηκε από τους αιτητές ο ισχυρισμός πως η Αρχή πεπλανημένα εφάρμοσε τις διατάξεις του Κανονισμού 36(3) της Κ.Δ.Π. 10/2000, αφού κατά τις εισηγήσεις, οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται σε εκπομπές και όχι σε διαφημίσεις, υποβάλλοντας πως στην έννοια της λέξης «εκπομπή» δεν θα μπορούσε να περιληφθεί και η έννοια της λέξης «διαφήμιση», αφού όπου ο Κανονισμός ήθελε να ορίσει ότι μία διάταξη αναφέρεται όχι μόνον στις εκπομπές, αλλά και στις διαφημίσεις, το κάνει ρητά, όπως στην περίπτωση του Κανονισμού 21(3). [6]
Κατά την κρίση μου, οι αιτητές δεν έχουν δίκαιο στις θέσεις τους. Έχοντας μελετήσει τις διατάξεις της δευτερογενούς νομοθεσίας, ήτοι των εκδοθέντων - στη βάση του άρθρου 51 του Ν. 7(Ι)/98 - Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 10/2000, διαπιστώνω πως, μεταξύ άλλων, στο Μέρος VI αυτού, σκοπείται ο έλεγχος του περιεχομένου των εκπομπών. Θα ήταν εντελώς παράλογο και εκτός του πνεύματος της κανονιστικής νομοθεσίας, η υποχρέωση των σταθμών να λαμβάνουν μέτρα ώστε οι εκπομπές τους να ευρίσκονται στο ποιοτικό επίπεδο που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης κι η υποχρέωση αυτή να μην υφίσταται σε σχέση με τις διαφημίσεις, οι οποίες προβάλλονται ανάμεσα στις εκπομπές.
Ο ισχυρισμός των αιτητών ότι εκεί που ήθελε ο νομοθέτης να συμπεριλάβει και τις διαφημίσεις το έπραττε ρητώς, δεν συνάδει με το πνεύμα της δευτερογενούς νομοθεσίας, η οποία σκοπεί στην ύπαρξη και τήρηση ποιοτικού επιπέδου ραδιοτηλεόρασης και θα ήταν καθόλα παράλογο να ελέγχεται το επίπεδο των εκπομπών, αλλά όχι και των διαφημίσεων [...]».
Η εξέταση του ζητήματος, και έτσι είναι που έπραξε εν τοις πράγμασι το Διοικητικό Δικαστήριο κατά τα ανωτέρω, επιβάλλει αναφορά στις καθιερωμένες αρχές ερμηνείας κανονιστικών και νομοθετικών διατάξεων. Αφετηρία, παραμένει ασφαλώς το γραμματικό περιεχόμενο του κειμένου. Η γραμματική όμως ερμηνεία δεν λειτουργεί μονόσημα ούτε εξαντλεί, αφ’ εαυτής, την ερμηνευτική διεργασία. Οι κανονιστικές διατάξεις ερμηνεύονται εντός των ευρύτερων συστηματικών και λειτουργικών τους παραμέτρων, κατά τρόπο που να προάγεται ο σκοπός της νομοθεσίας και να διασφαλίζεται η εσωτερική συνοχή του ρυθμιστικού σχήματος. Η προσέγγιση αποτυπώνεται διαχρονικά στη νομολογία, σύμφωνα με την οποία το κυριολεκτικό νόημα των λέξεων αποτελεί το σημείο εκκίνησης και δεν παραμερίζεται, εκτός όπου, για παράδειγμα, η αυστηρή γραμματική ερμηνεία θα οδηγούσε σε αποτέλεσμα αντίθετο προς τον προφανή σκοπό και τη συνοχή του νομοθετήματος (Αναφορικά με την Αίτηση των Δικηγόρων του Παγκύπριου Οργανισμού Αγελαδοτρόφων (ΠΟΑ) Δημόσια Λτδ, Αίτ. Αρ. 1/24, ημ. 23.5.24).
Υπό το φως των ανωτέρω, δεν μπορεί εν προκειμένω να αποδοθεί στον όρο «εκπομπή», όπως απαντά στο Μέρος VI της Κ.Δ.Π. 10/00, η στενή και αποσπασματική έννοια που εισηγούνται οι Εφεσείοντες. Το Μέρος VI αποσκοπεί, κατά τρόπο εμφανή, στη διασφάλιση του ποιοτικού και ασφαλούς χαρακτήρα του ραδιοτηλεοπτικώς μεταδιδόμενου. Η διαφήμιση δεν παρουσιάζεται να συνιστά εξωγενές ή αποσυνδεδεμένο στοιχείο της ραδιοφωνικής μετάδοσης, αλλά οργανικό μέρος του συνολικά εκπεμπόμενου προγράμματος. Η λειτουργική ένταξη της εντός της ροής της ραδιοφωνικής μετάδοσης δεν αναιρείται, τουλάχιστον στη βάση των όσων ακούσαμε από τα μέρη στην κειμένη περίπτωση, εκ του ότι η κανονιστική νομοθεσία, για ειδικούς ρυθμιστικούς σκοπούς, διαφοροποιεί σε επιμέρους διατάξεις τις έννοιες «εκπομπή» και «διαφήμιση».
Η ύπαρξη ειδικών διατάξεων που ρυθμίζουν ιδιαιτέρως τις διαφημίσεις δεν συνεπάγεται, άνευ ετέρου, ότι αυτές εξαιρούνται από γενικές ρυθμίσεις που αφορούν στην ποιότητα, ασφάλεια και νομιμότητα του μεταδιδόμενου περιεχομένου. Απεναντίας, η κανονιστική διαφοροποίηση, εξυπηρετεί την επιβολή πρόσθετων ή εξειδικευμένων υποχρεώσεων επί της διαφημιστικής δραστηριότητας, χωρίς να αποσπά τις διαφημίσεις από τον πυρήνα της επί τούτω γενικής εποπτικής αρμοδιότητας των Εφεσίβλητων.
Η αντίθετη εκτίμηση θα μπορούσε να επιφέρει αποτελέσματα εσωτερικώς αντιφατικά με τις βλέψεις του νομοθετήματος. Θα μπορούσε να σημαίνει, κατ’ ουσίαν, ότι μεταδιδόμενο μέσω ραδιοφώνου ή τηλεοράσεως περιεχόμενο, έστω και δυνητικώς επικίνδυνο, παραπλανητικό ή ικανό να επηρεάσει αρνητικά την οδική ασφάλεια ή το κοινό, θα εξαιρείτο του πεδίου εφαρμογής βασικών ποιοτικών και προστατευτικών ρυθμίσεων, απλώς και μόνο επειδή εντάσσεται σε διαφημιστικό μήνυμα. Τέτοια ερμηνεία δεν θα ήταν, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, μόνον τελολογικώς αδικαιολόγητη, αλλά και ασύμβατη προς τη συστηματική συνέπεια του εφαρμοστέου ρυθμιστικού πλαισίου.
Σημειώνουμε, προσέτι, πως η εφαρμογή του Κανονισμού 36(3) στην παρούσα υπόθεση δεν προέκυψε απομονωμένα, αλλά σε συνδυασμό με τις ειδικές διατάξεις του Κώδικα, οι οποίες ρυθμίζουν ειδικώς τις διαφημίσεις. Η παράλληλη επίκληση των εν λόγω διατάξεων καταδεικνύει τη συμπληρωματική, και όχι αμοιβαίως αποκλειόμενη, λειτουργία των οικείων κανονιστικών προβλέψεων.
Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν διαπιστώνεται ούτε πλάνη περί το νόμο ούτε υπέρβαση των ορίων της κανονιστικής ερμηνείας εκ μέρους των Εφεσίβλητων, ή του Διοικητικού Δικαστηρίου. Ο πρωτόδικος χειρισμός υπήρξε επομένως ορθός ως προς την έκβαση και συμβατός τόσο προς το γράμμα όσο και προς τον σκοπό της κανονιστικής νομοθεσίας και του ευρύτερου νομολογιακού τοπίου.
O λόγος έφεσης 2 απορρίπτεται.
Ο λόγος έφεσης 3 στηρίζεται στον ισχυρισμό των Εφεσειόντων ότι η παράγραφος Δ(1)(γ) του Κώδικα, αναφέρεται σε απομίμηση προϊόντος που ενδέχεται να παραπλανήσει το κοινό και πως δεν έχει συνάφεια με την περίπτωση μίμησης ήχου κόρνας, ο οποίος, κατά τους ίδιους, αποτελεί στοιχείο σκηνοθεσίας της διαφήμισης και όχι χαρακτηριστικό του ίδιου του διαφημιστικού προϊόντος.
Ωστόσο, οι ως άνω αιτιάσεις δεν προβλήθηκαν ως λόγος ακύρωσης στην πρωτόδικη διαδικασία - πόσω δε μάλλον ρητώς και σαφώς - ούτε και (ως ήταν εκ των πραγμάτων αναμενόμενο), συγκρότησαν έρεισμα για συναφή ανάλυση στη γραπτή αγόρευση των Εφεσειόντων (και των Εφεσίβλητων) στην Προσφυγή.
Κατ’ ακολουθίαν, πρόκειται για θεματική που προβάλλεται για πρώτη φορά κατ’ έφεση και, ως εκ τούτου, άνευ άλλου νομιμοποιητικού ερείσματος, δεν είναι επιτρεπτό να εξετασθεί στο παρόν στάδιο της διαδικασίας (Χατζηπαναγή και Άλλου ν. Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, Ε.Δ.Δ. 111/21, ημ. 21.1.26, Κεραμοποιεία Παλαικύθρου «Ο Γίγας» Λτδ ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 28/15, ημ. 20.10.21, ECLI:CY:AD:2021:C473).
Ο λόγος έφεσης 3 απορρίπτεται.
Στον λόγο έφεσης 4, οι Εφεσείοντες διατείνονται ότι το Διοικητικό Δικαστήριο απέτυχε κατ’ ουσίαν να ανατρέψει την κατάληξη των Εφεσίβλητων για παραβίαση της παραγράφου Δ.10(δ) του Κώδικα. Τούτο, διότι, το ηχητικό εφέ δεν συνιστούσε τεχνικό θέμα, αλλά ουσιαστικό, μια και, κατά τη σκέψη, αυτός ακριβώς ο ήχος ήταν που οδήγησε τους Εφεσίβλητους στο συμπέρασμα πως επηρεαζόταν η ασφάλεια των παιδιών, εκτός του ότι ήταν, ως λέχθηκε, ψεύτικος, επεξεργασμένος, τεχνητός ή και φτιαχτός, με φανερή την ραδιοφωνική του εκπόρευση και όχι από κάποιο άλλο όχημα στον δρόμο.
Το Διοικητικό Δικαστήριο, κατέγραψε σχετικώς και τα εξής:
«[...] Προχωρώ να εξετάσω τον λόγο ακύρωσης που προβάλλεται σε σχέση με το κατά πόσον, πράγματι, η προβολή της συγκεκριμένης διαφήμισης, μπορούσε να παραπλανήσει και/ή να ξαφνιάσει τους οδηγούς. Προβλήθηκε από τους αιτητές ο ισχυρισμός πως η απόφαση της Αρχής είναι πεπλανημένη, καθότι το συγκεκριμένο ηχητικό εφέ - κορνάρισμα - που αποτελούσε μέρος της διαφήμισης, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αιτία δυστυχήματος, καθότι ο οδηγός είναι σε θέση να γνωρίζει πως ο ήχος είναι επεξεργασμένος.
Από την απόφαση της Αρχής ημερομηνίας 7.11.2017, προκύπτει πως ο ισχυρισμός αυτός αποτέλεσε λόγο που περιλήφθηκε στις παραστάσεις των αιτητών και ως τέτοιος, εξετάστηκε από την Αρχή. Η τελευταία, αναφέρει στην απόφασή της, πως αφού άκουσε το περιεχόμενο της διαφήμισης, κατέληξε πως δεν συμφωνεί με τις αιτιάσεις, για τους λόγους που παρατίθενται ανωτέρω σε σχετικό απόσπασμα που αναφέρθηκε.
Η Αρχή, συνεπώς, διερεύνησε τα όσα πρόταξαν οι αιτητές και ως έχουσα εξουσία για ουσιαστική κρίση, επί τεχνικών θεμάτων, επεξήγησε γιατί διαφωνεί με τα όσα εισηγούνται οι αιτητές. Από τα ενώπιον μου στοιχεία και έχοντας κατά νου πως η Αρχή είχε την ευκαιρία να ακούσει την επίδικη διαφήμιση, την οποία αφού άκουσε, αξιολόγησε, τόσο το περιεχόμενό της, όσο και τις προβαλλόμενες εκ των αιτητών θέσεις, δεν παρέχεται ευχέρεια επέμβασης, αφού πρόκειται για τεχνικά συμπεράσματα και αξιολογήσεις, που κατά κανόνα δεν ελέγχονται στα πλαίσια του ακυρωτικού ελέγχου, αφού τούτα τα συμπεράσματα, ανάγονται στο ανέλεγκτο της ουσιαστικής κρίσης της διοίκησης (Εταιρεία Aeolos Swiss (Capo Bay) Ltd v. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 3057, Γ.Γ. Μακρή Κτηματική Λτδ ν. Δημοκρατίας (1994) 3 Α.Α.Δ. 56, Γεωργίου ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λάρνακας (2002) 3 Α.Α.Δ. 475) [...]».
Η ως άνω θεώρηση του Διοικητικού Δικαστηρίου είναι ορθή. Το ζήτημα που τέθηκε αφορούσε στην αξιολόγηση της διαφήμισης και του ηχητικού εφέ που αυτή περιείχε, καθώς και το κατά πόσον μπορούσε να οδηγήσει σε παραπλάνηση ή να επενεργήσει στην οδική ασφάλεια. Αυτό, ως εξυπονόησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ανάγεται, κατ’ εξοχήν, στην εκτίμηση πραγματικών δεδομένων και στην εξειδικευμένη κρίση της διοικητικής αρχής (Παγκύπριος Οργανισμός Αγελαδοτρόφων (ΠΟΑ) Λτδ ν. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού, Ε.Δ.Δ. 135/21, ημ. 6.4.26, Telmen Ltd ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, Ε.Δ.Δ. 114/21, ημ. 16.1.26, Νικηφόρου ν. Δημοκρατίας και Άλλων Ε.Δ.Δ. 9/18, ημ. 17.11.23).
Άλλη οπτική θα οδηγούσε, στην κείμενη περίπτωση, βάσει των γεγονότων και συνθηκών της, και ελλείψει άλλων γνωμόνων - όπως εντοπισθείσας πλάνης περί τα πράγματα, ένδειας αιτιολογίας ή υπέρβασης εξουσίας - σε απαράδεκτη υποκατάσταση της λελογισμένης εδώ διοικητικής απόφανσης (GDL Trading Ltd ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 114/20, ημ. 26.3.25).
Ο λόγος έφεσης 4 απορρίπτεται.
Η έφεση απορρίπτεται.
Επιδικάζουμε εναντίον των Εφεσειόντων και υπέρ των Εφεσίβλητων, έξοδα ύψους €4.200,00, πλέον ΦΠΑ, αν υπάρχει.
Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.
Ν.Γ. ΣΑΝΤΗΣ, Δ.
ΣT. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.
/μκε
[1] «36 [...] (3) Λαμβάνεται πρόνοια ώστε οι εκπομπές να μην παραπλανούν ή πανικοβάλλουν τους τηλεθεατές ή ακροατές, ιδιαίτερα με την απομίμηση του δελτίου ειδήσεων [...]».
[2] «[...] Δ. ΕΙΔΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΩΝ
1. Ψευδείς ή παραπλανητικές διαφημίσεις [...]
(γ) Απομίμηση:
Απαγορεύεται οποιαδήποτε απομίμηση η οποία είναι πιθανόν να παραπλανήσει τους ακροατές ή θεατές, έστω και αν δεν είναι τέτοια, ώστε να αποτελέσει βάση για δικαστική υπόθεση. [...]
10. Προστασία των παιδιών [...]
(δ) Δεν επιτρέπονται διαφημίσεις, το περιεχόμενο των οποίων επηρεάζει την ασφάλεια των παιδιών [...]».
[3] «Δικαίωμα ακρόασης
43.—(1) Το δικαίωμα ακρόασης παρέχεται, εκτός από τις περιπτώσεις τις οποίες ο νόμος προβλέπει ρητά, σε κάθε πρόσωπο που θα επηρεαστεί από την έκδοση πράξης ή από τη λήψη διοικητικού μέτρου που είναι πειθαρχικής φύσης ή που έχει το χαρακτήρα της κύρωσης ή που είναι άλλως πως δυσμενούς φύσης.
(2) Διοικητικό όργανο που προτίθεται να στηρίξει την απόφασή του σε ισχυρισμούς εναντίον ενός προσώπου οφείλει να παράσχει την ευκαιρία στο πρόσωπο αυτό να υποβάλει τις απόψεις του για τους ισχυρισμούς αυτούς.
(3) Το δικαίωμα ακρόασης ασκείται είτε αυτοπροσώπως είτε διά δικηγόρου της εκλογής του ενδιαφερομένου.
(4) Η ακρόαση του ενδιαφερομένου δεν είναι απαραίτητο να γίνεται προφορικά. Είναι αρκετό, αν ζητηθεί από αυτόν, να εκθέσει γραπτώς τις απόψεις του, εκτός αν ο νόμος ορίζει το αντίθετο.
(5) Το δικαίωμα ακρόασης αναγνωρίζεται και στην περίπτωση άσκησης ιεραρχικής προσφυγής, εκτός αν η νομοθετική διάταξη που προβλέπει την άσκηση της ιεραρχικής προσφυγής ρητά επιτρέπει στο αρμόδιο όργανο να μην παρέχει το δικαίωμα ακρόασης.
(6) Κάθε πρόσωπο το οποίο έχει δικαίωμα ακρόασης μπορεί, ύστερα από γραπτή αίτησή του, να λάβει γνώση των στοιχείων του σχετικού διοικητικού φακέλου. Το αρμόδιο διοικητικό όργανο μπορεί με αιτιολογημένη απόφαση του να απορρίψει ολόκληρο ή μέρος του αιτήματος, αν η ικανοποίησή του παραβλάπτει το υπηρεσιακό συμφέρον ή το συμφέρον τρίτου προσώπου».
[4] «42. [...] (6) Η διαδικασία ενώπιον της Αρχής διεξάγεται όπως καθορίζεται πιο κάτω:
(α) αποστέλλεται αντίγραφο της πιθανής παράβασης ή του παραπόνου στο σταθμό εναντίον του οποίου γίνεται η καταγγελία·
(β) καλείται ο καθ' ου η καταγγελία να υποβάλει τις παραστάσεις του είτε προσωπικώς είτε εγγράφως·
(γ) η Αρχή έχει εξουσία:
(i) να καλέσει μάρτυρες και να απαιτήσει την προσέλευσή τους, όπως και την προσέλευσης του καθ' ου η καταγγελία, καθώς και του παραπονούμενου·
(ii) να αποδεχτεί οποιαδήποτε μαρτυρία γραπτή ή προφορική, έστω κι αν αυτή δε θα γινόταν δεκτή σε πολιτική ή ποινική διαδικασία·
(iii) να απαιτήσει προσαγωγή κάθε εγγράφου ή άλλου τεκμηρίου που σχετίζεται με την υπόθεση [...]».
[5] «27.-[...] (5) Τα διαφημιστικά και τηλεμπορικά μηνύματα καθώς και τα προγράμματα που λαμβάνουν χορηγία υπόκεινται στις πρόνοιες του Κώδικα Διαφημίσεων του συνημμένου στους παρόντες Κανονισμούς Παραρτήματος IX».
[6] Κανονισμός 21(3): «Οι σταθμοί υποχρεούνται όπως σ' όλες τις εκπομπές (συμπεριλαμβανομένων και των διαφημίσεων) διασφαλίζουν σεβασμό προς την προσωπικότητα, την τιμή, την υπόληψη, τον ιδιωτικό βίο, την επαγγελματική, επιστημονική, κοινωνική, καλλιτεχνική, πολιτική ή άλλη συναφή δραστηριότητα κάθε προσώπου, η εικόνα του οποίου εμφανίζεται στην οθόνη ή το όνομα του οποίου μεταδίδεται από σταθμό ή γίνεται αναφορά ή μεταδίδονται γι' αυτό στοιχεία τέτοια που οδηγούν στην αναγνώριση της ταυτότητας του. Η πιο πάνω υποχρέωση επεκτείνεται αναφορικά με κάθε άτομο ή την εικόνα γενικά του ανθρώπου ως ατόμου ή μέλους ομάδας».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο