CHARTEREDHOUSE ESTATES LIMITED v. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΥΧΩΝΑ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 120/21, 24/9/2026
print
Τίτλος:
CHARTEREDHOUSE ESTATES LIMITED v. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΥΧΩΝΑ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 120/21, 24/9/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν. 33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)

 

 

(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 120/21)

 

 

24 Σεπτεμβρίου, 2026

 

 

[ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

CHARTEREDHOUSE ESTATES LIMITED

Εφεσείουσα,

 

v.

 

ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΥΧΩΝΑ

Εφεσιβλήτων.

______________________

   

Α. Προδρόμου (κα), για Α. Καριτζής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για την Εφεσείουσα

Χ. Γεωργίου (κα), για Γ. Κωνσταντινίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για τους Εφεσίβλητους

__________________

 

 

ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.:  Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα

δοθεί από τον ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

     ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.:  Αντικείμενο της υπό κρίση έφεσης αποτελεί η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει την αίτηση ακύρωσης που καταχωρίστηκε από την εφεσείουσα σε σχέση με την απόφαση, ημερ. 22.5.2018, με την οποία το Κοινοτικό Συμβούλιο Αγίου Τύχωνα (στο εξής «Συμβούλιο» ή «εφεσίβλητοι») απαίτησε από αυτήν την καταβολή του ποσού των €9.073,42 για ανανέωση της άδειας για παροχή υπηρεσιών στην παραλία.

 

Γεγονότα

Η εφεσείουσα είναι ιδιοκτήτρια του ξενοδοχειακού συγκροτήματος Poseidonia Beach Hotel στη Λεμεσό, το οποίο ευρίσκεται εντός των ορίων του Συμβουλίου.

 

    Στις 14.3.1977 συνομολογήθηκε σύμβαση μίσθωσης, με την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία εκμίσθωσε στην εφεσείουσα, για περίοδο 99 ετών, κρατική γη μετά της ζώνης του αιγιαλού (παραλία), εκτάσεως περίπου 9 σκαλών, η οποία ευρίσκεται στην περιοχή του Αγίου Τύχωνα, στη Λεμεσό. Με βάση την πιο πάνω σύμβαση η εφεσείουσα ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει επί του όμορου ακινήτου της  ξενοδοχείο δυναμικότητας 240 κλινών και προσθέτως, επί του μίσθιου, θα δημιουργούσε κήπους, γήπεδα, αθλοπαιδιές κλπ.  Το μίσθωμα καθορίστηκε σε Λ.Κ.5.000 ετησίως, καταβαλλόμενο προκαταβολικά και θα αναπροσαρμοζόταν ανά εξαετία με τον τρόπο που περιγράφεται στη σύμβαση. 

 

     Επιπρόσθετα, η πιο πάνω σύμβαση και δη ο όρος 2(1) αυτής διαλάμβανε, ότι στο μίσθιο περιλαμβάνεται και η ζώνη του αιγιαλού με τους πιο κάτω όρους:

 

(α)   το κοινό θα δικαιούται να χρησιμοποιεί την ζώνη αυτή με τους όρους που ήθελε εγκρίνει η κυβέρνηση από καιρού εις καιρόν, και

 

(β)  το καταβαλλόμενο αντίτιμο από το κοινό για την είσοδο στη ζώνη αυτή ή σε οποιοδήποτε τμήμα αυτής και τη χρήση των λουτρικών εγκαταστάσεων θα ετύγχαναν της προηγούμενης έγκρισης της κυβέρνησης.  Νοείται ότι η χρήση της ζώνης πρέπει να γίνεται κατά τρόπο μη παραβλάπτοντα τη λειτουργία του όλου συγκροτήματος.

 

    Η πιο πάνω σύμβαση ενεγράφη στο μητρώο εγγραφής μισθώσεων του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, στις 23.3.1977.

      Στο στάδιο αυτό επισημαίνεται ότι και κατά τον χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης, η τοποθέτηση οποιωνδήποτε αντικειμένων στην παραλία, χωρίς την προηγούμενη άδεια του οικείου Επάρχου, απαγορευόταν ρητώς από τον περί Προστασίας της Παραλίας Νόμου, Κεφ.59 [1] (στο εξής ο «Νόμος»).

 

Το άρθρο 5Γ του Νόμου, όπως  τροποποιήθηκε από τους Νόμους 75(1)/1994, 72(1)/2000 και  3(1)/2004  προνοεί τα ακόλουθα:

«(1)       Κανένα πρόσωπο δεν δύναται να προβαίνει σε παροχή υπηρεσιών ή διευκολύνσεων στην παραλία χωρίς την προηγούµενη άδεια της οικείας αρχής και κατά παράβαση των όρων που διαλαµβάνει η άδεια αυτή· …

(2)         Αρχή τοπικής διοικήσεως µπορεί να παρέχει η ίδια υπηρεσίες στην κρατική παραλία που βρίσκεται µέσα στα όριά της. 

(3)         Άδειες παροχής διευκολύνσεων παραχωρούνται από τις οικείες αρχές, µόνο σε σηµεία της παραλίας που καθορίζονται από το εγκριµένο σχέδιο χρήσης της παραλίας. Η παροχή διευκολύνσεων στα αλιευτικά καταφύγια, λιµάνια, µαρίνες, σκάφη αναψυχής και κρουαζιερόπλοια απαγορεύεται.

(4)         Η οικεία αρχή, οσάκις εξετάζει αίτηση που υποβάλλεται δυνάµει του εδαφίου (1), δύναται να εκδώσει άδεια παροχής υπηρεσιών, σε τµήµατα της παραλίας, τα οποία εµπίπτουν σε κρατική παραλιακή γη που έχει εκµισθωθεί από το Κράτος».

 

 

   Σύμφωνα δε με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του πιο πάνω Νόμου «παροχή υπηρεσιών» σηµαίνει «την τοποθέτηση σε καθορισµένο σηµείο της παραλίας κρεβατιών θάλασσας και οµπρελών για ενοικίαση ή παραχώρηση σε λουοµένους» ενώ παροχή διευκολύνσεων σηµαίνει «την τοποθέτηση στην παραλία, για ενοικίαση ή άλλου είδους εκµετάλλευση, ακάτων, ειδών θαλάσσιων αθληµάτων και άλλων αντικειµένων, συµπεριλαµβανοµένης της χρησιµοποίησης ή τοποθέτησης στη θάλασσα ακάτων και άλλων αντικειµένων ή εγκαταστάσεων για σκοπούς διεξαγωγής οποιωνδήποτε θαλάσσιων αθληµάτων ή ψυχαγωγίας».

 

   H εφεσείουσα κατέβαλλε στους εφεσίβλητους, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της, τα εκάστοτε ζητηθέντα τέλη για παροχή υπηρεσιών χρήσης της παραλίας, η οποία αποτελεί μέρος του μίσθιου.

 

   Το Συμβούλιο, με επιστολή του ημερ. 22.5.2018, απαίτησε από την εφεσείουσα να καταβάλει το ποσό των €9.073,42 για ανανέωση της άδειας παροχής υπηρεσιών στην παραλία, η οποία αποτελεί μέρος του μίσθιου και επίσης την ενημέρωσε ότι, σε περίπτωση μη καταβολής των εν λόγω τελών, θα έχει το δικαίωμα να εισπράξει το ποσό της εγγυητικής και να προχωρήσει σε επαναπροκήρυξη των προσφορών για το σημείο, επί του οποίου η εφεσείουσα κατείχε την σχετική άδεια. 

    Η εφεσείουσα κατέβαλε το πιο πάνω ποσό υπό διαμαρτυρία, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της, και με επιστολή της, ημερ. 12.6.2018, ζήτησε όπως της υποδειχθεί το σημείο το οποίο σχετίζεται με την ετήσια άδεια, για την οποία  κλήθηκε όπως καταβάλει τέλη. 

 

    Εναντίον της πιο πάνω απόφασης, ημερ. 22.5.2018, η εφεσείουσα καταχώρισε αίτηση ακύρωσης, με την οποία, ουσιαστικά, ζητούσε την ακύρωση της πιο πάνω απόφασης και την επιστροφή του ποσού που κατέβαλε υπό διαμαρτυρία. 

 

Η πρωτόδικη απόφαση και οι λόγοι έφεσης

Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τους λόγους ακύρωσης, σύμφωνα με τους οποίους το άρθρο 5Γ του Νόμου παραβιάζει τα Άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος, καθώς και την προβαλλόμενη έλλειψη δέουσας έρευνας, ζήτημα το οποίο συναρτήθηκε με την ορθή ερμηνεία της σύμβασης.

 

   Η εφεσείουσα, με πέντε συνολικά λόγους έφεσης, αμφισβητεί την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης. Οι λόγοι έφεσης αρ. 1 - 4 στρέφονται κατά της ως άνω κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ενώ, με τον λόγο έφεσης αρ. 5, προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει τη θέση της ότι η απόφαση του Συμβουλίου λήφθηκε καθ’ υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας, κατά παράβαση του Νόμου και των αρχών της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης.

 

Εξέταση λόγων έφεσης

Το Άρθρο 23 του Συντάγματος και το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου («ΠΠΠ») της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΣΔΑ») προστατεύουν το δικαίωμα της ιδιοκτησίας.   

 

   Σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΔΔΑ»), εκείνο που έχει σημασία είναι να ερευνάται το «κατά πόσον οι συνθήκες μιας δεδομένης υπόθεσης, κρινόμενες στο σύνολό τους, μπορούν να θεωρηθούν ότι έχουν καταστήσει τον προσφεύγοντα δικαιούχο ενός ουσιώδους συμφέροντος (substantive interest) προστατευόμενου από το άρθρο 1» (Βλ. Σύγγραμμα Λ-Α Σισιλιάνος, Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ερμηνεία κατ' Άρθρο, 3η έκδοση, σελ. 903 και Centro Europa 7 S.R.L. and Di Stefano v. Italy, App. No. 38433/09, παρ. 171, ημερ. 7.6.12, και Kubat κ.ά. ν. The Czech Republic, App. no. 61721/19, παρ. 62, ημερ. 22.6.23).

 

     Εν προκειμένω, η σύμβαση ενεγράφη στο μητρώο εγγραφής μισθώσεων του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, στις 23.3.1977, δυνάμει του περί Κρατικής Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Εγγραφή Μισθώσεως) Νόμου του 1967 (Ν. 49/1967). Εγγραφή η οποία εξακολουθεί να παραμένει σε ισχύ παρά την κατάργηση του πιο πάνω Νόμου με τον Ν. 2/1978[2].

 

   Η εγγραφή της σύμβασης στο Κτηματολόγιο ουδόλως μετέβαλε το νομικό καθεστώς της εφεσείουσας, η οποία παρέμεινε, και εξακολούθησε να είναι μισθωτής, υπό τους όρους, μάλιστα, που επέβαλλε η σύμβαση μίσθωσης. 

 

     Ο περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ. 224 (στο εξής «Κεφ. 224») και δη το άρθρο 65Γ ρητά διαλαμβάνει ότι:

«1.    Με την εγγραφή μίσθωσης σύμφωνα με το άρθρο 65Β, ο μισθωτής αποκτά εμπράγματο δικαίωμα επί της ακίνητης ιδιοκτησίας που εκμισθώθηκε σε σχέση με την οποία διενεργήθηκε η εγγραφή … 

2.    Το εμπράγματο δικαίωμα που αναφέρεται στο εδάφιο (1) υπόκειται στους όρους που διαλαμβάνονται στη σύμβαση της μίσθωσης …».

 

 

      Με βάση τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου του Κεφ. 224, το εμπράγματο δικαίωμα του μισθωτή υπόκειται στους όρους που διαλαμβάνονται στη σύμβαση μίσθωσης, η οποία, εν προκειμένω,  ρητά προνοεί ότι το κοινό θα δικαιούται να χρησιμοποιεί τη ζώνη του αιγιαλού με τους όρους που ήθελε εγκρίνει η κυβέρνηση από καιρού εις καιρόν και ότι το καταβαλλόμενο αντίτιμο από το κοινό για την είσοδο του στη ζώνη αυτή θα ετύγχανε της προηγούμενης έγκρισης από την κυβέρνηση.  

 

    Ο Νόμος δε, ρητά διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ότι κανένα πρόσωπο δεν δύναται να τοποθετεί σε καθορισμένο σημείο της παραλίας κρεβάτια θάλασσας και ομπρέλες για ενοικίαση ή παραχώρηση σε λουομένους χωρίς την προηγούμενη άδεια της οικείας αρχής[3].   Το δε άρθρο 5Γ(4) του πιο πάνω Νόμου προνοεί ότι «η οικεία αρχή, οσάκις εξετάζει αίτηση που υποβάλλεται δυνάµει του εδαφίου (1), δύναται να εκδώσει άδεια παροχής υπηρεσιών, σε τµήµατα της παραλίας, τα οποία εµπίπτουν σε κρατική παραλιακή γη που έχει εκµισθωθεί από το Κράτος».  Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο Νόμος παρέχει στην αρμόδια αρχή διακριτική ευχέρεια να χορηγεί άδεια παροχής υπηρεσιών για τμήματα της παραλίας που έχουν εκμισθωθεί από το Κράτος.

 

     Ήταν η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της εφεσείουσας ότι ουδεμία πρόνοια της σύμβασης προβλέπει ότι, πριν από την παροχή οποιωνδήποτε υπηρεσιών επί της εκμισθωμένης παραλίας, η εφεσείουσα υποχρεούται να εξασφαλίσει άδεια από την αρμόδια αρχή.  

 

   Οι πρόνοιες του Νόμου είναι σαφείς. Ουδείς δύναται να προβαίνει σε παροχή υπηρεσιών χωρίς την προηγούμενη άδεια από την αρμόδια αρχή. Η έγγραφή της σύμβασης στο μητρώο του Κτηματολογίου δεν οδηγεί σε απαλλαγή της εφεσείουσας από τις υποχρεώσεις οι οποίες προκύπτουν τόσο από την ιδία τη σύμβαση, όσο και από τον Νόμο. 

 

Ως ήδη αναφέρθηκε και κατά την υπογραφή της σύμβασης, το 1977, υφίστατο, εκ του Νόμου, σχετική απαγόρευση τοποθέτησης επί της παραλίας οποιωνδήποτε αντικειμένων χωρίς άδεια του Επάρχου.  Επισημαίνεται, ως ζήτημα αρχής, ότι καμία σύμβαση δεν δύναται να αντίκειται στις διατάξεις του νόμου. Εξάλλου, σύμφωνα με τον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, σύμβαση που είναι παράνομη είναι άκυρη.

 

    Εν προκειμένω, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε τις πρόνοιες της σύμβασης μίσθωσης και ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εφεσείουσα δεν απέκτησε οποιοδήποτε αποκρυσταλλωμένο ιδιοκτησιακό δικαίωμα. Το απαιτηθέν ποσό αφορούσε δικαιώματα για «παροχή υπηρεσιών», από μέρους της εφεσείουσας,  σε τμήμα της παραλίας, το οποίο εμπίπτει σε κρατική παραλιακή γη που εκμισθώθηκε από το Κράτος. Η μίσθωση δεν συνιστούσε άδεια παροχής υπηρεσιών, όπως καθορίζεται στον Νόμο. Η εφεσείουσα, εάν επιθυμούσε να παρέχει υπηρεσίες, ως αυτές καθορίζονται στον Νόμο, όφειλε να εξασφαλίσει άδεια από την αρμόδια αρχή. Συνεπώς, ορθά, το πρωτόδικο Δικαστήριο, έκρινε ότι το άρθρο 5Γ του Νόμου δεν παραβιάζει το Άρθρο 23 του Συντάγματος.

 

    Επιπρόσθετα, η εφεσείουσα προβάλλει ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν παραβιάζεται το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ως κατοχυρώνεται στο Άρθρο 26 του Συντάγματος και προσθέτως ισχυρίζεται ότι η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου ζητήματος δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη.

   Η ελευθερία του συμβάλλεσθαι κατοχυρώνεται από το Άρθρο 26 του Συντάγματος και περιλαμβάνει την επιλογή του αντισυμβαλλομένου, την προσχώρηση ή μη σε σύμβαση, τη διαμόρφωση του περιεχομένου της συμφωνίας καθώς και την καταγγελία της σύμβασης.

 

   Η  νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν παρέμεινε στατική αναφορικά με το θέμα της εμβέλειας της προστασίας που παρέχει το Άρθρο 26, αλλά εξελίχθηκε και μάλιστα προς κατεύθυνση διαφορετική από εκείνη που διατυπώθηκε στην Chimonides v. Manglis (1967) 1 C.L.R. 125, από την πλειοψηφία (βλ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων( Αρ. 3)  (2014) 3 Α.Α.Δ 487 και Republic v. Meneleou (1982) 3 C.L.R. 419). Αντισυνταγματική παρέμβαση υφίσταται όταν θίγεται η κατοχυρωμένη από το Άρθρο 26.1 ελευθερία του συμβάλλεσθαι, η οποία υπόκειται μόνο στους όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που απορρέουν από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων (βλ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2) (2011) 3 Α.Α.Δ. 683).  

 

   Εν προκειμένω, η σύμβαση μίσθωσης ουδόλως επηρεάστηκε από τον Νόμο. Ο Νόμος παρέχει στην εφεσείουσα, υπό την προϋπόθεση εξασφάλισης της απαιτούμενης άδειας, δικαίωμα παροχής υπηρεσιών , εν τη εννοία του Νόμου,  στο τμήμα της παραλίας που εμπίπτει στην κρατική γη που έχει εκμισθώσει. Το δικαίωμα αυτό  δεν απορρέει από τη σύμβαση μίσθωσης, αλλά από τον ίδιο τον Νόμο. Συνεπώς, οι  σχετικές πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου του Νόμου δεν κατεδαφίζουν το θεμέλιο της σύμβασης και δεν επεμβαίνουν  με οποιονδήποτε τρόπο στη συμβατική σχέση των μερών. 

 

    Για τους λόγους που έχουν ήδη αναπτυχθεί, ορθά, το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατέληξε ότι η εφεσείουσα δεν απέκτησε οποιοδήποτε αποκρυσταλλωμένο δικαίωμα αναφορικά με τη χρήση του αιγιαλού και ότι το άρθρο 5Γ του Νόμου δεν προσβάλλει οποιοδήποτε ιδιοκτησιακό της δικαίωμα. Προσθέτως,  ορθά κρίθηκε ότι το πιο πάνω άρθρο του Νόμου δεν παραβιάζει και το Άρθρο 26 του Συντάγματος.

 

    Αναφορικά με τον έτερο ισχυρισμό που εγείρεται περί μη επαρκούς αιτιολόγησης της πρωτόδικης απόφασης, κατ’ αρχάς επισημαίνουμε ότι η αιτιολόγηση των δικαστικών αποφάσεων δεν επιβάλλεται  μόνον από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6(1) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ)  ως απαραίτητο στοιχείο για την εγκυρότητα της δικαστικής απόφασης, αλλά, ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Guo Shuying v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 64/17, ημερ. 7.11.23, «… αποτελεί θεμελιακό κανόνα της δικαστικής διαδικασίας και θεσμικό φραγμό κατά του ανέλεγκτου ως και εχέγγυο για τη σύννομη άσκηση της δικαστικής εξουσίας». Η αιτιολόγηση της δικαστικής απόφασης συνιστά  καθήκον των δικαστικών αρχών και δικαίωμα του διαδίκου να γνωρίζει τον λόγο και το σκεπτικό της κατάληξης του Δικαστηρίου.  Τα δικαστήρια οφείλουν να εκθέτουν με επαρκή σαφήνεια τους λόγους στους οποίους θεμελίωσαν την απόφασή τους. Η υποχρέωση αυτή καθιστά δυνατή,  μεταξύ άλλων, την ουσιαστική και αποτελεσματική  άσκηση των  προβλεπομένων ενδίκων μέσων από μέρους του ενδιαφερομένου προσώπου (Βλ. απόφαση ΕΔΔΑ στην  Hadjianastassiou v. Greece, App. No. 12945/87, ημερ. 16.12.92, παρ. 33).

 

    Αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα, η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, όπως έχει ήδη εκτεθεί, εξέτασε αποτελεσματικά τα ουσιώδη πραγματολογικά και νομικά επιχειρήματα των διαδίκων, τα οποία ήταν σημαντικά και  καθοριστικά για την έκβαση της δίκης  και  γενικότερα τα όσα τέθηκαν ενώπιον του. Συνεπώς, τα όσα προβάλλονται περί μη επαρκούς αιτιολόγησης απορρίπτονται.  

 

    Η εφεσείουσα προβάλλει ως λανθασμένη την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί μη έλλειψης δέουσας έρευνας κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.  Το συγκεκριμένο ζήτημα τέθηκε, από την εφεσείουσα, σε συνάρτηση με τα πιο πάνω και δη, μεταξύ άλλων, με την ερμηνεία της σύμβασης μίσθωσης και τη σχετική νομοθεσία.   Υιοθετούμε τα όσα έχουμε αναφέρει πιο πάνω, τα οποία δεν χρήζουν επανάληψης. Προσθέτως, επισημαίνουμε ότι η απόφαση του Συμβουλίου είναι σύμφωνη με τους όρους της σύμβασης, τις πρόνοιες του Νόμου και τους σχετικούς κανονισμούς.  Συνακόλουθα, η περί του αντιθέτου εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της εφεσείουσας απορρίπτεται.

 

    Η εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει τη θέση της ότι η απόφαση των εφεσιβλήτων λήφθηκε καθ’ υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας, κατά παράβαση του Νόμου και των αρχών της χρηστής διοίκησης ή της καλής πίστης. 

 

    Σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα, ήταν η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της εφεσείουσας ότι το άρθρο 5Γ του Νόμου παρέχει στην αρμόδια αρχή διακριτική ευχέρεια και όχι υποχρέωση για την έκδοση άδειας παροχής υπηρεσιών.   Πρόβαλε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την συγκεκριμένη πρόνοια και οι εφεσίβλητοι, καταχρώμενοι την εξουσία που τους παρέχει ο Νόμος, ενήργησαν κατά παράβαση των αρχών της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης.

 

    Όπως ελέχθη στη Δημοκρατία ν. Παπαφώτη (1997) 3 ΑΑΔ 191, η καλή πίστη δεν συναρτάται με τον υπερακοντισμό της νομιμότητας στη λειτουργία της Διοίκησης. Όπως διευκρινίστηκε στην Tamassos Suppliers v. Δημοκρατίας (1992) 3 A.Α.Δ. 60:

    

«…η αρχή της καλής πίστης σκοπεί στον αποκλεισμό της αυθαιρεσίας στη διοικητική λειτουργία. Δεν υπερφαλαγγίζει όμως την αρχή της σύννομης λειτουργίας της Διοίκησης, που είναι συνυφασμένη, όπως και κάθε κρατική λειτουργία, με την αρχή του κράτους δικαίου…». (βλ. επίσης Δημοκρατία v. Fereos Ltd A.E 13/2016 ημερ. 6/3/2023).

 

    Επίσης τα ίδια επαναλήφθηκαν και στις Γεωργίου ν. Δημοκρατίας κ.ά., Ε.Δ.Δ. 195/19, ημερ. 4.11.2024 και Δημοκρατικός Σύλλογος «ο Λεύτερος» ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 102/19, ημερ. 21.5.2024.

 

    Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε ό,τι, δεόντως, δικογραφήθηκε από την εφεσείουσα.  Επιπρόσθετα, υιοθετούμε τα όσα έχουμε αναφέρει πιο πάνω και δεν χρήζουν επανάληψης.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ως έχει ήδη αναφερθεί, ορθά ερμήνευσε τόσο τον Νόμο όσο και την σύμβαση που συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων, για τους λόγους που εξηγούνται. Εν προκειμένω, η απόφαση του Συμβουλίου λήφθηκε στο πλαίσιο των εξουσιών που του παρέχει ο Νόμος και οι κανονισμοί.

 

    Για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, οι λόγοι έφεσης αρ. 1-5 απορρίπτονται.

 

Κατάληξη

Συνακόλουθα, η έφεση απορρίπτεται.  Επιδικάζονται έξοδα, εκ συνολικού ποσού €3.500, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει, υπέρ των εφεσιβλήτων και εναντίον της εφεσείουσας.

 

                                                          Τ.Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.

 

                                                          Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.

 

                                                          Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.

 

 

/μσ                    



[1] Βλ. ‘Αρθρο 5(1) του Νόμου.

[2] Βλ. Άρθρο 4 του Ν 2/1978.

[3] Βλ. Άρθρα 2 και 5Γ(1) του Νόμου.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο