ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 13/2025)
18 Δεκεμβρίου, 2025
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ
Εφεσείουσα,
v.
M. Y. A. L.
Εφεσίβλητoυ.
--------------------
Π. Χαραλάμπους (κα), εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσείουσα.
Ν. Χαραλαμπίδου (κα), για Ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ Δ.Ε.Π.Ε.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Δικαστή Δ. Λυσάνδρου.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.: Ο εκ Συριακής καταγωγής Εφεσίβλητος υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας την οποία η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε.
Συγκεκριμένα, μετά την υποβολή του Εφεσίβλητου σε συνέντευξη, αρμόδιος λειτουργός υπέβαλε έκθεση ημερ. 17.4.2019 στον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (εφεξής «ο Προϊστάμενος») διά της οποίας εισηγήθηκε τον αποκλεισμό του Εφεσίβλητου από το καθεστώς πρόσφυγα και από το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας βάσει του Άρθρου 5(1)(γ)(i) και (2)(α) των περί Προσφύγων Νόμων.
Ο Προϊστάμενος αποδέχτηκε την εισήγηση, αποκλείοντας τον Εφεσίβλητο από το καθεστώς διεθνούς προστασίας με επιστολή του ημερ. 2.7.2019 η οποία επισύναψε την εξής αιτιολογία:
«Based on your allegations during the interview, it has been concluded that your claim qualifies for the provisions of the Article 5(1), (c), (i), of the Refugee Law 2000-2018 and article 1 F (a) of the Geneva Convention and Protocol relating to the Status of Refugees of 1951, concerning the exclusion from the international protection status.
Specifically, you have stated that you have fied your country due to your profession as a security guard at a hospital at the Syrian border with Israel, and your fear of persecution by the Syrian authorities because of it. It has been concluded that you had carried individual responsibility of being involved in actions constituting war crimes and individual criminal responsibility, according to the article 25 of the Statute of the International Criminal Court. You have committed such war crimes, as defined in article 8 of the Statute of the International Criminal Court.
Therefore, the Asylum Service has decided that you are a person not deserving of a status of international protection and therefore you are excluded from such a benefit.».
Aυτή η απορριπτική απόφαση προσβλήθηκε από τον Εφεσίβλητο διά της Προσφυγής Αρ. 73/2019 την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε ως βάσιμη διά της εφεσιβαλλόμενης απόφασής του ημερ. 13.12.2024.
Καταρχάς, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η δικαιοδοσία του περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας, όταν ενώπιόν του προσβάλλεται απόφαση αποκλεισμού, όπως η επίδικη, η οποία βασίζεται στην επίρριψη ευθύνης στον Εφεσίβλητο για διάπραξη εγκλήματος ή πράξης η οποία αναφέρεται στο Άρθρο 12(2) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, καθότι αυτό το συμπέρασμα αναφύεται από το Άρθρο 11(3) και (4) των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων (εφεξής «ο Νόμος 73(Ι) του 2018»).
Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι αυτή η από πλευράς του ερμηνεία του Άρθρου 11 του Νόμου 73(Ι) του 2018 συνάδει με την Οδηγία 2013/32/ΕΕ και το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης γενικότερα.
Εν συνεχεία, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τον εκ του Εφεσίβλητου προβαλλόμενο λόγο ακύρωσης περί της σε βάρος του παράβασης του δικαιώματος ακρόασης, υπό την έννοια ότι η Υπηρεσία Ασύλου είχε νομική υποχρέωση να του παραθέσει τους λόγους για τους οποίους προσανατολιζόταν να τον αποκλείσει από το καθεστώς διεθνούς προστασίας και να του δώσει την ευκαιρία να τοποθετηθεί επ’ αυτών, πριν εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφασή της.
Συναφώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον λόγο ακύρωσης δικονομικά παραδεκτό, υπό την έννοια ότι ενσωματώνεται σε περισσότερες της μιας παραγράφους της πρωτόδικης αίτησης ακύρωσης. Εν συνέχεια, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε βάσιμο τον άνωθεν λόγο ακύρωσης με το εξής σκεπτικό:
Κατά τη διοικητική διαδικασία που οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας λόγω αποκλεισμού του Αιτητή από το καθεστώς διεθνούς προστασίας, το Άρθρο 5(6) των περί Προσφύγων Νόμων υποχρεώνει τον Προϊστάμενο να εφαρμόσει την κανονική εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας η οποία προβλέπεται στο Άρθρο 13 των ίδιων Νόμων.
Αφού το Άρθρο 13(1) των περί Προσφύγων Νόμων καθιστά υποχρεωτική τη διεξαγωγή προσωπικής συνέντευξης, συνάγεται ότι η Υπηρεσία Ασύλου όφειλε, στο πλαίσιο ενώπιόν της συνέντευξης του Εφεσίβλητου, να του δώσει τη δυνατότητα να αντικρούσει τα όποια επιβαρυντικά στοιχεία τα οποία -κατά την προκαταρκτική αντίληψη της Υπηρεσίας Ασύλου- οδηγούσαν στην επικείμενη έκδοση απόφασης αποκλεισμού εναντίον του.
Η εκ της Υπηρεσίας Ασύλου παράβαση του δικαιώματος ακρόασης του Εφεσίβλητου συνιστούσε παράβαση ουσιώδους διαδικαστικής εγγύησης την οποία θεσμοθέτουν υπέρ του οι περί Προσφύγων Νόμοι ή/και το Άρθρο 43 των περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμων (εφεξής «ο Νόμος 158(Ι) του 1999»), το Άρθρο 41(2)(α) του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («εφεξής ο Χάρτης») και οι κατευθυντήριες γραμμές της EASO (Εuropean Asylum Support Office, νυν EUAA -European Union Agency for Asylum) ως προς την έκδοση απόφασης αποκλεισμού σε βάρος αιτητή διεθνούς προστασίας.
Η άνωθεν παράβαση ουσιώδους διαδικαστικού τύπου καθιστούσε την προσβαλλόμενη απόφαση παράνομη και δικαστικώς ακυρωτέα, διότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι ο συναφής λόγος ακύρωσης προωθήθηκε λυσιτελώς από τον Εφεσίβλητο, υπό την έννοια ότι ο τελευταίος ικανοποίησε το πρωτόδικο Δικαστήριο πως -αν η Υπηρεσία Ασύλου του χορηγούσε δικαίωμα ακρόασης για το ενδεχόμενο αποκλεισμού του από το καθεστώς διεθνούς προστασίας- είχε ουσιώδη στοιχεία να αντιτάξει κατ’ αυτού του ενδεχόμενου, υπό το φως των κενών, αδυναμιών και αμφιλεγόμενων σημείων που διέπουν τη διοικητική κρίση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία οδήγησε στην έκδοση απόφασης για αποκλεισμό του Εφεσίβλητου από τη διεθνή προστασία.
Προς διευκόλυνση της Υπηρεσίας Ασύλου κατά την υπό της τελευταίας επανεξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε τα διοικητικά σφάλματα τα οποία εντόπισε ως προς την υπαγωγή του Εφεσίβλητου στη ρήτρα αποκλεισμού, καθότι εξέλειπε η -με την απαιτούμενη συγκεκριμενοποίηση- σύνδεση του Εφεσίβλητου με τη διάπραξη των εγκλημάτων πολέμου τα οποία η Υπηρεσία Ασύλου του πρόσαπτε. Ενδεικτικό τούτου ήταν και η αλυσιτελής σύνδεση της εμπλοκής του Εφεσίβλητου με συγκεκριμένη παραστρατιωτική οργάνωση στη χώρα καταγωγής του. Ειδικότερα, απουσίαζε από την ανάλυση της Υπηρεσίας Ασύλου το είδος συμμετοχής και ο βαθμός γνώσης του Εφεσίβλητου ως προς τη διάπραξη των σχετικών εγκλημάτων, τα οποία -εν πάση περιπτώσει- δεν συγκεκριμενοποιούνταν.
Περαιτέρω, κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο, η διοικητική κρίση βασίστηκε σε πηγές πληροφόρησης που χαρακτηρίζονταν από γενικότητα και ασάφεια και δεν παρείχαν πληροφόρηση για τη δράση του Εφεσίβλητου συγκεκριμένα. Πηγές πληροφόρησης που χρησιμοποιήθηκαν, όπως το Wikipedia, θεωρούντο αναξιόπιστες και, επιπλέον, η διοικητική κρίση βασίστηκε σε υποθέσεις (π.χ. επειδή η οικογένεια του Εφεσίβλητου εφημολογείτο να συνδέεται με παραστρατιωτική οργάνωση, το ίδιο έχει τεκμαρθεί και για αυτόν).
Καταληκτικά, το πρωτόδικο Δικαστήριο ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στον βαθμό που απέκλειε τον Εφεσίβλητο από το καθεστώς πρόσφυγα, διατάσσοντας την Υπηρεσία Ασύλου να προβεί σε επανεξέταση τάχιστα και κατά προτεραιότητα, τηρώντας τις αρχές της διαφάνειας, της χρηστής διοίκησης και της δίκαιης ακρόασης του Εφεσίβλητου ως προς τους λόγους αποκλεισμού τους οποίους η Υπηρεσία Ασύλου του προσάπτει.
Με την έφεσή της, η Εφεσείουσα προσβάλλει την εφεσιβαλλόμενη απόφαση ως εσφαλμένη για τους ακόλουθους λόγους:
Πρώτον, εσφαλμένα έγινε δεκτός λόγος ακύρωσης περί παράβασης ουσιώδους τύπου, με το σκεπτικό ότι η Υπηρεσία Ασύλου παρέλειψε -στο πλαίσιο της ενώπιόν της συνέντευξης του Εφεσίβλητου- να τον προϊδέασει για το ενδεχόμενο αποκλεισμού του και να του δώσει την ευκαιρία να ακουστεί. Πέραν του ότι τέτοιος λόγος ακύρωσης δεν δικογραφήθηκε δεόντως στην πρωτόδικη αίτηση ακύρωσης, (πρώτος λόγος έφεσης), είναι και αβάσιμος διότι η Υπηρεσία Ασύλου δεν υπείχε τέτοια νομική υποχρέωση (δεύτερος λόγος έφεσης).
Δεύτερον, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε (σελ. 45 της εφεσιβαλλόμενης απόφασης) πως, αν η Υπηρεσία Ασύλου παρείχε στον Εφεσίβλητο δικαίωμα ακρόασης, υπήρχαν ουσιώδη στοιχεία τα οποία θα μπορούσε ο τελευταίος να προβάλει και τα οποία ενδέχεται να μετέβαλλαν την εκ πρώτης όψεως άποψη της Υπηρεσίας Ασύλου ως προς το θέμα του αποκλεισμού. Επιπλέον, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς αυτή του την κρίση, παραβαίνοντας την αρχή της δίκαιας δίκης ή/και το Άρθρο 30 του Συντάγματος (τρίτος λόγος έφεσης).
Τέταρτος λόγος έφεσης, περί παράβασης της αρχής της δίκαιης δίκης και της αρχής της διάκρισης των εξουσιών από την εφεσιβαλλόμενη απόφαση, αποσύρθηκε κατά την ενώπιόν μας ακρόαση και δεν θα μας απασχολήσει.
Πριν υπεισέλθουμε στους εναπομείναντες λόγους έφεσης, θα εξετάσουμε τη θέση της ευπαίδευτου συνηγόρου του Εφεσίβλητου πως η Εφεσείουσα δεν νομιμοποιείται να προωθεί την έφεση της επειδή ο Εφεσίβλητος δεν είναι πλέον στη Δημοκρατία.
Ακόμα και αν θεωρηθεί ότι η αποχώρησή του συνιστά έμμεση υπαναχώρηση από την αίτηση διεθνούς προστασίας την οποία υπέβαλε, είναι πάντα πιθανή η επιστροφή του και η από πλευράς του υποβολή νέας αίτησης διεθνούς προστασίας η οποία θα συνιστά «μεταγενέστερη αίτηση» (κατά τον συναφή ορισμό αυτού του όρου στο Άρθρο 2(1) των περί Προσφύγων Νόμων) η οποία -κατά τα προβλεπόμενα στο Άρθρο 16Δ των περί Προσφύγων Νόμων- θα χρήζει εξέτασης υπό το φως των τελεσθέντων αναφορικά με την αρχική αίτηση διεθνούς προστασίας.
Συνεπώς, η Εφεσείουσα νομιμοποιείται να ζητεί με την παρούσα έφεση έλεγχο της ορθότητας του πρωτόδικου δικαστικού ελέγχου που δημιουργεί σε βάρος της δεδικασμένο ως προς τον χειρισμό της αρχικής αίτησης διεθνούς προστασίας.
Πρώτος Λόγος Έφεσης:
Ο πρώτος λόγος έφεσης, ως παρατίθεται ανωτέρω, κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται, για τους εξής λόγους:
Για να αξιολογηθεί κατά πόσο η πρωτόδικη αίτηση ακύρωσης παραθέτει -ως λόγο ακύρωσης- την παράβαση του δικαιώματος ακρόασης σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους ο Εφεσίβλητος αποκλείστηκε από το καθεστώς πρόσφυγα, το δικόγραφο πρέπει να αναγνωστεί εν συνόλω.
Η πρωτόδικη αίτηση ακύρωσης βάλλει κατά του αποκλεισμού του Εφεσίβλητου από το καθεστώς πρόσφυγα (αιτούμενη θεραπεία Α και νομικό σημείο 1), επικαλούμενη συναφώς (μεταξύ άλλων) παράβαση των Άρθρων 13 και 13Α των περί Προσφύγων Νόμων (νομικό σημείο 6) και του Άρθρου 42 του Νόμου 158(Ι) του 1999 (νομικό σημείο 9).
Το Άρθρο 13 των περί Προσφύγων Νόμων προβλέπει την κανονική διαδικασία εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας καθιστώντας (μεταξύ άλλων) υποχρεωτική τη διεξαγωγή προσωπικής συνέντευξης (εδάφιο (1)) και το Άρθρο 13Α των ίδιων Νόμων προβλέπει ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις σε σχέση με τη διεξαγωγή της συνέντευξης.
Παρότι, ιδεωδώς, η πρωτόδικη αίτηση ακύρωσης θα έπρεπε να επικαλείται και παράβαση του Άρθρου 5(6) των περί Προσφύγων Νόμων το οποίο καθιστά υποχρεωτική την εφαρμογή του Άρθρου 13 των ίδιων Νόμων πριν την έκδοση απόφασης αποκλεισμού, κρίνουμε επαρκή την επίκληση της παράβασης του Άρθρου 13 για την προώθηση του επίμαχου λόγου ακύρωσης. Διαφορετική αντίκριση του θέματος θα στερούσε νοήματος την επίκληση του εν λόγω Άρθρου.
Δεδομένης της ρητής επιταγής των περί Προσφύγων Νόμων όπως η Υπηρεσία Ασύλου χορηγεί δικαίωμα ακρόασης στον αιτητή διεθνούς προστασίας για το ενδεχόμενο αποκλεισμού του, η εκ της πρωτόδικης αίτησης ακύρωσης επίκληση του Άρθρου 13 αυτών των Νόμων ήταν επαρκής, χωρίς να χρειάζεται εκ παραλλήλου αναφορά στο Άρθρο 42 του Νόμου 158(Ι) του 1999 το οποίο δεν εφαρμόζεται όταν ο οικείος νόμος χορηγεί αφ’ εαυτού δικαίωμα ακρόασης υπέρ του διοικούμενου (Χουλιώτης ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 524).
Η δε επίκληση της παράβασης του δικαιώματος ακρόασης -ως λόγου ακύρωσης- ήταν επαρκής, χωρίς η πρωτόδικη αίτηση ακύρωσης να χρειαζόταν περαιτέρω να αναφέρει ότι αυτό το δικαίωμα συνιστούσε ουσιώδη τύπο. Εξυπακούεται ότι μόνο διαδικαστικές παραβάσεις ουσιώδους τύπου καθιστούν την προσβαλλόμενη διοικητική απόφαση νομικά τρωτή (Aristidou v. Δημοκρατίας, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 15.11.2024).
Δεύτερος Λόγος Έφεσης:
Ο δεύτερος λόγος έφεσης, ως προεκτίθεται ανωτέρω, κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται, για τους εξής λόγους:
Η Υπηρεσία Ασύλου, πριν εκδώσει απόφαση αποκλεισμού σε βάρος αιτητή διεθνούς προστασίας, οφείλει -στο πλαίσιο προσωπικής συνέντευξης- να του εκθέσει τους λόγους αποκλεισμού, να του δώσει την ευκαιρία να τοποθετηθεί επ’ αυτών, να λάβει δεόντως υπόψη τις τοποθετήσεις του και να εκδώσει δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.
Αυτή η νομική υποχρέωση για την παροχή δικαιώματος ακρόασης απορρέει από τα Άρθρα 5(6) και 13 των περί Προσφύγων Νόμων, και το Άρθρο 41(2) του Χάρτη[1].
Επιπλέον, προς αυτή την κατεύθυνση συντείνουν και οι συναφείς κατευθυντήριες γραμμές της EASO τις οποίες ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη. Για περαιτέρω νομική ανάλυση των προλεχθέντων, παραπέμπουμε στην Έφεση κατά Απόφασης
Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2025 Δημοκρατία ν. Β.Α. την απόφαση της οποίας το Διοικητικό Εφετείο απήγγειλε κατά την ίδια ημερομηνία με την απαγγελία της παρούσας απόφασης.
Πόσω μάλλον που η απόφαση αποκλεισμού βασίστηκε στην εκδοχή των γεγονότων την οποία ο Εφεσίβλητος παρέθεσε κατά την προσωπική του
συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου ως καταδεικνύει η προαναφερόμενη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης η οποία ρητά δηλώνει ότι η Υπηρεσία Ασύλου, έκρινε τον Εφεσίβλητο άξιο αποκλεισμού λόγω των δηλώσεών του κατά τη συνέντευξη («Based on your allegations during the interview,….»).
Τρίτος Λόγος Έφεσης:
O τρίτος λόγος έφεσης, ως αναπτύσσεται ανωτέρω, κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται για τους εξής λόγους:
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζει λόγο ακύρωσης περί της εκ της Υπηρεσίας Ασύλου παράβασης του δικαιώματος ακρόασης αιτητή διεθνούς προστασίας, λόγω της ουσιώδους σημασίας αυτού του δικαιώματος ως διαδικαστικής εγγύησης υπέρ του αιτητή, ως έχει αποφασιστεί στην Υπόθεση C-517/17 Addis, απόφαση ΔΕΕ ημερ. σκέψη 70.
Συνεπώς, αβάσιμα η Εφεσείουσα εφεσιβάλλει την πρωτόδικη κρίση περί λυσιτέλειας ως εσφαλμένη, καθότι κατ’ ακρίβειαν δεν έπρεπε καν το πρωτόδικο Δικαστήριο να ασχοληθεί με αυτό το θέμα και να αποφανθεί επί τούτου.
Δικαιοδοσία του πρωτόδικου Δικαστηρίου:
Παρότι η έφεση δεν εγείρει θέμα ορθής άσκησης της δικαιοδοσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση, αυτό το θέμα μπορεί να εγερθεί αυτεπάγγελτα από το Εφετείο, είναι δε θέμα για το οποίο οι δύο πλευρές ακούστηκαν κατά την ενώπιόν μας ακρόαση η οποία στην ουσία ήταν κοινή με αυτήν για τη Δημοκρατία ν. Β. Α. ανωτέρω και την Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 19/2025 Δημοκρατία ν. Μ.Α.L.
Στη βάση των νομολογηθέντων διά της Δημοκρατίας ν. Β. Α. ανωτέρω, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε κατά εσφαλμένο τρόπο τη δικαιοδοσία του, όταν έκρινε ότι επί αποφάσεων αποκλεισμού -όπως η επίδικη- ασκεί μόνο έλεγχο νομιμότητας.
Ως εκ τούτου, η εφεσιβαλλόμενη απόφαση χρήζει παραμερισμού και η υπόθεση χρήζει παραπομπής στο πρωτόδικο Δικαστήριο ώστε το τελευταίο να την επανεξετάσει ασκώντας με ορθό τρόπο τη δικαιοδοσία του στη βάση των νομολογηθέντων διά της Δημοκρατίας ν. Β. Α. ανωτέρω.
Προς υποβοήθηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, σημειώνουμε ότι -κατά τα άλλα- αυτό ορθά διέκρινε ελλείμματα στην κρίση της Υπηρεσίας Ασύλου ως προς την υπαγωγή του Εφεσίβλητου στην ρήτρα αποκλεισμού.
Καταληκτική κρίση του Δικαστηρίου:
Η έφεση επιτυγχάνει και παραμερίζεται η απόφαση ημερ. 13.12.2024 επί της Προσφυγής Αρ. 73/2019 συμπεριλαμβανομένων των εξόδων αυτής.
Η υπόθεση παραπέμπεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο (στην ίδια Δικαστή) προς κατά προτεραιότητα επανεξέτασή της, στο πλαίσιο ορθής άσκησης της δικαιοδοσίας του.
Ουδεμία διαταγή για κατ’ έφεση έξοδα, αφού η έφεση επιτυγχάνει για λόγο τον οποίο η Εφεσείουσα δεν ήγειρε ενώπιόν μας (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 107/2016 Τσιήσσιου ν. Δημοκρατίας, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 3.10.2023).
Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
[1] Ως προαναφέρθηκε, το Άρθρο 42 του Νόμου 158(Ι) του 1999 δεν τυγχάνει εφαρμογής, λόγω του ότι οι περί Προσφύγων Νόμοι προβλέπουν ειδικά το δικαίωμα ακρόασης υπέρ του αιτητή διεθνούς προστασίας ως προς το ενδεχόμενο αποκλεισμού του.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο