ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Άρθρο 23(3)(γ) του Ν. 33/64 - Μεταβατικές Διατάξεις)
(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 48/2021)
23 Ιουλίου, 2026
[ΣΑΝΤΗΣ, ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ
1. ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
2. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
3. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΗΣΕΩΣ
Εφεσείοντες,
ν.
ΝΙΚΟΥ ΣΑΒΒΙΔΗ
Εφεσίβλητου
______________________
Θ. Πιπερή-Χριστοδούλου (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Εφεσείοντες.
Θ. Χατζηγεωργίου, για Δράκο & Ευθυμίου ΔΕΠΕ και Θ. Χατζηγεωργίου, για τον Εφεσίβλητο.
______________________
ΣΑΝΤΗΣ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί
από την Καλλιγέρου, Δ.
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ.: Ο εφεσίβλητος υπήρξε κατά το έτος 1974 ιδιοκτήτης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής [ ], Φύλλο/Σχέδιο ΧΧΙ/[ ] στο χωριό Αγλαντζιά. Το ακίνητο απαλλοτριώθηκε βάσει γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης, Αρ. 289, ημερομηνίας 10/5/1974, και του μεταγενέστερου διατάγματος απαλλοτρίωσης, Αρ. 111, ημερομηνίας 14/2/1975. Η απαλλοτρίωση αφορούσε οκτώ τεμάχια για σκοπούς δημιουργίας οδικής αρτηρίας πρωταρχικής σημασίας συνδέουσας την περιοχή Αθαλάσσας και Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου με τη Βιομηχανική Ζώνη Καϊμακλίου-Παλλουριώτισσας και τη γύρω περιοχή στη Λευκωσία.
Πρωτόδικα προσβλήθηκε από τον εφεσίβλητο, το έτος 2017, η άρνηση και/ή παράλειψη των Καθ’ ων η αίτηση να ανακαλέσουν την απαλλοτρίωση και να του επιστρέψουν το επίδικο τεμάχιο, καθότι αυτό δεν είχε χρησιμοποιηθεί μέσα στα καθοριζόμενα από το Σύνταγμα και τον νόμο χρονικά περιθώρια και/ή ο σκοπός για τον οποίο απαλλοτριώθηκε κατέστη ανέφικτος.
Το Διοικητικό Δικαστήριο εξέδωσε ακυρωτική απόφαση, καταλήγοντας ότι έλαβε υπόψη τα δεδομένα που είχε ενώπιόν του και το χρονικό διάστημα των 43 ετών που είχε παρέλθει, χωρίς να αξιοποιηθεί το τεμάχιο, χρονικό διάστημα που θεώρησε ακραίο όριο ευλόγου χρόνου για την εκπλήρωση του σκοπού της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του τεμαχίου, η πραγμάτωση του οποίου παρέμεινε χρονικά ασαφής και απροσδιόριστη. Σημείωσε, ότι με βάση τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η Καθ’ ης η αίτηση υπείχε δέσμιας αρμοδιότητας να ικανοποιήσει το αίτημα των αιτητών και να ανακαλέσει το επίδικο διάταγμα απαλλοτρίωσης και κατέληξε πως η προσβαλλόμενη πράξη, ως άρνηση ικανοποίησης ή απόρριψης του αιτήματος των αιτητών για επιστροφή του τεμαχίου ήταν παράνομη.
Η ορθότητα της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου αμφισβητήθηκε με την καταχώριση της ενώπιόν μας έφεσης από τους εφεσείοντες. Προβλήθηκαν τέσσερις λόγοι έφεσης.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης υποστηρίχθηκε πως λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο ακύρωσε την προσβαλλόμενη στο αίτημα θεραπείας της προσφυγής «παράλειψη ανάκλησης απαλλοτρίωσης», ως παράλειψη επιστροφής απαλλοτριωθέντος, καθότι δεν νοείται τέτοια θεραπεία, είτε υπό την οπτική του δικαίου, είτε από την οπτική της διοικητικής δικονομίας, τούτο δε χωρίς οιαδήποτε τροποποίηση του αιτήματος θεραπείας από μέρους των Αιτητών. Κατά τη σχετική εισήγηση, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε, διαστέλλοντας και/ή τροποποιώντας και/ή ερμηνεύοντας αυτεπαγγέλτως και/ή χωρίς εξουσία το δικόγραφο της προσφυγής και συγκεκριμένα το αίτημα θεραπεία, ότι «… αυτό που κατ’ ουσίαν ζητείται είναι η επιστροφή του τεμαχίου και η επανάκτηση της ιδιοκτησίας…».
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης αμφισβητείται η ορθότητα της απόφασης ακύρωσης της προσβαλλόμενης παράλειψης επιστροφής της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του Νόμου και του Συντάγματος.
Σε συνάρτηση με τον δεύτερο είναι και ο τρίτος λόγος έφεσης, που αφορά το ίδιο ζήτημα. Λανθασμένα κατά τους εφεσείοντες το πρωτόδικο Δικαστήριο ακύρωσε την προσβαλλόμενη παράλειψη επιστροφής απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας, επειδή δεν στάθμισε καθόλου και/ή δεν στάθμισε δεόντως στην απόφασή του τους ισχυρισμούς των εφεσειόντων, ότι η ίδια η φύση του επιδιωκόμενου έργου επέβαλλε όπως τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης εξετάζονταν και αξιολογούνταν στη βάση ακριβώς αυτών των ιδιαιτεροτήτων τους, κατά την υπαγωγή τους στον κανόνα δικαίου.
Και ο τέταρτος λόγος έφεσης αφορά τα δεδομένα που δεν αξιολογήθηκαν δεόντως. Σύμφωνα με τους εφεσείοντες, «το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν στάθμισε καθόλου και/ή δεν στάθμισε δεόντως στην απόφασή του το δικό τους επιχείρημα, ότι είναι αδύνατη και/ή συγκρούεται με την κοινή λογική η θέση ότι είναι επιλήψιμος σχεδιασμός που επειδή μακροχρόνια στοχεύει στην δημιουργία δρόμου πρωταρχικής σημασίας και/ή κύριας οδού με 4 λωρίδες θα πρέπει να απαλλοτριώνονται μόνο οι δύο, εκ μόνου του λόγου ότι αυτές θα κατασκευαστούν πρώτες, καθότι αυτή η θέση είναι και αντινομική και παράλογη.»
Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ιερωνυμίδου και άλλη ν. Δημοκρατίας (1990) 3(Δ) Α.Α.Δ. 2589 - που αφορούσε σε προσφυγές των εκεί αιτητών για το ίδιο με το εδώ επίδικο Διάταγμα Απαλλοτρίωσης αρ. 289 και τα τρία από τα οκτώ απαλλοτριωθέντα ακίνητα, γειτονικά του επίδικου - οι εκεί αιτήτριες αιτήθηκαν την επιστροφή των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, λόγω της μη επίτευξης του σκοπού της απαλλοτρίωσης, παρά το γεγονός ότι είχαν περάσει τότε 16 χρόνια από την απαλλοτρίωση. Το Δικαστήριο (υπό μονομελή τότε σύνθεση) απέρριψε την προσφυγή, με το σκεπτικό ότι η διοίκηση έδειχνε, με όσα λέχθηκαν στο Δικαστήριο, να επιθυμεί να προχωρήσει με την όδευση που αφορούσε τα απαλλοτριωθέντα και δεν αποδείχθηκε πως ο σκοπός της απαλλοτρίωσης «κατέστη ανέφικτος» σύμφωνα με το Άρθρο 23.5 του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει την υποχρέωση της απαλλοτριούσας Αρχής να προσφέρει στον πρώην ιδιοκτήτη το απαλλοτριωθέν ακίνητο, υπό προϋποθέσεις.[1]
Στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ζήνων Ευθυμιάδης Εστέιτς Λτδ ν. Δημοκρατίας, (2006) 3 Α.Α.Δ. 166, έγινε εκτενής ανασκόπιση της νομολογίας σε σχέση με την ερμηνεία του Άρθρου 23.5 του Συντάγματος. Αποφασίστηκε, πως δεν αρκούσε η επιθυμία της Διοίκησης να εκτελέσει το έργο στο μέλλον, αλλά αυτή η επιθυμία και/ή πρόθεση θα έπρεπε να έχει εκφραστεί με ενέργειες.
Αξίζει να αναφερθεί πως στην Ζήνων Ευθυμιάδης (ανωτέρω), έγινε αναφορά και στην πιο πάνω απόφαση Ιερωνυμίδου και Άλλη (ανωτέρω) και κρίθηκε πως η ερμηνεία που δόθηκε στο Άρθρο 23.5 του Συντάγματος ήταν εσφαλμένη, όπως και σε άλλες αποφάσεις στο παρελθόν. Η Πλήρης Ολομέλεια, παραμερίζοντας την εκεί πρωτόδικη δικαστική απόφαση, κατέγραψε τα ακόλουθα δεσμευτικά σε σχέση με το ζήτημα αυτό:
«Δυστυχώς η ορολογία[2] επανελήφθη από τον Α. Λοΐζου, Π., στην Ιερωνυμίδου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 ΑΑΔ 2590, αφού, αν και παρετέθη και πάλι το ανωτέρω απόσπασμα από την Kaniklides, ελέχθη ότι (σ. 2594):
"Στην παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι «ο σκοπός κατέστη ανέφικτος». Αντίθετα είναι φανερό ότι ένα μεγάλο μέρος του έργου για το οποίο έγινε η απαλλοτρίωση έχει συμπληρωθεί και ασφαλώς θα συμπληρωθεί και το υπόλοιπο μέρος, όπως λογικά εξάγεται από την έκταση των μέχρι τώρα εργασιών, των υπευθύνων δηλώσεων των ιθυνόντων για τις προθέσεις της διοικήσεως αλλά και από την ίδια τη φύση του έργου, η δε σταδιακή εκτέλεσή του δεν μπορεί παρά να είναι ζήτημα οικονομικού προγραμματισμού. Το ότι παρουσιάσθηκαν κάποια προβλήματα ένεκα επεμβάσεων στην περιοχή του Ρ.Ι.Κ. δε σημαίνει ότι στον κατάλληλο χρόνο δεν μπορούν να κατεδαφιστούν οι επεμβάσεις αυτές."
Ομοίως, στην Τσαγγαρίδη κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 ΑΑΔ 3392, ο Πικής, Δ. (ως ήτο τότε), θεώρησε ότι (σ. 3396):
"Το ερώτημα το οποίο πρέπει να απαντήσουμε για επίλυση του επίδικου θέματος είναι αν ο σκοπός για τον οποίο έγινε η απαλλοτρίωση έχει καταστεί ανέφικτος."
Ανάλογες αναφορές στο ότι ο σκοπός της απαλλοτρίωσης δεν εγκατελείφθη ή δεν κατέστη ανέφικτος συναντώνται και σε άλλη νομολογία (ίδε: Χριστοφή ν. Δημοκρατίας (1991) 3 ΑΑΔ 4076, Κιτρομηλίδη κ.α. ν. Δημοκρατίας (1998) 3 ΑΑΔ 177, Αντωνίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Πρ. 1513/97, 17.7.2000).
Η ανησυχία για την εξέλιξη αυτή εκφράστηκε από το Νικολαΐδη, Δ., στην υπόθεση Συμεωνίδη ν. Δημοκρατίας 641/99, 15.9.2000. Παρατηρώντας ότι η νομολογία, στην οποία και αναφέρθηκε εκτενώς, ουσιαστικά κατέστησε ως κριτήριο το κατά πόσο ο σκοπός της απαλλοτρίωσης δεν έχει εγκαταλειφθεί ή δεν έχει καταστεί ανέφικτος, ο Νικολαΐδης, Δ., είπε τα εξής (σ. 5-7):
"Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι δεσμευτική. Όμως, με όλο το σεβασμό, είμαι αναγκασμένος να εκφράσω επιφυλάξεις για το εύρος της ερμηνείας που δόθηκε τόσο στο Άρθρο 23.5 του Συντάγματος, όσο και στην υπόθεση Kaniklides v. Republic, ανωτέρω. Νομίζω ότι όταν το Σύνταγμα αξιώνει επιστροφή του απαλλοτριωθέντος αν μέσα σε τρία χρόνια δεν καταστεί εφικτός ο σκοπός της απαλλοτρίωσης δεν εννοεί εγκατάλειψη του σκοπού. Μια τέτοια ερμηνεία ουσιαστικά αδρανοποιεί τη συνταγματική επιταγή για επιστροφή του απαλλοτριωθέντος κτήματος μέσα στην προθεσμία των τριών χρόνων.
Νομίζω ότι η σωστή ερμηνεία της υπόθεσης Kaniklides είναι ότι θα πρέπει η απαλλοτριούσα αρχή, μέσα στα τρία χρόνια που προβλέπονται από το Σύνταγμα, να λάβει ουσιαστικά μέτρα που να καθιστούν το σκοπό της απαλλοτρίωσης εφικτό, δηλαδή υλοποιήσιμο μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα.
Αυτή η ερμηνεία συνάδει και με το όλο πνεύμα του Άρθρου 23 που προστατεύει την ατομική ιδιοκτησία, η στέρηση της οποίας, κυρίως με απαλλοτρίωση, επιτρέπεται κάτω από πολύ αυστηρούς όρους και για τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του Άρθρου 23."
Ο Νικολαΐδης, Δ., υπέδειξε εξ άλλου ότι η προσέγγιση αυτή συνάδει και με την αντίληψη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως προς το εύλογο του χρόνου που επιτρέπεται στο κράτος στα πλαίσια ενεργειών που συνιστούν στέρηση ιδιοκτησίας με κριτήριο τη διατήρηση της αναγκαίας ισορροπίας που προϋποθέτει η αρχή της αναλογικότητας, η σημασία της οποίας τονίσθηκε και στις υποθέσεις Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας, Πρ. 926/2002, 17.12.2003 και ΕΤΚΟ Λτδ ν. Δημοκρατίας, Πρ. 260/2002, 9.1.2004.
Συμμεριζόμαστε την ανησυχία που εκφράστηκε στη Συμεωνίδης και φρονούμε ότι η παραπομπή στο εφικτά υλοποιήσιμο του σκοπού της απαλλοτρίωσης αποκαθιστά την ορθή διατύπωση του συνταγματικού κριτηρίου η οποία συναρτά την εφαρμογή του Άρθρου 23.5 προς τη διαρκή υποχρέωση της διοίκησης να χρησιμοποιήσει το κτήμα για το σκοπό για τον οποίο απαλλοτριώθηκε και έτσι να καθιστά συνεχώς, και βεβαίως όχι μόνο μέσα στην περίοδο των τριών ετών από την απαλλοτρίωση, εφικτά πραγματοποιήσιμο το σκοπό αυτό. Το να τίθεται το ερώτημα με άλλους όρους, δηλαδή κατά πόσο ο σκοπός της απαλλοτρίωσης εγκατελείφθη ή δεν κατέστη ανέφικτος, δεν συνιστά απλώς αλλαγή έμφασης αλλά εμπεριέχει τον κίνδυνο να διολισθήσει η διερεύνηση από τα πραγματικά αντικειμενικά δεδομένα που διέπουν το εφικτά πραγματοποιήσιμο του σκοπού σε πεδίο όχι πολύ πέραν των υποκειμενικών διαθέσεων της διοίκησης με ανάλογες συνέπειες, ως εκ της προκύπτουσας διαφοροποίησης του επιπέδου των απαιτούμενων ενεργειών της διοίκησης, στο αποτέλεσμα της όποιας συγκεκριμένης υπόθεσης. Το βάρος στον πρώην ιδιοκτήτη δεν είναι να αποδείξει ότι ο σκοπός της απαλλοτρίωσης εγκατελείφθη ή δεν κατέστη ανέφικτος, αλλά ότι η διοίκηση δεν προέβη στις ενέργειες εκείνες που, αναλόγως βεβαίως της περίπτωσης, θα εκρίνοντο ευλόγως αναγκαίες προς υλοποίηση του έργου. Η σαφής ορολογία του Άρθρου 23.5 αντανακλά δεόντως την αντίληψη μας για την ουσιαστική διάσταση του όπως την έχουμε εκφράσει.
[...]
Ο φάκελος δεν παρέχει περαιτέρω πληροφόρηση για την πορεία του θέματος έκτοτε.
Με αυτά τα δεδομένα, οδηγούμεθα στην κατάληξη ότι είναι ορθή η θέση της Εφεσείουσας. Η αρχιτεκτονική μελέτη για το έργο για το οποίο είχε γίνει η απαλλοτρίωση και που ετοιμάσθηκε το 1996, τέσσερα δηλαδή χρόνια μετά την απαλλοτρίωση, δεν είχε οποιοδήποτε αντίκρισμα στη συνέχεια. Αλλά ούτε και το 1998 που η Εφεσείουσα ζήτησε να της επιστραφεί το κτήμα και το 1999 που το αίτημα της απερρίφθη φάνηκε να υπήρξε οποιαδήποτε κινητικότητα. Η αόριστη αναφορά στην απάντηση που της εδόθη ότι ο σκοπός της απαλλοτρίωσης δεν είχε εγκαταλειφθεί αλλά εξακολουθούσε να ισχύει δεν ήταν, αντικειμενικώς βεβαίως κρινόμενη, παρά μόνο τυποποιημένη αναφορά σε επιθυμία της διοίκησης να ανεγείρει, σε κάποιο αβέβαιο μελλοντικό στάδιο, το Τυπογραφείο στον εν λόγω χώρο. Και όχι μόνο αυτά. Με δεδομένη από το 1996 την ένταξη του κτήματος στην οικιστική ζώνη, ουδεμία ενέργεια έγινε προς την τροχιοδρόμηση των διαδικασιών που προνοούνται στο Τοπικό Σχέδιο για εξασφάλιση των δυνατοτήτων τέτοιας ανάπτυξης. Ούτε βεβαίως υπήρξε ποτέ πρόβλεψη για το έργο στον Προϋπολογισμό. Απεναντίας, φαίνεται να υπήρχαν ακόμα αβεβαιότητες αναφορικά με το όλο έργο ακόμα και μετά την αρνητική απάντηση της 16.4.1999 και την καταχώρηση της προσφυγής το 2000. Στη σύσκεψη της 8.11.2000 διαπιστώθηκε ότι τα υφιστάμενα σχέδια δεν ήσαν ικανοποιητικά και ετέθη ευθέως θέμα κατά πόσο ενδείκνυτο να προχωρήσει το πράγμα στη βάση των εν λόγω σχεδίων σε συνάρτηση με τις ανάγκες για την επόμενη δεκαετία αλλά και εικοσαετία καθώς και θέμα εκτίμησης της δαπάνης του έργου. Ακόμα δε και η ανάγκη για ετοιμασία νέων προσχεδίων από το Τμήμα Δημοσίων Έργων στη συνέχεια είναι χαρακτηριστική της όλης πορείας του πράγματος. Προκύπτει ακόμα σε αυτό το στάδιο και θέμα ανέγερσης του Τυπογραφείου στον εν λόγω χώρο ή στέγασης του σε άλλο χώρο, δηλαδή στο υφιστάμενο εργοστάσιο στην Κοκκινοτριμιθιά. Με κατάληξη την τελευταία συνεδρία της 31.10.2001, όπου ο ίδιος ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών θέτει ευθέως το ερώτημα αν θα πρέπει να προχωρήσει η ανέγερση του Τυπογραφείου στον εν λόγω χώρο ή αν υπάρχει και θα διερευνηθεί άλλη πιο εξυπηρετική και συμφέρουσα λύση, όπως η αγορά έτοιμου κτιρίου του απαιτούμενου μεγέθους, αλλά και το Τμήμα Προγραμματισμού δεν τοποθετείται επί του αν θα πρέπει να προχωρήσει η ανέγερση του Τυπογραφείου στον εν λόγω χώρο αφού ακόμα δεν έχει διευκρινισθεί αν το κτίριο των Κωφαλάλων στην Κοκκινοτριμιθιά μπορεί να προσφέρεται ως άλλη λύση. Και τέλος η τελεία έλλειψη οποιασδήποτε άλλης ενέργειας έκτοτε.
Με όλα αυτά υπ΄όψη όντως μπορεί να συναχθεί ότι ο σκοπός της απαλλοτρίωσης δεν έχει καταστεί εφικτός. Όχι μόνο μέσα σε τρία χρόνια μετά από την απαλλοτρίωση αλλά ούτε και μέχρι την ημέρα που απερρίφθη το αίτημα της Εφεσείουσας για επιστροφή του κτήματος ή που κατεχωρήθη η προσφυγή και ακόμα, αν αυτό ήταν σχετικό, ούτε μέχρι σήμερα. Κατακράτηση του κτήματος από τη Δημοκρατία υπό αυτές τις συνθήκες θα ισοδυναμούσε με εσαεί δέσμευση του εν αναμονή και σε περίπτωση που το κράτος θα απεφάσιζε οποτεδήποτε να οριστικοποιήσει και υλοποιήσει την πρόθεση του να το χρησιμοποιήσει για την ανέγερση του Τυπογραφείου. Αυτό θα ήταν έξω από τα πλαίσια του σκοπού της απαλλοτρίωσης, το εφικτό του οποίου ασφαλώς κρίνεται σε συνάρτηση με τα δεδομένα της απαλλοτρίωσης, και θα απέληγε σε προσπορισμό αδικαιολόγητου οφέλους στο κράτος και πρόκληση αντίστοιχης αδικίας στον ιδιοκτήτη αν, ως συνήθως, η αξία του κτήματος έχει εν τω μεταξύ αυξηθεί. Είναι χαρακτηριστική η επισήμανση που γίνεται σε επιστολή του Τυπογραφείου προς το Υπουργείο Οικονομικών ημερομηνίας 11.2.1999 ότι, αν δεν υλοποιηθεί το έργο και ο ιδιοκτήτης επανακτήσει το κτήμα,
"Μια τέτοια εξέλιξη θα έχει έντονα επιζήμιες επιπτώσεις για την Κυβέρνηση γιατί το κράτος θα απωλέσει μια πολύ μεγάλη περιουσία της οποίας η αξία έχει πολλαπλασιαστεί από την ημερομηνία απόκτησης της, προς όφελος των πρώην ιδιοκτητών των συγκεκριμένων τεμαχίων γης."
Το πράγμα είναι βεβαίως αντιστρόφως που πρέπει να τίθεται, αφού το ίδιο το Σύνταγμα, αφαιρώντας μεν το δικαίωμα ιδιοκτησίας με την απαλλοτρίωση, συγχρόνως δημιουργεί το δικαίωμα επανάκτησης του κτήματος υπό τις προϋποθέσεις του Συντάγματος και του νόμου.
Η έφεση λοιπόν επιτυγχάνει και η εφεσιβαλλόμενη απόφαση παραμερίζεται. Η παράλειψη της Δημοκρατίας να ακολουθήσει τη διαδικασία του άρθρου 23.5 του Συντάγματος και του άρθρου 15 του Ν. 15/62 κηρύσσεται άκυρη και παν το παραλειφθέν ως προς τούτο δέον όπως εκτελεσθεί […]». (οι εμφάσεις είναι δικές μας)
Σε ό,τι αφορά στον πρώτο λόγο έφεσης, αυτός απορρίπτεται. Ήταν εύκολο να γίνει αντιληπτό και από το Δικαστήριο και από τους διάδικους, ότι ο εφεσίβλητος ζητούσε να ακυρωθεί η παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας και/ή απόφασης μη επιστροφής του απαλλοτριωθέντος.
Άλλωστε, στη Ζήνων Ευθυμιάδης (ανωτέρω) η Πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί η προσφυγή, έχοντας ενώπιόν της ένα ακριβώς ίδιο αίτημα θεραπείας της προσφυγής, το οποίο παρατέθηκε στο κείμενο της απόφασης, χωρίς να θεωρηθεί από την Ολομέλεια πως αιτούντο οι εκεί αιτητές ο,τιδήποτε άλλο πέραν της επιστροφής του απαλλοτριωθέντος, δυνάμει του Άρθρου 23.5 του Συντάγματος. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα της Ζήνων Ευθυμιάδης (ανωτέρω), σχετικά με το ζήτημα της αιτούμενης θεραπείας στην προσφυγή:
«Στις 19.7.2000 η Εφεσείουσα κατεχώρησε προσφυγή ζητώντας την ακόλουθη θεραπεία:
"Δήλωση και ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η άρνηση και ή παράλειψη των καθ΄ων η αίτηση να ανακαλέσουν την απαλλοτρίωση και να επιστρέψουν στους αιτητές το κτήμα υπ΄αρ. εγγραφής Η207 τεμάχιο 2457 στον Στρόβολο, το οποίο απαλλοτριώθη για σκοπούς ανέγερσης του Κυβερνητικού Τυπογραφείου, πλην όμως τούτο δεν έχει χρησιμοποιηθεί μέσα στα καθοριζόμενα από το σύνταγμα και το νόμο χρονικά περιθώρια και ή ο σκοπός για τον οποίο απαλλοτριώθη κατέστη ανέφικτος, είναι άκυρη και ή παράνομη και ή ελήφθη καθ΄υπέρβαση εξουσίας."
Ο δεύτερος, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγοι έφεσης είναι συναφείς και θα εξεταστούν μαζί. Ο Δικαστής είχε ενώπιόν του και αποτίμησε στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του όλες τις εξελίξεις που είχαν σημειωθεί μέχρι και την ημέρα καταχώρισης της προσφυγής, με τη σχετική αναφορά στο Τοπικό Σχέδιο Λευκωσίας του 1996 και τον εκεί σχεδιασμό για τον δρόμο πρωταρχικής σημασίας και τους χάρτες, τις συνεδριάσεις που γίνονταν με σκοπό την ανταλλαγή απόψεων και τις αντιδράσεις που προέκυψαν από τους κατοίκους για την διέλευση του δρόμου μέσω του δάσους της Αθαλάσσας, την ετοιμασία σχεδίου από την Πολεοδομία με μειωμένα γεωμετρικά χαρακτηριστικά, που εγκρίθηκε το 2010 από την Επιτροπή Περιβάλλοντος, με ουσιώδεις όρους για την υλοποίηση του έργου, χωρίς όμως μέχρι την έκδοση της πρωτόδικης δικαστικής απόφασης, αλλά μέχρι και σήμερα, σύμφωνα με όσα έχουν τεθεί ενώπιόν μας, να υπάρχει οποιαδήποτε ενέργεια προς υλοποίηση του σκοπού της απαλλοτρίωσης.
Οι αναφορές σε νομολογία, σύμφωνα με την οποία το έργο θα πρέπει να εξετάζεται ως σύνολο και όχι μεμονωμένα για ένα μέρος της απαλλοτριωθείσας περιουσίας το οποίο δεν αξιοποιήθηκε, την οποία επικαλέστηκαν οι εφεσείοντες, δεν είναι σχετικές, καθότι προκύπτει πως δεν έγιναν καθόλου ενέργειες προς υλοποίηση του σκοπού της απαλλοτρίωσης σε σχέση με το επίδικο ακίνητο και τα γειτονικά αυτού. Επρόκειτο για ένα μέρος όδευσης που σχεδιάστηκε για τη νότια περιοχή του Ρ.Ι.Κ., σε συνέχεια αυτής που είχε ήδη κατασκευαστεί επίσης στη νότια πλευρά στα πλαίσια πολεοδομικού σχεδιασμού, χωρίς να έχει γίνει οποιαδήποτε εργασία στα απαλλοτριωθέντα ακίνητα από το έτος 1974 και για 43 χρόνια από την απαλλοτρίωση μέχρι και την καταχώριση της προσφυγής. Η επίκληση της κοινής λογικής που εισηγούνται οι εφεσείοντες πως πρέπει να καθοδηγήσει στην ερμηνεία του Άρθρου 23.5 του Συντάγματος, δεν μπορεί να έχει θέση εδώ, διότι το Σύνταγμα, όπως τόνισε και η Πλήρης Ολομέλεια στη Ζήνων Ευθυμιάδης (ανωτέρω), με τον ίδιο τρόπο που επιτρέπει υπό αυστηρές προϋποθέσεις την στέρηση της ιδιοκτησίας, κατά τον ίδιο τρόπο επιβάλλει την υποχρέωση επιστροφής του απαλλοτριωθέντος, αν ο σκοπός της απαλλοτρίωσης δεν καταστεί εφικτός εντός τριών ετών από την απαλλοτρίωση.
Σχετική είναι και η Νικολούδης ν. Δημοκρατίας (2015) 3 Α.Α.Δ. 187, στην οποία η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου δικαίωσε τον εφεσείοντα που είχε αιτηθεί την επιστροφή μέρους του ακινήτου του, το οποίο δεν χρησιμοποιήθηκε για χρόνια για την επίτευξη του σκοπού της απαλλοτρίωσης. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα:
«Η νομολογία στο θέμα των απαλλοτριώσεων και της εκ των υστέρων επιδίωξης επιστροφής απαλλοτριωθέντος τεμαχίου γης, έχει αποκρυσταλλωθεί ιδιαίτερα μετά την απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στην υπόθεση Ζήνων Ευθυμιάδης Estates Ltd v. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 166. Η απόφαση αυτή έχει ερμηνεύσει τη συνταγματική διάταξη του Άρθρου 23.5 ως προς την έννοια του εφικτά υλοποιήσιμου του σκοπού της απαλλοτρίωσης, συναρτώντας την υποχρέωση της διοίκησης να επιστρέψει ακίνητη ιδιοκτησία που δεν χρησιμοποιείται, όχι μόνο εντός των τριών ετών που καθορίζει η εν λόγω πρόνοια, αλλά και σε οποιονδήποτε μεταγενέστερο χρόνο εφόσον η υποχρέωση της Δημοκρατίας είναι εν προκειμένω διαρκής, (δέστε και Γεωργιάδη κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2015) 3, ECLI:CY:AD:2015:C167A.A.Δ. 56). Περαιτέρω, έχει αποσαφηνιστεί ότι οι σκοποί που αναφέρονται στη Γνωστοποίηση Απαλλοτρίωσης συνεξετάζονται με το περιεχόμενο της μελέτης ή σχεδίου που αποτελούν προϋπόθεση για την έκδοση του διατάγματος απαλλοτρίωσης. Η διοίκηση δεν προχωρά σε απαλλοτρίωση πριν να εξετάσει τα σχέδια που δείχνουν τη φύση, την έκταση και τις ανάγκες του έργου για το οποίο και γίνεται η απαλλοτρίωση. Ταυτόχρονα, η απαλλοτριούσα αρχή οφείλει να εξετάζει και τις δυνατότητες πραγμάτωσης του σκοπού της απαλλοτρίωσης και είναι υπό αυτό το δεδομένο που καθίσταται αναγκαία η ετοιμασία προηγούμενης ολοκληρωμένης σχετικής μελέτης, (δέστε σχετικά Glyki v. Municipal Corporation of Famagusta (1967) 3 C.L.R. 677, Σπύρου ν. Δημοτικού Συμβουλίου Κάτω Πολεμιδιών (1998) 3 Α.Α.Δ. 307, Καραολή ν. Υπουργείου Εσωτερικών (2004) 3 Α.Α.Δ. 76 και Χωματένος ν. Δήμου Ιδαλίου (2009) 3 Α.Α.Δ. 13).
Όντως η επιλογή της γης, η προώθηση της απαλλοτρίωσης και η κρίση της αρμοδίας αρχής σε σχέση με την όλη αναγκαιότητα του επιδιωκόμενου έργου, αποτελούν ζητήματα κατ' εξοχήν διοικητικής φύσεως και ταυτόχρονα τεχνικά θέματα, στα οποία το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει, (Πιερίδη ν. Δημοκρατίας (2007) 3 Α.Α.Δ. 543). Το ανέλεγκτο όμως των τεχνικών ζητημάτων δεν απαλλάσσει τη διοίκηση και ιδιαίτερα την απαλλοτριούσα αρχή από την υποχρέωση της να έχει εκπονήσει ολοκληρωμένη μελέτη αναφορικά με το σκοπό της απαλλοτρίωσης πριν τη λήψη της τελικής απόφασης και τη δημοσίευση στη συνέχεια της γνωστοποίησης και του διατάγματος απαλλοτρίωσης που συναποτελούν τη σύνθετη πράξη του όλου εγχειρήματος, (Σταυρίδη ν. Δημοκρατίας (1992) 3 Α.Α.Δ. 303 και Λουκά ν. Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ. 413).
Κάθε περίπτωση απαλλοτρίωσης έχει βεβαίως τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Και είναι με αυτά που πρέπει η κάθε υπόθεση να αντιμετωπίζεται. Στην προκείμενη υπόθεση πιστοποιείται ότι 24 χρόνια μετά τη δημοσίευση της απαλλοτρίωσης, το συγκεκριμένο τεμάχιο του εφεσείοντος παρέμεινε στην ουσία χωρίς να αξιοποιηθεί για το σκοπό της απαλλοτρίωσης.
[...]
Όπως έχει διαχρονικά αναφερθεί από τη νομολογία, ο ιδιοκτήτης δεν υποχρεούται να δείξει ότι ο σκοπός της απαλλοτρίωσης κατέστη ανέφικτος ή εγκατελήφθη, αλλά να υποδείξει ότι η διοίκηση δεν προχώρησε με την υλοποίηση του έργου σε εύλογο χρονικό διάστημα. Το ζητούμενο, όπως έχει αναφερθεί και στη Θεοφάνους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2012) 3 Α.Α.Δ. 53, είναι το εφικτά πραγματοποιήσιμο του σκοπού της απαλλοτρίωσης, το οποίο στην πράξη σημαίνει ότι η διοίκηση δεν πρέπει να αδρανεί σε βαθμό που να αποστερεί την ακίνητη ιδιοκτησία του πολίτη χωρίς ουσιαστικό λόγο. Το εφικτά υλοποιήσιμο του σκοπού της απαλλοτρίωσης συναρτάται με την εξ αρχής δομημένη μελέτη που η διοίκηση οφείλει να εκπονήσει πριν ή κατά το χρόνο της σκοπούμενης απαλλοτρίωσης.
Η διοίκηση οφείλει να λαμβάνει ουσιαστικά μέτρα που να καθιστούν τον σκοπό της απαλλοτρίωσης εφικτά πραγματοποιήσιμο πάντοτε εντός ευλόγου χρόνου, λαμβάνοντας υπόψη και τις τυχόν πρακτικές δυσκολίες που δυνατό να προκύψουν στην πορεία υλοποίησης του έργου, (Συμεωνίδη ν. Δημοκρατίας (2000) 4 Α.Α.Δ. 824, η οποία έτυχε επιδοκιμασίας στην Ζήνων Ευθυμιάδης - ανωτέρω -). Ο σκοπός της απαλλοτρίωσης δεν μπορεί να καθορίζεται με υπέρμετρη γενικότητα ούτως ώστε η διοίκηση να καλύπτεται πίσω από αυτή την αοριστία εσαεί, ακόμη και όταν η περίπτωση είναι ιδιάζουσα, όπως εν προκειμένω, σκοπείτο η μετακίνηση ενός ολόκληρου χωριού.»
Βάσει των ανωτέρω, ο δεύτερος, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγοι έφεσης απορρίπτονται. Δεν έχει εντοπιστεί οποιοδήποτε σφάλμα στην απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν παρέλειψε να αναφέρει όλες τις εξελίξεις που είχαν τεθεί ενώπιόν του από τη Δημοκρατία, εντοπίζοντας αυτό που αποτελεί αδιαμφισβήτητο κρίσιμο γεγονός, ότι δηλαδή καμία ενέργεια δεν έγινε για 43 χρόνια μέχρι την προσφυγή (52 χρόνια πλέον μέχρι σήμερα) για την υλοποίηση του σκοπού της απαλλοτρίωσης. Μπορεί το οδικό έργο να ήταν μεγαλεπήβολο και να είχε ολοκληρωθεί με πολεοδομικές αποφάσεις αντί με διάταγμα απαλλοτρίωσης, σε σχέση με τα υπόλοιπα ακίνητα που επηρεάστηκαν, αλλά όταν το 1974 αποφασίστηκε να απαλλοτριωθούν τα συγκεκριμένα οικόπεδα, μεταξύ αυτών και το οικόπεδο του εφεσίβλητου, για τον σκοπό της δημιουργίας οδικής αρτηρίας πρωταρχικής σημασίας συνδέουσας την περιοχή Αθαλάσσας και Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου με τη Βιομηχανική Ζώνη Καϊμακλίου-Παλλουριώτισσας και τη γύρω περιοχή στη Λευκωσία, αναμενόταν πως και για τα ακίνητα αυτά θα γίνονταν ενέργειες προς υλοποίηση του σκοπού αυτού. Η κατακράτησή τους προς διαφύλαξη, όπως υποστήριξαν οι εφεσείοντες, της δυνατότητας κατασκευής του έργου, χωρίς οποιαδήποτε ενέργεια προς τούτο, για διάστημα πέραν του μισού αιώνα, είναι παράνομη, ως αντισυνταγματική. Παραβιάζει το Άρθρο 23.5 του Συντάγματος.
Για τους λόγους που προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε, η έφεση δεν μπορεί να επιτύχει.
Η έφεση απορρίπτεται με €4.000 έξοδα, πλέον ΦΠΑ, αν υπάρχει, υπέρ του εφεσίβλητου και εναντίον των εφεσειόντων.
Ν. Γ. ΣΑΝΤΗΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.
Μ. ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ.
/μσ
[1] «23. 1. […]
5.Οιαδήποτε ακίνητος ιδιοκτησία, ή δικαίωμα ή συμφέρον επί τοιαύτης ιδιοκτησίας απαλλοτριωθείσα αναγκαστικώς θα χρησιμοποιηθή αποκλειστικώς προς τον δι’ ον απηλλοτριώθη σκοπόν. Εάν εντός τριών ετών από της απαλλοτριώσεως δεν καταστή εφικτός ο τοιούτος σκοπός, η απαλλοτριώσασα αρχή, ευθύς μετά την εκπνοήν της ρηθείσης προθεσμίας των τριών ετών υποχρεούται να προσφέρη την ιδιοκτησίαν επί καταβολή της τιμής κτήσεως εις το πρόσωπον απ’ ου απηλλοτρίωσεν αυτήν. Το πρόσωπον τούτο δικαιούται εντός τριών μηνών από της λήψεως της προσφοράς να γνωστοποιήση την αποδοχήν ή μη ταύτης. Εφ’ όσον δεν γνωστοποιήση ότι αποδέχεται την προσφοράν, η ιδιοκτησία επιστρέφεται ευθύς άμα αποδοθή παρά του προσώπου το τίμημα εντός περαιτέρω προθεσμίας τριών μηνών από της τοιαύτης αποδοχής.»
[2] Η σχετική μνεία, σε «ορολογία» αφορά στον όρο «ο σκοπός κατέστη ανέφικτος».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο