ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΤΥΠΟΣ Δ
Αίτηση Δυνάμει Άδειας
(Κανονισμός 10(1) & (2))
Δικαιοδοσία Δυνάμει του Άρθρου 9(2)(γ), του Νόμου 33/64
(Αίτηση Αρ. 4/26)
30 Ιουλίου, 2026
[ΛΙΑΤΣΟΣ, Π., ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ,
ΣΑΝΤΗΣ, ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ/στές]
Αναφορικά με το Άρθρο 9(2)(γ), του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964-2022
και
Αναφορικά με τον περί της Λειτουργίας του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικό Κανονισμό του 2023
και
Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στην Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου (i-Justice), Αρ.34/25 μεταξύ Simranpreet Singh, Εφεσείοντος και Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Τμήματος Μετανάστευσης του Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Εφεσίβλητης
και
Αναφορικά με την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου (i-Justice), Αρ.34/25
____________________
Γ. Χατζηχάννα (κα), Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, μαζί με Σ. Πλατή, Δικηγόρο της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Αιτητή.
Π. Πιερίδης, για Πιερίδης & Πιερίδης, για Ενδιαφερόμενο Μέρος.
Α. Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Π.: Την ομόφωνη απόφαση θα δώσει
η Δικαστής Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου.
____________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Βασικό νομικό ζήτημα της παρούσας διαδικασίας αποτελεί η ερμηνεία διατάξεων του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105, (Άρθρα 6(1)(κ), 18ΟΓ, 18ΟΔ και 18ΟΗ) (από τώρα και στο εξής: «Ο Νόμος») και των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών, ΚΔΠ 242/1972 (Κ.2, 2Α και 19), ως έχει τροποποιηθεί (από τώρα και στο εξής: «Οι Κανονισμοί»).
Είναι δυνάμει του ως άνω νομικού πλαισίου που ο Εφεσείων (νυν Ενδιαφερόμενο Μέρος) είχε κηρυχθεί από την Εφεσίβλητη Δημοκρατία (νυν Αιτήτρια) απαγορευμένος μετανάστης.
Μετά από σχετική άδεια του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, σε προηγηθείσα αίτηση της Δημοκρατίας (Αιτήτριας) δυνάμει του Άρθρου 9(2)(γ) του Ν.33/1964 (ο περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμος του 1964 (Ν.33/1964)), διατυπώθηκε το εξής ερώτημα:
«Κατά πόσον λειτουργός του Τμήματος Μετανάστευσης, ο οποίος ενεργεί εξ ονόματος του Διευθυντή του Τμήματος Μετανάστευσης και υπογράφει εκ μέρους του, είναι νομικά αρμόδιο πρόσωπο να υπογράψει την απόφαση κήρυξης προσώπου ως απαγορευμένου μετανάστη, ασχέτως εκχώρησης εξουσίας από τον Διευθυντή του Τμήματος Μετανάστευσης, στη βάση ερμηνείας των Άρθρων 6(1)(κ), 18ΟΓ, 18ΟΔ, 18ΟΗ του Κεφ.105, καθώς και των Κανονισμών 2, 2Α και 19 της ΚΔΠ 242/72.»
Στην πραγματικότητα εκείνο που ζητείται, με την αναφορά σε απόφαση κήρυξης απαγορευμένου μετανάστη, είναι το κατά πόσον η εκχώρηση εξουσίας εκ του Διευθυντή προς λειτουργούς είναι απαραίτητη ως προς το πλέγμα των διατάξεων του Νόμου που αφορούν στην ουσία επιστροφή απαγορευμένου μετανάστη ως στην κρινόμενη περίπτωση.
Η Προσφυγή
Το Ενδιαφερόμενο Μέρος ως Αιτητής με την Προσφυγή του υπ’ αρ.1068/25(Κ) αιτήθηκε την ακύρωση της κήρυξης του ως απαγορευμένου μετανάστη (Θεραπεία Α), καθώς και την ακύρωση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του (Θεραπείες Β και Γ) που είχαν εκδοθεί εναντίον του δυνάμει του Άρθρου 14 του Νόμου (ως παρανόμως διαμένων στη Δημοκρατία), ημερ.13.9.25.
Το Διοικητικό Δικαστήριο στις 29.10.25 έκρινε νόμιμες τις επίδικες αποφάσεις και απέρριψε την Προσφυγή. Συγκεκριμένα, θεώρησε ότι ο Κ.19 των Κανονισμών επιτρέπει σε οποιονδήποτε λειτουργό μετανάστευσης να εκδώσει απόφαση επιστροφής και κήρυξης απαγορευμένου μετανάστη.
Η Έφεση
Εναντίον της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε από το Ενδιαφερόμενο Μέρος η Έφεση αρ.34/25 (i-justice). Αφού ακούστηκαν οι διάδικοι, το Εφετείο στις 27.2.26, ανέτρεψε την πρωτόδικη κρίση και ακύρωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις. Συγκεκριμένα ανέφερε τα ακόλουθα:
«Σημειώνουμε ότι, το πρωτόδικο Δικαστήριο, επικαλούμενο το περιεχόμενο του Κανονισμού 19 των περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 242/1972 (βλ. παράθεση του στην πρωτόδικη απόφαση, απόσπασμα ανωτέρω), έκρινε ότι δια του εν λόγω Κανονισμού δίδεται (ευθέως και άνευ άλλου τινός) αρμοδιότητα σε λειτουργό μεταναστεύσεως, στην περίπτωση της κας Φωτίου, προς λήψη απόφασης κήρυξης προσώπου ως απαγορευμένου μετανάστη.
Είναι γεγονός ότι, οι εν λόγω Κανονισμοί, αν και προγενέστεροι του Νόμου (εφεξής ο «Νόμος»), συνεχίζουν να τελούν σε ισχύ και θεωρούνται ως εκδοθέντες βάσει αυτού (βλ. Άρθρο 21 του Νόμου).
Η ερμηνεία την οποία, όμως, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέδωσε στον Κανονισμό 19 (βλ. ανωτέρω) δεν μας βρίσκει σύμφωνους.
Αυτό διότι, ο εν λόγω Κανονισμός 19 οφείλει, κατά συστηματική ερμηνεία, να τύχει ανάγνωσης σε συνάρτηση με τον Κανονισμό 2Α των ίδιων Κανονισμών, ο οποίος προνοεί ότι (με δικούς μας τονισμούς):
«Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου και των Κανονισμών και οιωνδήποτε εκάστοτε βάσει τούτων ειδικών ή γενικών οδηγιών του Υπουργού, οι λειτουργοί μεταναστεύσεως και ο Τμηματάρχης ασκούν όλας τα εξουσίας αι οποίαι απονέμονται εις αυτούς υπό των παρόντων Κανονισμών.».
Ο Νόμος ορίζει, ως προαναφέρθηκε, ότι απαιτείται η γραπτή εκχώρηση προς λειτουργούς μετανάστευσης της εξουσίας λήψης (και) της απόφασης κήρυξης προσώπου ως απαγορευμένου μετανάστη από το Υπουργικό Συμβούλιο ή τον Υφυπουργό (βλ. Άρθρο 4(α) του Νόμου, ως αυτός τροποποιήθηκε με τον τροποποιητικό Ν.4(Ι)/2025, πριν την εν λόγω τροποποίηση από τον Υπουργό Εσωτερικών). Συνεπώς, μόνο κατόπιν τέτοιας δέουσας εκχώρησης εξουσιών προς τούτο, (αφού ο Κανονισμός 19 τελεί υπό την υποχρέωση τήρησης των διατάξεων του Νόμου, βλ. Κανονισμό 2 (α), ανωτέρω) δύνανται να ασκηθούν αρμοδίως οι εξουσίες από λειτουργό μετανάστευσης, ως ορίζει ο Κανονισμός 19, κάτι που δεν παρατηρείται, ως υποδείχθηκε ανωτέρω, στην παρούσα περίπτωση σε σχέση με την επίδικη απόφαση κήρυξης του Εφεσείοντα ως απαγορευμένου μετανάστη.
Με βάση όλα τα προαναφερθέντα, ο πρώτος λόγος Έφεσης κρίνεται βάσιμος. Παρέλκει, ως εκ τούτου, η εξέταση οποιουδήποτε πρόσθετου λόγου Έφεσης.
Η απόφαση κήρυξης του Εφεσείοντα ως απαγορευμένου μετανάστη καθίσταται άκυρη, ως αναρμοδίως ληφθείσα, ενώ και οι συμπροσβαλλόμενες αποφάσεις απέλασης και κράτησης του συμπαρασύρονται σε ακυρότητα, αφού είναι σαφές από το λεκτικό της ενημερωτικής αυτών επιστολής ημερομηνίας 13.9.2025 προς τον Εφεσείοντα, ότι αυτές εκδόθηκαν βάσει και ως συνέπεια ("consequently") της απόφασης κήρυξης του Εφεσείοντα ως απαγορευμένου μετανάστη.
Με βάση τα ανωτέρω, η πρωτόδικη απόφαση, συμπεριλαμβανομένης και της διαταγής εξόδων αυτής, παραμερίζεται.
H Έφεση επιτυγχάνει, με έξοδα ύψους €2000 πλέον Φ.Π.Α. υπέρ του Εφεσείοντα και εναντίον της Εφεσίβλητης.»
Τα Επιχειρήματα της Δημοκρατίας
Είναι η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου για τη Δημοκρατία, πως η ως άνω κατάληξη του Διοικητικού Εφετείου, συγκρούεται με τα άρθρα 18ΟΓ, 18ΟΔ, 18ΟΗ και 20 του Νόμου και ιδιαιτέρως με τη συστηματική ερμηνεία τόσο του άρθρου 18ΟΓ όσο και του άρθρου 20 του Νόμου και του Κ.19 των Κανονισμών. Ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 6(1)(κ), 18ΟΓ, 18ΟΔ, 18ΟΗ και 20 του Νόμου, καθώς και των Κ.2, 2Α και 19 των Κανονισμών, ως έχουν τροποποιηθεί, επιτρέπουν (κατά συστηματική ερμηνεία και συνδυασμένη ανάγνωση) σε οποιονδήποτε Λειτουργό μετανάστευσης να εκδώσει απόφαση επιστροφής και κήρυξης απαγορευμένου μετανάστη, ανεξάρτητα από τυχόν εκχώρηση εξουσίας από τον Διευθυντή του Τμήματος Μετανάστευσης.
Οι θέσεις του Ενδιαφερόμενου Μέρους
Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενδιαφερόμενου Μέρους υποστήριξε σθεναρά πως το Διοικητικό Εφετείο ορθά ερμήνευσε τις πιο πάνω διατάξεις και ορθά εφάρμοσε τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου κατά την ερμηνεία των επίμαχων διατάξεων και Κανονισμών.
Εξέταση του Τεθέντος Ερωτήματος
Είναι αναγκαίο στο παρόν στάδιο να εκθέσουμε το ευρύτερο νομικό πλαίσιο που απασχολεί εκ του Νόμου και των σχετικών Κανονισμών.
Είναι σαφές πως το Ενδιαφερόμενο Μέρος θεωρήθηκε απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του Άρθρου 6(1)(κ) του Νόμου εφόσον, με βάση την υπό παράγραφο (κ): «οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο εισέρχεται ή διαμένει στη Δημοκρατία κατά παράβαση oπoιασδήπoτε απαγόρευσης, όρου, περιoρισμoύ ή επιφύλαξης που περιλαμβάνεται στο Νόμο αυτό ή σε oπoιoυσδήπoτε Καvovισμoύς που εκδόθηκαν βάσει του Νόμου αυτού ή σε οποιαδήποτε άδεια που παραχωρήθηκε ή εκδόθηκε βάσει του Νόμου αυτού ή των Καvovισμώv αυτών».
Δεν έχει αμφισβητηθεί πως το Ενδιαφερόμενο Μέρος παρέμεινε στη Δημοκρατία μετά την παραχωρούμενη σε αυτόν άδεια παραμονής η οποία εξέπνευσε στις 25.10.24 ενώ συνελήφθηκε για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στις 12.9.25.
Το Άρθρο 18ΟΓ του Νόμου ορίζει τα ακόλουθα: «18ΟΓ.-(1)Οι διατάξεις των άρθρων 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ εφαρμόζονται ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε αντίθετες διατάξεις του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων κανονισμών ή διαταγμάτων».
Δυνάμει δε του Άρθρου 180Δ του Νόμου «απόφαση επιστροφής» σημαίνει διοικητική απόφαση ή πράξη με την οποία κηρύσσεται ή αναφέρεται ως παράνομη η παραμονή υπηκόου τρίτης χώρας και του επιβάλλεται ή αναφέρεται υποχρέωση επιστροφής» και δυνάμει του Άρθρου 18ΟΗ, παράγραφος 1, ο Διευθυντής του Τμήματος Μετανάστευσης εκδίδει απόφαση επιστροφής για οποιοδήποτε υπήκοο τρίτης χώρας που παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στα εδάφια (2) μέχρι (5) του ίδιου Άρθρου.
Στο δε Άρθρο 14 του Νόμου ως έχει τροποποιηθεί στις 14.2.25 (Ν.4(Ι)/2025) αναγράφεται πως η εξουσία απέλασης και κράτησης ανήκει στο Υπουργικό Συμβούλιο.
Στο Άρθρο 4(1) του Νόμου, ως έχει επίσης τροποποιηθεί με τον Ν.4(1)/2025, υφίσταται η εξής πρόνοια:
«4.-(1)(α) To Υπουργικό Συμβούλιο ή ο Υφυπουργός δύναται να μεταβιβάζουν γραπτώς την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας, καθώς και την εκτέλεση οποιουδήποτε καθήκοντος, που οι διατάξεις του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών τους χορηγούν ή αναθέτουν, αντίστοιχα, στον Διευθυντή ή και σε άλλα πρόσωπα που υπηρετούν στο Τμήμα, υπό τέτοιους όρους, εξαιρέσεις και επιφυλάξεις, ως τo Υπουργικό Συμβούλιο ή ο Υφυπουργός, ανάλογα με την περίπτωση, ήθελαν αποφασίσουν και η απόφαση καθορίσει· σε περίπτωση δε της μεταβίβασης αυτής, το Υπουργικό Συμβούλιο ή ο Υφυπουργός, ανάλογα με την περίπτωση, διατηρούν την εξουσία να ασκούν την ούτω μεταβιβαζόμενη εξουσία και να εκτελούν το ούτω μεταβιβαζόμενο καθήκον από και κατά τη διάρκεια της εν λόγω μεταβίβασης.»∙
Σημασία έχει και το Εδάφιο 4(2) το οποίο δεν φαίνεται να απασχόλησε τους συνηγόρους. Το εδάφιο αυτό έχει ως εξής:
«(2) Ο Διευθυντής δύναται να εκχωρεί την εκτέλεση όλων ή οποιωνδήποτε των καθηκόντων του και την άσκηση όλων ή οποιωνδήποτε των εξουσιών που χορηγήθηκαν σε αυτόν βάσει του Νόμου αυτού ή οποιωνδήποτε Κανονισμών που εκδόθηκαν δυνάμει αυτού σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα είτε ονομαστικά είτε µε το όνοµά του αξιώματος του ή αξιώματος τους.»
Αναφέρθηκε επίσης το Άρθρο 20 του Νόμου το οποίο έχει ως εξής:
«20.-(1) Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει Καvovισμoύς που δημoσιεύovται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας σε σχέση με όλα ή οποιαδήποτε από τα ακόλουθα θέματα, δηλαδή:
(ι) για τον καθορισμό αρχών και το διορισμό λειτoυργώv για τους σκοπούς των Καvovισμώv και για τη χορήγηση σε τέτοιες αρχές και λειτουργούς και στov Διευθυντή και τους διευθυντές τέτοιων εξουσιών όπως δυνατό να είναι αναγκαίες ή σκόπιμες σε σχέση με αυτές·
(κ) γενικά για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου αυτού·»
Δυνάμει δε του Κ.19 των Κανονισμών:
«Λειτουργός μεταναστεύσεως όστις αποφασίζει ότι πρόσωπόν τι είναι απαγορευμένος μετανάστης δέον όπως επιδώση εις αυτό ειδοποίησιν συμφώνως προς τον Δεύτερον Πίνακα των παρόντων Κανονισμών».
Πέραν των πιο πάνω νομοθετικών προνοιών, ουσιαστικά παρεμβάλλεται στο έργο της ερμηνείας και η ισχύς του τεκμηρίου της νομιμότητας και κανονικότητας σε συνάρτηση με την άσκηση της πιο πάνω αρμοδιότητας (βλ. Κούτσιου Ροζάννα – Αμφιτρίτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ.987).
Είναι αναγκαίο να παραθέσουμε αυτούσια την επίδικη απόφαση ημερ.13.9.25 η οποία εστάλη στο Ενδιαφερόμενο Μέρος (Επιστολή στα αγγλικά προερχόμενη από το Deputy Ministry of Migration and International Protection και υπογράφεται από την κα Παναγιώτα Φωτίου, Ανώτερη Λειτουργό Μετανάστευσης «Senior Migration Officer»):
«You are hereby informed that you are a prohibited immigrant, by virtue of paragraph (K) section 1, Article 6 of the Aliens and Immigration Laws (1952-2025), because of your illegal residence in the Republic since 26/10/2024, when your residence permit expired.
Consequently, I have proceeded with the issuing of deportation and detention orders, dated 13/09/2025, against you A copy of these orders is hereby attached.
Your re-entry to the Republic of Cyprus is prohibited for five (5) years from the date of your removal, by virtue of section (1), Article 6 and by virtue of section (2), Article 18ΠΓ of the Aliens and Immigration Laws (1952-2025). It is noted that this entry ban applies to all Member Stales bound by Directive 2008/115/EC. (Le.. all EU Member States and EFTA states (Switzerland, Norway, Iceland and Liechtenstein), except UK and Ireland.
You have the right to file a recourse before the Administrative Court of Cyprus against this decision within 75 days, according to Article 146 of the Constitution of the Republic of Cyprus.»
Στη βάση του ως άνω Άρθρου 4(1) του Νόμου, με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ημερ.28.3.25, το Υπουργικό Συμβούλιο εκχώρησε στον Διευθυντή του Τμήματος Μετανάστευσης και/ή τον οποιοδήποτε διοριστεί και/ή οριστεί να εκτελεί καθήκοντα ως Αναπληρωτής Διευθυντής κατά την απουσία του Διευθυντή, τις εξουσίες τις οποίες του παρέχουν τα Άρθρα 6(1)(στ) και (ζ), 6(2) και (3), 7, 14, 18ΙΣΤ, 18ΚΣΤ(4) και (5) και 5(Α), 18Π(1) και (3), 18ΠΑ, 18ΠΓ και 18ΠΣΤ του Νόμου, με ισχύ από τις 26.3.25.
Επίσης, το Υπουργικό Συμβούλιο εκχώρησε με την ίδια πράξη στους Ανώτερους Λειτουργούς Μετανάστευσης, κ. Ανδρέα Κωνσταντίνου, κα Αγνή Παπαγεωργίου και κα Παναγιώτα Φωτίου, τις εξουσίες τις οποίες του παρέχουν τα Άρθρα 6(1)(στ) και (ζ), 14, 18ΙΣΤ, 18ΚΣΤ(4), (5) και (5Α), 18Π(1) και (3), 18ΠΑ και 18ΠΣΤ του Νόμου.
Συνιστά μέρος της εισήγησης της Δημοκρατίας πως δεν είναι εφαρμοστέα αυτή η ειδική εξουσιοδότηση για την παρούσα υπόθεση, αλλά πως, δυνάμει των πιο πάνω άρθρων και κανονισμών, η ειδική αυτή εξουσιοδότηση αφορούσε άλλες πράξεις εκ του νόμου. Η θέση της Δημοκρατίας είναι ότι ο Κ.19 σε συνάρτηση με το Άρθρο 180Γ και την παράγραφο (ι) του εδαφίου (1) του Άρθρου 20 του Νόμου επιτρέπει σε οποιοδήποτε Λειτουργό Μετανάστευσης να εκδώσει τέτοια απόφαση.
Θεωρούμε ότι δέον να διασαφηνιστεί το εξής. Η επίδικη επιστολή 13.9.25, στην ουσία της, περιλάμβανε ενσωματωμένες τέσσερις πράξεις:
(α) Διάγνωση πως το Ενδιαφερόμενο Μέρος ήταν απαγορευμένος μετανάστης,
(β) Απόφαση επιστροφής,
(γ) Διάταγμα απέλασης και
(δ) Διάταγμα κράτησης.
Η ένσταση περί αναρμοδιότητας πρωτοδίκως και κατ’ έφεση από το Ενδιαφερόμενο Μέρος αφορούσε το (α) ανωτέρω.
Καταρχάς σημειώνουμε πως, εφόσον το όλο θέμα αφορά ζήτημα της αρμοδιότητας του διοικητικού οργάνου, εμπίπτει στη σφαίρα της έννοιας της δημόσιας τάξης. Συνεπώς δεν υφίσταται δέσμευση ή περιορισμός του Δικαστηρίου μόνο στα επιχειρήματα των μερών, με την προϋπόθεση βεβαίως ότι όλα τα αναγκαία πραγματικά στοιχεία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Sigma Radio TV Ltd κ.ά. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ.134, Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου ν. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού (2002) 3 Α.Α.Δ.314 και Ευριδίκη Λάμπρου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, Ε.Δ.Δ.141/19, 9.10.24).
Παρατηρούμε πως εν πολλοίς οι τέσσερις πράξεις που περιεγράφηκαν πιο πάνω δύναται να ταυτίζονται. Συγκεκριμένα, δύναται να ταυτίζονται οι πράξεις (α) και (β) ανωτέρω εφόσον η απόφαση επιστροφής αναγκαστικά οφείλει να περιέχει διάγνωση της παρανομίας της παραμονής ενός αλλοδαπού. Το ίδιο συμβαίνει και με τις πράξεις (γ) και (δ) μεταξύ τους αλλά, και με επάλληλο τρόπο, και με τις πράξεις (α) και (β).
Στην κρινόμενη περίπτωση η εκ της Επίσημης Εφημερίδας εκχώρηση εξουσίας από το Υπουργικό Συμβούλιο (βλ. πιο πάνω) περιλαμβάνει σαφώς εξουσία προς τους Ανώτερους Λειτουργούς Μετανάστευσης ως προς την απόφαση απέλασης[1] (η οποία μπορεί να χαρακτηρισθεί ως υποχρεωτική απομάκρυνση) και για την κράτηση (Βλ. τα Άρθρα 14 και 18ΠΣΤ). Θυμίζουμε πως οι συγκεκριμένες εξουσίες ανήκουν στο Υπουργικό Συμβούλιο. Η εξουσιοδότηση λοιπόν αυτή είναι αναγκαία καθότι οι εξουσίες με βάση τα Άρθρα 14 και 18ΠΣΤ ανήκουν στο Υπουργικό Συμβούλιο και είναι το Υπουργικό Συμβούλιο που εκχωρεί τις εξουσίες στους συγκεκριμένους Ανώτερους Λειτουργούς Μετανάστευσης (μεταξύ των οποίων η κα Φωτίου).
Ωστόσο, για το θέμα της κήρυξης ατόμου ως απαγορευμένου μετανάστη και για την απόφαση επιστροφής δυνάμει του Άρθρου 18ΟΗ η εξουσία αυτή ανήκει στον Διευθυντή και όχι στο Υπουργικό Συμβούλιο, οπότε η συγκεκριμένη εκχώρηση δεν θα κάλυπτε το θέμα.
Παραμένει βεβαίως προς απάντηση το κατά πόσο ένας Λειτουργός Μετανάστευσης, ο οποίος ενεργεί εκ μέρους του Διευθυντή και υπογράφει εκ μέρους του, δύναται να προβεί στην απόφαση κήρυξης προσώπου ως απαγορευμένου μετανάστη χωρίς εκχώρηση από τον Διευθυντή.
Όσο για τη θέση της πλευράς της Δημοκρατίας ότι έχει σημασία όταν ο Λειτουργός υπογράφει «για τον Διευθυντή» και ότι αυτό θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι δεν είναι αναγκαία η εκχώρηση, θα πούμε το αυτονόητο: εφόσον ο Νόμος εναποθέτει συγκεκριμένη εξουσία σε συγκεκριμένο όργανο, η εκχώρηση είναι απαραίτητη νοουμένου ότι κάτι τέτοιο επιτρέπεται εκ του Νόμου. Ακριβώς όπως συμβαίνει στην κρινόμενη περίπτωση. (Βλ. τα συναφώς λεχθέντα στη Δημοκρατία ν. Κορδάλη, Ε.Δ.Δ.122/20, 26.3.25).
Είναι δεδομένο ότι ο Διευθυντής δύναται να εξουσιοδοτήσει άλλο πρόσωπο, το οποίο κατέχει αρμόδια θέση στην υπηρεσία του, να ασκήσει τις εξουσίες εκ μέρους του εφόσον τούτο ρητώς ο Νόμος το επιτρέπει δυνάμει του Άρθρου 4(2).
Εφαρμόζεται βεβαίως στις περιπτώσεις αυτές το τεκμήριο της κανονικότητας, όμως αυτό δεν αναιρεί την ανάγκη ύπαρξης γραπτής εξουσιοδότησης και παρουσίασής της, εφόσον η αρμοδιότητα αμφισβητείται.
Στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπουργείου Οικονομικών κ.ά. ν. A.H.T. Advances Heating Technologies, ΕΔΔ αρ. 63/18, ημερ. 11.1.24, αναφέρονται τα εξής:
«Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι μια διοικητική πράξη για να είναι έγκυρη πρέπει να απορρέει από το αρμόδιο διοικητικό όργανο. Η έλλειψη αρμοδιότητας από το όργανο που εξέδωσε την απόφαση συνιστά λόγο ακύρωσης (Βλ. Σβανάς ν. Δημοκρατίας (2011) 3Β Α.Α.Δ. 576). Όπως δε έχει υποδειχθεί στην Dolidze κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 539, η απουσία εξουσιοδότησης προς το πρόσωπο το οποίο εξέδωσε την απόφαση οδηγεί σε ακύρωση της απόφασης λόγω αναρμοδιότητας του οργάνου.»
Πρέπει να τονίσουμε πως ο Ν.4(Ι)/2025 εισήγαγε θεμελιώδεις τροποποιήσεις στο Νόμο.
Είναι αρκετό να αναφέρουμε πως πριν την τροποποίηση η αποδιδόμενη ερμηνεία στην έννοια «Ανώτερος Λειτουργός Μετανάστευσης» σήμαινε τον «Υπουργό Εσωτερικών» (Άρθρο 2(1)), ενώ με την τροποποίηση του 2025 διαγράφεται ο όρος «Ανώτερος Λειτουργός Μετανάστευσης» και προστίθεται ο όρος «Υφυπουργός Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας παρά τω Προέδρω» ή «Υφυπουργός».
Εν γένει μετατίθενται οι αρμοδιότητες του Νόμου από τον Υπουργό Εσωτερικών προς τον Υφυπουργό Μετανάστευσης, ενώ όπως σημειώσαμε και πιο πάνω, πολλές εξουσίες ανατίθενται στο Υπουργικό Συμβούλιο ή στον Υφυπουργό ή στον Διευθυντή ανάλογα, οι οποίοι δύνανται να μεταβιβάσουν την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας τους σύμφωνα με το ως άνω Άρθρο 4 του Νόμου ως έχει τροποποιηθεί.
Οι ευρείες αυτές αναδιατάξεις που φέρει ο τροποποιητικός Νόμος καθιστούν ουσιαστικά ανενεργή την έννοια του Λειτουργού Μετανάστευσης που υφίσταται στον Κ.19 των Κανονισμών, χωρίς βεβαίως να επηρεάζουν την προνοούμενη στον ίδιο κανονισμό υποχρέωση επίδοσης στον παράνομο αλλοδαπό, σχετικής ειδοποίησης.
Όπως αναφέραμε δε πιο πάνω, οι τέσσερις πράξεις-αποφάσεις που στην ουσία απασχολούν, εκτός από επάλληλες, ενέχουν εμπλοκή αρμοδιοτήτων διαφόρων φορέων είτε κυρίως του Υπουργικού Συμβουλίου είτε του Διευθυντή. Συνεπώς, πρέπει η κάθε ξεχωριστή – έστω και επάλληλη – πράξη να εκδιδόταν από αρμόδιο πρόσωπο ή να υπήρχε σχετική εξουσιοδότηση, ως ο νόμος ορίζει.
Δεν προκύπτει από τη συνολική ερμηνεία των πιο πάνω άρθρων, παρά τη διαφοροποίηση των φορέων εξουσίας ως προς τις εκδιδόμενες πράξεις δυνάμει των άρθρων που ενδιαφέρουν ήτοι εν προκειμένω την απόφαση επιστροφής, ότι θα μπορούσε Λειτουργός Μετανάστευσης να ενεργεί χωρίς εκχώρηση εξουσίας ή εξουσιοδότηση από τον Διευθυντή.
Η Δημοκρατία επικαλέστηκε τα Σχέδια Υπηρεσίας των Λειτουργών του ως άνω τμήματος για να πείσει για το αντίθετο. Δεν θεωρούμε ότι αυτό είναι βάσιμο. Στην απουσία νομοθετικής πρόβλεψης δεν μπορούν να θεμελιωθούν εξουσίες ή η άσκηση τους με τέτοιο τρόπο.
Το δε σχετικό Άρθρο 4(2) του Νόμου, διέπεται ακριβώς από την ενότητα του τμήματος το οποίο δεν μπορεί να «λειτουργεί» πάντα μέσω του Διευθυντή του, αλλά παρέχει τη δυνατότητα ανάθεσης κάποιων από τις εξουσίες του σε λειτουργούς του τμήματός του. Και αυτό βεβαίως δύναται να γίνει και με γενική εξουσιοδότηση.
Με βάση την αρνητική απάντησή μας στο τεθέν ερώτημα, η απόφαση του Εφετείου παραμένει αμετάβλητη.
Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας (περιλαμβανομένων αυτών της αίτησης για χορήγηση αδείας), εκ ποσού €3.000-, πλέον ΦΠΑ, εάν υπάρχει, επιδικάζονται υπέρ του Ενδιαφερόμενου Μέρους.
Α. Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Π.
Τ. Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.
Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.
Ν. Γ. ΣΑΝΤΗΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.
Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.
ΗΛ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.
Μ. ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ.
/Σ.Θ.
[1] Βλ. το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη, Β’ Έκδοση, 2006, απέλαση, πολιτική πράξη, με την οποία ξένος υπήκοος (συνήθως παράνομος αλλοδαπός) απομακρύνεται υποχρεωτικά από μια χώρα χωρίς δικαίωμα επανόδου ως πρόσωπο ανεπιθύμητο (Persona non grata) ή επικίνδυνο.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο