ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 34/2025 i-justice)
27 Φεβρουαρίου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
S. S.
Εφεσείων,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Εφεσίβλητης.
-------------------
Π. Πιερίδης, για τον Εφεσείοντα.
Σ. Π. Πλατής, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δικηγόρο για την Εφεσίβλητη.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Σεραφείμ, Δ.:
---------------------
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΕΡΑΦΕΙΜ., Δ.: Με την Προσφυγή Αρ. 1068/2025 (Κ) ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου (εφεξής η «Προσφυγή») ο Εφεσείων αιτήθηκε την ακύρωση τριών αποφάσεων.
Με την αιτούμενη θεραπεία Α. αυτής, ο Εφεσείων προσέβαλε την απόφαση της Εφεσίβλητης ημερομηνίας 13.9.2025, με την οποία, ως υποστηρίζει, ανακηρύχθηκε και/ή δηλώθηκε ο Εφεσείων ως απαγορευμένος μετανάστης επειδή διέμενε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία από τις 26.10.2024, ημερομηνία, κατά την οποία είχε λήξει η άδεια παραμονής του.
Με την αιτούμενη θεραπεία Β. αυτής, ο Εφεσείων στράφηκε εναντίον της απόφασης της Εφεσίβλητης ίδιας ημερομηνίας (13.9.2025), με την οποία εκδόθηκε διάταγμα κράτησης του.
Τέλος, με την θεραπεία Γ. της Προσφυγής, ο Εφεσείων αιτήθηκε την ακύρωση του διατάγματος απέλασης του ίδιας ημερομηνίας με το διάταγμα κράτησης του και της απόφασης κήρυξης του ως απαγορευμένου μετανάστη.
Και οι τρεις πιο πάνω αποφάσεις κοινοποιήθηκαν στον Εφεσείοντα με επιστολή ημερομηνίας 13.9.2025 (βλ. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β στην αίτηση ακυρώσεως).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο συνόψισε τα ουσιώδη γεγονότα της περίπτωσης στην απόφαση του ημερομηνίας 29.10.2025 αναφορικά με την Προσφυγή ως εξής:
«Ο αιτητής, ο οποίος αφίχθηκε στη χώρα το 2015 με φοιτητική άδεια με ισχύ μέχρι τις 30.9.2017. Τον Οκτώβρη του 2017 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση διεθνούς προστασίας η οποία απορρίφθηκε το 2018 όπως επίσης απορρίφθηκε το 2019 και η ιεραρχική προσφυγή που άσκησε ο αιτητής. Τον Αύγουστο του 2020 ο αιτητής αποτάθηκε μέσω του δικηγόρου του για να του παραχωρηθεί άδεια παραμονής και εργασίας η οποία εγκρίθηκε το 2021 νοουμένου ότι ο αιτητής θα προσκόμιζε σφραγισμένο συμβόλαιο εργασίας εντός τριάντα ημερών, πράγμα που δεν έπραξε. Αποτάθηκε εκ νέου μέσω της δικηγόρου του τον Μάρτιο και τον Μάιο του 2022 για παραχώρηση άδειας αλλά το αίτημα απορρίφθηκε. Τον Φεβρουάριο του 2023 ο αιτητής συνελήφθη για παράνομη παραμονή και εναντίον του εκδόθηκαν διατάγματα απέλασης και κράτησης. Τον Μάιο του ιδίου έτους αφέθηκε ελεύθερος με εναλλακτικά μέτρα και στις 25.10.2023 παραχωρήθηκε στον αιτητή ειδική άδεια με ισχύ μέχρι τις 25.10.2024 για να συλληφθεί εκ νέου στις 12.9.2025 για παράνομη παραμονή.»
Η περιληπτική παράθεση των πρωτοδίκως προβληθέντων και προωθηθέντων λόγων ακυρώσεως από το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν η ακόλουθη:
«Οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλει ο αιτητής συνοψίζονται σε αναρμοδιότητα του προσώπου που εξέδωσε τις επίδικες αποφάσεις, παραβίαση της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης, του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, έλλειψη δέουσας έρευνας σε σχέση με την οικογενειακή κατάσταση του αιτητή, έλλειψη αιτιολογίας και πλάνη περί τον νόμο και τα πράγματα.»
Για τους λόγους που επεξηγήθηκαν στην απόφαση του ημερομηνίας 29.10.2025, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τους λόγους ακυρώσεως που εξέτασε και, συνακόλουθα, την Προσφυγή.
Εναντίον της ορθότητας της πρωτόδικης κρίσης για μη ακύρωση των επίδικων διοικητικών πράξεων (βλ. ανωτέρω), στρέφεται η υπό εξέταση Έφεση, με συνολικά έξι λόγους Έφεσης.
Ο πρώτος λόγος Έφεσης έχει ως ακολούθως:
«ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ
Το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε (ίδε σελ. 9 της απόφασης-πρώτη παράγραφος) ότι η προσβαλλόμενη πράξη ημερ. 13/9/25- ερ. 58 λήφθηκε από αρμόδιο πρόσωπο.
Αιτιολογία
1. Η ανακήρυξη του αιτητή ως παράνομος μετανάστης είναι προϋπόθεση για την έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης. Σύμφωνα με το άρθρο 18ΟΔ “απόφαση επιστροφής” σημαίνει διοικητική απόφαση ή πράξη με την οποία κηρύσσεται ή αναφέρεται ως παράνομη η παραμονή υπηκόου τρίτης χώρας και του επιβάλλεται ή αναφέρεται υποχρέωση επιστροφής.σύμφωνα με το άρθρο 180Η.-(1) την «απόφαση επιστροφής» εκδίδει η Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης (ίδε τροποποιητικό νόμο 4(Ι)/2025-άρθρο 27). Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η επιστολή ημερ. 13/9/25 αποτελεί απόφαση επιστροφής διότι αυτή δεν εκδόθηκε από την Διευθύντρια.
2. Τονίζεται ότι η «απόφαση επιστροφής» σύμφωνα με το άρθρο 18ΟΔ δεν είναι απλή ανακήρυξη του αλλοδαπού ως παράνομη, πρέπει αυτή η ανακήρυξη να συνοδεύεται με αναφερόμενη υποχρέωση αναχώρησης.
3. Επομένως η ειδοποίηση βάση του κανονισμού 19 και του πίνακα 2 δεν μπορεί να ικανοποιήσει το άρθρο 180Η.-(1), δηλ. Να αποτελέσει την απαιτούμενη «απόφαση επιστροφής» ως αυτή ερμηνεύεται με το άρθρο 18ΟΔ. Ούτε η επιστολή ημερ. 13/9/25 που επιδόθηκε στον αιτητή μετά την έκδοση των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης (και όχι πριν) και χωρίς να δίδεται με αυτή χρόνος να αναχωρήσει μπορεί να αποτελέσει απόφαση επιστροφής δυνάμει του άρθρου 18ΟΔ.»
Είναι, θεωρούμε, το κατάλληλο σημείο προς ευχερέστερη αντίληψη του πιο πάνω λόγου Έφεσης και της αιτιολογίας του, να παραθέσουμε το σχετικό απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση σε σχέση με τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας, το οποίο έχει ως ακολούθως:
«Λόγω του ότι οι καθ' ων η αίτηση στη γραπτή τους αγόρευση δεν απαντούν επί της αναρμοδιότητας που εγείρει ο αιτητής, έκρινα ορθό όπως επανανοίξω την υπόθεση. Κατά το επανάνοιγμα, ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση κατέθεσε αντίγραφο από την Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 28.3.2025 σύμφωνα με το οποίο το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε τα εξής:
«α) Να εκχωρήσει στον Διευθυντή του Τμήματος Μετανάστευσης και/ή τον οποιοδήποτε διοριστεί και/ή οριστεί να εκτελεί καθήκοντα ως Αναπληρωτής Διευθυντής κατά την απουσία του Διευθυντή, τις εξουσίες τις οποίες του παρέχουν τα άρθρα 6(1)(στ) και (ζ), 6(2) και (3), 7, 14, 18ΙΣΤ, 18ΚΣΤ(4) και (5) και (5Α), 18Π(1) και (3), 18ΠΑ, 18ΠΓ και 18ΠΣΤ των πιο πάνω Νόμων, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, με ισχύ από τις 26.3.2025.
β) Να εκχωρήσει, παράλληλα, στους Ανώτερους Λειτουργούς Μετανάστευσης, κ. Αντρέα Κωνσταντίνου, κα Αγνή Παπαγεωργίου και κα Παναγιώτα Φωτίου, τις εξουσίες τις οποίες του παρέχουν τα άρθρα 6(1)(στ) και (ζ), 14, 18ΙΣΤ, 18ΚΣΤ(4) και (5) και (5Α), 18Π(1) και (3), 18ΠΑ και 18ΠΣΤ των πιο πάνω Νόμων, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, με ισχύ από τις 26.3.2025.»
Το διάταγμα απέλασης εκδόθηκε δυνάμει του Άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105 (στο εξής ο «Νόμος»), και το διάταγμα κράτησης δυνάμει του Άρθρου 18 ΠΣΤ του Νόμου. Υπογράφονται και τα δύο από την κ. Π. Φωτίου. Σύμφωνα με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, στη συγκεκριμένη λειτουργό πράγματι εκχωρήθηκε τέτοια εξουσία.
Εντούτοις, ο αιτητής εισηγείται επιπρόσθετα στη γραπτή του αγόρευση - και το διευκρίνισε περαιτέρω κατά το επανάνοιγμα - ότι η απόφαση κήρυξης του ως απαγορευμένου μετανάστη η οποία επίσης υπογράφεται από το ίδιο πρόσωπο, υπογράφεται αναρμόδια και επειδή είναι απαιτούμενο διάβημα πριν την έκδοση των διαταγμάτων επηρεάζει το νόμιμο της έκδοσής τους.
Ο καθ' ου η αίτηση κατά το επανάνοιγμα εξέφρασε την άποψη ότι εφόσον η παραμονή του αιτητή ήταν παράνομη, δεν χρειάζεται απόφαση με την οποία να πληροφορείται ότι κηρύσσεται απαγορευμένος μετανάστης αλλά αυτό προκύπτει ipso facto. Πρόσθεσε, επίσης, ότι ακόμα και εάν τέτοια απόφαση είναι αναγκαία το Άρθρο 4(ε) του Νόμου επιτρέπει την άσκηση εξουσίας ακόμα και στην απουσία εξουσιοδότησης.
Ο αιτητής υπέδειξε ότι η τοποθέτηση του καθ' ου η αίτηση ότι η απόφαση κήρυξης μετανάστη ως απαγορευμένου δεν είναι απαραίτητη, δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο εφόσον ουδέποτε προβλήθηκε ως μέρος της επιχειρηματολογίας του καθ' ου η αίτηση στη γραπτή του αγόρευση.
Η διαδικασία επανανοίγματος περιορίζεται στο να διευκρινιστεί το ζήτημα που εντοπίζει το Δικαστήριο. Ο σκοπός όπως καταγράφεται στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.10.2025 ήταν ο πιο κάτω:
«Δικαστήριο: Κατά τη μελέτη της υπόθεσης για σκοπούς συγγραφής της απόφασης, παρατήρησα ότι ο λόγος ακύρωσης που προβάλλει ο αιτητής στη γραπτή αγόρευση για αναρμοδιότητα προσώπου δεν απαντάται από τον καθ' ου η αίτηση αλλά ούτε στους διοικητικούς φακέλους που κατατέθηκαν εντοπίζεται κάποια απόφαση εξουσιοδότησης.
Επειδή το ζήτημα αυτό εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, κρίνω σκόπιμο όπως ορίσω την υπόθεση για επανάνοιγμα στις 23.10.2025 στις 9.15 π.μ. για να τοποθετηθεί ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση.»
Όπως ρητώς καταγράφεται στο πρακτικό, ζήτημα αναρμοδιότητας μπορεί να εξεταστεί και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Συνεπώς, η θέση του καθ' ου η αίτηση ότι και αν ακόμα το πρόσωπο που υπογράφει την επιστολή κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη είναι αναρμόδιο, τέτοια απόφαση εκδόθηκε εκ του περισσού και άρα δεν επηρεάζει τη νομιμότητα των διαταγμάτων απέλασης και κράτησης μπορεί να ληφθεί υπόψη αφού αφορά σε ζήτημα που εξετάζεται και αυτεπάγγελτα.
Η προσβαλλόμενη πράξη ημερομηνίας 13.9.2025 έχει το εξής περιεχόμενο:
"You are hereby informed that you are a prohibited immigrant, by virtue of paragraph (K) section 1, Article 6 of the Aliens and Immigration Laws (1952-2025), because of your illegal residence in the Republic since 26/10/2024, when your residence permit expired.
Consequently, I have proceeded with the issuing of deportation and detention orders, dated 13/09/2025, against you. A copy of these orders is hereby attached.
Your re-entry to the Republic of Cyprus is prohibited for five (5) years from the date of your removal, by virtue of section (1), Article 6 and by virtue of section (2), Article 18ΠΓ of the Aliens and Immigration Laws (1952-2025)."
Όπως με σαφήνεια προκύπτει από το πιο πάνω λεκτικό, η διοίκηση προβαίνει στη διαπίστωση ότι ο αιτητής είναι απαγορευμένος μετανάστης στη βάση του Άρθρου 6(1)(κ) του Νόμου και συνεπεία της διαπίστωσης αυτής ("consequently"), προχωρά στην έκδοση των διαταγμάτων απέλασης και κράτησης.
Το Άρθρο 6(1)(κ) προνοεί ότι:
«6.—(1) Τα ακόλουθα πρόσωπα θα είναι απαγορευµένοι µετανάστες και, τηρουµένων των διατάξεων του Νόµου αυτού ή των διατάξεων που δυνατό να περιέχονται σε οποιουσδήποτε Κανονισµούς που εκδόθηκαν δυνάµει αυτού ή σε οποιοδήποτε ∆ιάταγµα του Υπουργικού Συµβουλίου, δεν θα επιτρέπεται η είσοδος ή η παραµονή στη ∆ηµοκρατία σε:—
(κ) οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο εισέρχεται ή διαµένει στη ∆ηµοκρατία κατά παράβαση οποιασδήποτε απαγόρευσης, όρου, περιορισµού ή επιφύλαξης που περιλαµβάνεται στο Νόµο αυτό ή σε οποιουσδήποτε Κανονισµούς που εκδόθηκαν βάσει του Νόµου αυτού ή σε οποιαδήποτε άδεια που παραχωρήθηκε ή εκδόθηκε βάσει του Νόµου αυτού ή των Κανονισµών αυτών·»
Ο Κανονισμός 19 των περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 242/1972, προνοεί τα εξής:
«19. Λειτουργός µεταναστεύσεως όστις αποφασίζει ότι πρόσωπόν τι είναι απηγορευµένος µετανάστης δέον όπως επιδώση εις αυτό ειδοποίησιν συµφώνως προς τον ∆εύτερον Πίνακα των παρόντων Κανονισµών.»
Στη βάση των πιο πάνω, η εισήγηση του καθ' ου η αίτηση ότι το καθεστώς απαγορευμένου μετανάστη προκύπτει ipso facto και δεν είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης προς τούτο, δεν φαίνεται να ευσταθεί. Από την άλλη, ούτε η εισήγηση του αιτητή ότι το πρόσωπο που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση ήταν αναρμόδιο ευσταθεί εφόσον ο Κανονισμός 19 επιτρέπει σε οποιονδήποτε λειτουργό μετανάστευσης να εκδώσει τέτοια απόφαση.
Σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθεί η διοίκηση οφείλω να επισημάνω ως obiter dicta εφόσον δεν προβάλλει τέτοιο λόγο ακύρωσης ο αιτητής ότι το Άρθρο 18ΟΓ που προνοεί ότι «Οι διατάξεις των άρθρων 18ΟΔ µέχρι 18ΠΘ εφαρµόζονται ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε αντίθετες διατάξεις του παρόντος Νόµου ή των δυνάµει αυτού εκδιδόµενων κανονισµών ή διαταγµάτων» υποδεικνύει ότι αυτό που οφείλει να εκδίδει η διοίκηση είναι απόφαση επιστροφής σύμφωνα με το Άρθρο 18ΟΗ του Νόμου παρά απόφαση σύμφωνα με το Άρθρο 6(1)(κ).»
Μελετήσαμε τις εκατέρωθεν θέσεις σε σχέση με τον πιο πάνω λόγο Έφεσης, την πρωτόδικη απόφαση και το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης με προσοχή.
Σημειώνουμε ότι ο αντίλογος στον πιο πάνω λόγο Έφεσης που εκφράστηκε στο περίγραμμα αγόρευσης για την Εφεσίβλητη (βλ. εκεί σελ. 11 έως και 18) απηχεί, κατά το μάλλον ή ήττον, τα επιχειρήματα που εκφράστηκαν και πρωτοδίκως και τα οποία μελετήθηκαν δεόντως.
Σημειώνουμε, επίσης, όπως ορθώς επισήμανε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι το ζήτημα της αρμοδιότητας του εκδίδοντος την επίδικη απόφαση οργάνου, στην περίπτωση της προσβαλλόμενης απόφασης επιστροφής (βλ. θεραπεία Α. της Προσφυγής), αποτελεί ζήτημα δημόσιας τάξης, εξεταζόμενο και αυτεπάγγελτα (και) από το Διοικητικό Εφετείο, χωρίς να επηρεάζεται από την επιχειρηματολογία των διαδίκων και κατά προτεραιότητα. Αυτό, νοουμένου ότι όλα τα στοιχεία βρίσκονται ενώπιον του και δεν χρειάζεται να αναζητηθούν (Sigma Radio T.V. Ltd κ.ά. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 134.
Ως αναφέρθηκε και στην ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ v. ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ (2002) 3 Α.Α.Δ. 314 σε σχέση με τη δυνατότητα αυτεπάγγελτης εξέτασης από το Δικαστήριο ζητημάτων δημόσιας τάξεως:
«Ως τέτοια ζητήματα η Κυπριακή νομολογία έχει μέχρι τώρα αναγνωρίσει εκείνα που αφορούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και επομένως το παραδεκτό της προσφυγής - το εμπρόθεσμο, την εκτελεστότητα και το έννομο συμφέρον- όπως επίσης και την αρμοδιότητα του οργάνου που εξέδωσε την απόφαση: βλ. ενδεικτικά τη Θαλασσινός ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 255. Δεν έχει πάντως αποκλειστεί η επέκταση: βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 349.»
Θα συμφωνήσουμε, καταρχάς, με το πρωτόδικο Δικαστήριο όσον αφορά στην κρίση του ότι «[.] η εισήγηση του καθ' ου η αίτηση ότι το καθεστώς απαγορευμένου μετανάστη προκύπτει ipso facto και δεν είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης προς τούτο, δεν φαίνεται να ευσταθεί.».
Είχαμε την ευκαιρία να επεξηγήσουμε το ζήτημα αυτό ήδη με την πρόσφατη απόφαση μας ημερομηνίας 4.12.2025 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 15/2025 ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ v. KARSANG DORJE LAMA, από όπου και το εξής σχετικό απόσπασμα:
«Ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η απόφαση επιστροφής είναι αυτή που αναφέρεται στη συνοδευτική επιστολή ημερομηνίας 28.3.2025, αλλά και στα ίδια τα επίδικα διατάγματα απέλασης και κράτησης.
Συγκεκριμένα, δεν μας βρίσκει σύμφωνους η θέση της Εφεσείουσας ότι η εν λόγω απόφαση δεν συνιστά απόφαση επιστροφής και είναι εύστοχη η θέση του Εφεσίβλητου ότι, σε τέτοια περίπτωση (και δεδομένου ότι, ως κρίθηκε ανωτέρω, η απόφαση ημερομηνίας 13.7.2022 δεν πληροί όλα τα κριτήρια για τον χαρακτηρισμό της ως «απόφαση επιστροφής» εν τη εννοία του Άρθρου 18ΟΔ του Νόμου), τα επίδικα διατάγματα απέλασης και κράτησης θα παρέμεναν χωρίς οποιαδήποτε νομιμοποιητική βάση.
Δεν είναι, όμως, έτσι τα δεδομένα. Με την επιστολή ημερομηνίας 28.3.2025 διακηρύσσεται για πρώτη φορά ότι ο Εφεσίβλητος είναι παράνομος μετανάστης (βλ. Άρθρο 6(1)(κ) του Νόμου) από τις 20.8.2022, όταν και παρήλθε η προθεσμία αναχώρησης του και του επιβάλλεται υποχρέωση επιστροφής δια των διαταγμάτων απέλασης και κράτησης προς αυτό το σκοπό). Συνεπώς, η υπό συζήτηση απόφαση είναι (η) απόφαση επιστροφής (βλ. ορισμό «απόφαση επιστροφής» στο Άρθρο 18ΟΔ του Νόμου, ανωτέρω), επί της οποίας βασίστηκε η έκδοση των επίδικων διαταγμάτων απέλασης και κράτησης (βλ. Άρθρα 180Η (1) και 18ΠΣΤ του Νόμου και απόφαση ημερομηνίας 2.7.2018 στην Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 1406/2011 Stoyanov v. Κυπριακής Δημοκρατίας). Εξάλλου, στην ίδια την επιστολή ημερομηνίας 28.3.2025, σαφώς δηλώνεται ότι ένεκα της εν λόγω παρανομίας εκδόθηκαν τα προσβαλλόμενα διατάγματα απέλασης και κράτησης ('Consequently, I have proceeded with the issuing of deportation and detention orders dated 28/03/2025, against you', η υπογράμμιση δική μας).
Τέλος, όσον αφορά τον τρίτο λόγο Έφεσης, δεν μας βρίσκει σύμφωνους ούτε η θέση της Εφεσείουσας, ότι η απόφαση κήρυξης ή αναφοράς του Εφεσίβλητου ως παράνομου μετανάστη δια της επιστολής ημερομηνίας 28.3.2025 είναι απλά μία διαπίστωση και όχι (εκτελεστή) απόφαση.
Καταρχάς, ο ίδιος ο νομοθετικός ορισμός της «απόφασης επιστροφής» (Άρθρου 18ΟΔ του Νόμου), μέρος του οποίου είναι η κήρυξη ή η αναφορά κάποιου ως παράνομου μετανάστη, ομιλεί για «απόφαση».
Δεύτερον, ως εκ της φύσης της διαπιστωτικής απόφασης ότι κάποιος κατατάσσεται ως παράνομος μετανάστης, αυτή επιδρά στο νομικό καθεστώς του και, συνεπώς, παράγει άμεσα έννομα αποτελέσματα.
Η διοικητική πράξη αποτελεί, συνεπώς, ρύθμιση, που είναι πάντοτε νομική και ορίζει διαπιστωτικά ή διαπλαστικά τι αντιστοιχεί στην έννομη τάξη σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. (βλ. Π. Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, Έβδομη ΄Εκδοση, 2014 παρ. 517). Ως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Α. Ι. Τάχου «Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο» 6η Έκδοση, σελ. 500, παρ. 2, διαπιστωτικές πράξεις είναι θετικές διοικητικές πράξεις «αν.συντελούν σε..διαπίστωση μιας νομικής κατάστασης για τους διοικούμενους», ως, κρίνουμε, είναι η παρούσα περίπτωση (βλ. προηγούμενη παράγραφο).
Συνεπώς, για να τύχει εφαρμογής ένας νόμος, ως ο εδώ εξεταζόμενος, εξατομικευμένα στο πρόσωπο κάποιου, απαιτείται απόφαση της διοίκησης, η οποία να υπαγάγει την συγκεκριμένη περίπτωση στις συγκεκριμένες νομοθετικές προϋποθέσεις, ως έγινε στην παρούσα, με την απόφαση κήρυξης του Εφεσίβλητου ως παράνομου μετανάστη, ως αυτή εμπεριέχεται στη σχετική επιστολή ημερομηνίας 28.3.2025, απόφαση η οποία παράγει έννομες συνέπειες.
Για τους πιο πάνω λόγους και ο τρίτος λόγος Έφεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.»
Συνεπώς, η θέση της Εφεσίβλητης ότι η κήρυξη του Εφεσείοντα ως παράνομου μετανάστη προκύπτει ipso facto και όχι δια αποφάσεως (στην παρούσα της προσβληθείσας ημερ. 13.9.2025) και, άρα, κατ’ επέκταση, δεν απαιτείτο καν οποιαδήποτε εξουσιοδότηση και, συνεπώς, δεν τίθεται και θέμα οποιασδήποτε αναρμοδιότητας, κρίνεται, με βάση την προαναφερθείσα επιχειρηματολογία στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 15/2025, ως αβάσιμη.
Όσον αφορά τη θέση ότι η επίδικη απόφαση κήρυξης του Εφεσείοντα ως παράνομου μετανάστη εκδόθηκε από αναρμόδιο πρόσωπο, αποτελεί γεγονός αναντίλεκτο, το οποίο καταγράφηκε στην πρωτόδικη απόφαση, αλλά επαληθεύεται και από τον ενώπιον μας φάκελο, ότι αυτή λήφθηκε από την Ανώτερη Λειτουργό Μετανάστευσης κα. Π. Φωτίου. Η θέση της Εφεσίβλητης είναι ότι, η συγκεκριμένη λειτουργός ενήργησε προς τούτο κατόπιν εξουσιοδοτήσεως του Υπουργικό Συμβουλίου, η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 28.3.2025 (βλ. στο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση, ανωτέρω).
Είχαμε και πάλιν την ευκαιρία να εξετάσουμε τη συγκεκριμένη εξουσιοδότηση για την έκδοση αποφάσεων επιστροφής αναφορικά με άλλη λειτουργό, συγκεκριμένα την Ανώτερη Λειτουργό Μετανάστευσης κα. Α. Παπαγεωργίου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 15/2025, ανωτέρω. Η κατάληξη μας εκεί ήταν ότι η συγκεκριμένη εξουσιοδότηση στην συγκεκριμένη λειτουργό δεν κάλυπτε την περίπτωση εκδόσεως αποφάσεων κήρυξης προσώπου ως απαγορευμένου μετανάστη δυνάμει του Άρθρου 6 (1) (κ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 (εφεξής «ο Νόμος»), αλλά ούτε και εντοπιζόταν από το διοικητικό φάκελο, όπως και στην παρούσα περίπτωση, ότι η συγκεκριμένη λειτουργός αναπληρούσε την Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, ώστε να δικαιούται να λάβει τέτοια απόφαση, νοουμένου, βεβαίως πάντα ότι, η Διευθύντρια θα ήταν, με τη σειρά της, δεόντως εξουσιοδοτημένη προς λήψη τέτοιας, ερώτημα που στην εν λόγω απόφαση απαντήθηκε αρνητικά. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση:
«Ο τέταρτος λόγος Έφεσης συνίσταται στον ισχυρισμό ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αποφάνθηκε ότι η λειτουργός (κα Α. Παπαγεωργίου) που εξέδωσε την απόφαση ημερομηνίας 28.03.2025 είναι αναρμόδιο πρόσωπο, γιατί δεν της έχει εκχωρηθεί η συγκεκριμένη εξουσία που παρέχεται στο άρθρο 18ΟΗ του Νόμου από την Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης.
Ούτε αυτός ο ισχυρισμός ευσταθεί.
Όπως η ίδια η Εφεσείουσα στο περίγραμμα αγόρευσης της ορθώς επισημαίνει, υπήρξε μεν, από το Υπουργικό Συμβούλιο και δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 28.3.2025 (ίδιας ημερομηνίας λήψης των επίδικων αποφάσεων), απόφαση ημερομηνίας 26.3.2025 για εκχώρηση σειράς εξουσιών που προβλέπονται με τον Νόμο (ως αυτός τροποποιήθηκε με τον τροποποιητικό Ν. 4(Ι)/2025, με το Άρθρο 4 (α) του Νόμου να διαμορφώνεται ως εξής: «(α) To Υπουργικό Συμβούλιο ή ο Υφυπουργός δύναται να μεταβιβάζουν γραπτώς την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας, καθώς και την εκτέλεση οποιουδήποτε καθήκοντος, που οι διατάξεις του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών τους χορηγούν ή αναθέτουν, αντίστοιχα, στον Διευθυντή ή και σε άλλα πρόσωπα που υπηρετούν στο Τμήμα, υπό τέτοιους όρους, εξαιρέσεις και επιφυλάξεις, ως τo Υπουργικό Συμβούλιο ή ο Υφυπουργός, ανάλογα με την περίπτωση, ήθελαν αποφασίσουν και η απόφαση καθορίσει· σε περίπτωση δε της μεταβίβασης αυτής, το Υπουργικό Συμβούλιο ή ο Υφυπουργός, ανάλογα με την περίπτωση, διατηρούν την εξουσία να ασκούν την ούτω μεταβιβαζόμενη εξουσία και να εκτελούν το ούτω μεταβιβαζόμενο καθήκον από και κατά τη διάρκεια της εν λόγω μεταβίβασης.») στη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης και σε λειτουργούς, της κας Α. Παπαγεωργίου συμπεριλαμβανομένης.
Ωστόσο, ως η ίδια η Εφεσείουσα παραδέχεται και ορθά, η εν λόγω απόφαση ανάθεσης αρμοδιοτήτων στη συγκεκριμένη λειτουργό δεν κάλυψε την περίπτωση αποφάσεων που λαμβάνονται στα πλαίσια των Άρθρων 6(1)(κ) και 18ΠΓ του Νόμου (βλ. παράγραφο 39 στο περίγραμμα αγόρευσης της Εφεσείουσας). Από την εν λόγω απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ως προς το μέρος που αφορά την ανάθεση αρμοδιοτήτων στη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης καλύπτεται μεν, (και) η περίπτωση αποφάσεων ληφθέντων στη βάση του Άρθρου 18ΠΓ(1) του Νόμου, αλλά δεν προκύπτει από το διοικητικό φάκελο η κα Παπαγεωργίου να την αναπληρούσε.
Σημειώνεται ότι από το σύνολο των Άρθρων 6 και 18ΠΓ του Νόμου, αλλά και από το Άρθρο 54(β) του Συντάγματος σε συνδυασμό με το Άρθρο 50 Ι. Α. (ε) του Συντάγματος, η εξουσία προς λήψη των σχετικών αποφάσεων ανήκει στο Υπουργικό Συμβούλιο, εκτός αν αυτή εκχωρηθεί στη βάση του Άρθρου 4 (α) του Νόμου.
Ουσιαστικά, ο σχετικός ισχυρισμός της Εφεσείουσας εξαντλείται στη θέση ότι δεν απαιτείτο οποιαδήποτε εξουσιοδότηση διότι η κα Παπαγεωργίου δεν έλαβε οποιαδήποτε απόφαση (ημερομηνίας 28.3.2025) κήρυξης του Εφεσίβλητου ως απαγορευμένου μετανάστη, αλλά απλά τον ενημέρωσε περί τούτου. Η θέση αυτή έχει ήδη αρνητικά απαντηθεί υπό τον τρίτο λόγο Έφεσης (ανωτέρω). Η κα Παπαγεωργίου έλαβε απόφαση κήρυξης του Εφεσίβλητου ως απαγορευμένου μετανάστη και ελλείψει οποιασδήποτε εξουσιοδοτήσεως προς τούτο, είτε από τον Νόμο είτε δια αρμόδιας εκχωρήσεως, έπραξε αυτό αναρμόδια.
Συνεπώς, και ο τέταρτος λόγος Έφεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.»
Ομοίως και εδώ. Για τους ίδιους λόγους που κρίθηκε ότι η συγκεκριμένη λειτουργός ενήργησε αναρμόδια και άνευ εξουσιοδοτήσεως στην περίπτωση της Έφεσης κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 15/2025, ανωτέρω, μη καλυπτόμενη από την συγκεκριμένη εξουσιοδότηση του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία είναι η ίδια με αυτή που επικαλέστηκε η Εφεσίβλητη και στην παρούσα περίπτωση (στην κα Παπαγεωργίου και στην κα Φωτίου είχαν εκχωρηθεί οι ίδιες ακριβώς εξουσίες με την εν λόγω εκχώρηση εξουσιών) ούτε η λειτουργός κα Φωτίου ενήργησε στην παρούσα περίπτωση αρμόδια, κατά την έκδοση της επίδικης απόφασης κήρυξης του Εφεσείοντα ως απαγορευμένου μετανάστη, δυνάμει του Άρθρου 6 (1) (κ) του Νόμου.
Σημειώνουμε ότι, το πρωτόδικο Δικαστήριο, επικαλούμενο το περιεχόμενο του Κανονισμού 19 των περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 242/1972 (βλ. παράθεση του στην πρωτόδικη απόφαση, απόσπασμα ανωτέρω), έκρινε ότι δια του εν λόγω Κανονισμού δίδεται (ευθέως και άνευ άλλου τινός) αρμοδιότητα σε λειτουργό μεταναστεύσεως, στην περίπτωση της κας Φωτίου, προς λήψη απόφασης κήρυξης προσώπου ως απαγορευμένου μετανάστη.
Είναι γεγονός ότι, οι εν λόγω Κανονισμοί, αν και προγενέστεροι του Νόμου (εφεξής ο «Νόμος»), συνεχίζουν να τελούν σε ισχύ και θεωρούνται ως εκδοθέντες βάσει αυτού (βλ. Άρθρο 21 του Νόμου).
Η ερμηνεία την οποία, όμως, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέδωσε στον Κανονισμό 19 (βλ. ανωτέρω) δεν μας βρίσκει σύμφωνους..
Αυτό διότι, ο εν λόγω Κανονισμός 19 οφείλει, κατά συστηματική ερμηνεία, να τύχει ανάγνωσης σε συνάρτηση με τον Κανονισμό 2Α των ίδιων Κανονισμών, ο οποίος προνοεί ότι (με δικούς μας τονισμούς):
«Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου και των Κανονισμών και οιωνδήποτε εκάστοτε βάσει τούτων ειδικών ή γενικών οδηγιών του Υπουργού, οι λειτουργοί μεταναστεύσεως και ο Τμήματάρχης ασκούν όλας τα εξουσίας αι οποίαι απονέμονται εις αυτούς υπό των παρόντων Κανονισμών.».
Ο Νόμος ορίζει, ως προαναφέρθηκε, ότι απαιτείται η γραπτή εκχώρηση προς λειτουργούς μετανάστευσης της εξουσίας λήψης (και) της απόφασης κήρυξης προσώπου ως απαγορευμένου μετανάστη από το Υπουργικό Συμβούλιο ή τον Υφυπουργό (βλ. Άρθρο 4 (α) του Νόμου, ως αυτός τροποποιήθηκε με τον τροποποιητικό Ν. 4(Ι)/2025, πριν την εν λόγω τροποποίηση από τον Υπουργό Εσωτερικών). Συνεπώς, μόνο κατόπιν τέτοιας δέουσας εκχώρησης εξουσιών προς τούτο, (αφού ο Κανονισμός 19 τελεί υπό την υποχρέωση τήρησης των διατάξεων του Νόμου, βλ. Κανονισμό 2 (α), ανωτέρω) δύνανται να ασκηθούν αρμοδίως οι εξουσίες από λειτουργό μετανάστευσης, ως ορίζει ο Κανονισμός 19, κάτι που δεν παρατηρείται, ως υποδείχθηκε ανωτέρω, στην παρούσα περίπτωση σε σχέση με την επίδικη απόφαση κήρυξης του Εφεσείοντα ως απαγορευμένου μετανάστη.
Με βάση όλα τα προαναφερθέντα, ο πρώτος λόγος Έφεσης κρίνεται βάσιμος. Παρέλκει, ως εκ τούτου, η εξέταση οποιουδήποτε πρόσθετου λόγου Έφεσης.
Η απόφαση κήρυξης του Εφεσείοντα ως απαγορευμένου μετανάστη καθίσταται άκυρη, ως αναρμοδίως ληφθείσα, ενώ και οι συμπροσβαλλόμενες αποφάσεις απέλασης και κράτησης του συμπαρασύρονται σε ακυρότητα, αφού είναι σαφές από το λεκτικό της ενημερωτικής αυτών επιστολής ημερομηνίας 13.9.2025 προς τον Εφεσείοντα, ότι αυτές εκδόθηκαν βάσει και ως συνέπεια (“consequently”) της απόφασης κήρυξης του Εφεσείοντα ως απαγορευμένου μετανάστη.
Με βάση τα ανωτέρω, η πρωτόδικη απόφαση, συμπεριλαμβανομένης και της διαταγής εξόδων αυτής, παραμερίζεται.
H Έφεση επιτυγχάνει, με έξοδα ύψους €2000 πλέον Φ.Π.Α. υπέρ του Εφεσείοντα και εναντίον της Εφεσίβλητης.
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο