ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ v. ΑΝΔΡΕΑ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ κ.α., Εκλογική Αίτηση Αρ. 1/2019, 29/6/2026
print
Τίτλος:
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ v. ΑΝΔΡΕΑ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ κ.α., Εκλογική Αίτηση Αρ. 1/2019, 29/6/2026

ΕΚΛΟΓΟΔΙΚΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

 

(Εκλογική Αίτηση Αρ. 1/2019)

 

29 Ιουνίου, 2026

 

[ΛΙΑΤΣΟΣ, Π., ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, ΣΑΝΤΗΣ, ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

1. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Αιτητής,

ν.

 

1. ΑΝΔΡΕΑ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ,

2. ΔΗΜΟΥ ΔΙΑΜΑΝΤΗ,

3. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΦΟΡΟΥ ΕΚΛΟΓΗΣ,

4. ΕΦΟΡΟΥ ΕΚΛΟΓΗΣ ΕΚΛΟΓΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΛΕΜΕΣΟΥ,

5. ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ «ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ»

Καθ΄ ων η Αίτηση.

_ _ _ _ _ _

 

ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 6.3.2026

ΠΡΟΣ ΠΑΡΟΧΗ ΑΔΕΙΑΣ ΓΙΑ ΕΠΑΝΑΝΟΙΓΜΑ

ΤΗΣ ΕΚΛΟΓΙΚΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΡ. 1/2019.

_ _ _ _ _ _


Αχ. Δημητριάδης, Μ. Ξιαρής και Μ. Τσαγγαρίδου (κα) για Λέλλος Π. Δημητριάδης ΔΕΠΕ και Α.Χ. Κυπρίζογλου,
για τον Αιτητή.

Γ. Χατζηχάννα (κα), Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Π. Χαραλάμπους (κα) και Σ. Πλατής, Δικηγόροι της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τους καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4.

_ _ _ _ _ _

Α.Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Π.: Η απόφαση του Δικαστηρίου δεν είναι ομόφωνη. Την απόφαση της πλειοψηφίας θα δώσει ο Λιάτσος, Π. και με αυτή συμφωνούν οι Δικαστές Οικονόμου, Ψαρά-Μιλτιάδους, Χατζηγιάννη, Καρακάννα και Γεωργίου. Διιστάμενη απόφαση θα δώσουν οι Δικαστές Σάντης και Καλλιγέρου.

_ _ _ _ _ _

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΛΙΑΤΣΟΣ, Π.: Με την Εκλογική Αίτηση Αρ. 1/2019 οι Ανδρέας Μιχαηλίδης και Δήμος Διαμαντής (Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 στην παρούσα διαδικασία), αιτήθηκαν όπως το Εκλογοδικείο κηρύξει την εκλογή ή ανακήρυξη του Γεώργιου Παπαδόπουλου (Αιτητή στην παρούσα διαδικασία), ως βουλευτή στην Εκλογική Περιφέρεια Λεμεσού, ως άκυρη και ότι η απόφαση να πληρωθεί η έδρα της Ε.Θ. με τον Τροποποιητικό Νόμο αρ. 131(Ι)/2019, είναι επίσης άκυρη, αντισυνταγματική και παράνομη. Τέλος, επιδίωξαν διακήρυξη ότι ο Τροποποιητικός αυτός Νόμος επί του οποίου στηρίχθηκε η εκλογή του Γεώργιου Παπαδόπουλου, είναι αντισυνταγματικός. Το Εκλογοδικείο, με απόφασή του ημερομηνίας 29 Οκτωβρίου 2020, κατέληξε ότι:

 

«… η εκλογή του Γεώργιου Παπαδόπουλου, καθ΄ ου η αίτηση 3, ως βουλευτή και η ανακήρυξη του ως τέτοιου από τον Έφορο Εκλογής διά της πράξεως δημοσιευθείσας στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας με αρ. 591, ημερ. 29.10.2019, είναι άκυρη ως προϊόν, κατά τα ανωτέρω, αντισυνταγματικής και παρανόμου ρύθμισης γενομένης υπό τις πρόνοιες της Δωδέκατης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμου του 2019 και του περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων (Τροποποιητικού) Νόμου αρ. 131(Ι)/2019.»

 

 

Η Εκλογική Αίτηση 1/2019 είχε μακρύ ιστορικό. ΄Ηταν η τρίτη κατά σειρά που απασχόλησε το Εκλογοδικείο, ενώ για το ίδιο θέμα, υπό μορφή Αναφοράς του Προέδρου της Δημοκρατίας, απασχόλησε και το τότε Ανώτατο Δικαστήριο.

 

Το ιστορικό αποτυπώνεται στην απόφαση του Εκλογοδικείου ημερομηνίας 29 Οκτωβρίου 2020. Το παραθέτουμε αυτούσιο, προς ευκολότερη παρακολούθηση και καλύτερη κατανόηση των ενώπιόν μας εγειρομένων θεμάτων:

 

«Στις βουλευτικές εκλογές της 22.5.2016 και στην εκλογική περιφέρεια Λεμεσού, η Ε.Θ., Πρόεδρος του Κινήματος Αλληλεγγύης και κατά τον ουσιώδη χρόνο μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ανακηρύχθηκε ως εκλεγείσα βουλευτής, πλην, όμως, μετά την εν λόγω ανακήρυξη της από τον Γενικό Έφορο Εκλογής κοινοποίησε τόσο σε αυτόν, όσο και στον Έφορο Εκλογής Εκλογικής Περιφέρειας Λεμεσού, την απόφαση της να μην αποδεχθεί τη βουλευτική έδρα, παραμένουσα μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ο Γενικός Έφορος Εκλογής ακολουθώντας σχετική γνωμάτευση του τότε Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ανακήρυξε τον Γεώργιο Παπαδόπουλο στις 3.6.2016 ως βουλευτή της εκλογικής περιφέρειας Λεμεσού, πληρώνοντας έτσι την κενωθείσα θέση της Ε.Θ. στη βάση του ότι ήταν ο πρώτος επιλαχών του Κινήματος Αλληλεγγύη στην εν λόγω περιφέρεια.

 

Με την Εκλογική Αίτηση αρ. 2/2016 οι παρόντες αιτητές ζήτησαν την κήρυξη της εκλογής ως άκυρης, καθώς επίσης άκυρη θα έπρεπε να θεωρείτο και η εκλογή ή ανακήρυξη της Ε.Θ.. Το Εκλογοδικείο με ομόφωνη απόφαση του, ημερ. 31.5.2017, δικαίωσε τους αιτητές και κήρυξε άκυρη την εκλογή και ανακήρυξη του Γεώργιου Παπαδόπουλου ως βουλευτή στην εκλογική περιφέρεια Λεμεσού. Το ουσιώδες σκεπτικό του Εκλογοδικείου ήταν ότι η μη αποδοχή της έδρας εκ μέρους της Ε.Θ. είχε γίνει εκτός της βουλευτικής περιόδου και, επομένως, στην απουσία σαφούς νομοθετικής πρόνοιας και εξουσιοδότησης, ο Γενικός Έφορος Εκλογής και ο Έφορος Εκλογής εκλογικής περιφέρειας Λεμεσού λανθασμένα εφάρμοσε, κατ΄ αναλογίαν, τα προνοούμενα στο άρθρο 35(1) του περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων Νόμου αρ. 72/1979, όπως τροποποιήθηκε. Το εν λόγω άρθρο προνοεί την πλήρωση κενωθεισών βουλευτικών εδρών κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου. Το Εκλογοδικείο έκρινε ταυτόχρονα ότι οι άλλες θεραπείες που ζητούνταν με την εκλογική αίτηση, ότι, δηλαδή, η απόφαση του Γενικού Εφόρου Εκλογής να πληρώσει την κενωθείσα έδρα της Ε.Θ. με τον τρόπο που το έπραξε αντί διά αναπληρωματικής εκλογής ήταν άκυρη και αντισυνταγματική και ότι η πλήρωση της θέσης θα έπρεπε να είχε γίνει διά αναπληρωματικής εκλογής, ήσαν θεραπείες άγνωστες στο Νόμο.

 

Η Βουλή των Αντιπροσώπων μετά την πιο πάνω απόφαση τροποποίησε στις 30.6.2017 τον Νόμο αρ. 72/1979, προσθέτοντας νέο εδάφιο στο άρθρο 35, προνοώντας ότι το εδάφιο (1) αυτού εφαρμοζόταν και αναφορικά με βουλευτική έδρα «... η οποία είναι μη καταληφθείσα ή κενή κατά ή μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος .» του τροποποιητικού Νόμου. Με αυτό το δεδομένο, στις 3.7.2017, ο Υπουργός Εσωτερικών διόρισε ως Έφορο Εκλογής τον Έφορο της Εκλογικής Περιφέρειας Λεμεσού για πλήρωση της μη καταληφθείσας βουλευτικής έδρας, με αποτέλεσμα να ανακηρυχθεί ο Γεώργιος Παπαδόπουλος ως βουλευτής δυνάμει του τροποποιητικού Νόμου.

 

Ακολούθησε η Εκλογική Αίτηση αρ. 1/2017, με την οποία ζητήθηκαν παρόμοιες θεραπείες ως και προηγουμένως, δηλαδή, τη διακήρυξη ως ακύρου της εκλογής του Γεώργιου Παπαδόπουλου και τη διακήρυξη τόσο της απόφασης του Εφόρου, όσο και του ιδίου του τροποποιητικού Νόμου αρ. 82(Ι)/2917 ως αντισυνταγματικών. Το Εκλογοδικείο με απόφαση του ημερ. 30.4.2018, με πλειοψηφία έξι έναντι πέντε Δικαστών, αποδέχθηκε τις εισηγήσεις των αιτητών στη βάση του ότι όταν η Θ. αποποιήθηκε την έδρα της δεν υπήρξε «κένωση» βουλευτικής έδρας και, επομένως, τόσο το Άρθρο 62.2 του Συντάγματος, όσο και το Άρθρο 71 του Συντάγματος δεν κάλυπταν την περίπτωση «μη καταληφθείσας έδρας», έννοιας ξένης προς το Σύνταγμα. Καθώς λέχθηκε, η διαδικασία πλήρωσης «κενωθείσας έδρας», δυνάμει του άρθρου 35(1) του Νόμου, εφαρμόζεται ως κατ΄ εξαίρεση διαδικασία συνάδουσα με την αρχή του αναλογικού συστήματος, αλλά μόνο όταν υπάρχει κένωση σύμφωνα με το Νόμο και το Σύνταγμα και όχι όταν υπάρχει μη καταληφθείσα βουλευτική έδρα. Το Εκλογοδικείο σημείωσε επίσης ότι εφόσον η βουλευτική έδρα ουδέποτε καταλήφθηκε νόμιμα από την Θ., η έδρα ουδέποτε περιήλθε νόμιμα στο Κίνημα Αλληλεγγύη και δεν τίθετο, επομένως, θέμα εφαρμογής του αναλογικού συστήματος διά της επιλογής του πρώτου επιλαχόντος του Κινήματος στην περιφέρεια Λεμεσού. Συνακόλουθα, «υπήρξε καταστρατήγηση συγκεκριμένων προνοιών και του πνεύματος του Συντάγματος από τη Βουλή διότι, ενώ το Σύνταγμα προνοεί για πλήρωση "κενωθείσας βουλευτικής έδρας", με τον Τροποποιητικό Νόμο προβλέφθηκε πλήρωση "μη καταληφθείσας" βουλευτικής έδρας ..». Πρόσθετα, το Εκλογοδικείο παρατήρησε ότι παραχωρήθηκε ουσιαστικά δικαίωμα αναδρομικά με τον τροποποιητικό Νόμο, πράγμα ανεπίτρεπτο.

 

Μετά και την πιο πάνω εξέλιξη, η Βουλή των Αντιπροσώπων προχώρησε στην ψήφιση Νόμου με συνοπτικό τίτλο «Ο περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2018», με τον οποίο διαγραφόταν το άρθρο 35 του βασικού Νόμου αντικαθιστώμενο με νέο άρθρο. Ο Νόμος αυτός που, σύμφωνα με την αιτιολογική του έκθεση, είχε σκοπό να καλύψει το νομοθετικό κενό που εντοπίστηκε από το Εκλογοδικείο, έτυχε Αναφοράς από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με τον τότε Γενικό Εισαγγελέα να επιχειρηματολογεί αντίθετα αυτή τη φορά με τις προηγούμενες θέσεις του, ότι ο Νόμος ήταν ασύμφωνος με αριθμό Άρθρων του Συντάγματος, την αρχή της διάκρισης των εξουσιών και την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας.

 

Το Ανώτατο Δικαστήριο ενεργώντας συμφώνως του Άρθρου 140 του Συντάγματος και με πλειοψηφία έντεκα Δικαστών έναντι ενός, έκρινε με τη Γνωμάτευση αρ. 4/18 ότι ο υπό αναφορά Νόμος ήταν αντισυνταγματικός παραβιάζοντας τα Άρθρα 31, 63, 64, 65, 66 και 71 του Συντάγματος, καθώς και την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, διάχυτης στο Σύνταγμα αφορώσα στην εκλογή μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων από το λαό. Βρισκόταν επίσης σε παραβίαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, αρχής θεμελιακής στο Σύνταγμα. Κρίθηκε ότι τα μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων εκλέγονται από το λαό και ότι προς τούτο διενεργούνται γενικές εκλογές. Σε περίπτωση κενωθείσας βουλευτικής έδρας διενεργείται αναπληρωματική εκλογή. Οι αποφάσεις του Εκλογοδικείου στις προηγηθείσες Εκλογικές Αιτήσεις αρ. 2/16 και 1/17 δεν δημιουργούσαν μεν δεδικασμένο, αλλά αποτελούσαν προηγούμενες αποφάσεις της Ανωτάτης Δικαστικής Αρχής της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με την ανάλογη βαρύτητα και δεσμευτικότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν διαπιστώθηκε λόγος για απόκλιση από τις δύο αυτές αποφάσεις του Εκλογοδικείου εφόσον δεν είχε καταδειχθεί ότι βασίζονταν σε αδιαμφισβήτητη εσφαλμένη αρχή δικαίου ή ότι οδηγούσαν σε καταφανώς άδικα αποτελέσματα. Επομένως, οι πρόνοιες του υπό αναφορά Νόμου ότι σε περίπτωση που για οποιοδήποτε άλλο λόγο εκλεγείς βουλευτής πριν την ανάληψη των καθηκόντων του δεν αναλάβει νόμιμα τα καθήκοντα του δίδοντας προς τούτο τη νενομισμένη διαβεβαίωση, η έδρα ανήκει στο ίδιο κόμμα ή συνασπισμό κομμάτων και καταλαμβάνεται από τον πρώτο επιλαχόντα, προσέκρουε στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, η δε αντισυνταγματικότητα της πρόνοιας ουδόλως διασωζόταν από το δίκαιο της ανάγκης ή τις συμφυείς εξουσίες της Βουλής. Πρόσθετα, ο υπό αναφορά Νόμος παραβίαζε την αρχή της διάκρισης των εξουσιών δεδομένου ότι η Βουλή των Αντιπροσώπων επενέβη στην τελεσίδικη κρίση της δικαστικής εξουσίας ανατρέποντας ανεπίτρεπτα το αποτέλεσμα της απόφασης στην Εκλογική Αίτηση αρ. 1/2017. Ο υπό αναφορά Νόμος, συνεπώς, εφόσον οι πρόνοιες του δεν μπορούσαν να διαχωριστούν, ήταν εξ ολοκλήρου αντισυνταγματικός.

 

Ακολούθησε εκ μέρους της Βουλής των Αντιπροσώπων η 12η τροποποίηση του Συντάγματος με το Νόμο αρ. 128(Ι)/2019, με την οποία τροποποιήθηκαν τα Άρθρα 66 και 71 του Συντάγματος, κατ΄ ακολουθίαν δε της συνταγματικής τροποποίησης στις 15.10.2019 δημοσιεύθηκε και ο περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων (Τροποποιητικός) Νόμος αρ. 131(Ι)/2019, με τον οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 35 του βασικού Νόμου. Υπό το φως των ανωτέρω τροποποιήσεων, ο Έφορος Εκλογής της εκλογικής περιφέρειας Λεμεσού ανακήρυξε στις 29.10.2019 τον Γεώργιο Παπαδόπουλο ως βουλευτή για την εκλογική περιφέρεια Λεμεσού.»

 

 

 

Λίγους μήνες αργότερα, την 21 Απριλίου 2021, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος (ο οποίος θα αναφέρεται στη συνέχεια ως ο Αιτητής) προχώρησε με την καταχώρηση Προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), επικαλούμενος παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του από την Κυπριακή Δημοκρατία, σε σχέση με το δικαίωμα σε ελεύθερες εκλογές, συγκεκριμένα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι και με νομικό υπόβαθρο το ΄Αρθρο 3 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Το ΕΔΑΔ, με ομόφωνη απόφασή του, ημερ. 9.10.2025, App. no. 21454/2021, έκρινε ότι η Προσφυγή ήταν παραδεκτή διαπιστώνοντας παραβίαση του πιο πάνω ΄Αρθρου. Η υπό αναφορά απόφαση κατέστη τελεσίδικη τρεις μήνες μετά την έκδοσή της, στις 9.1.2026.

 

Με υπόβαθρο την ως άνω κατάληξη του ΕΔΑΔ, ο Αιτητής καταχώρησε την υπό κρίση Αίτηση, αξιώνοντας:

 

«Α. ΄Αδεια του Δικαστηρίου για υποβολή αίτησης για επανάνοιγμα της Εκλογικής Αίτησης αρ. 1/2019 μετά την έκδοση τελικής απόφασης ημερομηνίας 29.10.2020 ή

 

Β. ΄Αδεια και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου για επανάνοιγμα της Εκλογικής Αίτησης αρ. 1/2019 μετά την έκδοση τελικής απόφασης ημερομηνίας 29.10.2020 ή

 

Γ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ή οδηγίες το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει δίκαιες υπό τις περιστάσεις και

 

Δ.  ΄Εξοδα πλέον ΦΠΑ.»

 

Είναι η βασική εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή ότι η παροχή της αιτούμενης άδειας ή διατάγματος επανανοίγματος συνιστά τη μόνη αποτελεσματική θεραπεία προς ορθή εκτέλεση της απόφασης του ΕΔΑΔ και τη μόνη οδό για αποκατάσταση της παραβίασης των δικαιωμάτων του. Θέτει ότι δεδομένης της φύσεως της διαπιστωθείσας παραβίασης, το μόνο ένδικο μέσο που διαθέτει για σκοπούς αποκατάστασης, ήτοι χρηματικής πλέον αποζημίωσης και μόνο, είναι διά του επανανοίγματος της Εκλογικής Αίτησης.

 

Η ευπαίδευτη εισαγγελέας της Δημοκρατίας προέβαλε ότι το Εκλογοδικείο δεν έχει δικαιοδοσία να εγκρίνει το αίτημα, ούτε και να αποδώσει θεραπεία η οποία δεν προβλέπεται από τον περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων Νόμο του 1979, Ν. 72/1979, ως έχει τροποποιηθεί (ο Νόμος). Προεκτείνοντας, έθεσε ότι το ΕΔΑΔ δεν ανέτρεψε τα ευρήματα του Εκλογοδικείου και ότι, εν πάση περιπτώσει, ο Αιτητής έχει ήδη αποκατασταθεί με δεδομένη την αποζημίωση που επιδίκασε προς όφελός του το ΕΔΑΔ.

 

Η εξουσία του Εκλογοδικείου προς παρέμβαση και οι θεραπείες που δύναται να αποδώσει ρυθμίζονται από το ΄Αρθρο 57 του Νόμου. Η υποβολή και το πλαίσιο εκδίκασης εκλογικής αίτησης διέπονται από τον περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων (Εκλογικαί Αιτήσεις) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1981 (Αρ. 9/1981), ως έχει τροποποιηθεί (ο Διαδικαστικός Κανονισμός).

 

Το ΄Αρθρο 57 του Νόμου έχει ως ακολούθως:

 

«Εκλογική Αίτησις

 

57.-(1)Παν θέμα όπερ δύναται να προκύψη εν σχέσει προς το δικαίωμα προσώπου να γίνη ή να παραμείνη βουλευτής αναφέρεται εις το Εκλoγoδικείov και εκδικάζεται οριστικώς και αμετακλήτως υπ' αυτού συμφώνως προς τον εκάστοτε ισχύovτα Διαδικαστικόν Καvovισμόv.

 

(2) Η προς το Εκλoγoδικείov αvαφoρά γίνεται δι' Εκλογικής Αιτήσεως καταχωριζoμέvης υπό του Γεvικoύ Εισαγγελέως της Δημοκρατίας ή υπό εκλογέως εγγεγραμμέvoυ εις τον εκλoγικόv κατάλoγov αφoρώvτoς εις την εκλoγήv, ή υπό προσώπου αξιoύvτoς ότι είχε δικαίωμα να εκλέξη κατά την εκλoγήv ή υπό προσώπου ισχυριζoμέvoυ ότι υπήρξεν υποψήφιος κατά την εκλoγήv.

 

(3) Διά της Εκλογικής Αιτήσεως δύναται να απαιτηθή όπως το Εκλoγoδικείov κηρύξη ότι η εκλογή είναι άκυρος ή ότι η εκλογή προσώπου τινός είναι άκυρος ή ότι υποψήφιος τις εξελέγη ή εις περίπτωσιν καθ' ηv υπάρχει απαίτησις υπό απoτυχόvτoς υπoψηφίoυ ότι εξελέγη καθ' ότι είχε την πλειoψηφίαv των voμίμως δoθέvτωv ψήφων δύναται να απαιτηθή αναμέτρησις των ψήφων.

 

(4) Εκλογική αίτησις καταχωρίζεται εντός δύο (2) μηνών από της ημερομηνίας της δημοσιεύσεως του απoτελέσματoς της εκλογής εις την επίσημov εφημερίδα της Δημοκρατίας.»

 

 

 

Συνεπώς, κατά νομοθετική πρόβλεψη, το Εκλογοδικείο εκδικάζει «… οριστικώς και αμετακλήτως» ενώπιόν του Εκλογική Αίτηση «… συμφώνως προς τον εκάστοτε ισχύοντα Διαδικαστικόν Κανονισμόν», έχοντας εκ του Νόμου αποκλειστική εξουσία είτε κήρυξης της εκλογής ως άκυρης, είτε κήρυξης της εκλογής ή ακύρωσης της εκλογής οποιουδήποτε προσώπου. Δύναται επίσης να «… απαιτηθή αναμέτρησις των ψήφων», ως διαλαμβάνει  το ΄Αρθρο 57(3) του Νόμου.

 

΄Εχουμε ήδη παραθέσει το μακρύ ιστορικό που καλύπτει την υπό συζήτηση περίπτωση. Εντέλει, στην Εκλογική Αίτηση 1/2019, που εν προκειμένω αφορά, το Εκλογοδικείο, ενεργώντας στα πλαίσια που ο Νόμος ορίζει – και υπό το πρίσμα των περιοριστικών λόγων που δύναται να παρέμβει - έκρινε, οριστικά και αμετάκλητα, ότι η εκλογή του Αιτητή ως βουλευτή και η συνακόλουθη ανακήρυξή του ήταν άκυρη. Τούτο, ως προϊόν αντισυνταγματικής και παρανόμου ρύθμισης.

 

Το ΕΔΑΔ δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε διαδικαστικά σφάλματα ή κενά ικανά να θέσουν υπό αμφισβήτηση την εν λόγω απόφαση. Αποδέχθηκε την ενώπιόν του προσφυγή, επιδικάζοντας αποζημίωση προς όφελος του Αιτητή μόνο για μη χρηματική ζημιά, εντοπίζοντας παραβίαση συνιστάμενη στο γεγονός της αδυναμία των εθνικών αρχών προς επίλυση του ζητήματος που αφορούσε την υπό συζήτηση περίπτωση. Με αποτέλεσμα η κοινοβουλευτική θέση να παραμείνει άδεια και το όλο πρόβλημα άλυτο για σχεδόν ολόκληρη τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής περιόδου. Είναι η αποτυχία των εθνικών αρχών προς επίλυση του νομοθετικού κενού ή παροχής εναλλακτικής λύσης που τελικά ενέταξε την περίπτωση στα πλαίσια παραβίασης του Πρώτου Πρωτοκόλλου του ΄Αρθρου 3 της ΕΣΔΑ.

 

Η εξουσία του Εκλογοδικείου καθορίζεται με το ΄Αρθρο 145 του Συντάγματος και οριοθετείται από τον Εκλογικό Νόμο, οι πρόνοιες του οποίου εφαρμόζονται αυστηρά, χωρίς οποιαδήποτε χαλάρωση (Κέττηρος κ.ά. ν. Κουτσού κ.ά.  (2007) 1 ΑΑΔ 828). Η ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας από το Εκλογοδικείο προϋποθέτει στοιχειοθέτηση Εκλογικής Αίτησης εναρμονισμένης με το Νόμο και τις δικονομικές διατάξεις.

 

Ως ήδη λέχθηκε, το Εκλογοδικείο, ασκώντας την αποκλειστική του δικαιοδοσία, αποφάσισε οριστικώς και αμετακλήτως στην Εκλογική Αίτηση 1/2019. Δεδομένης της απόφασης του ΕΔΑΔ, αλλά και της κατάληξης στην Εκλογική Αίτηση 1/2019, το Εκλογοδικείο ούτε δύναται, ούτε και έχει τη δικαιοδοσία παροχής άδειας για επανάνοιγμα της υπό αναφορά Εκλογικής Αίτησης, προς, κατ΄ ουσίαν, αναπλήρωση νομοθετικού κενού. Ούτε βεβαίως για ακύρωση του αποτελέσματος στην Εκλογική Αίτηση 1/2019. Εξάλλου, σαφής ήταν η θέση του Αιτητή στο περίγραμμα αγόρευσής του, σελ. 24, ότι «… δεν εξαιτείται την ακύρωση της απόφασης του Εκλογοδικείου και/ή οποιαδήποτε εκ των θεραπειών που προβλέπει ο Νόμος.».

 

Η δέσμευση συμμόρφωσης με αποφάσεις του ΕΔΑΔ και ο μηχανισμός εποπτείας εκτέλεσης απόφασης αποτυπώνονται στο ΄Αρθρο 46 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), οι νομικές διαστάσεις του οποίου και οι υποχρεώσεις που επιβάλλει απασχόλησαν στην υπόθεση Κουλίας ν. Θεμιστοκλέους, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 79/2013, ημερ. 16.11.2021.

 

Στην υπόθεση Moreira Ferreira v. Portugal (No. 2), App. no. 19867/12, ημερ. 11.7.17 (παρ. 91), το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης του ΕΔΔΑ, επεσήμανε ότι πάγια νομολογία υποδεικνύει ότι η Σύμβαση δεν κατοχυρώνει δικαίωμα επανάληψης διαδικασίας, ούτε οποιοδήποτε άλλο ένδικο μέσο, μέσω του οποίου τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις της χώρας είναι δυνατόν να ακυρωθούν ή επανεξεταστούν. Τόνισε συναφώς ότι τίποτε στο Άρθρο 46 της ΕΣΔΑ δεν επιβάλλει, αυτομάτως, την υποχρέωση επανανοίγματος και επανεξέτασης της εσωτερικής διαδικασίας (βλ. επίσης Chim and Przywieczerski v. Poland, App. 36661/17 and 38433/07, ημερ. 12.4.2018, παρ.217).

 

Στη βάση όλων των πιο πάνω, το επανάνοιγμα της Εκλογικής Αίτησης με σκοπό την αποκατάσταση του Αιτητή στη βουλευτική έδρα, υπό την έννοια του restitutio in integrum,[1] είναι νομικά, αλλά και εκ των πραγμάτων πλέον, όπως δέχθηκε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του, αδύνατο. Θέση που ευθυγραμμίζεται με το σκεπτικό της απόφασης του ΕΔΑΔ, το οποίο αναγνώρισε, όπως εξελίχθηκε η όλη κατάσταση, τη δημιουργία «αδιεξόδου». Ο κ. Δημητριάδης αρχικά έθεσε το επανάνοιγμα ως αυτοσκοπό με μόνο ζητούμενο, σε πρώτο στάδιο, να ακουστεί ο Αιτητής.  Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά «Η αποτελεσματική θεραπεία εξαντλείται με το να επανανοίξετε την υπόθεση». Στο τέλος προσδιόρισε ως σκοπό να δοθεί η ευκαιρία στον Αιτητή να πείσει ότι «είναι δική του η έδρα», οπότε θα δικαιούται σε αποζημιώσεις για την απώλεια της με βάση την απόφαση Γιάλλουρος ν. Νικολάου (2001) 1 ΑΑΔ 558, στην οποία αναγνωρίστηκε το δικαίωμα σε αποζημίωση λόγω παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου.  Στην ίδια απόφαση αναφέρθηκε και η κα Χατζηχάννα, απαντώντας επί του προκειμένου ότι ο Αιτητής έχει ήδη αποζημιωθεί και ότι εάν, πέραν τούτου, διατηρεί αγώγιμο δικαίωμα για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων μπορεί να προχωρήσει σε οποιαδήποτε μέτρα κρίνει σκόπιμα. 

 

Δεν θα επεκταθούμε. ΄Ο,τι έχει σημασία εν προκειμένω είναι ότι το ζήτημα των αποζημιώσεων δεν αφορά την παρούσα διαδικασία. Επαφίεται στον Αιτητή, εάν έχει οποιοδήποτε δικαίωμα για περαιτέρω αποζημίωση, να το διεκδικήσει όπου δει. Παρεμβάλλουμε μόνο ότι το δικαίωμα για αποζημίωση, ως απότοκο διαπίστωσης παραβίασης κατοχυρωμένων συνταγματικών δικαιωμάτων, αναγνωρίζεται από πάγια νομολογία μας (Γιάλλουρος ανωτέρω, Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ονουφρίου, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 463/2012, ημερ. 23.11.2018, ECLI:CY:AD:2018:A517.)

 

Κατ΄ ακολουθίαν, με δεδομένο ότι η διαπιστωθείσα από το ΕΔΑΔ παραβίαση δεν αφορούσε αυτήν καθ΄ εαυτήν την απόφαση του Εκλογοδικείου – το επανάνοιγμα της οποίας δεν προσφέρει δυνατότητα για την αποκατάσταση της παραβίασης   – αλλά, ως ήδη λέχθηκε, την αποτυχία των εθνικών αρχών να επιλύσουν το νομοθετικό κενό ή να δώσουν εναλλακτική λύση, η ενώπιον μας Αίτηση, ως νόμω και ουσία αβάσιμη, απορρίπτεται με έξοδα €1500, εις βάρος του Αιτητή.

 

 

                                                               Α.Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Π.,

 

Τ.Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.

 

Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.

ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.

Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.

Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΦ.



ΕΚΛΟΓΟΔΙΚΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

(Εκλογική Αίτηση Αρ. 1/2019)

 

29 Ιουνίου, 2026

 

[ΛΙΑΤΣΟΣ, Π., ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, ΣΑΝΤΗΣ, ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ,

Αιτητής,

ν.

 

1.   ΑΝΔΡΕΑ ΜΙΧΑΛΗΛΙΔΗ

2.   ΔΗΜΟΥ ΔΙΑΜΑΝΤΗ

3.   ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΦΟΡΟΥ ΕΚΛΟΓΗΣ

4.   ΕΦΟΡΟΥ ΕΚΛΟΓΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

5.   ΚΙΝΗΜΑ «ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ»,

 

Καθ’ ων η Αίτηση.

- - - - - - - -

ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 6.3.2026 ΠΡΟΣ ΠΑΡΟΧΗ ΑΔΕΙΑΣ ΓΙΑ ΕΠΑΝΑΝΟΙΓΜΑ ΤΗΣ ΕΚΛΟΓΙΚΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΡ. 1/2019.

- - - - - - - -

Αχ. Δημητριάδης, Μ. Ξιαρής και Μ. Τσαγγαρίδου (κα), για Λέλλος Π. Δημητριάδης ΔΕΠΕ και Α.Χ. Κυπρίζογλου, για τον Αιτητή.

Γ. Χατζηχάννα (κα), Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Π. Χαραλάμπους (κα) και Σ. Πλατής, Δικηγόροι της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ’ ων η Αίτηση 3 και 4.

- - - - - - - -

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Διιστάμενη)

 

          ΣΑΝΤΗΣ, Δ.: Με κάθε σεβασμό, καταλήγω σε διαφορετικό συμπέρασμα από εκείνο της πλειοψηφίας. Συμφωνώ, ωστόσο, με την παράθεση του ιστορικού της υπόθεσης και τη σύνοψη της επιχειρηματολογίας των ευπαίδευτων δικηγόρων. Συμφωνώ, επίσης, με το αποτέλεσμα στο οποίο καταλήγει η διιστάμενη απόφαση της Καλλιγέρου, Δ., μολονότι η συλλογιστική μου ερείδεται στους λόγους που εκθέτω αμέσως κατωτέρω.

          Με την Αίτηση επιζητείται άδεια του Δικαστηρίου για υποβολή αίτησης επανανοίγματος της Εκλογικής Αίτησης 1/19η Εκλογική Αίτηση»), ένεκα της επακόλουθης απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων ΔικαιωμάτωνΕΔΑΔ») στην Papadopoulos v. Cyprus, Appl. No. 21454/21, ημ. 9.10.25 η Papadopoulos»), η οποία αφορούσε στην Εκλογική Αίτηση και τις αποφάσεις που εκδόθηκαν κατά την εκδίκαση της.

Το ζήτημα που ενεστώτως τίθεται προς απόφαση άπτεται, κατ’ ουσίαν, των έννομων προεκτάσεων της Papadopoulos. Ειδικότερα, εξετάζεται το κατά πόσον η εκεί αναγνωρισθείσα παραβίαση του Άρθρου 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ΕΣΔΑ») [2] συνιστά, υπό το πρίσμα των εφαρμοζόμενων αρχών και δεδομένων της υπόθεσης, εξαιρετική περίσταση ικανή να συνηγορήσει υπέρ του επανανοίγματος της Εκλογικής Αίτησης, παρά την τελεσιδικία της.

Σε γενικότερο επίπεδο ανάλυσης - και τηρουμένων πάντοτε των αναγκαίων αναλογιών δικαιοδοσίας και γεγονότων - η ημεδαπή και εν γένει ευρωπαϊκή νομολογία [3] δέχεται ότι το επανάνοιγμα δικαστικής υπόθεσης, και κατ’ αναλογική επέκταση η χορήγηση άδειας προς κίνηση της συναφούς διαδικασίας, όπου αυτή απαιτείται, επαφίεται, κατά κανόνα, ελλείψει ειδικού κανονιστικού πλαισίου, στην άσκηση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου. Κριτήρια προς τούτο, αποτελούν, μεταξύ άλλων, το συμφέρον της δικαιοσύνης και η ορθή απονομή της, με τη συναρτώμενη δικαστική ευχέρεια να ασκείται φειδωλώς και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, στη βάση των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης, ιδίως όταν ανακύπτουν νέα γεγονότα μετά από την επιφύλαξη ή ακόμη και την έκδοση της απόφασης. Μια καταδικαστική απόφαση του ΕΔΑΔ σε σχέση προς εθνική δικαστική απόφαση αποτελεί παράγοντα ο οποίος δύναται, κατά περίπτωση, να δικαιολογήσει επανάνοιγμα, προπαντός όταν τα παρεπόμενα της παραβίασης εξακολουθούν να υφίστανται. Υπό αυτή την οπτική, το επανάνοιγμα συνθέτει ένα εγνωσμένο, θεμιτό και τελέσφορο μέσο συμμόρφωσης προς το Άρθρο 46.1 της ΕΣΔΑ, [4] χωρίς βεβαίως να συνεπάγεται ότι υφίσταται γενική και άτεγκτη υποχρέωση επανανοίγματος κάθε φορά που το ΕΔΑΔ διαπιστώνει παραβίαση της ΕΣΔΑ.

Με γνώμονα τα ανωτέρω, χρήσιμες είναι και οι ακόλουθες αναφορές στην Papadopoulos για όσα τώρα απασχολούν (το απόσπασμα παρατίθεται αυτούσιο, όπως και οι λοιπές περικοπές στις υποσημειώσεις):

«71. The Court stresses that it is not its role to decide what the appropriate method was for filling the disputed parliamentary seat – whether through the appointment of the first runner-up or by-elections. Nevertheless, the facts of the case reveal the inability of the domestic authorities to effectively resolve the issue. While the Court does not doubt that this inability was unintentional and also acknowledges the constitutional issues raised by this new situation, the result was that a parliamentary seat was left unfilled for a significant period between the repeated annulment and reinstatement of the applicant, and the issue remained unresolved for almost an entire parliamentary term.

 

72. Both the applicant and the voters were trapped in a legal deadlock. There was no mechanism – whether the appointment of a runner-up or a by‑election – which could be applied to fill the seat that the CRO had duly allocated to Solidarity on 23 May 2016, pursuant to sections 32 and 33 of the Elections Law. The domestic authorities’ failure to resolve this legislative gap or provide a lawful alternative ultimately frustrated the choice of the people (as expressed on 22 May 2016).

 

73. In view of the absence of a legislative provision regulating the otherwise foreseeable possibility of a parliamentary seat not being taken prior to the start of the parliamentary term, and the failure of the domestic authorities to resolve the issue through legislative or judicial intervention – resulting in a vacant parliamentary seat for significant periods – the Court finds that the interference in the present case was not “lawful” within the meaning of the Convention».

Σε ελεύθερη μετάφραση:

«71. Το Δικαστήριο τονίζει ότι δεν είναι δικός του ρόλος να αποφασίσει ποια ήταν η κατάλληλη μέθοδος για την πλήρωση της επίδικης βουλευτικής έδρας - είτε μέσω διορισμού του πρώτου επιλαχόντος είτε μέσω διενέργειας αναπληρωματικής εκλογής. Εντούτοις, τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης αποκαλύπτουν την αδυναμία των εθνικών αρχών να επιλύσουν αποτελεσματικά το ζήτημα. Παρόλο που το Δικαστήριο δεν αμφιβάλλει ότι η αδυναμία αυτή δεν ήταν εκούσια και αναγνωρίζει επίσης τα συνταγματικά ζητήματα που ανέκυψαν από τη νέα αυτή κατάσταση, το αποτέλεσμα ήταν ότι μία βουλευτική έδρα παρέμεινε κενή για σημαντικό χρονικό διάστημα μεταξύ των επανειλημμένων ακυρώσεων και επαναφορών του Αιτητή, ενώ το ζήτημα παρέμεινε άλυτο σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια μιας κοινοβουλευτικής θητείας.

72. Τόσο ο Αιτητής όσο και οι ψηφοφόροι παγιδεύτηκαν σε ένα νομικό αδιέξοδο. Δεν υπήρχε μηχανισμός - είτε μέσω διορισμού επιλαχόντος είτε μέσω αναπληρωματικής εκλογής - ο οποίος θα μπορούσε να εφαρμοστεί για την πλήρωση της έδρας που ο Έφορος Εκλογής είχε δεόντως κατανείμει στην Αλληλεγγύη στις 23 Μαΐου 2016, δυνάμει των άρθρων 32 και 33 του Εκλογικού Νόμου. Η αποτυχία των εθνικών αρχών να επιλύσουν αυτό το νομοθετικό κενό ή να παράσχουν μία νόμιμη εναλλακτική λύση είχε τελικώς ως αποτέλεσμα να ματαιωθεί η επιλογή του λαού, όπως αυτή εκφράστηκε στις 22 Μαΐου 2016.

73. Λαμβάνοντας υπόψη την απουσία νομοθετικής διάταξης που να ρυθμίζει το κατά τα άλλα προβλέψιμο ενδεχόμενο μη αποδοχής βουλευτικής έδρας πριν από την έναρξη της κοινοβουλευτικής περιόδου, καθώς και την αποτυχία των εθνικών αρχών να επιλύσουν το ζήτημα μέσω νομοθετικής ή δικαστικής παρέμβασης - με αποτέλεσμα η βουλευτική έδρα να παραμείνει κενή για σημαντικά χρονικά διαστήματα - το Δικαστήριο κρίνει ότι η επέμβαση στην παρούσα υπόθεση δεν ήταν «σύμφωνη με τον νόμο» κατά την έννοια της Σύμβασης».

 

Από τα προεκτεθέντα συνάγεται πως το ΕΔΑΔ δεν περιόρισε την ανάλυση του στα περί νομοθετικού κενού. Αντιθέτως, αποτίμησε συνολικώς τον χειρισμό του ανακύψαντος προβλήματος από τις εθνικές αρχές, αποδίδοντας ιδιαίτερο βάρος στο ότι αυτό παρέμεινε άλυτο επί μακρόν.

Με αυτά τα δεδομένα, δεν μπορεί να θεωρηθεί πως το σκεπτικό του ΕΔΑΔ αφήνει εκτός στάθμισης τις δικαστικές διαδικασίες που απάρτισαν μέρος της συνολικής εκτύλιξης της υπόθεσης. Ούτε καθίσταται αποδεκτή η θέση ότι η δυνατότητα νομοθετικής αντιμετώπισης του ζητήματος αποκλείει, εξ ορισμού, κάθε ενδεχόμενο δικαστικής παρέμβασης, προπάντων λόγω της ρητής αναφοράς του ΕΔΑΔ στην παράγραφο 73 σε νομοθετική ή δικαστική παρέμβαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, συνεπώς, εκείνο που απασχολεί αυτοτελώς είναι ο δικαστικός προσδιορισμός των συνεπειών της Papadopoulos. Η ανάγκη αποτίμησης του νέου αυτού στοιχείου δεν εδράζεται σε αμφιβολία ως προς την ορθότητα της απόφασης στην Εκλογική Αίτηση, αλλά στο καθήκον της έννομης τάξης να προσδιορίσει τις συνέπειες που επάγεται η μεταγενέστερη δικαστική απόφανση περί παραβίασης της ΕΣΔΑ.

Σύμφωνα με τη θεώρηση τούτη, το καίριο ζήτημα στο παρόν στάδιο δεν είναι η ουσιαστική βασιμότητα των θέσεων που ενδέχεται να προβάλει ο Αιτητής μετά από το επανάνοιγμα της διαδικασίας, ούτε τα έννομα συνεπακόλουθα που ενδεχομένως θα μπορούσαν να απορρεύσουν από την αποδοχή τους, αλλά το αν η Papadopoulos παρέχει επαρκές νομικό έρεισμα για την παραχώρηση της σχετικής άδειας. Ως εκ τούτου, δεν θα ήταν σωστό το αίτημα για υποβολή αίτησης επανανοίγματος να κριθεί μέσα από πρόωρη αξιολόγηση ζητημάτων ουσίας, η εξέταση των οποίων ανήκει, κατά ορθή δικονομία, στην επανανοιχθείσα διαδικασία.

Η προσέγγιση αυτή έλκει στήριγμα από γενικότερες αρχές δικαστικής μεθοδολογίας, οι οποίες επιτάσσουν την εξέταση των επίδικων ζητημάτων κατά τη λογική και νομική τους αλληλουχία, ώστε να μην προδικάζονται ζητήματα που ανάγονται στην ουσία της διαφοράς όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει αποκλειστικά αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να αχθούν αυτά προς ουσιαστική διάγνωση.

Πιο συγκεκριμένα, στην Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού, Ε.Δ.Δ. 158/18, ημ. 22.4.24, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, υπό τη Δευτεροβάθμια Δικαιοδοσία του, είπε και τούτα:

«[...] Δοθείσης της ευκαιρίας, δεν μπορούμε παρά να επιστήσουμε την προσοχή στη σημαντικότητα τού να τηρείται, στην κάθε ανάλογη περίπτωση, η αναγκαία συλλογιστική σειρά και δομή πραγμάτευσης των εκάστοτε επίδικων ζητημάτων, με κατά νουν τα δικονομικά δεδομένα, ώστε να αποφεύγεται η δημιουργία οξύμωρων ή ανακόλουθων δικαστικών συμπερασμάτων.

 

Η νομολογία - και αυτό ισχύει οριζοντίως και ανεξαρτήτως δικαιοδοτικών παραμέτρων - βρίθει τέτοιων παρατηρήσεων και περιπτώσεων όπου η παραβίαση της αξιολογικής ακολουθίας των πραγμάτων οδήγησε ή λογίστηκε πως μπορούσε να οδηγήσει σε ανατροπή της πρωτόδικης κρίσης [...]».[5]

 

Τούτων δοθέντων, συνεκτιμώντας τη φύση της παραβίασης που αναγνώρισε το ΕΔΑΔ, την επιταγή συμμόρφωσης που θεμελιώνεται στο Άρθρο 46.1 της ΕΣΔΑ, τα γεγονότα και περιστάσεις της υπόθεσης, καθώς και το ότι η Papadopoulos εισάγει νέο δικαστικό δεδομένο ουσιώδους σημασίας - το οποίο εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσε κατά τον επίμαχο χρόνο να τεθεί προς κρίση στην Εκλογική Αίτηση - αποφαίνομαι πως συντρέχουν, κατά τις νομολογιακές αρχές που προανέφερα, οι εξαιρετικές εκείνες περιστάσεις που δικαιολογούν την άσκηση της σύμφυτης εξουσίας του Εκλογοδικείου να παραχωρήσει άδεια προς υποβολή αίτησης επανανοίγματος της Εκλογικής Αίτησης.

Με βάση τα προειρημένα, ο Αιτητής δικαιούται να υποβάλει αίτηση επανανοίγματος της Εκλογικής Αίτησης και να ακουστεί επ’ αυτής αναφορικώς προς τους λόγους που επιθυμεί να προτάξει. Κατ’ ακολουθίαν, θα επέτρεπα την Αίτηση και θα παραχωρούσα την επιζητούμενη άδεια.

 

 

 

 

 

 

 

Ν. Γ. ΣΑΝΤΗΣ, Δ.

 

 

 

/μκε

 

 


ΕΚΛΟΓΟΔΙΚΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

 

(Εκλογική Αίτηση Αρ. 1/2019)

 

29 Ιουνίου, 2026

 

[ΛΙΑΤΣΟΣ Π., ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, ΣΑΝΤΗΣ,  ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Αιτητής,

v.

 

1.   ΑΝΔΡΕΑ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ,

2.   ΔΗΜΟΥ ΔΙΑΜΑΝΤΗ,

3.   ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΦΟΡΟΥ ΕΚΛΟΓΗΣ,

4.   ΕΦΟΡΟΥ ΕΚΛΟΓΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΛΕΜΕΣΟΥ,

5.   ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ «ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ»

Καθ’ων η αίτηση.

 

------------------

 

ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 6.3.2026

ΠΡΟΣ ΠΑΡΟΧΗ ΑΔΕΙΑΣ ΓΙΑ ΕΠΑΝΑΝΟΙΓΜΑ

ΤΗΣ ΕΚΛΟΓΙΚΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΡ. 1/2019

 

------------------

 

Αχ. Δημητριάδης, Μ. Ξιαρής και Μ. Τσαγγαρίδου (κα), για Λέλλος Π. Δημητριάδης ΔΕΠΕ και Α. Χ. Κυπρίζογλου, για τον Αιτητή

 

Γ. Χατζηχάννα (κα), Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Π. Χαραλάμπους (κα) και Σ. Πλατής, Δικηγόροι της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τους Καθ’ ων η αίτηση 3 και 4

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Διϊστάμενη)

 

Μ. ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ.:  Με όλο τον δέοντα σεβασμό καταλήγω σε διαφορετικό αποτέλεσμα από αυτό της απόφασης της πλειοψηφίας.  Συμφωνώ με το αποτέλεσμα της απόφασης του αδελφού Δικαστή Σάντη, με το δικό μου σκεπτικό.

 

Ο αιτητής αιτείται στην καταχωρηθείσα αίτησή του, διαζευκτικά κυρίως, τα ακόλουθα:

«Α.  Άδεια του Δικαστηρίου για υποβολή αίτησης για επανάνοιγμα της Εκλογικής Αίτησης αρ. 1/2019 μετά την έκδοση τελικής απόφασης, ημερομηνίας 29.10.2020, ή

 

Β.    Άδεια και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου για επανάνοιγμα της Εκλογικής Αίτησης αρ. 1/2019 μετά την έκδοση τελικής απόφασης, ημερομηνίας 29.10.2020, ή

 

Γ.     Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ή οδηγίες το σεβαστό Δικαστήριο κρίνει δίκαιες υπό τις περιστάσεις και

 

Δ.    Έξοδα πλέον ΦΠΑ.»

 

Η αίτησή του βασίζεται στον περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων Νόμο του 1979 (72/1979), ως έχει τροποποιηθεί, ειδικά επί των άρθρων 35, 57 και 58,  στον περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμο του 1964 (33/1964), ως έχει τροποποιηθεί, και ειδικά επί του άρθρου 9, στον περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων (Εκλογικαί Αιτήσεις) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1981 (9/1981) ως έχει τροποποιηθεί, και ειδικά επί των κανονισμών 3 και 25 αυτού, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023, ως έχουν τροποποιηθεί και ειδικά στα Μέρη 1.2, 1.3, 3.1, 3.2, 23.2, 23.5, 41.1, 41.15 και 60, στα Άρθρα 23, 28, 30, 31, 35, 64, 66, 71, 85, 145 και 169 του Συντάγματος, στα Άρθρα 6, 13, 46 και 53 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων («ΕΣΔΑ»), στα Άρθρα 1 και 3 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και στο Άρθρο 1 του Δωδέκατου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, από μόνα τους και σε συνδυασμό με το Άρθρο 14, στα Άρθρα 29-31 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, επί των αρχών φυσικής δικαιοσύνης, της σχετικής νομολογίας, περιλαμβανομένης της Αγγλικής απόφασης Taylor & Anor v. Lawrence & Anor (2002) EWCA Civ 90, ημερομηνίας 04.02.2002 και ΝΙΚΟΛΑΣ v. ΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΩΝ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 43/2007, 24.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:A75, και τέλος στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Η αίτηση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση του ίδιου του αιτητή, σύμφωνα με την οποία αιτείται ως στην παρούσα αίτηση για σκοπούς αποκατάστασής του.  Ειδικότερα αναφέρει πως με την ομόφωνη απόφαση ημερομηνίας 9/10/2025, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η Προσφυγή του ήταν παραδεκτή και διαπίστωσε παραβίαση του Άρθρου 3 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.  Ως εκ τούτου, επιδικάστηκε υπέρ του το ποσό των €8,000 για μη χρηματική ζημιά (βλ. Papadopoulos v. Cyprus, Appl. No. 21454/21, ημερ. 9.10.2025).  Υποστήριξε πως η διαπιστωθείσα παραβίαση στην απόφαση του ΕΔΔΑ έγκειτο στην αδυναμία των εθνικών αρχών να θεραπεύσουν το νομοθετικό κενό και/ή να παράσχουν μια νόμιμη εναλλακτική λύση και/ή μηχανισμό για την πλήρωση της κοινοβουλευτικής έδρας που δεν αναλήφθηκε πριν την έναρξη της κοινοβουλευτικής περιόδου.  Το ΕΔΔΑ έκρινε, συνέχισε, ότι δεν ενέπιπτε στο δικό του έργο και/ή ρόλο να καταλήξει σε εύρημα, ως προς το ποια ήταν η ενδεδειγμένη μέθοδος πλήρωσης της υπό αναφορά κοινοβουλευτικής έδρας, με αποτέλεσμα το υπό κρίση ερώτημα να παραμένει μέχρι και σήμερα αναπάντητο.  Πραγματικά πιστεύει, όπως αναφέρει, πως μόνο με το επανάνοιγμα της Εκλογικής Αίτησης θα αποφασιστεί τελικά ποια ήταν κατά τον επίμαχο χρόνο η ενδεδειγμένη μέθοδος πλήρωσης της κοινοβουλευτικής έδρας και ενδεχομένως ποιος θα ήταν ο δικαιούχος αυτής, εύρημα από το οποίο εξαρτάται η διασφάλιση σειράς άλλων δικαιωμάτων του που επηρεάζονται, μεταξύ των οποίων και του περιουσιακού του δικαιώματος.  Χωρίς δε την παροχή της αιτούμενης άδειας ο αιτητής θεωρεί πως θα προκληθεί, όπως αναφέρει,  πραγματική αδικία εις βάρος του, καθώς δεν θα μπορέσει να εξεταστεί ουσιαστικά το αίτημά του για επανάνοιγμα της Εκλογικής Αίτηση, το οποίο αποτελεί τη μόνη οδό για αποκατάσταση της παραβίασης των δικαιωμάτων του, και την οποία ειλικρινά πιστεύει ότι θα συνεχίζει να υφίσταται, ενόσω ακόμα εκκρεμεί η επίλυση του εν λόγω ζητήματος.  Η χορήγηση της αιτούμενης άδειας θα του επιτρέψει, κατέληξε, να έχει πρόσβαση σε τέτοια θεραπεία, η οποία, υπό το πρίσμα των ευρημάτων του ΕΔΔΑ, είναι η κατάλληλη προς ουσιαστική αποκατάσταση της παραβίασης που υπέστη, ως αποτέλεσμα της παράλειψης των εθνικών αρχών να ρυθμίσουν εκ των προτέρων και/ή να επιλύσουν το ζήτημα που ανέκυψε, ειδικότερα που πέραν του επανανοίγματος της Εκλογικής Αίτησης δεν υπάρχει οποιοδήποτε εναλλακτικό δικονομικό διάβημα.

 

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποφάσισε στην απόφαση Papadopoulos (ανωτέρω), πως τόσο τα κρατικά όργανα όσο και τα δικαστήρια της Κύπρου δεν μπόρεσαν να ρυθμίσουν ένα ζήτημα που αφορούσε το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 3 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Κατέληξε ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του αιτητή για εκλογή του ως βουλευτής, λόγω νομοθετικού κενού, ζήτημα το οποίο δεν κατέστη δυνατό να επιλυθεί είτε από το Κράτος είτε δια της δικαστικής οδού.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορός του αιτητή εξήγησε κατά την ακρόαση της αίτησης προφορικά, πως ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της δίκης που θα διεξαχθεί αν εγκριθεί η παρούσα αίτησή του για επανάνοιγμα της υπόθεσης, ο αιτητής απευθύνεται στο αρμόδιο δικαστήριο, το Εκλογοδικείο, για να ζητήσει ατομικά μέτρα συμμόρφωσης με την απόφαση του ΕΔΔΑ, καθ’ ότι, παρά το γεγονός ότι το κράτος μέσω νέας νομοθεσίας κάλυψε το νομοθετικό κενό που υπήρχε, επιτρέποντας την εκλογή βουλευτή του ιδίου κομματικού σχηματισμού σε περίπτωση που εκλελεγμένος βουλευτής δεν αποδεχτεί την έδρα, (νομοθεσία που εφαρμόστηκε στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές), και το οποίο δύναται να θεωρηθεί γενικό μέτρο συμμόρφωσης, παραμένει σε εκκρεμότητα μέχρι σήμερα το ζήτημα της αποκατάστασης του ιδίου του προσφεύγοντος, ο οποίος δικαιώθηκε από το ΕΔΔΑ.

 

Η δική μου άποψη, με όλο τον σεβασμό, συγκλίνει υπέρ της θέσης του αιτητή, ότι το Εκλογοδικείο θα πρέπει να ασκήσει την εξουσία του, βάσει των συμφυών εξουσιών του, στα πλαίσια του αιτήματος για συμμόρφωση με την απόφαση του ΕΔΔΑ, και να δώσει άδεια για καταχώριση αίτησης για επανάνοιγμα της υπόθεσης, υπό το φως των νέων αυτών δεδομένων, που απέχουν από το να καθιστούν αλυσιτελή (και ως τέτοια απαράδεκτη) ήδη από σήμερα την παρούσα αίτηση, ως δεδομένα τα οποία επεσυνέβησαν μετά την τελευταία απόφαση του Εκλογοδικείου και τα οποία ο αιτητής επικαλείται ως ουσιώδη και τα οποία άπτονται θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικότερα η έκδοση της απόφασης Papadopoulos (ανωτέρω), (βλ. Γεώργιος Μαυρογένης v. Βουλής των Αντιπροσώπων και Άλλων (Αρ. 1) (1996) 1 ΑΑΔ, 49). Η αίτηση συνδέει το επανάνοιγμα - και όχι απαραιτήτως και την έκδοση απόφασης ευνοϊκής για τον κύριο Παπαδόπουλο κατά την επανεκδίκαση -  με την υποχρέωση του κράτους και των οργάνων του, μεταξύ αυτών και των δικαστηρίων, να αποκαταστήσουν εις ολόκληρον (restitutio in integrum) τον ίδιο τον προσφεύγοντα, ως ατομικό μέτρο συμμόρφωσης, πέραν της δίκαιης αποζημίωσης.

 

Δεν μου διαφεύγει η νομολογία του ΕΔΔΑ, σύμφωνα με την οποία επαφίεται στο κράτος και στα όργανά του να αποφασίσουν τους καλύτερους τρόπους για συμμόρφωση, ειδικότερα σε περιπτώσεις που δεν υποδεικνύεται από το ΕΔΔΑ στην απόφασή του ο τρόπος αποκατάστασης (βλ. Egmar v. Cyprus (No. 2) Appl. No. 12214/2007, ημερ. 18.9.2012, Ilgar Mammantor v. Azerbaizan (cc) Appl. No. 1517/13, ημερ. 29/5/2019). Παρόλα αυτά σύμφωνα πάντοτε με την ίδια νομολογία, το κράτος, περιλαμβανομένων εκεί και όπου χρειάζεται και των αρμόδιων δικαστηρίων,  θα πρέπει να μεριμνούν ενεργώντας καλόπιστα για την ατομική αποκατάσταση του προσφεύγοντος εις ολόκληρον (restitutio in integrum).

 

Στις παραγράφους 69 - 74 της απόφασης  του ΕΔΔΑ Papadopoulos (ανωτέρω), τονίστηκαν τα ακόλουθα:

 

«69. Regardless, once the issue became apparent, it was incumbent upon the authorities to find a timely and effective solution. Despite being declared elected three times by the CRO, the applicant’s mandate was each time annulled by the Electoral Court owing to the absence – in that court’s view – of a legal or permissible constitutional framework clearly allowing such substitution. Legislative efforts to specifically address the issue were either deemed unconstitutional or retroactive.

 

70.  The absence of a sufficiently precise and foreseeable statutory provision was not remedied by the practice of the domestic courts either (see mutatis mutandis, Vijatović v. Croatia, no. 50200/13, §§ 54-55, 16 February 2016, in the context of Article 1 of Protocol No. 1). While the Electoral Court hinted that either a general election or a by-election on the basis of Articles 65 or 66 of the Constitution might be the proper response (see paragraphs 23 and 32 above), it offered no explanation as to how this could lawfully occur. It appears that neither Article 65 nor Article 66 of the Constitution (see paragraphs 38 and 39 above) addressed the situation of a “not taken” seat. Article 66 § 2 of the Constitution only provided for the possibility of filling a “vacant parliamentary seat ... in the manner prescribed by law”, namely the Elections Law. Section 35 § 2 of the Elections Law, as in force at the time, equally only permitted by-elections for seats “vacated for any reason during a parliamentary term” (see paragraph 43 above). As the issue in the present case was, to begin with, that the seat had been renounced before the start of the parliamentary term – hence a “not taken” seat – it appears that by‑elections were legally impossible, just as much as the appointment of the runner-up was considered impermissible.

 

71.  The Court stresses that it is not its role to decide what the appropriate method was for filling the disputed parliamentary seat – whether through the appointment of the first runner-up or by-elections. Nevertheless, the facts of the case reveal the inability of the domestic authorities to effectively resolve the issue. While the Court does not doubt that this inability was unintentional and also acknowledges the constitutional issues raised by this new situation, the result was that a parliamentary seat was left unfilled for a significant period between the repeated annulment and reinstatement of the applicant, and the issue remained unresolved for almost an entire parliamentary term.

 

72.  Both the applicant and the voters were trapped in a legal deadlock. There was no mechanism – whether the appointment of a runner-up or a by‑election – which could be applied to fill the seat that the CRO had duly allocated to Solidarity on 23 May 2016, pursuant to sections 32 and 33 of the Elections Law. The domestic authorities’ failure to resolve this legislative gap or provide a lawful alternative ultimately frustrated the choice of the people (as expressed on 22 May 2016).

 

73.  In view of the absence of a legislative provision regulating the otherwise foreseeable possibility of a parliamentary seat not being taken prior to the start of the parliamentary term, and the failure of the domestic authorities to resolve the issue through legislative or judicial intervention – resulting in a vacant parliamentary seat for significant periods – the Court finds that the interference in the present case was not “lawful” within the meaning of the Convention.

 

74.  There has accordingly been a violation of Article 3 of Protocol No. 1 to the Convention.»

 

Σύμφωνα με το άρθρο 46(1) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ):

 

«Τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συμμορφώνονται προς τις οριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου επί των διαφορών στις οποίες είναι διάδικοι.»

 

Ο νομικός προβληματισμός που ανακύπτει υπό τις περιστάσεις, είναι κατά πόσο το άρθρο 46 της ΕΣΔΑ μπορεί να εφαρμοστεί σε σχέση με τα ατομικά μέτρα συμμόρφωσης, ακόμα και στην περίπτωση που δεν έχει νομοθετηθεί από το κράτος η διαδικασία και/ή η υποχρέωση επανεξέτασης της δίκης, όπως ήδη έγινε σε σχέση με καταδίκες για ποινικά αδικήματα και αν αυτό αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στην έγκριση της αίτησης για παραχώρηση άδειας για επανάνοιγμα.

 

Στην απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδας (ΣτΕ  Α 1992/2016, ημερ. 19.10.2016), σε αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας της αναίρεσης, τονίστηκε πως στον σχετικό νόμο που ψηφίστηκε σε σχέση με επανεκδίκαση υποθέσεων μετά από καταδικαστικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ, δεν προβλεπόταν τέτοια δυνατότητα και για τις Αναιρέσεις ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Παρόλα αυτά το γεγονός ότι ο προσφεύγων είχε καταφύγει στο ΕΔΔΑ μετά την απόρριψη της αναίρεσης του από το Συμβούλιο της Επικρατείας ως αβάσιμης, αναγνωρίστηκε η δυνατότητα επανεκδίκασης, όπως και έγινε, με το ακόλουθο σκεπτικό (σκ.5):

 

«Εξάλλου, η αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή [δηλαδή ότι, σε τέτοια περίπτωση, δεν χωρεί αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, με το επιχείρημα ότι η διάταξη του άρθρου 105Α αφορά μόνο στη δίκη ενώπιον τακτικού διοικητικού δικαστηρίου και δεν καταλαμβάνει και τις υποθέσεις που κρίνονται κατ’ αναίρεση από το Συμβούλιο Επικρατείας, στη νομοθεσία του οποίου (π.δ. 18/1989) δεν υπάρχει αντίστοιχη διάταξη] δεν μπορεί να γίνει δεκτή και ως ασύμβατη με την αρχή της δικονομικής ισότητας, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα και στην ΕΣΔΑ (βλ. ανωτέρω σκέψη 3), διότι ναι μεν η φύση, η σημασία και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ορισμένων κατηγοριών διοικητικών διαφορών ενδέχεται να δικαιολογούν την επιλογή του νομοθέτη να μην προβλέψει γι’ αυτές δυνατότητα επανάληψης της διαδικασίας εκδίκασής τους, λόγω διαπίστωσης από το ΕΔΔΑ παράβασης της ΕΣΔΑ, αλλά, πάντως, η φύση, η ένταση και η έκταση της υποχρέωσης του κράτους για εκτέλεση καταδικαστικής απόφασης του ΕΔΔΑ, μέσω επανάληψης της οικείας ένδικης διαδικασίας, δεν διαφοροποιούνται ανάλογα με το αν η οικεία, τελική δικαιοδοτική κρίση εξηνέχθη από τακτικό διοικητικό δικαστήριο ή από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Με άλλα λόγια, η διατύπωση σχετικής (με τη διαπιστωθείσα παράβαση της ΕΣΔΑ) κατ’ αναίρεση κρίσης του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου δεν συνιστά συναφές και θεμιτό κριτήριο διάκρισης, όσον αφορά τη δικονομική δυνατότητα του θιγόμενου από τη διαπιστωθείσα παράβαση να ζητήσει την επανάληψη της επίμαχης ένδικης διαδικασίας. Άλλωστε, η κείμενη νομοθεσία προβλέπει τέτοια δυνατότητα ως προς τις ποινικές υποθέσεις που έχουν κριθεί από τον Άρειο Πάγο (βλ. την περίπτωση 5 της παραγράφου 1 του άρθρου 525 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που προστέθηκε µε το άρθρο 11ο του ν. 2865/2000, Α΄ 271) καθώς και για τις εν γένει διαφορές ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου (βλ. άρθρο 121Α του π.δ. 1225/1981, που προστέθηκε με το άρθρο 75 του ν. 4055/2012, Α΄ 51), στις οποίες περιλαμβάνονται και οι διαφορές ουσίας που κρίνονται σε δεύτερο και τελευταίο βαθμό κατ’ αναίρεση. Περαιτέρω, στην προαναφερόμενη περίπτωση, στην οποία η απαιτούμενη κατά το άρθρο 35 της ΕΣΔΑ (ως προϋπόθεση του παραδεκτού της προσφυγής ενώπιον του ΕΔΔΑ) εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων έλαβε χώρα μέσω της ασκηθείσας και απορριφθείσας, ως αβάσιμης, αίτησης αναίρεσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας, η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας υποβάλλεται ενώπιόν του και κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο, που εξέδωσε την τελική (αμετάκλητη) απόφαση επί του ζητήματος, το οποίο αποτέλεσε το αντικείμενο της διαπιστωθείσας από το ΕΔΔΑ παράβασης.»

 

Εν προκειμένω η Κυπριακή πολιτεία συμμορφώθηκε ήδη με την απόφαση λαμβάνοντας προσφάτως γενικά μέτρα, αφού νομοθετικά το ζήτημα ρυθμίστηκε. Οπότε προκύπτει το οξύμωρο να επωφελούνται με τις συμβατές με την ΕΣΔΑ νομοθετικές τροποποιήσεις οι πολίτες, αλλά όχι ο αιτητής, που υπήρξε ο επιτυχών διάδικος στην απόφαση Papadopoulos (ανωτέρω), στην οποία τονίστηκε η παράλειψη και/ή αποτυχία των αρχών να νομοθετήσουν ζητήματα που ήταν προβλέψιμα να συνέβαιναν. Δικαιούται, εισηγείται, αποκατάστασης στο μέτρο του δυνατού και επικαλείται τα περιουσιακά του δικαιώματα. Λόγω της ακύρωσης της ανακήρυξής του ως βουλευτή, θεωρεί, και ανέπτυξε τα σχετικά ο συνήγορος του προφορικά ενώπιόν μας κατά την Ακρόαση της Αίτησης, πως δεν έχασε μόνο την ευκαιρία να ασκήσει το δικαίωμα της άσκησης των καθηκόντων του, αλλά και το δικαίωμα στην αντιμισθία από το αξίωμα, καθώς και δικαιωμάτων ή ωφελημάτων σύνταξης.  Το αίτημά του για αποζημιώσεις που αντιστοιχούσαν στους μισθούς που έχασε, αλλά και τη σύνταξη, απορρίφθηκε από το ΕΔΔΑ, με το σκεπτικό του Δικαστηρίου ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα των ενεργειών των κρατικών οργάνων, με δεδομένο το νομοθετικό κενό που είχε εντοπιστεί.  Επανέρχεται λοιπόν θεωρώ ενώπιον του Εκλογοδικείου, σε μία προσπάθεια να επανακτήσει το status του βουλευτή. Επιδιώκει το επανάνοιγμα, ώστε να αποκατασταθεί στην θέση που βρισκόταν πριν την έκδοση της απόφασης του Εκλογοδικείου.

 

Ο συνήγορός του αιτητή ζήτησε διαζευκτικά άδεια για επανάνοιγμα ή/και επανάνοιγμα.  Δεν αποκάλυψε όμως σε αυτό το στάδιο τα επιχειρήματα που θα ανέπτυσσε ενώπιον του Δικαστηρίου αν η αίτησή του αιτητή γινόταν δεκτή. Αιτήθηκε της ευκαιρίας να ακουστεί στο στάδιο μετά από την άδεια ή/και κατά το επανάνοιγμα, αν αυτό ήθελε αποφασιστεί.  Αυτό μόνο θεωρώ πως είναι σήμερα το κρίσιμο αίτημα. Τα άλλα θα ακολουθούσαν.  Η αρχή της καλόπιστης αντιμετώπισης του ζητήματος της συμμόρφωσης με την απόφαση για αποκατάσταση του αιτητή, απαιτούσε την αποδοχή της αίτησης για παραχώρηση άδειας για καταχώριση αίτησης για επανάνοιγμα,  ώστε να δοθεί στον αιτητή η ευκαιρία να αναπτύξει τα επιχειρήματά του, τα οποία σε αυτό το στάδιο και στα πλαίσια της παρούσας αίτησης μας είναι άγνωστα, και πολλά ερωτήματα αναπάντητα.

 

Ουσιαστικά δεν φαίνεται καθόλου να αποκαλύπτει ο αιτητής, αν θα τον ικανοποιούσε καθ’ ολοκληρίαν ο παραμερισμός και μόνο της δικαστικής απόφασης, ως συνέπεια του αιτηθέντος επανανοίγματος της υπόθεσης, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαζόντων γεγονότων της υπόθεσής του, ότι δηλαδή είχε πριν την απόφαση του Εκλογοδικείου ανακηρυχθεί ως βουλευτής, ιδιότητα που έχασε με την απόφαση του Εκλογοδικείου.  Προκύπτει το ερώτημα αν αποσκοπούσε με το δικονομικό αυτό διάβημα στην αποκατάστασή του ή μήπως στα πλαίσια επανανοίγματος και παραμερισμού της απόφασης για σκοπούς επανεκδίκασης, θα αιτείτο παράλληλα κατά την επανεκδίκαση της υπόθεσης και την απόρριψη της αίτησης των εκεί αιτητών, υπό νέα δεδομένα. 

 

Με λίγα λόγια, κατά τη δική μου αντίληψη, τα μέτρα που άφησε να νοηθεί ο συνήγορος του, ότι θα αποτελούσαν αποκατάσταση ή/και προστάδιο αποκατάστασης ως εφαλτήριο για να διεκδικήσει κατάλληλες αποζημιώσεις, θα ήταν μόνο το επανάνοιγμα της υπόθεσης που λόγω του παραμερισμού της δικαστικής απόφασης του Εκλογοδικείου θα τον επανέφεραν κατά την αντίληψή του, στην προτέρα του ιδιότητα, αυτήν του βουλευτή.

 

Είναι γι’ αυτό τον λόγο που, όπως προανέφερα, θα επέτρεπα το αιτητικό (Α) στην παρούσα αίτηση, δηλαδή την καταχώριση αίτησης για παραχώρηση άδειας του Εκλογοδικείου για καταχώρηση αίτησης για επανάνοιγμα, ώστε να ακουστεί ο αιτητής στο καίριο αυτό ζήτημα.  Ποιο ακριβώς προσδιορίζει και/ή θεωρεί ως ατομικό μέτρο αποκατάστασης.  Θα ήταν το επανάνοιγμα της υπόθεσης, ή και πολλά άλλα δικαστικά διαβήματα σε συνδυασμό με αυτό;

 

 

 

 

 

 

 

 

                                                                                    Μ. Καλλιγέρου, Δ.

 

/μσ

 



[1] Βλ. Guide on Article 46 of the European Convention on Human Rights, Binding force and execution of judgments, European Court of Human Rights, Updated 28 February 2026, p.7, 8.

[2] «Άρθρο 3: Δικαίωμα για ελεύθερες εκλογές

Τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη δεσμεύονται να διενεργούν, ανά εύλογα χρονικά διαστήματα, ελεύθερες εκλογές με μυστική ψήφο, υπό συνθήκες που διασφαλίζουν την ελεύθερη έκφραση της λαϊκής βούλησης ως προς την εκλογή του νομοθετικού σώματος».

[3] Δέστε ενδεικτικώς: St. Afxentios Medical Centre Ltd v. Τζιέλλα και Άλλου, Π.Ε. 310/16, ημ. 26.2.26, Abo v. Türkiye, Appl. No. 3772/17 (13 November 2025), Dogan v. Türkiye, Appl. No. 3324/19 (13 February 2024), Νίκολας ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ και Άλλων, Π.Ε. 43/07, ημ. 24.2.22, ECLI:CY:AD:2022:A75, ΣτΕ Ολομέλεια (Μείζων) 2208/20 (6 Νοεμβρίου 2020), Chim and Another ν. Poland [2018] E.C.H.R. 324, Ferreira v. Portugal (No.2) [2017] E.C.H.R. 658 (11 July 2017), Επί της Αφορώσι την Αίτηση της Κλεάνθους (2016) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2967, 2980-2981, Bochan v. Ukraine (No.2) [2015] E.C.H.R. 138 (5 February 2015), Λαμπή και Άλλης ν. Διοικητή Κεντρικής Τράπεζας και Άλλων (2013) 3 Α.Α.Δ. 302, 304, Schweiz (VgT) v. Switzerland (No.2) [2009] E.C.H.R. 1025 (30 June 2009), Taylor and Another v. Lawrence and Another [2002] 2 All E.R. 353, 359, Χριστοφίδης και Άλλων ν. Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 384, 389-390, Συμεωνίδου και Άλλοι ν. Δημοκρατίας (1993) 3 Α.Α.Δ. 165, 168-169, Παπαϊωάννου και Άλλοι (Αρ.1) ν. Δημοκρατίας (1991) 3 Α.Α.Δ. 659, 660-661, Δημοκρατία ν. Σαμψών (1991) 1 Α.Α.Δ. 848, 849-850.

[4] «Άρθρο 46 [...] 1. Τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συμμορφώνονται προς τις οριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου επί των διαφορών στις οποίες είναι διάδικοι. [...]».

[5] Ακολούθως, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο παρέθεσε τα εξής στο ίδιο κείμενο: «[...] Για παράδειγμα, στην Kondratjev ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 551, 561, το Ανώτατο Δικαστήριο (Εφετείο) παραμέρισε καταδίκη για βιασμό και άσεμνη επίθεση διατάζοντας επανεκδίκαση λόγω του ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε τελειωτικώς την αξιοπιστία της παραπονούμενης πριν διερευνήσει αν η μαρτυρία μπορούσε να γίνει δεκτή χωρίς ενίσχυση και προτού διερευνήσει κατά πόσο υπήρχε διαθέσιμη ενισχυτική μαρτυρία.

Στην Δημοκρατία ν. Α.Κ. Χατζηιωάννου (2005) 3 Α.Α.Δ. 467, 472, αποφασίστηκε (κλασικά) πως το πρωτόδικο δικαστήριο θα έπρεπε πρώτα να διαγνώσει το θέμα του έννομου συμφέροντος - αφού η ύπαρξη του συγκροτεί υποκειμενική προϋπόθεση για ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας τού (πάλαι ποτέ) Ανωτάτου Δικαστηρίου κάτω από το Άρθρο 146 του Συντάγματος – πριν από την εξέταση των λόγων ακύρωσης.

Στην Αντωνίου ν. Κλασιή (2002) 1(Β) Α.Α.Δ. 995, 998-999, το Ανώτατο Δικαστήριο (Εφετείο) θεώρησε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο ακολούθησε λανθασμένη διαδικασία επιλέγοντας να μην επιληφθεί πρώτα της κατατεθειμένης αίτησης τροποποίησης και μετά του τεθέντος αιτήματος αναβολής ακρόασης της αγωγής.

Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Θεοδώρου (1997) 2 Α.Α.Δ. 1, 6, κρίθηκε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έπρεπε να αποφασίσει πρώτα το ύψος της ποινής φυλάκισης και ύστερα την όποια αναστολή της [...]».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο