ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 79/2022)
28 Ιανουαρίου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ
Εφεσείων,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
Εφεσίβλητης.
--------------------
Δημοσθένης Στεφανίδης μαζί με Ν. Ανδρέου (κα), δικηγόροι για τον Εφεσείοντα.
Κ. Χριστοφή (κα), δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δικηγόρο για την Εφεσίβλητη.
---------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Σεραφείμ, Δ.:
---------------------
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΕΡΑΦΕΙΜ: Ο Εφεσείων προσελήφθη στην Αστυνομία στις 12.11.1997 και προήχθη στον βαθμό του Λοχία στις 5.12.2011. Με την προαγωγή του, ο Εφεσείων τοποθετήθηκε στη πρώτη βαθμίδα της μισθολογικής κλίμακας Α8 και ανελίχθηκε στη δεύτερη βαθμίδα της εν λόγω κλίμακας την 1.12.2017, στη δε τρίτη βαθμίδα της ίδιας κλίμακα τον Δεκέμβριο του 2018. Αυτό, ως ο Εφεσείων δια σχετικής επιστολής ενημερώθηκε, ενόψει του γεγονότος ότι, για το διάστημα από την 1.1.2012 μέχρι τις 31.12.2016 δεν παραχωρήθηκε οποιαδήποτε προσαύξηση, κατ’ εφαρμογή των προνοιών του περί της μη Παραχώρησης Προσαυξήσεων και Τιμαριθμικών Αυξήσεων στους Μισθούς των Αξιωματούχων και Εργοδοτουμένων και στις Συντάξεις των Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμου του 2011, Ν. 192(I)/2011.
Στις αρχές του έτους 2019, ο Εφεσείων, δια σχετικής επιστολής του προς το Υπουργείο Οικονομικών, αναζήτησε πληροφόρηση για τους λόγους που συνάδελφοι του, οι οποίοι α) προσελήφθηκαν στην Αστυνομία την ίδια ημέρα ως αυτός και ήταν τοποθετημένοι στην κλίμακα μισθοδοσίας Α7(ii), β) προσελήφθηκαν στην Αστυνομία στην ίδια ημερομηνία μ’ αυτόν (12.11.1997), προήχθησαν στο βαθμό του Λοχία στις 22.12.2017 και κατείχαν την κλίμακα μισθοδοσίας Α8(i) και γ) προσελήφθηκαν στην Αστυνομία σε μεταγενέστερα απ’ αυτόν έτη (1998,1999, 2000), προήχθησαν στο βαθμό του Λοχία στις 22.12.2017, λάμβαναν, από την 1.6.2018 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2018, υψηλότερο μισθό (βασικό, αύξηση και τιμαριθμικό επίδομα) απ’ αυτόν, ζητώντας την άρση της ισχυριζόμενης αδικίας εις βάρος του.
Οι επεξηγήσεις που ο Εφεσείων αναζήτησε, δόθηκαν με σχετική επιστολή ημερομηνίας 15.2.2019, της οποίας, ως ισχυρίστηκε ο Εφεσείων στο δικόγραφο του, έλαβε γνώση στις 25.2.2019.
Ακολούθησε η καταχώρηση από τον Εφεσείοντα (και άλλων τριών συναδέλφων του Λοχίων, με παρόμοια ως ανωτέρω γεγονότα) της Προσφυγής Αρ. 674/2019 (εφεξής η «Προσφυγή»), με αιτούμενη θεραπεία την ακύρωση της απόρριψης του ως άνω αιτήματος για ίση και/ή ανάλογη και/ή αντίστοιχη μισθοδοτική τοποθέτηση.
Η Προσφυγή απορρίφθηκε ως προς τον εδώ Εφεσείοντα και επέτυχε ως προς τους υπόλοιπους αιτητές (ενόψει του δικαστικού ευρήματος περί έλλειψης νομικού ερείσματος και μη σαφούς αιτιολόγησης των επίδικων αποφάσεων που τους αφορούσε), με απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερομηνίας 13.4.2022. Ως προς τον Εφεσείοντα, η εκ μέρους του άσκηση της Προσφυγής κρίθηκε εκπρόθεσμη. Το σχετικό αναλυτικό δικαστικό σκεπτικό στην πρωτόδικη απόφαση έχει ως εξής:
«Ωστόσο, πριν από την εξέταση της εκατέρωθεν επιχειρηματολογίας επί των προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης, προέχει η εξέταση ενός ζητήματος, το οποίο περιήλθε στην αντίληψη του Δικαστηρίου τούτου κατά την μελέτη της υπόθεσης προς έκδοση απόφασης και το οποίο, παρόλο που δεν ηγέρθη από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση και δεν συζητήθηκε προηγουμένως, ως εκ της φύσης του και της εγγενούς σπουδαιότητας που ενέχει, μπορεί να εξεταστεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και αυτεπάγγελτα: αυτό δεν είναι άλλο από το ζήτημα της εμπρόθεσμης ή μη καταχώρησης της προσφυγής εκ μέρους του αιτητή αρ. 1.
Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, το ζήτημα της προθεσμίας των 75 ημερών που θέτει το Άρθρο 146.3 του Συντάγματος προς καταχώρηση της αίτησης ακυρώσεως είναι τόσο σημαντικό, που το Δικαστήριο έχει εξουσία να εγείρει τούτο και αυτεπάγγελτα (βλ. Αθηνά Τουμάζου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 345/2003, ημερ. 14.6.2004 και L΄Union Nationale (Tourism and Sea Resort) Ltd ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος (1998) 3 Α.Α.Δ. 513). Η εξέταση του εν λόγω ζητήματος προέχει της εξέτασης οποιουδήποτε άλλου ισχυρισμού, αφού, αν η προσφυγή όντως κριθεί εκπρόθεσμη, τότε οποιοσδήποτε άλλος εγειρόμενος ισχυρισμός και προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης παύει να έχει οποιαδήποτε σημασία, ως λογικά ακολουθών το εμπρόθεσμο της προσφυγής (βλ. Μιχάλης Χάλιου ν. Της Κυπριακής Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 435/2008, ημερ. 5.3.2010 και τις αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου στην Γεωργίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1651/2015, ημερ. 6.11.2019 και πιο πρόσφατα στην CHRISTOS M. CHARALAMBOUS DEVELOPERS LTD ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1429/2016, ημερ. 14.2.2020).
Κατά πάγια νομολογία, η προθεσμία των 75 ημερών πρέπει να τηρείται αυστηρά, αποτελούσα ζήτημα δημοσίας τάξεως, είναι δε αυτή ανατρεπτική, ώστε η μη καταχώρηση της αιτήσεως ακυρώσεως εντός του επιτρεπόμενου χρόνου να την καθιστά απαράδεκτη (βλ. Potamitis v. Water Board of Limassol (1985) 3 C.L.R. 260, Τάκη ν. Δημοκρατίας (2007) 3 Α.Α.Δ. 4 και Γανωματής ν. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 133).
Κατά κανόνα, προσφυγές που καταχωρούνται εκτός της προβλεπόμενης από το Σύνταγμα προθεσμίας των 75 ημερών, είναι απαράδεκτες και θα πρέπει να απορρίπτονται. Σε περιπτώσεις όπως η υπό εξέταση, η προθεσμία αρχίζει από την ημέρα που η επίδικη απόφαση περιέρχεται εις γνώση του διοικούμενου.
Όπως έχει κατ' επανάληψη αποφασιστεί, εξαίρεση του κανόνα ότι το βάρος απόδειξης περί του εκπροθέσμου προσφυγής το φέρει εκείνος που το επικαλείται, αποτελεί η περίπτωση της καταχώρησης της προσφυγής μετά την πάροδο αρκετών ημερών από τη λήξη της κανονικής προθεσμίας, οπότε εναπόκειται σ΄ εκείνον που προβάλλει τον ισχυρισμό ότι έλαβε καθυστερημένα γνώση της διοικητικής πράξης να τον αποδείξει (βλ. Γιώργος Φάντης ν. Ε.Τ.Ε.Κ., Υποθ. Αρ. 131/2010, ημερ. 12.11.2012). Σύμφωνα, περαιτέρω, με τη νομολογία, εναπόκειται σε έναν αιτητή να αποδείξει ότι παρέλαβε και/ή έλαβε γνώση καθυστερημένα ή καθόλου της διοικητικής πράξης, έξω δηλαδή από την προθεσμία. Εκείνος που προβάλλει έναν τέτοιο ισχυρισμό θα πρέπει και να τον τεκμηριώσει (βλ. Αντώνιος Πατάτας ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 248 και HadjiGavriel v. Republic (1986) 3(A) C.L.R. 52).
Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην NAPA MERMAID HOTEL AND SUITES LTD ν. Δήμου Αγίας Νάπας, Υποθ. Αρ. 6435/2013, ημερ. 18.12.2015, ECLI:CY:AD:2015:D846, όπου εξετάστηκε παρόμοιο θέμα, το Δικαστήριο, με εκτενή αναφορά στην ημεδαπή νομολογία, επεσήμανε τα εξής διαφωτιστικά και άμεσα σχετικά με την υπό κρίση περίπτωση (η έμφαση προστέθηκε):
«Η νομολογία, όπως ήδη αναφέρθηκε, είναι ευθυγραμμισμένη στο ότι εφόσον εκ πρώτης όψεως η προσφυγή φαίνεται να έχει καταχωρηθεί εκτός του χρονικού πλαισίου των 75 ημερών, τότε είναι ο αιτητής που θα πρέπει να αποδείξει ότι έλαβε την προσβαλλόμενη διοικητική πράξη καθυστερημένα ή και καθόλου».
Για να συνεχίσει πιο κάτω:
«Δεν ζητήθηκε η προσαγωγή μαρτυρίας από τους αιτητές. Αν υπήρχαν δεδομένα που οι αιτητές είχαν υπόψη τους που να υποστήριζαν, αν όχι να αποδείκνυαν, τον ισχυρισμό ότι παρέλαβαν την προσβαλλόμενη πράξη μόλις στις 12.9.2013, όφειλαν να τα παρουσιάσουν ώστε να έθεταν τουλάχιστον εν αμφιβόλω τη θέση του Δήμου Αγίας Νάπας ότι εφόσον απεστάλη η ειδοποίηση με το σύνηθες ταχυδρομείο αυτή τεκμαίρεται ότι παρελήφθη έγκαιρα από τους αιτητές. Τότε θα ήταν που θα λειτουργούσε η οποιαδήποτε αμφιβολία υπέρ τους.».
Στην υπό κρίση περίπτωση, σε σχέση πάντα με τον αιτητή αρ. 1, δεν χωρεί αμφιβολία ότι από την ημερομηνία της προς αυτόν σταλθείσας επιστολής, όπου και περιέχεται η επίδικη απόφαση (15.2.2019), μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της υπό κρίση προσφυγής (9.5.2019), μεσολάβησε χρονικό διάστημα 83 ημερών, ήτοι εμφανώς μεγαλύτερο της υπό του Συντάγματος προβλεπόμενης προθεσμίας των 75 ημερών.
Συνεπώς, υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών κατευθυντήριων, η παρούσα αποτελεί περίπτωση που το σχετικό βάρος απόδειξης μετατοπίζεται και όφειλε η πλευρά του αιτητή, ως φέρουσα πλέον το σχετικό βάρος απόδειξης, να καταδείξει με πειστικό τρόπο τον λόγο που η παρούσα προσφυγή καταχωρήθηκε οκτώ (8) μέρες μετά την εκπνοή της υπό του Συντάγματος προβλεπόμενης προθεσμίας και, κατ' επέκταση, ότι η προσφυγή του είναι εμπρόθεσμη.
Κάτι τέτοιο, ωστόσο, δεν έγινε. Επ' αυτού, ο κ. Στεφανίδης αρκέστηκε να αναφέρει στο αιτητικό της αίτησης ακυρώσεως, αλλά και στην πρώτη σελίδα της γραπτής του αγόρευσης, ότι ο αιτητής αρ. 1 έλαβε γνώση της επίδικης επιστολής ημερομηνίας 15.2.2019 στις 25.2.2019. Ωστόσο, όπως και στις προαναφερθείσες υποθέσεις ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έτσι και στην παρούσα, η πλευρά του αιτητή αρ. 1 δεν προσκόμισε οποιαδήποτε και/ή επαρκή μαρτυρία, ούτε και επεδίωξε να προσκομίσει, ως όφειλε, τέτοια μαρτυρία, που να υποστηρίζει, αν όχι να αποδεικνύει, τον εν λόγω ισχυρισμό, ότι δηλαδή έλαβε αυτός για πρώτη φορά γνώση της επίδικης πράξης στις 25.2.2019 και, κατ' επέκταση, ότι η παρούσα προσφυγή καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα, με αποτέλεσμα το σχετικό βάρος απόδειξης να μην έχει αποσειστεί από τους ώμους του αιτητή. Αυτό, έχω την άποψη, καθίστατο ιδιαιτέρως επιτακτικό και αναγκαίο, αν ληφθεί υπόψη όχι μόνον ο χρόνος που απαιτείται συνήθως για να φτάσει στον προορισμό της μια επιστολή σταλθείσα μέσω συνήθους ταχυδρομείου, αλλά και το γεγονός ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο αιτητής ήταν μέλος της Αστυνομίας και ασφαλώς ήταν αυτός σε καλύτερη θέση να λαμβάνει γνώση των αποφάσεων που τον αφορούν. Κατά συνέπεια, ούτε και το τεκμήριο της κανονικότητας, που υπάρχει υπέρ των πράξεων της Διοίκησης, έχει ανατραπεί (βλ. Βασιώτης Κονστρ. Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού (1989) 3 Α.Α.Δ. 3193).
Στην υπόθεση Πατάτας, ανωτέρω, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα ως προς το ειδικότερο ζήτημα της προσαγωγής μαρτυρίας:
«Καμιά μαρτυρία δεν προσήγαγε στο δικαστήριο ο αιτητής. Ούτε με ένορκη δήλωση του ούτε προφορικά και κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του που να υποστηρίζει τον ισχυρισμό του ότι η επιστολή πραγματικά λήφθηκε στις 29/6/1988.
Το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού αυτού ήταν πάνω στον αιτητή. Στην υπόθεση HadjiGavriel v. The Republic (1986) 3 C.L.R. 52, στη σελίδα 57 λέχθηκαν τα εξής σχετικά με παρόμοιο θέμα.
«The present recourse was filed on 30.5.1985. Even assuming that the decision contained in the letter of 7.3.85 was of an executory nature, again the present recourse having been filed on 30.5.1985 was filed more than 75 days after the 7.3.1985;
"It is correct that this point has not been raised by counsel for respondent but it is a matter which this Court is bound to note of its own motion in view of the fact that Article 146.3 is a mandatory provision which has to be applied in the public interest." (Vide Moran and the Republic, 1 R.S.C.C. 10 at p. 13, Protopapas v. the Republic (1967) 3 C.L.R. 411 at p. 416).
Although nothing was said before me by either side and in spite of the fact that nothing appears in the material placed before me, the letter of 7.3.85 must have been communicated to the counsel for applicant either on the same day or the maximum within a week, in which case the recourse having been filed on 30.5.85 is definitely out of time."
Μια και ο αιτητής στην προκειμένη περίπτωση, όπως ανάφερα πιο πάνω, δεν παρουσίασε κανένα στοιχείο ούτε μαρτυρία που να ενισχύει τον ισχυρισμό του ότι η επιστολή αυτή λήφθηκε με καθυστέρηση 12 ημερών και υιοθετώντας τη γνώμη που εκφράστηκε στην πιο πάνω απόφαση, βρίσκω πως η προσφυγή αυτή καταχωρίσθηκε εκπρόθεσμα.».
Υπό το φως των πιο πάνω, καταλήγω ότι και στην παρούσα υπόθεση, τίθεται ζήτημα εκπρόθεσμης καταχώρησης της προσφυγής ως προς τον αιτητή αρ. 1. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι παρόμοιο ζήτημα, όπου ακολουθήθηκε η ίδια προσέγγιση, εξετάστηκε από το παρόν Δικαστήριο, πέραν της Γεωργίου, ανωτέρω και CHRISTOS M. CHARALAMBOUS DEVELOPERS, ανωτέρω, και στην Παπαγεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 186/2017, ημερ. 23.12.2020 και Τσιγαρίδα ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1945/2018, ημερ. 8.10.2020.
Συνεπώς, κρίνω ότι η παρούσα προσφυγή, ως προς τον αιτητή αρ. 1 καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και, συνακόλουθα, αυτή, ως απαράδεκτη, αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή αρ. 1, ως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.»
Με τον πρώτο λόγο έφεσης, ο Εφεσείων υποστηρίζει ότι:
«Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, εσφαλμένα και αντίθετα στην αρχή της δίκαιης δίκης, κατ’ άρθρο 6(1) της ΕΣΔΑ και 30(3) του Συντάγματος, της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, της αρχής της κατ’ αντιμωλίαν διεξαγωγής της συζήτησης, της αρχής της ισότητας των όπλων και του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο, απέρριψε εξ ιδίας πρωτοβουλίας την προσφυγή ως εκπρόθεσμη για τον Εφεσείοντα-Αιτητή αρ. 1, χωρίς να τεθεί το ζήτημα προς τοποθέτηση από τους διαδίκους, κατά αιφνιδιασμό του Εφεσείοντα-Αιτητή αρ. 1.»
Με τον δεύτερο-και τελευταίο- λόγο Έφεσης, ο Εφεσείων υποστηρίζει ότι:
«Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, εσφαλμένα, με αμφισβητήσιμο συλλογισμό και αντίθετα στην αρχή της δίκαιης δίκης, κατ’ Άρθρο 6(1) της ΕΣΔΑ και 30(3) του Συντάγματος, του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, απέρριψε την προσφυγή ως εκπρόθεσμη και κατ’ επέκταση ως απαράδεκτη για τον Εφεσείοντα-Αιτητή αρ. 1, κρίνοντας ως προς την εκκίνηση και τον υπολογισμό της προθεσμίας, την ημερομηνία της επιστολής (15.2.2019) προς τον Εφεσείοντα-Αιτητή αρ. 1 και την ημερομηνία καταχώρησης της προσφυγής (9.5.2019) κρίνοντας ότι μεσολάβησε χρονικό διάστημα 83 ημερών, μετακυλίοντας και μετατοπίζοντας, ούτως, το βάρος απόδειξης στον αιτητή ότι έλαβε καθυστερημένα γνώση της διοικητικής πράξης και ότι, συμπλεκτικά, όφειλε και δεν προσκόμισε σχετική επαρκή μαρτυρία που να υποστηρίζει, αν όχι αποδεικνύει, ότι έλαβε γνώση για πρώτη φορά της επίδικης πράξης στις 25.2.2019, κάτι που ήταν ιδιαίτερα επιτακτικό αν ληφθεί υπόψη όχι μόνον ο χρόνος που απαιτείται συνήθως για να φτάσει στον προορισμό της μια επιστολή σταλθείσα μέσω συνήθους ταχυδρομείου, αλλά και το γεγονός ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο αιτητής ήταν μέλος της Αστυνομίας και ασφαλώς ήταν αυτός σε καλύτερη θέση να λαμβάνει γνώση των αποφάσεων που τον αφορούν. Κατά συνέπεια, ούτε και το τεκμήριο της κανονικότητας, που υπάρχει υπέρ των πράξεων της Διοίκησης, έχει ανατραπεί (βλ. Βασιώτης Κονστρ. Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού (1989) 3 Α.Α.Δ. 3193).»
Μελετήσαμε και λάβαμε υπόψη την ενώπιον μας επιχειρηματολογία, στο βαθμό που αυτή κινήθηκε εντός του πλαισίου της αιτιολογίας των λόγων Έφεσης. Μελετήσαμε, επίσης, την πρωτόδικη απόφαση (βλ. ανωτέρω απόσπασμα) και, ιδιαίτερα, το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης.
Είναι σαφές μέσα από τα έγγραφα της πρωτόδικης διαδικασίας ότι, το ζήτημα του εμπροθέσμου της άσκησης της Προσφυγής εκ μέρους του Εφεσείοντος όντως δεν εγέρθηκε από τους διάδικους, ούτε το πρωτόδικο Δικαστήριο αναζήτησε τις απόψεις τους περί τούτου σε οποιοδήποτε στάδιο της πρωτόδικης διαδικασίας. Η εξέταση από το πρωτόδικο Δικαστήριο τούτου του ζητήματος διενεργήθηκε ex proprio motu.
Δεν απαιτείται, ωστόσο, η ενασχόληση μας με τον πρώτο λόγο Έφεσης και, ιδιαίτερα η απάντηση του ερωτήματος, αν υπάρχει υποχρέωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου όπως, ανεξαρτήτως ότι το θέμα του εμπροθέσμου άσκησης προσφυγής συνιστά ζήτημα δημόσιας τάξεως το οποίο εξετάζεται και αυτεπάγγελτα, αναζητούνται υποχρεωτικά οι απόψεις των διαδίκων πριν την έκδοση απόφασης επί τέτοιου ζητήματος.
Και αυτό διότι, με τον δεύτερο λόγο Έφεσης και με τα περιγράμματα αγόρευσης των διαδίκων, όπως και κατά την ακρόαση της Έφεσης, τέθηκαν πλήρως ενώπιον μας οι θέσεις των μερών επί της πρωτόδικης κρίσης περί του εκπροθέσμου, σε βαθμό που το Διοικητικό Εφετείο, σε συνάρτηση και με το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, να δύναται να εξετάσει τούτο το ζήτημα επί της ουσίας του, στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου Έφεσης, ενόψει και του ότι αποτελεί ζήτημα δημόσιας τάξεως (βλ. ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ (2002) 3 Α.Α.Δ. 314).
Ως είχαμε την ευκαιρία να αναφέρουμε σχετικά στην απόφαση ημερομηνίας 9.12.2025 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 31/2022 ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ v. ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ:
«Κατά την ανάπτυξη του πρώτου λόγου Έφεσης στο περίγραμμα αγόρευσης της, η Εφεσείουσα, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία, υπέδειξε ότι το Διοικητικό Εφετείο, ενόψει του ισχυρισμού της ότι δεν ακούστηκε επί του κριθέντος ζητήματος έχει τη δυνατότητα να κρίνει το ζήτημα το ίδιο ή να παραπέμψει την υπόθεση πίσω στο Διοικητικό Δικαστήριο προς λήψη νέα κρίσης, αφού ακουστεί και η Εφεσείουσα.
Στη Ραφτόπουλος v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2002) 3ΑΑΔ 241, στην οποία ορθά μας παρέπεμψε και η Εφεσείουσα στο περίγραμμα αγόρευσης της, ζητώντας βάσει αυτής να ακουστεί από το Διοικητικό Εφετείο, αποφασίσθηκαν τα εξής:
«Ο δικηγόρος των εφεσιβλήτων μας παρέπεμψε στα πρακτικά στα οποία φαίνεται ότι το θέμα αυτό ηγέρθηκε πρωτόδικα και συζητήθηκε. Έχουμε διεξέλθει τα πρακτικά και παρατηρούμε ότι το θέμα δεν εγέρθηκε ευθέως στην πρωτόδικη διαδικασία παρά μόνο έμμεσα και ακροθιγώς. Εν πάση περιπτώσει όμως ήταν η εισήγηση του δικηγόρου των εφεσιβλήτων ότι το θέμα που εγείρεται σήμερα αυτό της "δίκαιης δίκης" καθίσταται ακαδημαϊκό αφού δόθηκε η ευκαιρία στην κατ' έφεση διαδικασία να ακουσθούν και να επιχειρηματολογήσουν επί της θέσης τους. Και αυτό είναι ορθό.Ενώπιόν μας ο εφεσείων προσωπικά και ο δικηγόρος του έχουν παραθέσει τις θέσεις τους όπως έχουν καταγραφεί πιο πάνω.»
Έχουμε ενώπιον μας πλήρως ανεπτυγμένες τις εκατέρωθεν θέσεις επί της ουσίας της κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί μη ύπαρξης παραδεκτού και στους τρεις λόγους Έφεσης (βλ. ανωτέρω), τόσο επί του κρίσιμου ζητήματος αν η προσβαλλόμενη απόφαση εμπίπτει στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου, όσο και για το αν αυτή, εν πάση περιπτώσει, είναι εκτελεστής φύσεως. Ως εκ τούτου, κατ' εφαρμογή της Ραφτόπουλος, supra και έχοντας υπόψη ότι τα εγειρόμενα ζητήματα, που διατρέχουν τους λόγους Έφεσης, είναι δημόσιας τάξεως, άπτονται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και, άρα, του παραδεκτού της Προσφυγής και, κατ' επέκταση, της παρούσας Έφεσης, θα προχωρήσουμε στην εξέταση από κοινού των εν λόγω ζητημάτων, λόγω της συνάφειας τους.»
Δεν θα μακρυγορήσουμε.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ως σαφώς προκύπτει από όσα ανέφερε στην πρωτόδικη απόφαση (βλ. ανωτέρω), εξέλαβε την ημερομηνία που έφερε η επίδικη επιστολή ημερομηνίας 15.2.2019 (βλ. ανωτέρω) και ως την ημερομηνία που απεστάλη αυτή, προβαίνοντας, στη βάση τούτης της υπόθεσης, σε υπολογισμούς ότι η Προσφυγή καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και μεταφέροντας το βάρος απόδειξης περί εμπροθέσμου στην πλευρά του Εφεσείοντος, το οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο Εφεσείων δεν απέσεισε.
Αν υπήρχε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου αποδεικτικό υλικό που να φανέρωνε ότι η επίδικη επιστολή όντως απεστάλη σε συγκεκριμένη ημερομηνία και στη σωστή διεύθυνση, τότε η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου θα ήταν ορθή.
Ως αναφέρθηκε, σχετικά, στην απόφαση ημερομηνίας 7.2.2018 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου ΑΝΔΡΙΑΝΗ ΛΕΩΝΙΔΑ ΣΑΒΒΑ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ:
«Όταν μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί, αλλά δεν έχει επιστραφεί, δημιουργείται μαχητό τεκμήριο παράδοσης στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται. (Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery Mr. Chrysostomos and Others (1965) 1 C.L.R. 9 και Ανδρέου ν. P. & D. Crystal Line Co. Ltd, Πολιτική Έφεση 10498, ημερ. 15 Οκτωβρίου 2001). Ταυτοχρόνως, το βάρος απόδειξης ότι η επιστολή έφερε την ορθή διεύθυνση και δεν έχει επιστραφεί βρίσκεται στους ώμους του προσώπου που προβάλλει ένα τέτοιο ισχυρισμό.»
Ωστόσο, πουθενά μέσα από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε απόδειξη ότι η επιστολή ημερομηνίας 15.2.2019 εστάλη την εν λόγω ημερομηνία, ώστε να δικαιολογούσε τη θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί αναντίλεκτου εκ μέρους του Εφεσείοντος εκπροθέσμου, αρχομένου του υπολογισμού της προθεσμίας από τις 15.2.2019 και την υπαγωγή της περίπτωσης στις περιπτώσεις της, κατά τα άλλα, ορθής νομολογίας που παρέθεσε.
Ούτε έχει η νομολογία- αντιθέτως- αποδεχθεί ως κανόνα ότι η ημερομηνία που φέρει μία επιστολή τεκμαίρεται ότι αποτελεί και την ημερομηνία αποστολής της.
Την ευθύνη τέτοιας απόδειξης και δη, ότι τέτοια επιστολή και, μάλιστα, στη σωστή διεύθυνση, απεστάλη και πότε ακριβώς, φέρει ο διάδικος, ο οποίος επικαλείται τέτοιο ισχυρισμό και πρέπει να προκύπτει από το υλικό του διοικητικού φακέλου (βλ. απόφαση ημερομηνίας 19.5.2022 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου RAZA ALI v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ, ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., βλ. KRITIOTIS v. MUNICIPALITY OF PAPHOS & OTHERS (1986) 3 C.L.R. 322, 346; ΜΑΡΚΙΔΟΥ ΚΑΙ Κ.Ο.Τ. (1992) 4 (ΣΤ) Α.Α.Δ. 4472, 4482).
Το βάρος απόδειξης του εκπρόθεσμου της προσφυγής βαρύνει τη διοίκηση (βλ. Ploussiou v. Central Bank of Cyprus (1982) 3 CLR 230), οποιαδήποτε δε αμφιβολία ή αβεβαιότητα σε σχέση με την έναρξη της προθεσμίας επιλύεται πάντοτε υπέρ του αιτητή (βλ. Menelaos Georghiades and Another and The Republic of Cyprus, through the Public Service Commission (1966) 3 CLR 827, Liveri v. Republic (1981) 3 CLR 398).
H κοινοποίηση της απόφασης πρέπει να αποδεικνύεται ως λαβούσα πράγματι χώρα (βλ. Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, 1929 - 1959, σελ. 252).
Στο σύγγραμμα του Θεμιστοκλή Τσάτσου «Η αίτησις ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας», Έκδοση 3η, σελ. 80-81 λέχθηκαν και τα ακόλουθα:
«Κρίνεται δ΄εν αμφιβολία το ζήτημα της γνώσεως και του χρόνου, καθ΄ον επραγματοποιήθη υπέρ του αιτουμένου την ακύρωσιν, διότι βαρύνεται δια της υποχρεώσεως της δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως των πράξεων αυτής η διοίκησις, η οποία ως εκ τούτου φέρει το βάρος της σχετικής αποδείξεως.»
Με τα πιο πάνω ως δεδομένα, η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί εκπροθέσμου της άσκησης της Προσφυγής πάσχει. Το βάρος απόδειξης ότι η επίμαχη επιστολή έχει ταχυδρομηθεί και πότε ακριβώς και αν ναι, στη σωστή διεύθυνση, παρέμεινε στη πλευρά της Εφεσίβλητης και δεν έχει αυτό αποσεισθεί από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης. Υπό αυτά τα δεδομένα, η Προσφυγή του Εφεσείοντος, όφειλε να θεωρηθεί εμπρόθεσμη. Ο δεύτερος λόγος Έφεσης επιτυγχάνει.
Ενόψει της ανωτέρω κατάληξης, παρέλκει η εξέταση του έτερου βασικού ισχυρισμού του Εφεσείοντος υπό τον δεύτερο λόγο Έφεσης ότι η επιστολή εστάλη σε λάθος διεύθυνση, όπως και η εξέταση του πρώτου λόγου Έφεσης.
Ενόψει των ανωτέρω, η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται, ως προς το αιτιολογικό και την κρίση ότι η Προσφυγή ως προς τον Εφεσείοντα ασκήθηκε εκπρόθεσμα καθώς και ως προς τον πρωτόδικο καταλογισμό εξόδων εναντίων του Εφεσείοντος και υπέρ της Εφεσίβλητης. (Κατά τα λοιπά, όσον αφορά τους υπόλοιπους αιτητές που συνάσκησαν με τον Εφεσείοντα την Προσφυγή, η πρωτόδικη κρίση παραμένει αλώβητη από την ενώπιον μας διαδικασία).
Η Προσφυγή του Εφεσείοντος τεκμαίρεται ότι ασκήθηκε εμπρόθεσμα.
Η υπόθεση επιστρέφεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο προς εξέταση των υπόλοιπων εγερθέντων ζητημάτων.
Τα έξοδα επιδικάζονται σε ύψος €3000 πλέον Φ.Π.Α. υπέρ του Εφεσείοντος και εναντίον της Εφεσίβλητης.
Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο