ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
(Αίτηση Αρ. 1/2026)
23 Ιουλίου, 2026
[Α.Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ Π., Τ.Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ,
N. Γ. ΣΑΝΤΗΣ, ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ,
Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Μ. ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 9(2)(γ) ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964-2022 (Ν.33/1964)
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2023 (ΑΡ. 2), ΚΑΙ ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ,
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΡ. 174/2019 ΜΕΤΑΞΥ CHRISANMARI ENTERPRISES LTD / ΕΦΕΣΕΙΟΥΣΑΣ ΚΑΙ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ 1. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ, 2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ / ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΙ,
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΡ. 174/2019
_ _ _ _ _ _
_ _ _ _ _ _
ΑΙΤΗΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΑΔΕΙΑΣ
_ _ _ _ _ _
Σ. Χαραλάμπους (κα) μαζί με Τ. Ιακωβίδου (κα), Δικηγόροι της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Αιτητή
Π. Λεωνίδου μαζί με Κ. Κονή, για Πανίκος Α. Λεωνίδου & Σία, για τα Ενδιαφερόμενα Μέρη
_ _ _ _ _ _
Α. Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Π: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Μ. Καλλιγέρου, Δ.
_ _ _ _ _ _
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Μ. ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ.: Με πρόσφατη απόφασή μας, σε Αίτηση Τύπου Γ΄ (βλ. Αίτηση αρ. 7/2025, ημερ. 4/3/2026), δόθηκε άδεια για καταχώριση της παρούσας Αίτησης από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, με την κατάληξη μας στην απόφαση, ως ακολούθως:
«Υπό τις περιστάσεις της ενώπιόν μας περίπτωσης, αυτό που, ουσιαστικά, προκύπτει από την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου ως νομικό θέμα συναρτώμενο με διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας, συνίσταται στα ερωτήματα:
1. Ποιος φέρει το βάρος απόδειξης πιστοποίησης της χώρας προέλευσης (καταγωγής), στις περιπτώσεις όπου οι αρμόδιες αρχές κράτους, οι οποίες δεν ευθύνονται για την εσφαλμένη κατάταξη, τελούν σε αδυναμία εξακρίβωσης, στο πλαίσιο ενός εκ των υστέρων ελέγχου, της ορθότητας των πραγμάτων που προβάλλει ο εξαγωγέας.
2. Ποιος φέρει το βάρος απόδειξης, ως προς την ορθή δήλωση προέλευσης των εισαχθέντων προϊόντων, σε περίπτωση κατά την οποία, σχετική έρευνα της OLAF καταλήγει ότι, σχεδόν όλα τα προϊόντα που εισήχθησαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση από τον εξαγωγέα από χώρα προτιμησιακής καταγωγής, έχουν άλλη χώρα καταγωγής.»
Είχαμε στην εν λόγω απόφαση καταγράψει εκτενώς τα γεγονότα της υπόθεσης. Τα πιο σχετικά με την παρούσα αίτηση παρατίθενται κατωτέρω:
H Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (Office Européen De Lutte Antifraude) (στο εξής «η OLAF»), ενημέρωσε τις Τελωνειακές Αρχές της Κύπρου με ηλεκτρονικό μήνυμα, ημερομηνίας 28/3/2011, ότι διεξαγόταν έρευνα σε σχέση με εισαγωγές ποδηλάτων που γίνονταν από τη Σρι Λάνκα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η έρευνα αφορούσε ποδήλατα τα οποία παρόλο που κατασκευάζονταν στην Κίνα, δηλωνόταν η Σρι Λάνκα ως χώρα κατασκευής και εξαγωγής, με σκοπό την αποφυγή δασμών αντιτάμπινγκ. Στις κατασκευαστικές εταιρείες ποδηλάτων στη Σρι Λάνκα περιλαμβανόταν και η εταιρεία CREATIVE CYCLES, προμηθευτής ποδηλάτων.
Ενόψει της εν λόγω ενημέρωσης από την OLAF, το Τμήμα Τελωνείων ενημέρωσε, με επιστολή ημερομηνίας 10/1/2012, την εφεσείουσα εταιρεία (στο εξής «τα Ε/Μ»), ότι είχαν επιλεγεί για εκ των υστέρων τελωνειακό έλεγχο σε σχέση με τέσσερεις διασαφήσεις εισαγωγής ποδηλάτων από τη Σρι Λάνκα που έγιναν από τους ίδιους, μεταξύ των ετών 2009 έως 2011, με προμηθεύτρια εταιρεία την CREATIVE CYCLES, καλώντας τους να τις προσκομίσουν, μαζί και με όλα τα σχετικά συνοδευτικά έγγραφα, προβαίνοντας κατά τον έλεγχο αυτό σε ακρόαση των όσων είχαν να αναφέρουν σχετικά οι Διευθυντές της.
Περί το τέλος Δεκεμβρίου 2014, η OLAF απέστειλε στις τελωνειακές αρχές της Κύπρου την τελική Έκθεσή της, σε σχέση με την έρευνά της, η οποία συνέκλινε στο συμπέρασμα, ανάμεσα σε άλλα, ότι «σχεδόν όλα» τα ποδήλατα που εξάχθηκαν από την CREATIVE CYCLES στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν κινέζικης προέλευσης.
Δύο σχεδόν μήνες μετά, λήφθηκε η επίδικη στην προσφυγή αρ. 1255/2015 διοικητική απόφαση, σύμφωνα με την οποία εκδόθηκε η εκ των Υστέρων Βεβαίωση Τελωνειακής Οφειλής και Άλλης Τελωνειακής Οφειλής, η οποία κοινοποιήθηκε στα Ε/Μ με σχετική επιστολή, ημερομηνίας 8/7/2015. Οι τελευταίοι καταχώρισαν προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε πρωτόδικα από το Διοικητικό Δικαστήριο (βλ. απόφαση στην υπ’ αρ. 1255/2015 CHRISANMARI ENTERPRISES LTD v. Δημοκρατίας, ημερ. 20/8/2019).
Ακολούθησε η καταχώριση Έφεσης Διοικητικού Δικαστηρίου από τα Ε/Μ (ΕΔΔ 174/2019), η οποία έγινε δεκτή για δεύτερη φορά (βλ. απόφαση ΕΔΔ 174/2019, Δημοκρατία v. CHRYSANMARI ENTERPRISES LTD, ημερ. 10/9/2025)[1].
Από την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου προκύπτει να γίνεται δεκτή η θέση των Ε/Μ, ότι καλύπτονταν από την καλή τους πίστη, ενόψει της έκδοσης πιστοποιητικών «Τύπου Α΄» εκ μέρους του εξαγωγέα, και ότι η όποια απάτη και/ή εσφαλμένη καταγραφή στα σχετικά έγγραφα εξαγωγής, δεν μπορούσε να αποβεί εις βάρος τους, ενόψει της καλοπιστίας τους αυτής, συμπέρασμα στο οποίο απέτυχαν οι τελωνειακές αρχές της Κύπρου να καταλήξουν, λόγω της πλάνης των τελωνειακών λειτουργών αναφορικά με την σύμπραξη των Ε/Μ στις εσφαλμένες διασαφήσεις, αλλά και της έλλειψης της δέουσας έρευνας εκ μέρους της διοίκησης για την καλοπιστία τους, κατά παράβαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Περαιτέρω αποφασίστηκε από το Διοικητικό Εφετείο ότι το σχόλιο του πρωτόδικου Δικαστή, ότι τα Ε/Μ όφειλαν, ως έμποροι, με δεδομένες τις πληροφορίες που υπήρχαν ως προς την προτιμολόγηση των εξαγωγών και την καταβολή του τιμήματος της αγοράς σε εταιρεία στην Κίνα, αντί στη Σρι Λάνκα, να εκδήλωναν ενδιαφέρον διερεύνησης για την πραγματική καταγωγή των ποδηλάτων, έγινε κατά παράβαση της δικαιοδοσίας του, ως έλεγχος ουσίας αντί νομιμότητας.
Σημειώνεται πως βάσει της νομολογίας του ΔΕΕ θεωρείται καλόπιστος ο εισαγωγέας (και προστατεύεται) στην περίπτωση που για την εσφαλμένη διασάφηση ευθύνονται οι αρμόδιες αρχές. Σχετικά αναφέρθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Α.Ε.27/2012, Δημοκρατία v. Panipsos, ημερ. 15/1/2019:
«Προκύπτει εκ των ανωτέρω, ότι επίκληση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης βάσει της διάταξης του άρθρου 220(2), προϋποθέτει την πλήρωση τριών προϋποθέσεων ή κριτηρίων τα οποία πρέπει σωρευτικά να συντρέχουν:
¾ Η μη είσπραξη των δασμών πρέπει να οφείλεται σε σφάλμα των ίδιων των αρμόδιων αρχών.
¾ Το διαπραχθέν από τις αρχές αυτές σφάλμα πρέπει να είναι τέτοιο που να μην μπορούσε λογικά να γίνει αντιληπτό από καλόπιστο οφειλέτη και τέλος
¾ ο οφειλέτης πρέπει να έχει τηρήσει όλες τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας σχετικά με την τελωνειακή του διασάφηση (βλ., μεταξύ άλλων, Agrover (ανωτέρω), σκέψη 35 και C-409/10 Afasia Knits Deutschland, 15.12.2011, σκέψη 47).»
Το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, δεύτερη παράγραφος του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92, αναφέρεται στην περίπτωση που δεν αποτελεί ευθύνη των αρμοδίων Αρχών το σφάλμα του εξαγωγέα. Προνοεί ότι:
«Η έκδοση ανακριβούς πιστοποιητικού, ωστόσο, δεν συνιστά σφάλμα» [σημειώνουμε πως το άρθρο αναφέρεται σε σφάλμα των αρμοδίων αρχών] «εάν το πιστοποιητικό βασίζεται σε ανακριβή έκθεση των γεγονότων εκ μέρους του εξαγωγέα εκτός εάν, ιδίως, είναι προφανές ότι οι αρμόδιες για την έκδοσή του αρχές γνώριζαν ή θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι τα εμπορεύματα δεν πληρούν τους απαιτούμενους όρους προκειμένου να επωφεληθούν προτιμησιακής μεταχείρισης.»
Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Panipsos, (ανωτέρω), «σε περίπτωση δε ανακριβών δηλώσεων, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής οφείλουν, καταρχήν, να προβούν στην εκ των υστέρων είσπραξη των δασμών που δεν εισπράχθηκαν κατά την εισαγωγή (C-12/92 Edmond Huygen, 7.12.1993), όπως η πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναγνωρίζει και υιοθετεί το πρωτόδικο Δικαστήριο, προσφάτως δε επαναλήφθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Υπουργείου Οικονομικών δια του Τμήματος Τελωνείων ν. Joannou & Paraskevaides (Overseas) Ltd, Α.Ε. Αρ. 197/2010, 12.9.2016».
Στην ίδια επίσης απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Panipsos (ανωτέρω), αποφασίστηκε ότι δεν αποτελεί προαπαιτούμενο, για την έκδοση της εκ των υστέρων βεβαίωσης τελωνειακής οφειλής, η οποιαδήποτε γνώση και/ή εμπλοκή και/ή ανάμειξη του εισαγωγέα στην παρατυπία και δη στην αναληθή δήλωση σε σχέση με τα πιστοποιητικά καταγωγής των εμπορευμάτων.
Στην απόφαση του ΔΕΕ, C-47/16, Valsts ienemumu dienests v. SIA Veloserviss, ημερ. 16/3/2017, της οποίας έγινε επίσης επίκληση στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου PANIPSOS (ανωτέρω), δόθηκε γνωμάτευση ότι στην περίπτωση που οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής, οι οποίες δεν ευθύνονται για την εσφαλμένη διασάφηση, αδυνατούν να αποδείξουν με πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία, ότι η έκδοση από τις τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής ανακριβούς πιστοποιητικού καταγωγής «Τύπου Α΄», οφείλεται στην ανακριβή έκθεση γεγονότων εκ μέρους του εξαγωγέα, απόκειται πλέον στον ίδιο τον εισαγωγέα να αποδείξει ότι το εν λόγω πιστοποιητικό βασίστηκε σε ορθή έκθεση γεγονότων εκ μέρους του εξαγωγέα.
Περαιτέρω, στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), C-409/10, Aίτηση Προδικαστικής Αποφάσεως του Bundesfinanzhof (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως – Hauptzollamt Hamburg-Hafen v. Afasia Knits Deutschland GmbH, ημερ. 15/12/2011, δόθηκε γνωμάτευση, σε σχέση με το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β’ του Κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί Θεσπίσεως Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό (ΕΚ) 277/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2000. Στην σκέψη 55 καταγράφονται σε σχέση με τη μη δυνατότητα επιβεβαίωσης της αναγραφόμενης προτιμησιακής καταγωγής και του επιχειρήματος που δεν μπορεί να προβληθεί εκ μέρους του εισαγωγέα τα ακόλουθα:
«55. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση κατά την οποία ακυρωθούν τα πιστοποιητικά EUR.1 που εκδόθηκαν για την εισαγωγή εμπορευμάτων στην Ένωση λόγω του ότι η χορήγηση των πιστοποιητικών αυτών βαρύνεται με πλημμέλειες και δεν κατέστη δυνατή η επιβεβαίωση της αναγραφόμενης σε αυτά προτιμησιακής καταγωγής κατά τον εκ των υστέρων έλεγχο, ο εισαγωγέας δεν μπορεί να αντιταχθεί σε εκ των υστέρων είσπραξη των εισαγωγικών δασμών υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι ορισμένα από τα εμπορεύματα αυτά έχουν όντως την εν λόγω προτιμησιακή καταγωγή».
Στην μεταγενέστερη απόφαση του ΔΕΕ, C-438/11 Lagura Vermögensverwaltung GmbH v. Hauptzollamt Hamburg -Hafen, ημερ. 8/11/2012, στις σκέψεις 38-41, δόθηκε γνωμάτευση από το ΔΕΕ ως ακολούθως, σε σχέση με το βάρος απόδειξης που βαρύνει τον εισαγωγέα:
«38. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, υπό συνθήκες όπως είναι οι επίμαχες στην κύρια δίκη, ο οφειλέτης δασμών φέρει το βάρος αποδείξεως του ότι το πιστοποιητικό καταγωγής εκδόθηκε βάσει ορθής εκθέσεως των γεγονότων εκ μέρους του εξαγωγέα.
39. Βεβαίως, η επίρριψη ενός τέτοιου βάρους αποδείξεως στον οφειλέτη δασμών μπορεί να προξενήσει σ’ αυτόν προβλήματα, ιδίως όταν αυτός έχει εισαγάγει καλοπίστως εμπορεύματα από το κράτος, το οποίο είναι δικαιούχος δασμολογικών προτιμήσεων, εμπορεύματα των οποίων η καταγωγή αμφισβητήθηκε μεταγενεστέρως, λόγω των φερόμενων ως ψευδών δηλώσεων του εξαγωγέα στο πλαίσιο ενός εκ των υστέρων ελέγχου.
40. Ωστόσο, πρέπει να υπομνησθεί ότι ένας συνετός επιχειρηματίας που γνωρίζει την ισχύουσα ρύθμιση, υπολογίζοντας τα πλεονεκτήματα που μπορεί να του αποφέρει το εμπόριο προϊόντων για τα οποία μπορούν να ισχύουν δασμολογικές προτιμήσεις, πρέπει να είναι σε θέση να εκτιμά τους κινδύνους της αγοράς στην οποία σκοπεύει να κινηθεί και να τους αποδέχεται, ως αποτελούντες μέρος των συνήθων προσκομμάτων του εμπορίου (βλ. αποφάσεις της 11ης Δεκεμβρίου 1980, 827/79, Acampora, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 455, σκέψη 8. Pascoal & Filhos, προπαρατεθείσα, σκέψη 59, καθώς και διάταξη CPL Imperial 2 και Unifrigo κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 37).
41. Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν οι αρμόδιες αρχές του τρίτου κράτους τελούν σε αδυναμία να εξακριβώσουν, στο πλαίσιο ενός εκ των υστέρων ελέγχου, λόγω του ότι ο εξαγωγέας έχει παύσει την παραγωγή του, αν το εκδοθέν από αυτές πιστοποιητικό καταγωγής «τύπου Α» στηρίζεται σε ορθή έκθεση των πραγμάτων εκ μέρους του εξαγωγέα, ο οφειλέτης δασμών φέρει το βάρος αποδείξεως ότι το πιστοποιητικό αυτό εκδόθηκε βάσει ορθής εκθέσεως των γεγονότων εκ μέρους του εξαγωγέα.»
Τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης συνοψίζονται ως ακολούθως:
(α) Στον διοικητικό φάκελο της επίδικης υπόθεσης περιεχόταν η τελική Έκθεση της OLAF (που είχε ήδη αποσταλεί πριν την έκδοση της διοικητικής πράξης) σχετική και με τις εξαγωγές ποδηλάτων από την εταιρεία CREATIVE CYCLES στη Σρι Λάνκα (από την οποία τα Ε/Μ αγόρασε και εισήξε στην Κύπρο τα επίδικα ποδήλατα κατά τον χρόνο που κάλυπτε η εν λόγω Έκθεση της OLAF).
(β) Γι’ αυτές τις εξαγωγές εκδόθηκαν πιστοποιητικά καταγωγής «Τύπου Α΄» από τις αρχές εξαγωγής της Σρι Λάνκα, (χωρίς δική τους ευθύνη).
(γ) Δεν μπορούσε να εξακριβωθεί η αυθεντικότητα των Πιστοποιητικών κατά την εκ των υστέρων έρευνα της OLAF, γιατί το εργοστάσιο της CREATIVE CYCLES είχε σταματήσει την παραγωγή.
(δ) Το πόρισμα της Έκθεσης της OLAF κατέληγε πως «σχεδόν όλα» τα ποδήλατα που εισήχθησαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχαν καταγωγή την Κίνα και όχι τη Σρι Λάνκα.
Κατά την υποστήριξη του λόγου ακυρώσεως, περί έλλειψης δέουσας έρευνας από τα Ε/Μ, δεν τέθηκε ισχυρισμός, ούτε βεβαίως προσκομίστηκε σχετική μαρτυρία, ότι τα εισαχθέντα από τους ίδιους ποδήλατα εξαιρούντο από τα συνολικά συμπεράσματα της OLAF, και ούτε υποστηρίχθηκε ενώπιόν μας πως αυτό έγινε. Αντί αυτού, τα Ε/Μ υποστήριξαν σε όλα τα στάδια, ότι οι τελωνειακές αρχές, ως φέρουσες εκείνες το βάρος απόδειξης, παρέλειψαν να προβούν σε δέουσα έρευνα σε σχέση με την έλλειψη οποιασδήποτε δικής του ευθύνης (των Ε/Μ), καθώς και ως προς την εξαίρεση των εισαχθέντων ποδηλάτων από τα συμπεράσματα της OLAF, υποστηρίζοντας πως ήταν καλόπιστοι σε όλα τα στάδια μέχρι και την διασάφηση των εμπορευμάτων και ότι, υπό αυτές τις περιστάσεις, το βάρος απόδειξης παρέμενε στους ώμους των τελωνειακών αρχών.
Παρέμειναν αδιαμφισβήτητα τα γεγονότα και δεν ανατράπηκαν, πρώτον, η αδυναμία των αρμοδίων αρχών να εξακριβώσουν την αυθεντικότητα του περιεχομένου των πιστοποιητικών «τύπου Α» χωρίς δική τους ευθύνη, δεύτερον, το γεγονός ότι το εργοστάσιο της εταιρείας CREATIVE CYCLES είχε ήδη σταματήσει την παραγωγή και τρίτον, το γεγονός ότι η έρευνα της OLAF, που περιελάμβανε επιτόπιες επισκέψεις των επιθεωρητών, κατέληγε ότι «σχεδόν όλα» τα εισαχθέντα ποδήλατα στην Ευρώπη κατά τη σχετική χρονική περίοδο είχαν κινέζικη καταγωγή.
Δεν υποστηρίχθηκε, ούτε και το Εφετείο κατέληξε σε απόφαση για οποιαδήποτε πλάνη και/ή έλλειψη δέουσας έρευνας εκ μέρους των αρμόδιων τελωνειακών αρχών της Κύπρου, ως προς ουσιώδη ζητήματα, που θα ανέτρεπαν ή/και θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε δικαστική απόφαση περί έλλειψης νομιμότητας της κρίση τους, λόγω ουσιώδους πλάνης.
Βάσει του άρθρου 48(1) του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου (Ν.94(Ι)/2004), σε περίπτωση εντοπισμού σφαλμάτων κατά τη διασάφηση, ο Διευθυντής δύναται να βεβαιώσει το ποσό της τελωνειακής οφειλής (ανεξάρτητα από την ευθύνη του εισαγωγέα).
Τονίζεται επίσης, ότι η είσπραξη τελωνειακών δασμών αποτελεί διαχείριση ίδιων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην περίπτωση που λόγω σφάλματος του κράτους μέλους δεν εισπραχθούν τελωνειακοί δασμοί που όφειλαν να είχαν εισπραχθεί, οι εν λόγω δασμοί καταβάλλονται από το ίδιο το κράτος μέλος (βλ. πρόσφατη σχετική απόφαση του ΔΕΕ στην C-494/2022, Ευρωπαϊκή Επιτροπή v. Τσεχικής Δημοκρατίας, ημερ. 5/9/2024, σε Αναίρεση κατά απόφασης Γενικού Δικαστηρίου).
Βάσει όλων των ανωτέρω, στα συγκεκριμένα ερωτήματα που συναρτώνται με την πάγια νομολογία, ως ανωτέρω αρχικά καταγράφηκαν, δίδεται η ακόλουθη γνωμάτευση:
1. Το βάρος απόδειξης πιστοποίησης της χώρας προέλευσης (καταγωγής) των εισαχθέντων εμπορευμάτων, στις περιπτώσεις όπου οι αρμόδιες αρχές κράτους, οι οποίες δεν ευθύνονται για την εσφαλμένη κατάταξη, τελούν σε αδυναμία εξακρίβωσης, στο
πλαίσιο ενός εκ των υστέρων ελέγχου, της ορθότητας των πραγμάτων που προβάλλει ο εξαγωγέας, το φέρει ο ίδιος ο εισαγωγέας.
2. Σε τέτοια περίπτωση, κατά την οποία σχετική έρευνα της OLAF, ως εν προκειμένω, καταλήγει ότι «σχεδόν όλα» τα προϊόντα που εισήχθησαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση από τον εξαγωγέα από χώρα προτιμησιακής καταγωγής, έχουν άλλη χώρα καταγωγής, το βάρος απόδειξης, ως προς την ορθή δήλωση προέλευσης των εισαχθέντων από τον ίδιο προϊόντων, το φέρει ο ίδιος ο εισαγωγέας.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου ακυρώνεται, όπως και η σχετική διαταγή για τα έξοδα.
Η επίδικη στην προσφυγή διοικητική πράξη, επικυρώνεται.
Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Δημοκρατίας και εναντίον των Ενδιαφερομένων Μερών, τόσο στην κατ’ έφεση διαδικασία, όσο και στην παρούσα, ως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Α. Ρ. Λιάτσος, Π.
Τ. Θ. Οικονόμου, Δ.
Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Δ.
Ν. Γ. Σάντης, Δ.
Στ. Χατζηγιάννη, Δ.
Τ. Καρακάννα, Δ.
Η. Γεωργίου, Δ.
Μ. Καλλιγέρου, Δ.
/μσ
[1] Για λόγο έφεσης που εξετάστηκε αυτεπαγγέλτως από το Εφετείο, αυτό της παραγραφής της προθεσμίας για επιβολή των δασμών, έγινε δεκτή η ΕΔΔ 174/2019 αρχικά, (βλ. απόφαση ΕΔΔ 174/2019, Δημοκρατία v. CHRYSANMARI ENTERPRISES LTD, ημερ. 31/10/2024) αλλά η απόφαση αυτή ακυρώθηκε από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο σε προηγούμενη απόφασή του (βλ. απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Αίτηση αρ. 7/2025, ημερ. 4/3/2026).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο