ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ v. ΑΘΗΝΟΥΛΛΑΣ ΧΑΤΖΗΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.: 103/2021, 10/7/2026
print
Τίτλος:
ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ v. ΑΘΗΝΟΥΛΛΑΣ ΧΑΤΖΗΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.: 103/2021, 10/7/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν.33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)                                   

(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.: 103/2021)

 

10 Ιουλίου, 2026

 

(Τ. Θ. OIKONOMOY, Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ)

 

 

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ,

 

                                                                             Εφεσείοντες,

v.

 

 

ΑΘΗΝΟΥΛΛΑΣ ΧΑΤΖΗΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ,

                                                                            

Εφεσίβλητης.

― ― ― ― ―

 

 

Στ. Μαξούτη (κα), για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για τους Εφεσείοντες.

Μ. Χριστοφή (κα), με Θ. Κωνσταντίνου, για Ηλίας Νεοκλέους και Σία ΔΕΠΕ, για την Εφεσίβλητη.

 

---------------

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ:  Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Καρακάννα, Δ.

 

Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η  Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.: Η εφεσίβλητη ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο,  κάτοχος διπλώματος Πολιτικού Μηχανικού της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πατρών.  Με επιστολή της, ημερομηνίας 15.05.2014, επικαλούμενη τις πρόνοιες του περί Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου Νόμου του 1990, Ν.224/1990, ως έχει τροποποιηθεί,  ζήτησε από τους εφεσείοντες την έκδοση έγγραφης βεβαίωσης για εκπόνηση αρχιτεκτονικής εργασίας, δυνάμει του άρθρου 8Α (5) του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96. Το αίτημα της απορρίφθηκε.

 

Οι εφεσείοντες έκριναν ότι αυτή δεν ικανοποιούσε τις πρόνοιες της νομοθεσίας και απέρριψαν το αίτημα της. Η εφεσίβλητη ενημερώθηκε σχετικά. Ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ των δύο εμπλεκομένων προσώπων. Η εφεσίβλητη ζήτησε στη συνέχεια, από τους εφεσείοντες, όπως το αίτημα της τύχει επανεξέτασης, με βάση τα επιπρόσθετα στοιχεία που είχε προσκομίσει. Οι εφεσείοντες εξέτασαν το νέο αίτημα της εφεσίβλητης και το απέρριψαν. Η εφεσίβλητη ενημερώθηκε για την απορριπτική  απόφαση.

Εναντίον της εν λόγω απόφασης, η εφεσίβλητη καταχώρισε την προσφυγή υπ. αρ. 298/2016, η οποία απορρίφθηκε. Το Διοικητικό Δικαστήριο αποφάνθηκε πως η μη αναγνώριση της επαγγελματικής κατάρτισης της εφεσίβλητης, στον τομέα της μηχανικής επιστήμης και της αρχιτεκτονικής, η οποία αποκτήθηκε από την εφεσίβλητη, κύπρια πολίτη, σε άλλο κράτος μέλος (Ελλάδα), δεν ήταν συμβατή με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθότι δεν συνήδε με τις πρόνοιες της σχετικής Ευρωπαϊκής Οδηγίας.

 

Οι εφεσείοντες αμφισβήτησαν την πιο πάνω απόφαση με την υπό κρίση έφεση.

 

Μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, η εφεσίβλητη συνέχισε τις ακαδημαϊκές της σπουδές και έλαβε πτυχίο στην Αρχιτεκτονική. Ενεγράφη στη συνέχεια, στο Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου (ΕΤΕΚ), ως αρχιτέκτονας.

 

Οι εφεσείοντες, στο περίγραμμα αγόρευσης που καταχώρισαν στα πλαίσια της υπό κρίση έφεσης, επικαλούμενοι το πιο πάνω γεγονός, εισηγούνται ότι η εφεσίβλητη έχει απωλέσει το έννομο συμφέρον που είχε κατά τον χρόνο της προσφυγής εφόσον έχει εν τω μεταξύ εγγραφεί στο ΕΤΕΚ, ως αρχιτέκτονας. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με τον ισχυρισμό τους, «... καθιστά επιτακτικό τον παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης χωρίς να χρειάζεται να υπεισέλθει το Σεβαστό Δικαστήριο στην εξέταση των εγειρόμενων Λόγων Έφεσης».

 

Η εφεσίβλητη αναγνωρίζει ότι έχει, εκ των υστέρων, αποκτήσει πτυχίο στην αρχιτεκτονική και έχει εγγραφεί στο ΕΤΕΚ, ως αρχιτέκτονας, εξάλλου αυτό έχει δηλωθεί και ως παραδεκτό γεγονός, εισηγείται όμως ότι αυτό το στοιχείο δεν μπορεί να, «... αναιρέσει αναδρομικά το έννομο συμφερόν που ήδη υπήρχε ούτε να καταστήσει εκ των υστέρων απαράδεκτη προσφυγή, που ήταν παραδεκτή κατά τον ουσιώδη χρόνο» και «... να ανατρέψει εκ των υστέρων το παραδεκτό της πρωτόδικης διαδικασίας».

 

Το Άρθρο 146 του Συντάγματος οριοθετεί την ακυρωτική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ο πολίτης, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του πιο πάνω άρθρου, δικαιούται να προσβάλει τη νομιμότητα εκτελεστής διοικητικής πράξης όταν ίδιο ενεστώς έννομο συμφέρον του έχει ευθέως προσβληθεί από την απόφαση, πράξη, ή παράλειψη οργάνου, αρχής ή προσώπου, που ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία. Το έννομο συμφέρον πρέπει να είναι ενεστώς ήτοι, να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο της καταχώρισης της προσφυγής όσο και κατά τη διάρκεια της ακρόασης μέχρι το τέλος της δίκης. (Βλ.μεταξύ άλλωνKyriakos Chrysostomides and The Greek Communal Chamber through The Disciplinary Council of The Elementary School-Teachers (1964) C.L.R. 397, Christofides v. CY.T.A(1979) 3 C.L.R. 99, Avgoloupi v. Minister of Interior α.ο. (1985) 3 C.L.R. 1525, Kritiotis v. Municipality of Paphos and Others (1986) 3 C.L.R. 322, Papaleontiou v. Educational Service Commission (1987) 3 C.L.R. 1341).

 

Το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντα να προωθήσει την αξίωση του για ακύρωση της πράξης ή να υπερασπιστεί την πρωτόδικη απόφαση, σε περίπτωση που είναι εφεσίβλητος, διατηρείται μέχρι τελεσιδικίας, εάν η βλάβη που πηγάζει από την προσβαλλόμενη πράξη συνεχίζει να υφίσταται και εάν προκύπτει ωφέλεια για τον αιτούντα από την ακύρωσή της. Αυτός είναι και ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης. Η δίκη καταργείται, όταν το αντικείμενο της προσφυγής εκκλείψει, καθότι η συνέχιση της δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε σκοπό. Όπου όμως διαφαίνεται, εκ πρώτης όψεως, ότι παρέμεινε ζημιογόνο κατάλοιπο για το οποίο ενδεχομένως να προκύπτει θέμα αποζημίωσης, με βάση το άρθρο 146.6 του Συντάγματος, ο προσφεύγων διατηρεί το έννομο συμφέρον του (βλέπετε Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 973 και Στράκκα Λτδ. ν. Δημοκρατίας (1991) 3 Α.Α.Δ. 643). 

 

Η εφεσίβλητη, στην υπό κρίση υπόθεση, ναι μεν έχει εγγραφεί ως αρχιτέκτονας, θέτει όμως θέμα κατάλοιπου ζημιάς. Η άρνηση των εφεσειόντων να την εγγράψουν ως αρχιτέκτονα, για την περίοδο από το 2014, που υπέβαλε την αίτησή της, μέχρι και την ημερομηνία που τελικά έγινε η εγγραφή της στο ΕΤΕΚ, είχε δυσμενείς «επαγγελματικές και οικονομικές συνέπειες για την ίδια».  Υπό τις περιστάσεις,  διαφαίνεται ότι υπάρχει, εκ πρώτης όψεως, κατάλοιπο ζημίας. Εάν η θέση των εφεσειόντων γινόταν δεκτή και η πρωτόδικη απόφαση ακυρωνόταν, στη βάση που αυτοί εισηγούνται, αυτό θα είχε ως επακόλουθο την στέρηση από την εφεσίβλητη του δικαιώματος, το οποίο έχει ως θεμέλιο την πρωτόδικη απόφαση, να αποταθεί σε πολιτικό δικαστήριο, για αποζημιώσεις, στα πλαίσια του άρθρου 146.6 του Συντάγματος.

 

 

 

Επί του συγκεκριμένου σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Κυπριακή Δημοκρατία ν. 1. Χριστίνας Τρύφωνος κ.ά., Ε.Δ.Δ. 136/2021, ημερομηνίας 18.03.2026, τα γεγονότα της οποίας προσομοιάζουν με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Οι προσφεύγοντες στερήθηκαν του δικαιώματος να παρακολουθήσουν συγκεκριμένο πρόγραμμα, γεγονός που συνέβαλε στην καθυστέρηση μονιμοποίησής τους στην εκπαιδευτική υπηρεσία. Το ερώτημα που ηγέρθηκε ήταν κατά πόσο οι προσφεύγοντες είχαν απωλέσει το έννομο συμφέρον τους με δεδομένο ότι σε μεταγενέστερο χρόνο  παρακολούθησαν το πρόγραμμα και στη συνέχεια διορίστηκαν σε μόνιμη θέση στην εκπαιδευτική υπηρεσία. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι διατήρησαν το έννομο συμφέρον τους. Αφού έλαβε υπόψη ότι στερήθηκαν της δυνατότητας να διοριστούν σε μόνιμη θέση νωρίτερα, αποφάνθηκε ότι:

 

«… Πρόκειται για εκ πρώτης όψεως ζημιογόνες και δυσμενείς συνέπειες για τους Εφεσίβλητους, για τις οποίες πιθανόν να προκύπτει γι’ αυτούς θέμα αποζημιώσεων, με βάση το Άρθρο 146(6) του Συντάγματος.»

 

 

 

Για όλους τους λόγους που αναπτύξαμε πιο πάνω, η εισήγηση που προβλήθηκε δεν γίνεται δεκτή και απορρίπτεται. Έξοδα στην πορεία σε καμιά περίπτωση όμως εναντίον της εφεσίβλητης.

 

 

Τ. Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.

                            

Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.

 

Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

/ΓΓ

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο