ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 36/2022)
30 Ιανουαρίου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΕΛΕΝΗ Κ. ΦΑΚΟΝΤΗ
Εφεσείουσα,
v.
ΑΡΧΗΣ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ
Εφεσίβλητης.
--------------------
Ε. Λοϊζίδου (κα), για ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι για τον Εφεσείοντα.
Α. Κουντουρή (κα) και Κ. Χαραλάμπους (κα), για ΤΑΣΣΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι για την Εφεσίβλητη.
Στ. Τρύφωνος (κα), για Γ. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΑ Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι για ενδιαφερόμενο μέρος.
---------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Σεραφείμ, Δ.:
---------------------
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΕΡΑΦΕΙΜ: Με την Προσφυγή Αρ. 1352/2018 (εφεξής η «Προσφυγή») η Εφεσείουσα στράφηκε εναντίον απόφασης χορήγησης από την Εφεσίβλητη άδειας ράμπας καθέλκυσης/ανέλκυσης (θαλάσσιων) σκαφών στο Δήμο Γεροσκήπου (εφεξής «το Ενδιαφερόμενο Μέρος»), επικαλούμενη, από την εν λόγω απόφαση, δυσμενή επηρεασμό συγκεκριμένης ακίνητης ιδιοκτησίας της (εφεξής το «τεμάχιο») και ισχυριζόμενη ότι, η με την προσβαλλόμενη απόφαση τώρα αδειοδοτημένη ράμπα λειτουργούσε και λειτουργεί παράνομα εδώ και χρόνια επί της ζώνης προστασίας της παραλίας, επί του τεμαχίου της και έμπροσθεν αυτού.
Με απόφαση του ημερομηνίας 31.1.2022, το πρωτόδικο Δικαστήριο, πριν εξετάσει τις προδικαστικές ενστάσεις που είχαν εγερθεί, κατέγραψε, καταρχάς, τα ουσιώδη γεγονότα ως εξής:
«Προχωρώντας να εξετάσω τις εγερθείσες προδικαστικές ενστάσεις, κρίνεται σκόπιμη σύντομη αναφορά στο περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε κατά το στάδιο των προφορικών διευκρινίσεων, ως Τεκμήριο 1.
Τη ζήτημα της ανυπαρξίας άδειας για την κατασκευή ράμπας ανέλκυσης / καθέλκυσης σκαφών εκ μέρους του Δήμου Γεροσκήπου, αναδείχθηκε προς τον ίδιο το Δήμο από την Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου, με την επιστολή της ημερομηνίας 17.10.2014, κοινοποιηθείσα και προς την Αρχή, κληθείς να υποβάλει σχετική αίτηση για έκδοση άδειας. Η ίδια η Αρχή απευθύνθηκε προς το Δήμο Γεροσκήπου με την επιστολή ημερομηνίας 6.11.2014, ζητώντας την υποβολή, μεταξύ άλλων, αρχιτεκτονικών και κατασκευαστικών σχεδίων. Ο Δήμος Γεροσκήπου, με την επιστολή ημερομηνίας 4.2.2015, υπέβαλε προς την Αρχή τα ζητούμενα έγγραφα, υποβάλλοντας ουσιαστικά αίτηση για αδειοδότηση της ράμπας ανέλκυσης / καθέλκυσης σκαφών στη θαλάσσια λιμενική περιοχή.
Στις 11.5.2018 ο Γενικός Διευθυντής της καθ' ης η αίτηση, υπέβαλε σχετικό σημείωμα προς το Διοικητικό Συμβούλιο σε σχέση με το αίτημα του Δήμου Γεροσκήπου για αδειοδότηση της ράμπας ανέλκυσης / καθέλκυσης σκαφών στη θαλάσσια λιμενική περιοχή Πάφου, στο οποίο καταγράφεται στο ιστορικό, με την εξής εισήγηση (κυανούν 74):-
«Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω η Διεύθυνση εισηγείται όπως:
(α) ικανοποιηθεί το αίτημα του Δήμου Γεροσκήπου,
(β) η διάρκεια της άδειας να είναι για την περίοδο από 15.5.18 μέχρι 31.12.2019 και να ανανεώνεται στη λήξη της πάνω σε ετήσια βάση, με δικαίωμα ανανέωσης από την Αρχή,
(γ) ετήσιο δικαίωμα χρήσης της άδειας να είναι €854 (πλέον ΦΠΑ), όπως αυτό καθορίζεται στον Περί Αποβαθρών Νόμων.»
Το Διοικητικό Συμβούλιο της Αρχής, κατά τη συνεδρία του ημερομηνίας 15.5.2018, αποφάσισε τα ακόλουθα:-
«(α) να ικανοποιηθεί το αίτημα του Δήμου Γεροσκήπου
(β) η διάρκεια της άδειας να είναι για την περίοδο από 15.5.18 μέχρι 31.12.2019 και να ανανεώνεται στη λήξη της πάνω σε ετήσια βάση,
(γ) ετήσιο δικαίωμα χρήσης της άδειας να είναι €854 (πλέον ΦΠΑ), όπως αυτό καθορίζεται στον Περί Αποβαθρών Νόμων.»
Η εν λόγω απόφαση γνωστοποιήθηκε στο Δήμο Γεροσκήπου με την επιστολή ημερομηνίας 16.5.2018 (κυανούν 75). Όπως αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή «Η άδεια που θα παραχωρηθεί θα είναι από τις 15.5.2018 και θα σας σταλεί σύντομα για υπογραφή». Ετοιμάστηκε προς τούτο προσχέδιο της άδειας στην οποία προκαθοριζόταν ο σκοπός της άδειας, η διάρκεια και οι όροι χρήσης της άδειας από τον αδειούχο.
Εντούτοις, όπως προκύπτει από το διοικητικό φάκελο, η εν λόγω άδεια ουδέποτε υπογράφηκε, ενώ δεν καταβλήθηκαν ούτε και τα τέλη που είχαν προκαθοριστεί για σκοπούς της έκδοσής της.»
Κατόπιν των πιο πάνω αναφορών, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε και απέρριψε την πρώτη εκ των προδικαστικών ενστάσεων που ηγέρθησαν από την Εφεσίβλητη, ήτοι ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση ανάγεται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και, ως τέτοια, εκπίπτει του αναθεωρητικού ελέγχου. Η εν λόγω απόφαση του δεν θα μας απασχολήσει, αφού δεν αντεφεσιβλήθηκε.
Ακολούθως, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε την άλλη προδικαστική ένσταση που είχε εγείρει η Εφεσίβλητη, την οποία συνόψισε ως ακολούθως:
«Η έτερη προδικαστική ένσταση που ήγειρε η Αρχή, σχετίζεται με την εκτελεστότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού κατά τις θέσεις της, αυτή δεν απέκτησε ακόμα ουσιαστική ισχύ, λόγω του γεγονότος ότι για την εξωτερίκευσή της, απαιτείτο η υπογραφή συμφωνίας άδειας χρήσης, που δεν υπογράφτηκε ποτέ. Του προβληθέντος ισχυρισμού αντιτείνει η αιτήτρια πως η Αρχή αποφάσισε άνευ όρων την έγκριση της αιτούμενης άδειας και πως η υπογραφή της άδειας χρήσης συνιστούσε πράξη εκτέλεσης.»
Η ανάλυση και η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί τούτης της ένστασης ήταν η ακόλουθη:
«Στην Τριμιθώτης ν. Αρχής Βιομηχανικής Κατάρτισης (2003) 3 Α.Α.Δ 422, στην οποία γίνεται ανάλυση των αρχών σε σχέση με το ζήτημα της διοικητικής πράξης και πότε αυτή συντελείται πλήρως, λέχθηκαν τα εξής:-
«Προτού δοθούν απαντήσεις στα ζητήματα που εγείρονται θα επιχειρήσουμε σύντομη αναφορά στην κρατούσα νομική θεωρία και στις αρχές δικαίου που διέπουν τα επίδικα θέματα. Ένας δόκιμος ορισμός της διοικητικής πράξης είναι ότι αυτή αποτελεί δήλωση βουλήσεως οποιουδήποτε διοικητικού οργάνου διά της οποίας επέρχεται μεταβολή στο νομικό κόσμο ήτοι δι' αυτής, ιδρύονται, μεταβάλλονται ή καταργούνται δικαιώματα και υποχρεώσεις. Της δήλωσης της βουλήσεως προηγείται η διαμόρφωση της. Πρόκειται για εκείνο το στάδιο προς το οποίο αντιστοιχεί η διοικητική διαδικασία παραγωγής της διοικητικής πράξης. Όταν η διαδικασία αυτή ολοκληρωθεί, ακολουθεί η διαδικασία έκδοσης της πράξης δηλαδή η κατά τρόπο βέβαιο διατύπωση της βουλήσεως η οποία πρόκειται να δηλωθεί διά της διοικητικής πράξης. Βλ. Μιχ. Δ. Στασινόπουλου «Μαθήματα Διοικητικού Δικαίου», σελ. 248 επ. Η εκδοθείσα διοικητική πράξη είναι απλώς βούληση διαμορφωθείσα και όχι βούληση δηλωθείσα. Εκ των ανωτέρω, καθίσταται πρόδηλο πως με την έκδοση της διοικητικής πράξης δεν αρχίζει ακόμα η παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων εφόσον η βούληση του διοικητικού οργάνου εξακολουθεί να παραμένει internum. Για να αποκτήσει η πράξη τη δύναμη παραγωγής έννομων αποτελεσμάτων πρέπει απαραιτήτως να δηλωθεί ώστε να παύσει να αποτελεί internum. Ανακύπτει επομένως ζήτημα καθορισμού της αναγκαίας για την κάθε συγκεκριμένη διοικητική πράξη δήλωση βουλήσεως και των ενεργειών που απαιτούνται για να πραγματοποιηθεί ώστε να καταστεί externum και να αποκτήσει την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη δύναμη παραγωγής έννομων αποτελεσμάτων. Στο σύγγραμμα του Κυριακόπουλου Ηλ. «Ελληνικόν Διοικητικόν Δίκαιον», 4η έκδ. σελίδες 396-397 αναφέρονται τα εξής:
«Η βεβαία διατύπωσις της βουλήσεως του διοικητικού οργάνου τη εν διοικητική πράξει διά της συντάξεως και υπογραφής ταύτης, δηλοί ότι η πράξις εξεδόθη. Αλλ' η έκδοσις μόνη δεν συνεπιφέρει τα εξ αυτής αναμενόμενα έννομα αποτελέσματα. Η διοικητική πράξις, ως δήλωσις βουλήσεως, διά ν' αποκτήση νομικήν ενέργειαν, δέον να παύση αποτελούσα internum και εξωτερικευθή, ήτοι να περιέλθη εις το πρόσωπον, εις ο αφορά. Επομένως, η διοικητική πράξις δέον ν' ανακοινούται εις τον ενδιαφερόμενον. Κατά τίνα τύπον δέον να γίνη η ανακοίνωσις αύτη, εξαρτάται εξ αυτής της φύσεως της πράξεως, εφ' όσον εν τη συγκεκριμένη περιπτώσει ο νόμος δεν ορίζη ιδιαίτερον τύπον.»
Ομοίως, τα ίδια αποτυπώνονται και στο σύγγραμμα του Α.Ι Τάχου «Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο» πέμπτη έκδοση 1996, σελ. 440 παρ. 503 και στο σύγγραμμα του E.Π Σπηλιωτόπουλου «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου» Τόμος 1, 15η έκδοση σελ. 159 παρ. 168.
Στις διατάξεις των άρθρων 3 και 4 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999, Ν. 158(Ι)/99, ως τροποποιήθηκε, προβλέπεται ότι:-
«3. Η έκδοση μιας διοικητικής πράξης γίνεται με τη διατύπωση της βούλησης του διοικητικού οργάνου.
4. Η ουσιαστική ισχύς μιας διοικητικής πράξης αρχίζει από την ημέρα που η δήλωση της βούλησης του διοικητικού οργάνου κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο. Όταν ο νόμος καθιστά συστατικό στοιχείο της πράξης τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, η ουσιαστική ισχύς της αρχίζει από την ημέρα της δημοσίευσης.»
Συνεπώς, εκδοθείσα διοικητική απόφαση δεν παράγει έννομα αποτελέσματα πριν από την κοινοποίησή της στον ενδιαφερόμενο και αυτή, εξακολουθεί να παραμένει internum. Για να αποκτήσει τη δύναμη παραγωγής έννομων αποτελεσμάτων και νομική ισχύ, αυτή θα πρέπει να εξωτερικευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, καίτοι εκδόθηκε, εντούτοις ουδέποτε πληρώθηκαν τα όποια δικαιώματα από το Δήμο Γεροσκήπου κι ούτε τέθηκαν ενυπογράφως οι όροι άσκησης της άδειας χρήσης, με αποτέλεσμα η διοικητική απόφαση της καθ΄ης η αίτηση Αρχής να μην έγινε externum, έτσι ώστε να παράγονται έννομα αποτελέσματα.
Στη βάση των πιο πάνω, καταλήγω πως η προσβαλλόμενη με την προσφυγή διοικητική απόφαση, συνιστά internum της διοίκησης και επομένως δεν είναι εκτελεστή.»
Με τον πρώτο λόγο Έφεσης, η Εφεσείουσα στρέφεται εναντίον της πρωτόδικης κρίσης ότι η επίδικη απόφαση συνιστά internum της διοίκησης και άρα στερείται εκτελεστότητας, διότι, αφενός, δεν καταβλήθηκαν τα όποια δικαιώματα από το ενδιαφερόμενο μέρος και, αφετέρου, ουδέποτε τέθηκαν ενυπογράφως οι όροι της άδειας χρήσης της επίδικης ράμπας, σημειώνοντας και το παράνομο της ύπαρξης αυτής εδώ και χρόνια.
Με τον δεύτερο λόγο Έφεσης της, η Εφεσείουσα εισηγείται ότι σε περίπτωση επιτυχίας του πρώτου λόγου Έφεσης, η Προσφυγή θα πρέπει να παραπεμφθεί πρωτοδίκως για εξέταση των λόγων ακυρώσεως και αφορούν την ουσία της Προσφυγής.
Συνοψίζοντας την αιτιολογία του πρώτου λόγου Έφεσης, η Εφεσείουσα υποστηρίζει ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν εγκρίθηκε μόνο α) το αίτημα του Ενδιαφερόμενου Μέρους για έκδοση άδειας χρήσης της επίδικης ράμπας, αλλά και πρώτα β) το αίτημα του Ενδιαφερόμενου Μέρους για εκ των υστέρων αδειοδότηση της ήδη από χρόνια παράνομης κατασκευής της συγκεκριμένης ράμπας σκαφών, ζήτημα το οποίο ήταν και το επίδικο αντικείμενο της Προσφυγής. Κατά την Εφεσείουσα, η ισχύς της άδειας κατασκευής της επίδικης ράμπας, ως διοικητική πράξη, δεν εξαρτήθηκε από την καταβολή ή όχι των σχετικών δικαιωμάτων, ούτε οι όποιοι όροι τέθηκαν αφορούσαν την εξασφάλιση της άδειας της κατασκευής της ράμπας, αλλά την άδεια χρήσης αυτής από το ενδιαφερόμενο μέρος. Επομένως, λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η προσβαλλόμενη με την Προσφυγή απόφαση παρέμεινε internum. Η θέση της Εφεσείουσας είναι ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση εξωτερικεύθηκε η βούληση της Εφεσίβλητης να νομιμοποιήσει και να αδειοδοτήσει μία παρανόμως κατασκευασθείσα ράμπα.
Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο Έφεσης, η θέση της Εφεσείουσας είναι ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προχώρησε να εξετάσει τους λόγους ακυρώσεως που ηγέρθηκαν από την Εφεσείουσα και σε περίπτωση επιτυχίας του πρώτου λόγου Έφεσης, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στο πρωτόδικο Δικαστήριο προς αυτό τον σκοπό.
Αντίθετη είναι η θέση της Εφεσίβλητης, ως προς τον πρώτο λόγο Έφεσης, ως αυτή εκφράστηκε πρωτίστως μέσω του περιγράμματος αγόρευσης της. Θέση της Εφεσίβλητης είναι ότι:
«[.]η επίδικη άδεια χρήσης αφορούσε αδειοδότηση ράμπας / αποβάθρας ανέλκυσης και καθέλκυσης σκαφών που βρίσκεται εντός θαλάσσιας λιμενικής περιοχής του ενδιαφερόμενου μέρους / Δήμου Γεροσκήπου και ανήκει κατά κυριότητα στην Αρχή. Τονίζεται επίσης με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν δόθηκε άδεια για κατασκευή της επίδικης ράμπας αλλά άδεια για χρήση του συγκεκριμένου θαλάσσιου λιμενικού χώρου όπου ήταν ήδη κατασκευασμένη η επίδικη ράμπα.»
Η ερμηνεία, την οποία έδωσε η Εφεσίβλητη ήταν ότι, με την Προσφυγή έτυχε προσβολής η απόφαση για έκδοση της αιτούμενης άδειας χρήσης και, συνεπώς, (ορθά) το πρωτόδικο Δικαστήριο περιορίστηκε στο έλεγχο της πράξης αυτής, ως όφειλε. Η θέση δε, της Εφεσείουσας ότι με την Προσφυγή προσβλήθηκε απόφαση για αδειοδότηση κατασκευής της συγκεκριμένης ράμπας είναι πεπλανημένη, όσο πεπλανημένη είναι και η αντίληψη της για την πρωτόδικη κατάληξη.
Πρόσθετα, η Εφεσίβλητη υποστηρίζει ότι δεν υπήρξε με την επίδικη απόφαση καμία παρελθοντική νομιμοποίηση της προ ετών κατασκευασθείσας ράμπας, η οποία ήταν προϋπάρχουσα κατάσταση, με την οποία η Εφεσίβλητη ουδεμία σχέση είχε και για την οποία δεν χωρεί παρεμπίπτον έλεγχος στο πλαίσιο της Προσφυγής.
Καταληκτικά, η θέση της Εφεσίβλητης ήταν ότι η άδεια χρήσης, με δεδομένο ότι δεν είχε συνυπογραφεί από την Εφεσίβλητη και το Ενδιαφερόμενο Μέρος δεν κατέστη «τελεσίδικη» εκτελεστή πράξη, συνηγορώντας περί τούτου με τη θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όπως υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, σχετικά στο περίγραμμα της η Εφεσίβλητη:
«1.3.6. [.] κανένα απολύτως δικαίωμα ούτε υποχρέωση δεν δημιουργήθηκε ούτε και επηρεάστηκε οποιοδήποτε πρόσωπο. Η ικανοποίηση του αιτήματος αυτού δεν μετέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο την προϋπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων, αφ’ ης στιγμής το ενδιαφερόμενο μέρος δεν είχε μέχρι και την καταχώρηση της προσφυγής αποδεχθεί τους όρους που θα περιλαμβάνονταν στη συμφωνία της επίδικης χρήσης και ούτε είχε δηλώσει την αποδοχή και συγκατάθεση του σ’ αυτούς.
1.3.7. Δεδομένου λοιπόν ότι η συμφωνία δεν είχε τεθεί σε ισχύ μέχρι την καταχώρηση της προσφυγής αλλά ούτε και είχε μεταβληθεί η υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων, η προσφυγή δεν στρεφόταν κατά τελικής εκτελεστής πράξης, που να επιφέρει έννομα αποτελέσματα.
[.]
1.3.12. Είναι συνεπώς η θέση μας ότι η παρούσα προσφυγή έχει εγερθεί πρόωρα, καθότι δεν έχει τεθεί σε ισχύ η απόφαση και ούτε έχει κοινοποιηθεί και/ή γνωστοποιηθεί μέστω της Αρχής, με την πράξη να παραμένει μέχρι και σήμερα internum η οποία στερείται εκτελεστότητας, με αποτέλεσμα η παρούσα προσφυγή να έχει καταχωρηθεί απαράδεκτα.
1.8. Πέραν από τα πιο πάνω, τονίζεται, για σκοπούς πληρότητας, ότι η προσβαλλόμενη άδεια χρήσης, αν και δεν έχει τελικά υπογραφεί, είχε ισχύ μέχρι και τις 31/12/2019 (βλ. Παράρτημα Η της ένστασης), γεγονός που καθιστούσε την προσφυγή άνευ αντικειμένου, το οποίο θα επέφερε και την κατάργηση της δίκης.Τούτο διότι, η Αιτήτρια/ Εφεσείουσα δεν ισχυρίζεται ούτε δικογραφεί ούτε βεβαίως αποδεικνύει ότι έχει υποστεί οποιοδήποτε κατάλοιπο ζημίας, ακόμα και σε αυτό το στάδιο διαδικασίας.»
Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο Έφεσης, η θέση της Εφεσίβλητης είναι ότι αν ευοδωθεί ο πρώτος λόγος Έφεσης, τότε η υπόθεση θα πρέπει να παραπεμφθεί στο πρωτόδικο Δικαστήριο για να εξεταστούν οι λοιπές προδικαστικές ενστάσεις και οι λόγοι ακυρώσεως που είχαν εγερθεί.
Εξετάσαμε τα ενώπιον μας δεδομένα με προσοχή, συμπεριλαμβανομένων των λόγων Έφεσης, των περιγραμμάτων αγόρευσης των διαδίκων, το περιεχόμενο του πρωτόδικου δικαστικού φακέλου και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, του οποίου ζητήθηκε η επανακαταχώρηση από την Εφεσίβλητη (αντιγράφου αυτού), αφού δεν εντοπίστηκε αυτός να έχει μεταφερθεί στο Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου και δεν ανευρέθηκε στο πρωτόδικο Πρωτοκολλητείο. Όσον αφορά τα όσα αναφέρθηκαν από τους διάδικους κατά την ακρόαση, αυτά λήφθηκαν υπόψη στο βαθμό που κινούνταν εντός του πλαισίου των λόγων Εφέσεως και της αιτιολογίας αυτών ή του αντίλογου προς αυτούς. Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι ζητήματα, τα οποία δύνανται να εξετασθούν από το Διοικητικό Εφετείο δεν δύνανται να επεκτείνονται, στο εύρος τους, διαμέσου του περιγράμματος αγόρευσης, αν αυτά δεν έχουν τύχει δικογράφησης και δεν ενσωματώθηκαν στη δικογραφημένη αιτιολογία (βλ. απόφαση του παρόντος Εφετείου ημερομηνίας 27.3.2025 στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 166/2023 GEORGE CHUKWUDI NZEOCHA v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ MEΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ).
Αναδεικνύονται ως κρίσιμες για την έκβαση του πρώτου λόγου Έφεσης, οι απαντήσεις επί των ακόλουθων ερωτημάτων, συγκεκριμένα:
-πρώτον, ποιά ήταν η ακριβής φύση και το περιεχόμενο της επίδικης αίτησης, την οποία υπέβαλε το Ενδιαφερόμενο Μέρος προς την Εφεσίβλητη.
-δεύτερον, ποιά ήταν η φύση και το περιεχόμενο της απόφασης που έλαβε η Εφεσίβλητη επί του ως άνω αιτήματος του Ενδιαφερόμενου Μέρους.
-τρίτον, ποιά απόφαση προσέβαλε με την Προσφυγή της η Εφεσείουσα.
και
-τέταρτον, ήταν, εν τέλει, ορθή η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου;
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα ανωτέρω, ορθά επισήμανε και το πρωτόδικο Δικαστήριο και επαληθεύεται και από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης ότι, η Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου, με σχετικές επιστολές της ημερομηνίας 17.10.2014 προς τον Διευθυντή Τμήματος Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών και προς το Ενδιαφερόμενο Μέρος αντίστοιχα, οι οποίες κοινοποιήθηκαν και στην Εφεσίβλητη στις 27.10.2014, επισήμανε ότι η επίδικη ράμπα (η οποία, σύμφωνα με μεταγενέστερη επιστολή της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου ημερομηνίας 24.11.2014 προς τους δικηγόρους της Εφεσείουσας, κατασκευάστηκε από το Ενδιαφερόμενο Μέρος πριν περίπου 10 χρόνια), βρίσκεται σε περιοχή «Λιμένος» και δεν καλύπτεται από την απαιτούμενη άδεια, προτρέποντας το Ενδιαφερόμενο Μέρος, όπως υποβάλει σχετική αίτηση στην Εφεσίβλητη, σύμφωνα με το Άρθρο 10(2)(i) του περί Αρχής Λιμένων Κύπρου Νόμου, Ν. 38/1973.
Ακολούθησε επιστολή ημερομηνίας 6.11.2014 της Εφεσίβλητης προς το Ενδιαφερόμενο Μέρος, με την οποία, σε σχέση με τις πιο πάνω επιστολές ημερομηνίας 17.10.2014, επανέλαβε την υποχρέωση που είχε το Ενδιαφερόμενο Μέρος να αποταθεί σ’ αυτήν για εξασφάλιση άδειας για την συγκεκριμένη ράμπα.
Προς αυτό τον σκοπό και αφού με την εν λόγω επιστολή η Εφεσίβλητη αναζήτησε διάφορα στοιχεία από το Ενδιαφερόμενο Μέρος (αρχιτεκτονικά σχέδια κατασκευής της ράμπας, συνολικό της εμβαδό, περιγραφή του τρόπου κατασκευής της κλπ.) ανέφερε καταληκτικά τα εξής:
«Με την παραλαβή των πιο πάνω στοιχείων, θα προβούμε σε εξέταση του όλου θέματος με σκοπό την παραχώρηση προς το Δήμο Γεροσκήπου άδεια χρήσης θαλάσσια (sic) λιμενικού χώρου για την κατασκευή και λειτουργία της εν λόγω ράμπας.» (η υπογράμμιση δική μας)
Ακολούθησαν γραπτές υπενθυμίσεις για τα ανωτέρω με προειδοποιήσεις για λήψη μέτρων σε περίπτωση μη υποβολής των ζητηθέντων στοιχείων και, τελικώς, το Ενδιαφερόμενο Μέρος ανταποκρίθηκε υποβάλλοντας τα σχετικά στοιχεία, με επιστολή του ημερομηνίας 4.2.2015.
Από τα πιο πάνω, εξάγεται με σαφήνεια το συμπέρασμα ότι το Ενδιαφερόμενο Μέρος, συμμορφούμενο με τις απαιτήσεις της Εφεσίβλητης και δια της υποβολής των ζητηθέντων στοιχείων, υπέβαλε, επί της ουσίας, αίτηση, ως αυτή για την οποία ενημερώθηκε από την Εφεσίβλητη με την επιστολή της ημερομηνίας 6.11.2014 της Εφεσίβλητης (βλ. ανωτέρω υπογραμμισμένο απόσπασμα αυτής).
Συνεπώς, όσον αφορά το πρώτο ερώτημα (ανωτέρω) προκύπτει με ασφάλεια ότι, η αίτηση για την επίδικη ράμπα αφορούσε ενιαία τόσο στην κατασκευή της, όσο και στην χρήση της.
Όσον αφορά στο δεύτερο ερώτημα (ανωτέρω), η απάντηση δίνεται μέσα από το ίδιο το πρακτικό της συνεδρίασης της Εφεσίβλητης ημερομηνίας 11.5.2018 αφού προηγήθηκαν διάφορα εσωτερικά σημειώματα, αλλά και σχετική αλληλογραφία με τους νομικούς συμβούλους της Εφεσίβλητης. Και αυτή είναι ότι, η Εφεσίβλητη αποφάσισε τη χορήγηση «ενιαίας» άδειας τόσο για την κατασκευή, όσο και τη χρήση της ράμπας, ως το προαναφερθέν σχετικό αίτημα (βλ. ρητή αναφορά στο εν λόγω πρακτικό «Το Διοικητικό Συμβούλιο της Αρχής, κατά τη συνεδρία του ημερομηνίας 15.5.2018, αποφάσισε τα ακόλουθα:-«(α) να ικανοποιηθεί το αίτημα του Δήμου Γεροσκήπου [.]). Από το ίδιο πρακτικό προκύπτει και η διάρκεια ισχύος της απόφασης για τέτοια άδεια (από 15.5.18 μέχρι 31.12.2019), ξεκαθαρίζοντας έτσι ότι, δεν υπήρξε για παρελθόν χρονικό διάστημα νομιμοποίηση της δεδομένης παρανομίας κατασκευής της επίδικης ράμπας. Αυτό εξάλλου, ως προκύπτει από το διοικητικό φάκελο, ήταν και ένα ζήτημα που απασχολούσε την Εφεσίβλητη, ενόψει του ότι η Εφεσείουσα είχε ήδη λάβει νομικά μέτρα για την μέχρι τότε παράνομη κατασκευή.
Όσον αφορά στο τρίτο ερώτημα, η Εφεσείουσα προσέβαλε με την Προσφυγή της την κατ’ ισχυρισμό παράνομη χορήγηση άδειας ράμπας καθέλκυσης /ανέλκυσης σκαφών στο Δήμο Γεροσκήπου. Δεν διαχώρησε την προσβαλλόμενη απόφαση μεταξύ άδειας κατασκευής και άδειας χρήσης. Και ορθώς, προσθέτουμε διότι, αφενός η άδεια που χορηγήθηκε ήταν ενιαία (βλ ανωτέρω) και αφορούσε και στα δύο ζητήματα (κατασκευή, χρήση) και, αφετέρου, αυτή ήταν και η ενημέρωση, την οποία η Εφεσείουσα έλαβε για την επίδικη απόφαση (βλ. επιστολή της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου ημερομηνίας 26.6.2018 προς τους δικηγόρους της Εφεσείουσας, παράρτημα Α’ στην Αίτηση Ακυρώσεως, στην οποία αναφέρεται, συγκεκριμένα, ότι «(α) για τη ράμπα σκαφών εξασφαλίστηκε η σχετική άδεια από την Αρχή Λιμένων»). Είναι αδιάφορο για την απάντηση του τρίτου ερωτήματος, το κατά πόσον η Εφεσείουσα επικεντρώθηκε πρωτόδικα στο σκέλος της αδειοδότησης της κατασκευής της επίδικης ράμπας.
Όσον αφορά, τώρα, το τέταρτο ερώτημα (ανωτέρω):
Βρίσκουμε ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι ορθή. Η ισχύς της απόφασης για χορήγηση της επίδικης άδειας, συναρτήθηκε ως προς και τα δύο σκέλη της (εγκατάσταση/κατασκευή και χρήση), με την υπογραφή της σχετικής άδειας, προσχέδιο της οποίας ανευρίσκεται στο διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, αλλά και τους εκεί περιεχόμενους όρους της. Συγκεκριμένα και ενδεικτικά, στην παράγραφο 1.6 του εν λόγω προσχεδίου της άδειας αναφέρεται ότι:
«1.6. Η έκδοση της παρούσας Άδειας προϋποθέτει την πλήρη και ανεπιφύλακτη αποδοχή όλων ανεξαιρέτως των όρων της από τον Αδειούχο. Η άδεια αυτή τίθεται σε ισχύ μόνο εάν, εφόσον και όταν ο Αδειούχος σωρευτικά:
(i) Αποδεχτεί ανεπιφύλακτα τους Όρους της Άδειας υπογράφοντας τη σχετική Δήλωση που περιέχεται στο τέλος της παρούσας Άδειας,
(ii) Καταβάλει το δικαίωμα που προβλέπεται στον Όρο 1.3.,
(iii) Εφοδιάσει την Αρχή με τα πιστά αντίγραφα των ασφαλιστικών συμβολαίων όπως αναφέρεται στον Όρο 5.1.1 και 5.1.2.»
(Σημ. Δικ.: Ο όρος 1.3 του προσχεδίου της άδειας προέβλεπε την προκαταβολική καταβολή, με την υπογραφή της άδειας, των δικαιωμάτων από το ενδιαφερόμενο Μέρος προς την Εφεσίβλητη.)_
Ήταν ο ισχυρισμός της Εφεσίβλητης πρωτόδικα και ενώπιον μας, ο οποίος δεν έχει αμφισβητηθεί από την Εφεσείουσα, αλλά ούτε αναιρείται από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης ότι, η άνω άδεια ουδέποτε είχε υπογραφεί από το Ενδιαφερόμενο Μέρος, ούτε τα προβλεπόμενα δικαιώματα για την έκδοση της καταβλήθηκαν. Τα οποία δεν αφορούσαν μόνο την άδεια χρήσης, αλλά συνολικά την παραχωρηθείσα άδεια για εγκατάσταση και χρήση αποβάθρας (ράμπας) για ανέλκυση / καθέλκυση σκαφών στη λιμενική περιοχή Πάφου, ως το προσχέδιο της εν λόγω άδειας τιτλοφορήθηκε.
Ο πιο πάνω ισχυρισμός επιβεβαιώνεται από τον διοικητικό φάκελο ως ορθός. Συγκεκριμένα, η Εφεσίβλητη, με επιστολή της ημερομηνίας 16.5.2018, ενημέρωσε το Ενδιαφερόμενο Μέρος ότι το Διοικητικό συμβούλιο της ενέκρινε το αίτημα του για χορήγηση άδειας χρήσης ράμπας και ότι θα του απέστελλε την άδεια σύντομα για υπογραφή. Εντούτοις, από ενδουπηρεσιακή ηλεκτρονική αλληλογραφία ημερομηνίας 4.11.2019 επιβεβαιώνεται ότι η άδεια τελούσε ακόμη υπό μορφή προσχεδίου.
Συνεπώς, αφού ελλείπουν τουλάχιστον δύο από τις υποχρεωτικές προϋποθέσεις έκδοσης της, η άδεια ουδέποτε τέθηκε σε ισχύ (βλ. παράγραφο 1.6 του προσχεδίου της άδειας, ανωτέρω) και, συνεπώς, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι, η επίδικη απόφαση δεν κατέστη εκτελεστή και απέρριψε την Προσφυγή. Το προϋπάρχον status quo δεν επηρεάστηκε καθ’ οιονδήποτε τρόπο από την προσβαλλόμενη απόφαση.
Ας μας επιτραπεί μόνο η ακόλουθη παρατήρηση: Η ορθή ταξινόμηση, κατά την άποψη μας, δεν είναι αυτή που το πρωτόδικο Δικαστήριο πρόκρινε, ήτοι ότι η άδεια δεν κατέστη externum, χωρίς αυτό βέβαια, να επηρεάζει την ορθότητα της κατάληξης του. Ορθή είναι η θέση, η οποία είναι και αυτή που η Εφεσίβλητη κατ’ ουσίαν πρότεινε ενώπιον μας, ότι η εν λόγω απόφαση ουδέποτε κατέστη εκτελεστή, λόγω μη πλήρωσης αιρέσεων έκδοσης της, ως αυτές προκύπτουν μέσα από το προσχέδιο της άδειας (βλ. ανωτέρω).
Ως επεξηγήσαμε σχετικά και στην απόφαση ημερομηνίας 2.10.2024 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 42/2021 NOVA HOMES LIMITED v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ, ΕΠΑΡΧΙΑΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ:
«Αποτελεί γεγονός, ότι η Εφεσείουσα αιτήθηκε έκδοση άδειας οικοδομής για την επίδικη ανάπτυξη. Η αίτηση, σύμφωνα με το περιεχόμενο της επιστολής της Εφεσίβλητης ημερομηνίας 2/3/2016, εγκρίθηκε. Στην εν λόγω επιστολή, η Εφεσείουσα πληροφορείτο ότι «για να εκδοθεί» η σχετική άδεια, έπρεπε να καταβάλει δικαιώματα έκδοσης άδειας ύψους €12.625,94. Πληροφορήθηκε επίσης η Εφεσείουσα, ότι πριν την έκδοση της άδειας δεν επιτρεπόταν η έναρξη οικοδομικών εργασιών στο επίδικο τεμάχιο.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη επιστολή ημερομηνίας 22/9/2017, «να μην εκδοθεί η άδεια οικοδομής» και αν η Εφεσείουσα ενδιαφερόταν για τη συγκεκριμένη ανάπτυξη, να υπέβαλλε νέα αίτηση.
Αναδεικνύεται ως επίμαχο ζήτημα στην υπό εξέταση υπόθεση, το κατά πόσο, υπό τα δεδομένα όπως αυτά έχουν εκτεθεί ανωτέρω, η έγκριση για έκδοση άδειας οικοδομής (και κατ' αντανάκλαση, η «ανάκληση» της επίδικης) συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη.
Στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Γεναγρίτης ν. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 1029, με παραπομπή και σε προηγούμενη νομολογία, ερμηνεύθηκε ο όρος «εκτελεστή διοικητική πράξη» ως ακολούθως:
«Η έννοια του όρου "εκτελεστή διοικητική πράξη" έχει επεξηγηθεί στην Δημοκρατία ν. Sunoil Bunkering Ltd (1994) 3 Α.Α.Δ. 26, 27 (απόφαση Πική, Δ., όπως ήταν τότε), στην οποία το θέμα τέθηκε ως εξής:
"Το κριτήριο για την εκτελεστότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης είναι η παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων, δηλαδή η γένεση εξ αυτής δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Πράξη είναι εκτελεστή εφόσον επιβάλλει υποχρεώσεις στο διοικούμενο, μη υφιστάμενες πριν την έκδοσή της, η μη εκπλήρωση των οποίων παρέχει το δικαίωμα στη Διοίκηση να επικαλεσθεί τα μέσα του δικαίου για την εκτέλεσή τους».
Σύμφωνα με το "Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο" του Α. Ι. Τάχου, 4η έκδοση, 1993, σελ. 356, εκτελεστή διοικητική πράξη είναι εκείνη που συνεπάγεται ευθέως και αμέσως με την εκτέλεση της έννομες συνέπειες για τους διοικούμενους δηλαδή συνιστά, μεταβάλλει ή καταργεί δικαιώματα ή (και) υποχρεώσεις.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα της "εκτελεστής διοικητικής πράξεως" είναι ότι με την δήλωση βουλήσεως που περιέχει καθορίζει δίκαιον δηλαδή δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις είτε κατά τρόπο γενικό με το να θέτει κανόνες δικαίου (κανονιστική πράξη) είτε κατά τρόπο ειδικό στην ατομική περίπτωση (ατομική πράξη) (Βλ. Στασινόπουλου, Δίκαιο των Διοικητικών Πράξεων, Έκδοση 1982, σελ. 170).
Το Ελληνικό Συμβούλιο της Επικρατείας ορίζει τις εκτελεστές πράξεις ως εκείνες "δια των οποίων δηλούται βούλησις διοικητικού οργάνου σκοπούσα στην παραγωγήν εννόμου αποτελέσματος έναντι των διοικούμενων".
Στα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, 1929-59, σελ. 236-237 αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εις προσβολήν δι' αιτήσεως ακυρώσεως δεν υπόκειται οιαδήποτε πράξις απορρέουσα εκ διοικητικού οργάνου, δρώντος ως τοιούτου, αλλά μόνον αι εκτελεσταί πράξεις, τουτέστιν εκείναι δι' ων δηλούται βούλησις διοικητικού οργάνου, αποσκοπούσα εις την παραγωγήν εννόμου αποτελέσματος έναντι των διοικουμένων και συνεπαγομένη την άμεσον εκτέλεσιν αυτής δια της διοικητικής οδού. Το κύριον στοιχείον της εννοίας της εκτελεστής πράξεως είναι η άμεσος παραγωγή εννόμου αποτελέσματος, συνισταμένου εις την δημιουργίαν, τροποποίησιν ή κατάλυσιν νομικής καταστάσεως, ήτοι δικαιωμάτων και υποχρεώσεων διοικητικού χαρακτήρος παρά τοις διοικουμένοις."
(Βλ. και Θ. Δ. Τσάτσου "Η Αίτησις Ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας", εκ. τρίτη, σελ. 120-121: "Κατά την νομολογίαν του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν είναι πράξις εκτελεστή η περιέχουσα ειδοποίησιν ή απλήν ανακοίνωσιν των απόψεων της διοικήσεως".)
Η δική μας νομολογία έχει θέσει το θέμα της πληροφοριακής πράξης ως εξής:
Πράξη πληροφοριακού χαρακτήρα, όπως για παράδειγμα πράξη που πληροφορεί τον αιτητή για μια κατάσταση πραγμάτων ή για τις πρόνοιες ενός νόμου, ή πράξη στην οποία εκφράζεται η πρόθεση και όχι η βούληση της διοίκησης δεν είναι εκτελεστή πράξη (Βλ. Republic v. Demetriou and Others (1972) 3 C.L.R. 219, Krashias Modern Land & Building Developers Ltd v. Δήμου 'Εγκωμης (1995) 3 Α.Α.Δ. 198, 208, Phylaktides v. Republic (1984) 3 C.L.R. 1328, Kεφάλα ν. Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 133, Economides v. Republic (1983) 3 C.L.R., 219, Ioannou v. Republic (1982) 3 C.L.R. 1002, Spyrou v. Republic (1983) 3 C.L.R. 354, Argyrou and Others v. Republic (1983) 3 C.L.R. 474 και Μιχαήλ Φρειδερίκου και Σχολές Φρειδερίκου Λτδ ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1451). Βλ. και Απόφαση 2446/1968 του Συμβουλίου της Επικρατείας στην οποία κρίθηκε ότι η επίδικη πράξη απαραδέκτως προσβάλλεται «ως στερουμένη εκτελεστού χαρακτήρος, καθ' όσον αύτη πληροφορίας απλώς παρέχει προς την αιτούσαν, μη δυναμένη να δημιουργήση ίδιον έννομον αποτέλεσμα».
Σημαντική για το ζήτημα κρίνεται η ακόλουθη αναφορά στο «Δίκαιον των Διοικητικών Διαφορών», του Μιχ. Δ. Στασινόπουλου, Έκδοση Τέταρτη, σελ. 173:
«3. ΄Αλλαι πράξεις, χαρακτηριζόμεναι ως προπαρασκευαστικαί, ήτοι ως τείνουσαι εις την προπαρασκευήν της μελλούσης να εκδοθή εκτελεστής διοικητικής πράξεως. Τοιαύται είναι αι πληρούσαι συνήθως διαδικαστικούς τύπους, καθοριζομένους υπό του νόμου, ως:
α) .................................................. .....................................
β) αι προκαταρκτικαί προσκλήσεις προς παροχήν πληροφοριών και αι συναφείς προκαταρκτικαί ανακοινώσεις προς τους ενδιαφερομένους.»
Σχετικό είναι επίσης και το ακόλουθο απόσπασμα από τα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικράτειας σελ. 239:
γγ) Πράξεις προηγούμεναι της εκτελεστής ή προπαρασκευαστικαί. Πράξεις τινές εκδίδονται εν συναρτήσει προς την έκδοσιν εκτελεστής πράξεως, προπαρασκευάζουσαι καθ' οιονδήποτε τρόπον ταύτην, χωρίς να επάγωνται αυτοτελώς άμεσα έννομα αποτελέσματα έναντι των διοικουμένων. Ούτω δεν είναι εκτελεσταί πράξεις [...] Επίσης αι πράξεις, δι' ων ανακοινούται η γνώμη διοικητικής τινος αρχής επί τινός θέματος προς ετέραν, έστω και υφισταμένην αρχήν, μή ούσαι πάντως υποχρεωτικαί δι' αυτήν, η δι' ων εκτίθενται απλώς αι γνώμαι της Διοικήσεως προς διοικούμενον ή αι προθέσεις αυτής άνευ άμεσων αποτελεσμάτων».
Τέλος, αξιοσημείωτη είναι επίσης η ακόλουθη αναφορά στο σύγγραμμα της Ευαγγελίας Κουτούπα-Ρεγκάκη «Πρόσθετοι ή παρεπόμενοι ορισμοί στην διοικητική πράξη» Έκδοση 1993» (με δική μας υπογράμμιση):
«β. Αίρεση εκδόσεως της πράξης
Δεν υπάρχει επίσης αληθής αίρεση, όταν από το υπόψη αβέβαιο γεγονός εξαρτάται όχι μόνον η ουσιαστική, αλλά και η τυπική ισχύς της διοικητικής πράξης, όταν δηλαδή η διοικητική πράξης εξαρτά την ίδια την έκδοση της πράξης από την προηγούμενη εκπλήρωση ορισμένων νομίμων υποχρεώσεων.
Στην πραγματικότητα πρόκειται για την υποχρέωση του αποδέκτη της πράξης να προβεί σε ορισμένες προκαταρκτικές ενέργειες που είναι απαραίτητες, προκειμένου κατά την στιγμή της εκδόσεως της πράξης να συντρέχουν όλες οι απαιτούμενες νόμιμες προϋποθέσεις. Είναι προφανές ότι σε σύγκριση με την αναβλητική αίρεση η αίρεση εκδόσεως της πράξης εξυπηρετεί καλύτερα την αρχή της νομιμότητας».
Από το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 2/3/2016 είναι σαφές ότι, η Εφεσίβλητη πληροφόρησε την Εφεσείουσα ότι, προκειμένου να της εκδοθεί άδεια οικοδομής θα έπρεπε να καταβάλει τα δικαιώματα έκδοσης (τα οποία δεν αμφισβητήθηκε από την Εφεσείουσα ότι η σχετική νομοθεσία απαιτεί) για να μπορούσε να ολοκληρωθεί η διαδικασία έκδοσης της άδειας οικοδομής. Εξέφρασε δηλαδή η διοίκηση την πρόθεσή της να εκδώσει την άδεια οικοδομής, προπαρασκευάζοντος ουσιαστικά την μέλλουσα να εκδοθεί εκτελεστή διοικητική πράξη. Η έγκριση στην προκείμενη περίπτωση, δεν παρήγαγε «ευθέως και αμέσως με την εκτέλεσή της έννομες συνέπειες» (ανωτέρω- σχετική βιβλιογραφία) για την Εφεσείουσα, αλλά για την ολοκλήρωση της διαδικασίας έκδοσης της άδειας οικοδομής απαιτείτο η εκπλήρωση από την Εφεσείουσα της νόμιμης υποχρέωσής της για καταβολή των δικαιωμάτων έκδοσης.
Κατά συνέπεια, ουδέποτε εξεδόθη άδεια οικοδομής προς όφελος της Εφεσείουσας, έτσι ώστε να θεωρηθεί ως ανάκληση εκτελεστής διοικητικής πράξης η προσβαλλόμενη επιστολή ημερομηνίας 22/9/2017.»
Με βάση τα ανωτέρω, ο πρώτος λόγος Έφεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Έπεται και ότι το πιο πάνω αποτέλεσμα συμπαρασύρει και το δεύτερο λόγο Έφεσης σε απόρριψη, αφού ορθώς κρίθηκε η Προσφυγή ως μη παραδεκτή.
Η Έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα ύψους €3000 πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, εναντίον της Εφεσείουσας και υπέρ της Εφεσίβλητης.
Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο