ΜΑΡΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ v. ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.: 155/2021, 7/9/2026
print
Τίτλος:
ΜΑΡΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ v. ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.: 155/2021, 7/9/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν.33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)                                   

(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.: 155/2021)

 

7 Σεπτεμβρίου, 2026

 

(Τ. Θ. OIKONOMOY, Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ)

 

 

ΜΑΡΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ,

 

                                                                             Εφεσείουσα,

v.

 

ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ,

Εφεσίβλητου,

 

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

 ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ,

                                                                            

Καθ’ ης η Αίτηση.

― ― ― ― ―

 

 

Χρ. Χριστάκη με Στ. Μεστάνα, για Χρ. Θ. Χριστάκη ΔΕΠΕ, για την Εφεσείουσα.

Μ. Γιαννοπούλου (κα), για Χριστοφή, Μερακλής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για τον Εφεσίβλητο.

Δ. Εργατούδη (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, με Κ. Στυλιανίδου (κα), Ασκούμενη Δικηγόρος, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Καθ’ ης η Αίτηση.

 

---------------

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ:  Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Καρακάννα, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.: Η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας (Ε.Δ.Υ.) με  απόφαση της, ημερομηνίας 2.06.2017, διόρισε αναδρομικά από την 1.04.2010, μετά από επανεξέταση, τη Μαρία Κωνσταντίνου, στο εξής «εφεσείουσα», στη μόνιμη θέση Λειτουργού Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Α΄, Τμήμα Φορολογίας. Το Διοικητικό Δικαστήριο, στα πλαίσια της προσφυγής αρ. 1107/2017, που καταχωρήθηκε από τον ανθυποψήφιο της, Δημήτρη Δημητρίου, στο εξής «εφεσίβλητο», ακύρωσε την πιο πάνω πράξη. Η παρούσα έφεση στρέφεται κατά της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου (στο εξής «Δικαστήριο»).

 

Η θέση του Λειτουργού Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Α΄, με βάση το Σχέδιο Υπηρεσίας, ήταν θέση προαγωγής. Απαιτείτο πενταετής τουλάχιστον υπηρεσία στη θέση Λειτουργού Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ακεραιότητα και ευθυκρισία, διοικητική και οργανωτική ικανότητα και επιτυχία στις ενδοτμηματικές εξετάσεις.

 

Για την προηγούμενη θέση, αυτή του Λειτουργού Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, απαιτείτο, μεταξύ άλλων, η κατοχή  πανεπιστημιακού διπλώματος ή τίτλου ή ισότιμου προσόντος σε συγκεκριμένα θέματα. Πείρα, σχετική με τα καθήκοντα της θέσης που αποκτήθηκε σε υπηρεσία σε δημόσια θέση, αποτελούσε πλεονέκτημα.

 

Η προηγούμενη αυτής θέση, στην πυραμίδα, ήταν η θέση Βοηθού Λειτουργού Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, η οποία ήταν θέση πρώτου διορισμού και για την οποία προβλεπόταν, με βάση το Σχέδιο Υπηρεσίας, ως απαραίτητο προσόν, η κατοχή διπλώματος/πτυχίου αναγνωρισμένου ανώτερου εκπαιδευτικού ιδρύ­ματος, τριετούς τουλάχιστον μεταλυκειακού κύκλου σπουδών, σε συγκεκριμένα θέματα.

 

Τόσο ο εφεσίβλητος όσο και η εφεσείουσα κατείχαν τα απαιτούμενα προσόντα και ήταν υποψήφιοι για την επίδικη θέση, ήτοι τη θέση του Λειτουργού Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Α΄. Αμφότεροι ήταν κάτοχοι πανεπιστημιακού τίτλου στην Διοίκηση Επιχειρήσεων. Η εφεσείουσα κατείχε, επιπρόσθετα, Master of Business Administration in General Management.

 

Οι δύο υποψήφιοι ήταν ίσοι σε αξία, με βάση τις εμπιστευτικές τους εκθέσεις.

 

Ο εφεσίβλητος διορίστηκε στη δημόσια υπηρεσία, τη 3.02.1992, ως Βοηθός Φοροθέτης, 2ης Τάξης (Φόρου Εισοδήματος) και τη 3.08.1992, ως Βοηθός Λειτουργός Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, 2ης Τάξης. Από τη 16.02.1996 μέχρι τη 2.02.1998 υπηρέτησε στη θέση του Βοηθού Λειτουργού Φόρου Προστιθέμενης Αξίας. Τη 2.02.1998 προήχθη στη θέση Λειτουργού Φόρου Προστιθέμενης Αξίας.

 

Η εφεσείουσα  διορίστηκε στην δημόσια υπηρεσία τη 2.02.1998, στη θέση Λειτουργού Φόρου Προστιθέμενης Αξίας.

 

Κατά τον επίδικο χρόνο τόσο ο εφεσίβλητος όσο και η εφεσείουσα  κατείχαν τη θέση Λειτουργού Φόρου Προστιθέμενης Αξίας.

 

Η Ε.Δ.Υ., κατά τη συνεδρία της, ημερομηνίας 24.4.2017, προχώρησε στην επανεξέταση της πλήρωσης της επίδικης θέσης. Αναφερόμαστε σε «επανεξέταση» καθότι δύο προηγούμενες αποφάσεις της Ε.Δ.Υ. επί του θέματος, είχαν ανατραπεί. Η πρώτη ανατράπηκε την 28.12.2012, λόγω ελλειπούς έρευνας, στα πλαίσια της προσφυγής υπ. αρ. 931/2010, Μαρία Κωνσταντίνου ν. Ε.Δ.Υ.. Η δεύτερη ανατράπηκε, τη 17.02.2017, στα πλαίσια της προσφυγής υπ. αρ. 5625/2013, Δημήτρης Δημητρίου ν. Ε.Δ.Υ., καθότι διαπιστώθηκε ότι, τόσον ο Διευθυντής στη σύστασή του όσο και η Ε.Δ.Υ. στη συνέχεια, έκριναν το πρόσθετο προσόν της εφεσείουσας ως σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης χωρίς οποιαδήποτε αιτιολόγηση, αξιολόγηση και στάθμιση του με την αρχαιότητα του εφεσίβλητου.  

 

Στην πιο πάνω συνεδρία κλήθηκε να παραστεί ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών, στο εξής «Διευθυντής» για να υποβάλει νέα σύσταση, αντί ο Προϊστάμενος του Τμήματος, που είχε δηλώσει κώλυμα συμμετοχής στη διαδικασία. Ο Διευθυντής έκρινε ότι η εφεσείουσα υπερείχε των άλλων υποψηφίων και την επέλεξε ως την πλέον κατάλληλη για την επίδικη θέση. Έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, ότι η εφεσείουσα ήταν κάτοχος  μεταπτυχιακού τίτλου, επρόκειτο για προσόν που δεν ήταν απαιτούμενο, με βάση τις πρόνοιες του Σχεδίου Υπηρεσίας, αλλά ήταν, κατά την κρίση του, σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης.  Στάθμισε το συγκεκριμένο προσόν έναντι της αρχαιότητας του εφεσίβλητου και αποφάνθηκε ότι η αρχαιότητα του τελευταίου δεν μπορούσε «να υπερκεράσει την αξία του επιπρόσθετου προσόντος». Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:

 

«(γ) Όσον αφορά το θέμα της στάθμισης του επιπρόσθετου προσόντος της Κωνσταντίνου έναντι της αρχαιότητας του Δημητρίου ΧΧΧΧΧ, παρατηρώ ότι τόσο η Κωνσταντίνου όσο και ο Δημητρίου κατέχουν τη θέση του Λειτουργού ΦΠΑ από την ίδια ημερομηνία, δηλαδή από τις 2.2.98. Ωστόσο, ο Δημητρίου υπερέχει σε αρχαιότητα έναντι της Κωνσταντίνου, αρχαιότητα η οποία ανάγεται σε προηγούμενη θέση που αυτός κατείχε. Συγκεκριμένα, η αρχαιότητα του Δημητρίου ανάγεται στη θέση του Βοηθού Λειτουργού ΦΠΑ, 2ης Τάξης, την οποία κατείχε από τις 3.8.92 μέχρι την 1.2.98, πριν την προαγωγή του στη θέση του Λειτουργού ΦΠΑ. Η θέση του Βοηθού Λειτουργού ΦΠΑ, 2ης Τάξης, είναι θέση με Κλ. Α4 - Α7 και δεν ανήκει στην επιστημονική πυραμίδα (δεν απαιτείται η κατοχή πανεπιστημιακού προσόντος), τα δε καθήκοντα και ευθύνες της θέσης αυτής είναι χαμηλότερου επιπέδου. Η αρχαιότητα του Δημητρίου λόγω της υπηρεσίας του στη θέση του Βοηθού Λειτουργού ΦΠΑ, 2ης Τάξης, προσθέτει κάποια αξία στη διεκδίκησή του για προαγωγή, δεν μπορεί όμως, κατά τη γνώμη μου, να υπερκεράσει την αξία του επιπρόσθετου προσόντος που κατέχει η Κωνσταντίνου. Όσον αφορά δε στην υπηρεσία του Δημητρίου στη θέση Βοηθού Φοροθέτη, 2ης Τάξης (Φόρου Εισοδήματος), η υπηρεσία αφορά πολύ μικρή χρονική περίοδο διάρκειας έξι μηνών, σε θέση για την οποία δεν απαιτείται πανεπιστημιακός τίτλος και με καθήκοντα μη σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης του Λειτουργού ΦΠΑ.

 

[…]

 

(ε) Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η Κωνσταντίνου ΧΧΧΧΧ μπορεί να ανταποκριθεί καλύτερα σε σχέση με τον Δημητρίου ΧΧΧΧΧ στις απαιτήσεις της θέσης Λειτουργού Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Α'.

 

(στ) Σε ό,τι αφορά τη μεταξύ τους σύγκριση, και οι δύο έχουν αξιολογηθεί ως Εξαίρετοι κατά τα τελευταία προ του ουσιώδους χρόνου έτη. Όσον αφορά το κριτήριο των προσόντων, η Κωνσταντίνου υπερέχει ως κάτοχος μεταπτυχιακού σχετικού τίτλου και όσον αφορά το κριτήριο της αρχαιότητας υστερεί έναντι του Δημητρίου σε αρχαιότητα που ανάγεται σε προηγούμενή του υπηρεσία.

 

[ … ]

 

Ενόψει των πιο πάνω, συστήνω ως καταλληλότερη για προαγωγή την Κωνσταντίνου ΧΧΧΧΧ.».

 

Η Ε.Δ.Υ., αφού έλαβε υπόψη τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν της, συμπεριλαμβανομένης της σύστασης του Διευθυντή, την οποία και υιοθέτησε, έκρινε ότι η εφεσείουσα υπερείχε των υπολοίπων υποψηφίων και την επέλεξε για προαγωγή. Έκρινε ότι λόγω του  «υψηλού επιπέδου ακαδημαϊκού προσόντος της» υπερτερούσε έναντι του εφεσίβλητου, που υπερείχε σε αρχαιότητα.

 

Ο εφεσίβλητος αμφισβήτησε, ως προαναφέραμε, την πιο πάνω διοικητική πράξη, καταχωρώντας την προσφυγή, υπ. αρ. 1107/2017. Προώθησε τη θέση, μεταξύ άλλων, ότι η απόφαση της διοίκησης ήταν ακυρωτέα λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, καθώς και πλάνης περί τα πράγματα. Η προσφυγή έγινε δεκτή από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, παράβαση της αρχής την νομιμότητας λόγω υπέρβασης των ευλόγων ορίων της διακριτικής ευχέρειας και λανθασμένης παράκαμψης της αρχαιότητας του εφεσίβλητου έναντι της κατοχής του μεταπτυχιακού από την εφεσείουσα. Διαπίστωσε επίσης ουσιώδη πλάνη της διοίκησης σε σχέση με την προηγούμενη αρχαιότητα και κατ’ επέκταση πείρα του εφεσίβλητου, στη δημόσια υπηρεσία, η οποία επηρέασε τη συγκριτική αξιολόγηση των υποψηφίων.

 

Η εφεσείουσα προσβάλλει την πιο πάνω κρίση με δύο λόγους έφεσης. Ο πρώτος λόγος αφορά τη σύσταση του Διευθυντή και τη διαπίστωση του Δικαστηρίου, ότι εμφιλοχώρησε πλάνη στην κρίση του σε σχέση με την προηγούμενη πείρα του εφεσίβλητου. Ο δεύτερος λόγος προσβάλλει τη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι εμφιλοχώρησε πλάνη στην κρίση της Ε.Δ.Υ, «... ως προς το θέμα της αρχαιότητας και συνακόλουθα πείρας μεταξύ της εφεσείουσας και του εφεσίβλητου». Οι δύο λόγοι, λόγω της συνάφειας τους, θα εξετασθούν σωρευτικά. Εισηγήσεις που προβλήθηκαν εκ μέρους της εφεσείουσας οι οποίες δεν καλύπτονται από τους λόγους έφεσης, δεν θα τύχουν εξέτασης (βλέπετε Δήμος Λευκωσίας ν. Κοινοπραξία Cybarco LtdA. Aristotelous Constructions Ltd, ΕΔΔ 19/17, ημερομηνίας 31.10.2023).

 

Με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, σχετικό είναι το απόσπασμα από τη σύσταση του Διευθυντή που παραθέσαμε ανωτέρω, προκύπτει ότι ο τελευταίος εξέλαβε ότι ο εφεσίβλητος είχε υπηρετήσει για 5½ χρόνια στη θέση Βοηθού Λειτουργού ΦΠΑ  2ης Τάξης. Αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα καθότι, με βάση το περιεχόμενο του φακέλου, προκύπτει ότι ο εφεσίβλητος, από τη 16.02.1996 μέχρι και τη 2.02.1998, που διορίσθηκε στη θέση του Λειτουργού ΦΠΑ, υπηρέτησε στη θέση Βοηθού Λειτουργού ΦΠΑ και όχι στη θέση του Βοηθού Λειτουργού ΦΠΑ 2ης Τάξης, η οποία βέβαια είναι κατώτερη της θέσης του Βοηθού Λειτουργού ΦΠΑ.

 

Το πιο πάνω σφάλμα οδήγησε σε δεύτερο σφάλμα. Ο Διευθυντής, έχοντας τη λανθασμένη πεποίθηση ότι ο εφεσίβλητος υπηρέτησε στην κατώτερη θέση, εξέλαβε ότι για τα καθήκοντα που αυτός εκτελούσε, κατά την χρονική περίοδο 16.02.1996 – 2.02.1998, δεν απαιτείτο ακαδημαϊκό προσόν εφόσον, ως προαναφέραμε, για τη θέση  Βοηθού Λειτουργού ΦΠΑ 2ης Τάξης, δεν απαιτείτο τέτοιο προσόν. Ενώ, για τη θέση την οποία ο εφεσίβλητος πραγματικά κατείχε, ήτοι τη θέση Βοηθού Λειτουργού ΦΠΑ, απαιτείτο από το Σχέδιο Υπηρεσίας, ως απαραίτητο προσόν, δίπλωμα/πτυχίο αναγνωρισμένου Ανώτερου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος τριετούς τουλάχιστον μεταλυκειακού κύκλου σπουδών, σε συγκεκριμένα θέματα. Ενόψει του πιο πάνω σφάλματος, ο Διευθυντής λανθασμένα εξέλαβε ότι ο εφεσίβλητος υπηρέτησε σε θέση εκτός της «επιστημονικής πυραμίδας», όπου τα καθήκοντα και οι ευθύνες ήταν «χαμηλότερου επιπέδου». Σχετική είναι η παράγραφος (γ) της σύστασής του.  

 

 

Ο Διευθυντής έδωσε τη σύστασή του, έχοντας πεπλανημένη εικόνα σε σχέση με την αρχαιότητα και κατ’ επέκταση το εύρος της πείρας του εφεσίβλητου. Την ίδια πεπλανημένη εικόνα είχε και η Ε.Δ.Υ., όταν προέβαινε σε σύγκριση των δεδομένων και διαμόρφωνε την κρίση της, ως προς το ποιος υποψήφιος υπερείχε και ήταν καταλληλότερος για την επίδικη θέση.

 

Πλάνη περί τα πράγματα υφίσταται όταν  η διοίκηση, κατά την άσκηση της διακριτικής της εξουσίας, στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα και προϋποθέσεις που είναι εξ αντικειμένου ανύπαρκτα ή παραλείπει να λάβει υπόψη της ουσιώδη πραγματικά γεγονότα.  Αν η πλάνη έχει επηρεάσει την απόφαση του διοικητικού οργάνου, τότε αυτή  είναι ουσιώδης και καθιστά την πράξη παράνομη (άρθρο 46 (1) και (2) του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999, Ν.158(1)/1999).

 

Το Δικαστήριο, ως προαναφέραμε, έκρινε, υπό τις περιστάσεις, ότι κατά τη στάθμιση των στοιχείων κρίσης των υποψηφίων εμφιλοχώρησε ουσιώδης πλάνη περί τα πράγματα στη σύσταση του Διευθυντή και ότι υπό πλάνη τελούσε και η Ε.Δ.Υ., κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης. Συμφωνούμε με την πιο πάνω δικαστική κρίση. Είναι πρόδηλο, με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι κατά τη σύγκριση των στοιχείων και την αξιολόγηση των υποψηφίων, υπήρξε ουσιώδης πλάνη σε σχέση με την αρχαιότητα και την πείρα του εφεσίβλητου.

 

Σχετική επί τούτου είναι η Παπαϊωάννου κ.ά. (Αρ. 2) ν. Δημοκρατίας (1991) 3 Α.Α.Δ. 713, όπου αποφασίστηκε ότι:

 

«Όπως σημειώνεται από τον Γ. Παπαχατζή- Σύστημα του Ισχύοντος στην Ελλάδα Διοικητικού Δικαίου, 6η έκδοση, σελ. 650, η πλάνη περί τα πράγματα αποτελεί παρανομία που εμφιλοχωρεί στη σειρά των συλλογισμών ή στον "ειρμό των σκέψεων" της διοικητικής αρχής την ώρα που έκανε την επιλογή. Επίσης, σύμφωνα με τον Μιχ. Δ. Στασινόπουλο στο Δίκαιον Διοικητικών Πράξεων Ανατ. 1982 σελ. 298, αυτή η πλάνη "έχει ως αποτέλεσμα ότι αποσύρει την νόμιμην βάσιν της πράξεως και καταλείπει ταύτην άνευ ερείσματος, ήτοι παράνομον". Βλ. επίσης Ε. Σπηλιωτόπουλος - Εγχειρίδιον Διοικητικού Δικαίου, 4η έκδοση, σελ. 476 - 477.»

 

Τα ορθά στοιχεία, στην υπό κρίση υπόθεση, ενδεχομένως να επηρέαζαν την κρίση του διοικητικού οργάνου και να μετέβαλαν τη γενική εικόνα (βλέπετε Γιαγκουλλής ν. Κυπριακή Δημοκρατία (1999) 3 Α.Α.Δ. 481). Η πλάνη, υπό τις περιστάσεις, καθιστούσε την επίδικη απόφαση παράνομη.

Καταλήγουμε ότι δεν παρέχεται πεδίο παρέμβασής μας με την πρωτόδικη απόφαση. Η έφεση απορρίπτεται με €3.500 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει, υπέρ του εφεσίβλητου και εναντίον της εφεσείουσας.

 

 

 

Τ. Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.

                            

Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.

 

Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.

 

 

 

 

 

 

 

 

/ΓΓ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο