ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 4/2022)
27 Φεβρουαρίου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Εφεσείουσα,
v.
ΜΙΧΑΛΗ ΛΑΜΠΡΙΝΟΥ
Εφεσίβλητου.
--------------------
Σ. Χαραλάμπους (κα), εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσείουσα.
Χ. Χριστάκης & Σ. Μεστάνας, για Χ. Θ. ΧΡΙΣΤΑΚΗ Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσίβλητο.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου δεν είναι ομόφωνη. Η απόφαση της πλειοψηφίας θα δοθεί από τον Δικαστή Δ. Λυσάνδρου. Με αυτή συμφωνώ και εγώ. Διϊστάμενη είναι η απόφαση του Δικαστή Γ. Σεραφείμ που ακολουθεί.
-----------------------------
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Πλειοψηφίας)
ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.: H Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας (εφεξής «η ΕΔΥ») προήγαγε, από την 15.1.2019, στη μόνιμη θέση (πρώτου διορισμού και προαγωγής) Πρώτου Εκτελεστικού Μηχανικού, Τμήμα Δημοσίων Έργων (εφεξής «η επίδικη θέση») το ενδιαφερόμενο πρόσωπο Α. Κουτσουλλή (εφεξής «το Ενδιαφερόμενο Μέρος») και έτερο πρόσωπο.
Ως αποτυχής υποψήφιος, ο Εφεσίβλητος προσέβαλε τη νομιμότητα της προαγωγής του Ενδιαφερόμενου Μέρους διά της Προσφυγής Αρ. 209/2019.
Για να αξιολογηθεί το νόμιμο της εκ της ΕΔΥ προαγωγής του Ενδιαφερόμενου Μέρους, κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε εξαρχής τα συγκριτικά δεδομένα που αφορούν τον Εφεσίβλητο και Ενδιαφερόμενο Μέρος:
Αμφότεροι ο Εφεσίβλητος και το Ενδιαφερόμενο Μέρος-
(α) υπέβαλαν αίτηση για την πλήρωση της επίδικης θέσης,
(β) συστήθηκαν από τη Συμβουλευτική Επιτροπή ως κατέχοντες τα εκ του σχεδίου υπηρεσίας απαιτούμενα προσόντα και ως κατάλληλοι για διορισμό, τα πορίσματα της οποίας υιοθετήθηκαν από την ΕΔΥ,
(γ) κρίθηκαν ότι -μέσω της κατοχής μεταπτυχιακού τίτλου- κατέχουν το εκ του σχεδίου υπηρεσίας προβλεπόμενο πλεονέκτημα,
(δ) κρίθηκαν ως εξαίρετοι στο πλαίσιο των ετήσιων υπηρεσιακών εκθέσεων των -εντός ουσιώδους χρόνου- τελευταίων ετών.
Τα στοιχεία κρίσης στα οποία Εφεσίβλητος και Ενδιαφερόμενο Μέρος διαφοροποιούνταν είναι τα εξής:
Ο μεν Εφεσίβλητος υπερείχε του Ενδιαφερόμενου Μέρους-
(α) στα προσόντα, διότι κατέχει και δεύτερο μεταπτυχιακό τίτλο (o oποίος κρίθηκε ως σχετικός με τα καθήκοντα της επίδικης θέσης), πέραν του τίτλου ο οποίος του πιστώθηκε ως το εκ του σχεδίου υπηρεσίας πλεονέκτημα,
(β) σε αρχαιότητα περίπου 8 ετών, διότι στην αμέσως προηγούμενη θέση (Ανώτερου Εκτελεστικού Μηχανικού) ο Εφεσίβλητος προάχθηκε την 1.11.2004 ενώ το Ενδιαφερόμενο Μέρος την 15.10.2012.
Το δε Ενδιαφερόμενο Μέρος υπερείχε του Εφεσίβλητου-
(α) στην εκ της Συμβουλευτικής Επιτροπής τελική αξιολόγηση, στο πλαίσιο της οποίας το Ενδιαφερόμενο μέρος αξιολογήθηκε ως εξαίρετος ενώ ο Εφεσίβλητος ως παρά πολύ καλός,
(β) στην σύσταση, αφού η Διευθύντρια του Τμήματος Δημοσίων Έργων (εφεξής «η Διευθύντρια») σύστησε για προαγωγή, ενώπιον της ΕΔΥ, το Ενδιαφερόμενο Μέρος (και τον έτερο επιτυχόντα υποψήφιο) αλλά όχι τον Εφεσίβλητο,
(γ) στην εκ της ΕΔΥ αξιολόγηση της απόδοσής του κατά την ενώπιόν της προφορική εξέταση, αφού το Ενδιαφερόμενο Μέρος αξιολογήθηκε ως εξαίρετος ενώ ο Εφεσίβλητος ως πολύ καλός.
Στο πρακτικό της σχετικής συνεδρίας της, η ΕΔΥ παρέθεσε την αιτιολογία των επιλογών της (έναντι των μη επιτυχόντων υποψηφίων, περιλαμβανόμενου του Εφεσίβλητου) η οποία αναφέρει ρητά όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία και πως αυτά συνεκτιμήθηκαν από την ΕΔΥ.
Συγκεκριμένα, η ΕΔΥ δήλωσε ρητά πως το Ενδιαφερόμενο Μέρος και ο Εφεσίβλητος είναι ίσοι σε αξία με βάση τις ετήσιες υπηρεσιακές εκθέσεις και κατέχουν αμφότεροι το πλεονέκτημα της επίδικης θέσης.
Επίσης, η ΕΔΥ αναφέρθηκε ρητά στην υπεροχή του Εφεσίβλητου έναντι του Ενδιαφερόμενου Μέρους σε αρχαιότητα οκτώ περίπου ετών, πλην όμως σημείωσε ότι -σε θέσεις πρώτου διορισμού και προαγωγής ψηλά στην ιεραρχία, όπως η επίδικη θέση- αυτή η αρχαιότητα συνιστούσε στοιχείο περιορισμένης σημασίας, το δε Ενδιαφερόμενο Μέρος υπερείχε στη σύσταση και στην υψηλότερη αξιολόγησή του κατά την ενώπιον της ΕΔΥ προφορική εξέταση.
Πρόσθετα, η ΕΔΥ δήλωσε ρητά ότι (μεταξύ άλλων) ο Εφεσίβλητος διαθέτει επιπρόσθετο ακαδημαϊκό προσόν σχετικό με τα καθήκοντα της επίδικης θέσης στο οποίο του έδωσε τη δέουσα βαρύτητα, πλην όμως και πάλι λήφθηκε υπόψη ότι αυτός δεν υπερείχε (σε ό,τι αφορά τους δημόσιους υπαλλήλους) σε αξία, δεν διέθετε τη σύσταση της Διευθύντριας και αξιολογήθηκε σε χαμηλότερο επίπεδο κατά την ενώπιον της ΕΔΥ προφορική εξέταση.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε την Προσφυγή ακυρώνοντας ως παράνομη την προαγωγή του Ενδιαφερόμενου Μέρους, με το εξής σκεπτικό:
Η κατά οκτώ έτη αρχαιότητα του Εφεσίβλητου στην αμέσως προηγούμενη θέση είχε ιδιαίτερη βαρύτητα, συνεπαγόμενη και πείρα σε χρόνο κατά τον οποίο ο Εφεσίβλητος είχε άριστες ετήσιες αξιολογήσεις, η οποία πείρα προσμετρά στην αξία και του προσέδιδε υπεροχή.
Αυτή του η υπεροχή σε αρχαιότητα, όπως και σε προσόντα, παράνομα παραγνωρίστηκε-
(α) αρχικώς, από τη Διευθύντρια, στη βάση και μόνο της δικής της αξιολόγησης της απόδοσης των υποψηφίων κατά την ενώπιον της ΕΔΥ προφορική εξέταση στην οποία παρευρίσκετο (αξιολογώντας, όπως και εν συνεχεία η ΕΔΥ, το Ενδιαφερόμενο Μέρος ως εξαίρετο και τον Εφεσίβλητο ως πολύ καλό), με αποτέλεσμα η σύστασή της να είναι παράνομη, και
(β) τελικώς από την ΕΔΥ, στη βάση του ότι αξιολόγησε -κατά την προρρηθείσα προφορική εξέταση- το Ενδιαφερόμενο Μέρος ως εξαίρετο και τον Εφεσίβλητο ως πολύ καλό.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι η παραγνώριση της υπεροχής του Εφεσίβλητου σε αρχαιότητα και προσόντα, λόγω της προρρηθείσας υπεροχής του Ενδιαφερόμενου Μέρους σε απόδοση κατά την προφορική εξέταση, συνιστούσε πλάνη περί τον νόμο και περί τα πράγματα, καθώς και υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της ΕΔΥ.
Η Εφεσείουσα (πρωτόδικα, η καθ’ ης η αίτηση) προβάλλει ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο-
(α) της καταλόγισε πλάνη περί τον νόμο και τα πράγματα (πρώτος λόγος έφεσης),
(β) θεώρησε ότι δόθηκε υπέρμετρη βαρύτητα στη διαφορά της αξιολόγησης μεταξύ του Ενδιαφερόμενου Μέρους και του Εφεσίβλητου, όσον αφορά την απόδοσή τους κατά την προφορική εξέταση (δεύτερος λόγος έφεσης), υπερκεράζοντας αδόκιμα την υπεροχή του Εφεσίβλητου σε άλλα (αντικειμενικά) στοιχεία κρίσης (τρίτος λόγος έφεσης), καταλήγοντας έτσι σε υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της ΕΔΥ (τέταρτος λόγος έφεσης),
(γ) έκρινε παράνομη τη σύσταση της Διευθύντριας, με το σκεπτικό ότι αυτή στηρίχτηκε μόνο στην από πλευράς της αξιολόγηση των υποψηφίων κατά την προρρηθείσα προφορική εξέταση, παραγνωρίζοντας την υπεροχή του Εφεσίβλητου σε αρχαιότητα που συνεπάγεται και υπεροχή σε πείρα και, άρα, και σε αξία (πέμπτος λόγος έφεσης).
Από πλευράς του, ο πρωτοδίκως νικών Εφεσίβλητος καταχώρησε αντέφεση, επειδή το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε λόγους ακύρωσης τους οποίους προέβαλε ενώπιόν του, ήτοι ότι-
(α) η Διεύθυντρια παράνομα συμμετείχε στη διαδικασία ενώπιον της ΕΔΥ καθότι τελούσε υπό προαφυπηρετική άδεια (πρώτος λόγος αντέφεσης) και παράνομα αξιολόγησε η ίδια την απόδοση των υποψηφίων κατά την προφορική εξέταση ενώπιον της ΕΔΥ (δεύτερος λόγος αντέφεσης), και
(β) η τελική αξιολόγηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής για τον Εφεσίβλητο ήταν αναιτιολόγητη, εσφαλμένη, προϊόν έλλειψης δέουσας έρευνας και πλάνης και άνισης μεταχείρισης, παραγνωρίζοντας τα στοιχεία υπεροχής του (αρχαιότητα, ποιοτική πείρα και προσόντα) (τρίτος λόγος αντέφεσης).
Θα μας απασχολήσει, καταρχάς, το εξής διαδικαστικό θέμα το οποίο ήγειρε ενώπιόν μας το Ενδιαφερόμενο Μέρος, σε σχέση με την αντέφεση:
Κατά το Ενδιαφερόμενο Μέρος, το Διοικητικό Εφετείο οφείλει πρώτα να εξετάσει την αντέφεση και, αν την κρίνει βάσιμη (υπό την έννοια ότι όντως προβλήθηκε -αλλά δεν εξετάστηκε πρωτόδικα- λόγος ακύρωσης ο οποίος αφορά προηγούμενο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας -όπως τη Συμβουλευτική Επιτροπή- από αυτό το οποίο κρίθηκε πρωτόδικα ως νομικά πάσχον), τότε εξ ορισμού η πρωτόδικη ακυρωτική κρίση προκρίνεται εσφαλμένη και η έφεση αυταπόδεικτα βάσιμη. Αυτό, διότι η πρωτόδικη ακυρωτική κρίση θα μπορούσε ορθά να εκφραστεί μόνο αν είχαν προηγουμένως εξεταστεί και απορριφθεί οι λόγοι ακύρωσης που αποτελούν το αντικείμενο της αντέφεσης.
Από πλευράς του, ο Εφεσίβλητος συμφωνεί μεν πως η αντέφεση πρέπει να εξεταστεί από το Διοικητικό Εφετείο πριν την έφεση, προβάλλοντας όμως την αντίθετη θέση, δηλαδή πως η τυχόν επιτυχία της αντέφεσης καθιστά εξ ορισμού απορριπτέα την έφεση κατά του πρωτόδικου ακυρωτικού αποτελέσματος.
Η δε Εφεσείουσα έχει άλλη γραμμή πλεύσης, υποστηρίζοντας ότι-
(α) η αντέφεση είναι απορριπτέα, διότι το Διοικητικό Εφετείο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάζει πρωτογενώς λόγους ακύρωσης,
(β) η παραπομπή στο πρωτόδικο Δικαστήριο, για να εξετάσει λόγους ακύρωσης τους οποίους δεν εξέτασε, προϋποθέτει την επιτυχία της έφεσης, ενώ ακόμα και σε αυτή την περίπτωση η αντέφεση είναι υποκείμενη σε απόρριψη.
Η δική μας κρίση επί του θέματος είναι η εξής:
Σύμφωνα με τη νομολογία, ανάλογα με το αποτέλεσμα της έφεσης, λόγοι ακύρωσης που δεν έτυχαν εξέτασης πρωτοδίκως και λόγοι ακύρωσης για τους οποίους δεν υπήρξε τελική κρίση από το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν μπορούν να εξεταστούν κατ’ έφεση – πλην ζητημάτων δημόσιας τάξης – στη βάση των λεχθέντων στην Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 95/2012 Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 6.7.2018 και η υπόθεση παραπέμπεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο για εξέταση (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 123/2016, Πασιουλής ν. Δημοκρατίας, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 9.10.2023).
Εν προκειμένω, η μεν Δημοκρατία άσκησε έφεση εναντίον της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αποδοχή συγκεκριμένου λόγου ακύρωσης, ο οποίος κατέληξε σε επιτυχία της προσφυγής, ο δε επιτυχών διάδικος αντέφεση με την οποία αποσκοπεί στη διεύρυνση του ακυρωτικού αποτελέσματος, εισηγούμενος ουσιαστικά ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει λόγους ακύρωσης που προηγούνται αυτού που τελικά έγινε αποδεκτός.
Σημειώνουμε ότι, οι πιο πάνω λόγοι ακύρωσης δεν αφορούν ζητήματα δημόσιας τάξης, τα οποία θα μπορούσε να επιληφθεί το Διοικητικό Εφετείο και, συνεπώς, το ζητούμενο είναι κατά πόσο οι μη εξετασθέντες πιο πάνω λόγοι ακύρωσης θα πρέπει να παραπεμφθούν στο πρωτόδικο Δικαστήριο προς εξέταση.
Το κατά πόσο εξετάζεται πρώτα η έφεση ή η αντέφεση είναι ζήτημα που κρίνεται στη βάση των δεδομένων της κάθε περίπτωσης ξεχωριστά. Δεν μας διαφεύγει ότι υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες η αντέφεση εξετάζεται πριν από την έφεση, όταν το αποτέλεσμά της επηρεάζει το αποτέλεσμα της τελευταίας (Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών ν. ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΕL.NI.A. KOKKINOS LTD (2017) 3 Α.Α.Δ. 73) ή αν κριθεί ότι η τυχόν επιτυχία της αντέφεσης θα καταστήσει λόγους έφεσης άνευ αντικειμένου (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 19/17 Δήμος Λευκωσίας ν. ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑΣ CYBARCO LTD – A. ARISTOTELOUS CONSTRUCTIONS LTD, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 31.10.2023). Έχει ακόμα κριθεί ότι σε περίπτωση που έφεση αποσυρθεί, η αντέφεση παραμένει ως έφεση αυτοτελής και ανεξάρτητη (Δημοκρατία ν. Γεωργίου κ.ά. (2017) 3 Α.Α.Δ. 410).
Κατά την αντίληψή μας, υπό τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης, δεν θα μπορούσε να αποσυνδεθεί το πιο πάνω ζητούμενο από την αναγκαιότητα έκφρασης εφετειακής κρίσης για την ορθότητα ή όχι της ήδη εκφρασθείσας κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί συγκεκριμένου λόγου ακύρωσης, για τον οποίο ασκήθηκε η έφεση από τη Δημοκρατία. Επομένως προχωρούμε στην εξέταση των λόγων έφεσης.
Στρεφόμενοι, λοιπόν, στην έφεση, θα εξετάσουμε πρώτα τον πέμπτο λόγο έφεσης, που ψέγει το πρωτόδικο Δικαστήριο για το ότι έκρινε παράνομη τη σύσταση της Διευθύντριας.
Η εκ της ΕΔΥ προφορική εξέταση των υποψηφίων έλαβε χώρα σε τρεις συνεδρίες, ημερ. 5.12.2018, 7.12.2018 και 18.12.2018, αντίστοιχα.
Στα συναφή πρακτικά αυτών των συνεδριών δηλώθηκαν τα εξής, όσον αφορά την εμπλοκή της Διευθύντριας στην ενώπιον της ΕΔΥ διαδικασία:
(α) στα πρακτικά ημερ. 5.12.2018:
«Ακολούθως, στη συνεδρία προσήλθε και η Διευθύντρια του Τμήματος Δημοσίων Έργων, κα […], η οποία ενημερώθηκε για τις αποφάσεις της Επιτροπής αναφορικά με την έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής και στη διάθεση της οποίας είχαν τεθεί οι αιτήσεις όλων των υποψηφίων, καθώς και οι Προσωπικοί Φάκελοι και οι Φάκελοι των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων όσων από τους υποψηφίους είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Στη διάθεσή της, επίσης, η Διευθύντρια είχε επαρκή χρόνο για να μελετήσει τις αιτήσεις και τους εν λόγω Φακέλους.
[…]
Κατά τη διάρκεια της προφορικής εξέτασης, παρίστατο και η Διευθύντρια του Τμήματος Δημοσίων Έργων, προκειμένου να βοηθήσει την Επιτροπή στην αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων στην ενώπιόν της προφορική εξέταση. Τόσο η Διευθύντρια όσο και η Επιτροπή υπέβαλαν στους υποψηφίους ερωτήσεις…..»·
(β) στα πρακτικά ημερ. 7.12.2018:
«Κατά τη διάρκεια της προφορικής εξέτασης, παρίστατο και η Διευθύντρια του Τμήματος Δημοσίων Έργων, προκειμένου να βοηθήσει την Επιτροπή στην αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων στην ενώπιόν της προφορική εξέταση. Τόσο η Διευθύντρια όσο και η Επιτροπή υπέβαλαν στους υποψηφίους ερωτήσεις…..»·
(γ) στα πρακτικά ημερ. 18.12.2018 τα οποία παραθέτουν και αιτιολογούν την απόφαση της ΕΔΥ για προαγωγή (μεταξύ άλλων) του Ενδιαφερόμενου Μέρους:
«Στη συνεδρία παρευρίσκετο και η Διευθύντρια του Τμήματος Δημοσίων Έργων […].
[….]
Κατά τη διάρκεια της προφορικής εξέτασης, παρίστατο και η Διευθύντρια του Τμήματος Δημοσίων Έργων, προκειμένου να βοηθήσει την Επιτροπή στην αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων στην ενώπιόν της προφορική εξέταση. Τόσο η Διευθύντρια, όσο και η Επιτροπή υπέβαλαν στους υποψηφίους ερωτήσεις [….]
Μετά το πέρας της προφορικής εξέτασης, η Διευθύντρια του Τμήματος Δημοσίων Έργων, με αποκλειστικό σκοπό να υποβοηθήσει την Επιτροπή στην αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων στην ενώπιόν της προφορική εξέταση, αξιολόγησε την απόδοση των υποψηφίων σ’ αυτήν ως εξής:
1. […]
2. […]
3. Κουτσουλλής Α […]: Εξαίρετος
4. […]
5. […]
6. […]
7. Λαμπρινός Μιχαήλ: Πολύ καλός
Ακολούθως η Διευθύντρια, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία από τις αιτήσεις των υποψηφίων, το περιεχόμενο των Προσωπικών Φακέλων και των Φακέλων των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων, όσων από τους υποψηφίους είναι δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και το περιεχόμενο της έκθεσης της Συμβουλευτικής Επιτροπής, σύστησε για προαγωγή τους Κουτσουλλή Αντώνη και […].
Στο σημείο αυτό η Διευθύντρια αποχώρησε από τη συνεδρία.».
Η συναφής πρωτόδικη κρίση ήταν η εξής:
«Υπό τις περιστάσεις των δεδομένων των υποψηφίων ενώπιον του Δικαστηρίου, καταλήγω επίσης πως και η σύσταση της Διευθύντριας πάσχει ακυρότητας, λόγω παραγνώρισης της υπεροχής του αιτητή σε έκδηλη αρχαιότητα, που συνεπάγεται υπεροχή σε πείρα που η ίδια συνεπάγεται και υπεροχή σε αξία την οποία επαυξάνει (αφού βαθμολογικά είναι και οι δύο Εξαίρετοι), καθώς και σε προσόντα βάσει μόνο της εντύπωσής της προφανώς στην προφορική εξέταση.».
Το πρακτικό ημερ. 18.12.2018 δηλώνει ρητά τα στοιχεία τα οποία η Διευθύντρια έλαβε υπόψη για να συστήσει για προαγωγή (μεταξύ άλλων) το Ενδιαφερόμενο Μέρος.
Αυτά τα στοιχεία συνίσταντο στις αιτήσεις των υποψηφίων, τους προσωπικούς φακέλους και τις ετήσιες υπηρεσιακές εκθέσεις των υποψηφίων που ήταν δημόσιοι υπάλληλοι (άρα, η Διευθύντρια έλαβε υπόψη και τους φακέλους του Εφεσίβλητου και του Ενδιαφερόμενου Μέρους, αμφότεροι όντες δημόσιοι υπάλληλοι κατά τον ουσιώδες χρόνο) και την έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής.
Παρότι σε αυτά τα ρητώς δηλωθέντα στοιχεία δεν περιλαμβανόταν η δική της αξιολόγηση επί της απόδοσης των υποψηφίων κατά την προφορική εξέταση, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε πως η Διευθύντρια βασίστηκε στην εντύπωση την οποία αποκόμισε κατά την προφορική εξέταση, χωρίς αυτό το στοιχείο της πρωτόδικης κρίσης να εφεσιβάλλεται.
Η εκ της Διοίκησης παράλειψη καταχώρησης έφεσης επί τούτου καθιστά θνησιγενή τον πέμπτο λόγο έφεσης ο οποίος αφορά τη σύσταση της Διευθύντριας, διότι παραμένει στο απυρόβλητο ουσιώδες μέρος της πρωτόδικης ακυρωτικής κρίσης.
Ακόμη όμως και αν ο πέμπτος λόγος έφεσης εξεταστεί επί της ουσίας του, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι ορθό στο ότι η νομολογία υποχρεώνει τον προβαίνων σε σύσταση Προϊστάμενο να διαμορφώνει τη σύστασή του κατά τρόπο συμβατό με τους υπηρεσιακούς φακέλους και την υπηρεσιακή εικόνα των υποψηφίων που είναι δημόσιοι υπάλληλοι.
Με δεδομένο, λοιπόν, ότι ισοτιμούσε με το Ενδιαφερόμενο Μέρος στις ετήσιες υπηρεσιακές εκθέσεις και στην κατοχή του εκ του σχεδίου υπηρεσίας προβλεπόμενου πλεονεκτήματος, αλλά υπερτερούσε του Ενδιαφερόμενου Μέρους σε αρχαιότητα και σε εξ αυτής συνεπαγόμενη πείρα, αλλά και στην κατοχή πρόσθετων προσόντων, το ερώτημα είναι αν η σύσταση ήταν παράνομη ως ασύμβατη με τους υπηρεσιακούς φακέλους, με βάση τη νομολογία.
Στην Κοτζιάπασιης κ.ά. ν. Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ, ανωτέρω, όπου η επίδικη θέση ήταν και εκείνη πρώτου διορισμού και προαγωγής, λέχθηκε ότι η πείρα είναι αποφασιστικής σημασίας όταν απορρέει από υπηρεσία στην αμέσως προηγούμενη θέση και όταν συναρτάται -όχι μόνο από τη χρονική της διάρκεια- αλλά και από την αξία της.
Εν προκειμένω, o Eφεσίβλητος δεν εβαθμολογείτο ως καθόλα εξαίρετος μόνο κατά το χρονικό διάστημα 2011-2016 (όπως και το Ενδιαφερόμενο Μέρος) στο οποίο εστίασε η έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής αλλά- ως δεικνύουν οι ενώπιόν μας κατατεθέντες διοικητικοί φάκελοι- και στο προηγηθέν διάστημα της υπηρεσίας του στην αμέσως προηγούμενη θέση. Έπεται ότι όντως η αρχαιότητα του Εφεσίβλητου συνεπαγόταν και (ποιοτική) πείρα η οποία πρόσθετε στην αξία του (Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 2/2014 Περικλέους ν. Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ, απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 13.1.2020).
Στις συνεκδικασθείσες Εφέσεις κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 16/2023, 17/2023 και 18/2023 Κυρατζή κ.ά. ν. Χατζηχριστοδούλου κ.ά., απόφαση Εφετείου ημερ. 3.7.2024, (σε σχέση με θέση πρώτου διορισμού και προαγωγής, όπως η παρούσα) επικυρώθηκε η πρωτόδικη κρίση για παράνομη σύσταση λόγω παραγνώρισης αρχαιότητας του προσφεύγοντα (στην αμέσως προηγούμενη θέση) 4 περίπου ετών (δηλαδή της μισής αρχαιότητας του εδώ Εφεσίβλητου έναντι του εδώ Ενδιαφερόμενου Μέρους) που συνεπαγόταν υπεροχή σε πείρα προσθέτουσα στην αξία.
Στις συνεκδικασθείσες Εφέσεις κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 39/2020 και 40/2020 Δημοκρατία μέσω ΕΔΥ κ.ά. ν. Γένη κ.ά., απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 12.5.2025, (σε σχέση με θέση πρώτου διορισμού και προαγωγής όπως η ενώπιόν μας) επικυρώθηκε η πρωτόδικη κρίση για παράνομη σύσταση λόγω ασυμβατότητάς της με την υπεροχή των εκεί προσφευγόντων σε συμβολική αρχαιότητα (λόγω ηλικίας) έναντι των εκεί ενδιαφερόμενων μερών αλλά και με την υπεροχή του ενός προσφεύγοντα σε προσόντα έναντι των εκεί ενδιαφερόμενων μερών.
Στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 191/2020 Κούννου ν. Ράπτου, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 7.5.2025, κρίθηκε παράνομη η προαγωγή του εκεί ενδιαφερόμενου μέρους λόγω της υπέρ του σύστασης, η οποία ήταν όμως παράνομα ασύμβατη με την υπεροχή του προσφεύγοντα σε οκταετή αρχαιότητα και προσόντα και η οποία κατέστησε παράνομη την απόφαση της ΕΔΥ η οποία στηρίχτηκε και επ’ αυτής της σύστασης.
Υπό το φως των ανωτέρω, απορρίπτουμε τον πέμπτο λόγο έφεσης, κρίνοντας ορθή την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως η σύσταση της Διευθύντριας υπέρ του Ενδιαφερόμενου Μέρους ήταν ασύμβατη με τους διοικητικούς φακέλους και την υπηρεσιακή εικόνα του Εφεσίβλητου και πως ήταν παράνομη η απόφαση της ΕΔΥ για επιλογή του Ενδιαφερόμενου Μέρους προς προαγωγή, αφού στηρίχτηκε (μεταξύ άλλων) σε αυτή την παράνομη σύσταση.
Δεδομένης της διαπιστωθείσας παρανομίας της πρωτόδικης διοικητικής κρίσης, παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων έφεσης, οι οποίοι καθίστανται ακαδημαϊκοί αφού -και αν επιτύχουν- δεν οδηγούν σε ανατροπή του πρωτόδικου ακυρωτικού αποτελέσματος.
Αυτό, διότι λόγος έφεσης -καίτοι βάσιμος- απορρίπτεται αν δεν επιφέρει πρακτικό αποτέλεσμα υπέρ του εφεσείοντα (Πολιτική Έφεση Αρ. 194/2016 Διονυσίου κ.ά. Themis Portfolio (H3) Management Holdings Ltd, απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 31.10.2024).
Εξ ου και απορρίπτεται η έφεση της Διοίκησης κατά του πρωτόδικου ακυρωτικού αποτελέσματος, όταν δεν εφεσιβάλλει πρωτόδικο εύρημα προς ακύρωση της πρωτόδικης διοικητικής πράξης, αφού έτσι η έφεση καθίσταται ακαδημαϊκό εγχείρημα (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 28/2017 Πανεπιστήμιο Κύπρου ν. Θεοφάνους, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 5.10.2023).
Καταληκτικά, η έφεση αποτυγχάνει εν συνόλω.
Όσον αφορά την αντέφεση, διαπιστώνουμε ότι οι λόγοι ακύρωσης που παρατίθενται στους λόγους αυτής όντως προωθήθηκαν πρωτόδικα από τον Εφεσίβλητο αλλά δεν εξετάστηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Ο τρίτος λόγος αντέφεσης αναφέρει λόγους ακύρωσης που αφορούν τη Συμβουλευτική Επιτροπή, δηλαδή στάδιο της διαδικασίας πλήρωσης της επίδικης θέσης που ήταν προγενέστερο της πρωτοδίκως κριθείσας ως παράνομης σύστασης της Διευθύντριας, οπότε όντως χρήζουν εξέτασης (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 128/2018 Χατζηγεωργίου ν. Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 6.3.2024).
Το ίδιο δεν ισχύει για τους λόγους ακύρωσης τους οποίους επικαλείται ο πρώτος και δεύτερος λόγος αντέφεσης, αφού αυτοί οι λόγοι αφορούν τη σύσταση της Διευθύντριας η οποία ούτως ή άλλως κρίθηκε πρωτόδικα ως παράνομη για άλλο λόγο. Εφόσον η σύσταση κρίθηκε ως παράνομη για άλλο λόγο, παρέλκει η εξέταση των λόγων ακύρωσης τους οποίους αφορά ο πρώτος και δεύτερος λόγος αντέφεσης (Ζαχαρίου ν. Δήμου Λεμεσού, απόφαση Εφετείου ημερ. 3.6.2025).
Έτσι, ο πρώτος και δεύτερος λόγος αντέφεσης αποτυγχάνει, ενώ ο τρίτος λόγος αντέφεσης επιτυγχάνει.
Ως προαναφέραμε, τυχόν αποδοχή των λόγων ακύρωσης του τρίτου λόγου αντέφεσης από το πρωτόδικο Δικαστήριο θα ενδυναμώσει το ακυρωτικό αποτέλεσμα το οποίο έχουμε επικυρώσει, αφού -πέραν της παρανομίας την οποία διαπιστώσαμε- θα διαπιστωθεί ότι η Διευθύντρια κατά τη σύστασή της και η ΕΔΥ κατά την λήψη της τελικής της απόφασης έλαβαν υπόψη και βασίστηκαν και σε παράνομη κρίση της Συμβουλευτικής Επιτροπής.
Καταληκτική κρίση του Δικαστηρίου:
Απορρίπτεται η έφεση.
Επιτυγχάνει μερικώς η αντέφεση. Η υπόθεση παραπέμπεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο για εξέταση των λόγων ακύρωσης οι οποίοι παρατίθενται στον τρίτο λόγο αντέφεσης, ως έχουν πρωτόδικα προωθηθεί.
Επιδικάζεται το ποσό των 3500 ευρώ (επιπλέον Φ.Π.Α.) ως κατ’ έφεση έξοδα υπέρ του Εφεσίβλητου και κατά της Εφεσείουσας.
Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 4/2022)
27 Φεβρουαρίου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Εφεσείουσα,
v.
ΜΙΧΑΛΗ ΛΑΜΠΡΙΝΟΥ
Εφεσίβλητου.
--------------------
Σ. Χαραλάμπους (κα), εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσείουσα.
Χ. Χριστάκης & Σ. Μεστάνας, για Χ. Θ. ΧΡΙΣΤΑΚΗ Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσίβλητο.
--------------------
A Π Ο Φ Α Σ Η
(ΔΙΪΣΤΑΜΕΝΗ)
ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ. : Στην ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΦΟΡΩΝ ν. ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΕL.N.I.A. KOKKINOS LTD (2017) 3 Α.Α.Δ. 73 αναφέρθηκαν και τα εξής (με δικό μου τονισμό):
«Έχοντας εξετάσει τους λόγους έφεσης και αντέφεσης, καταλήξαμε πως προέχει η εξέταση της αντέφεσης καθότι το αποτέλεσμα της -παρά την αντίθετη θέση της εφεσείουσας- επηρεάζει και το αποτέλεσμα της έφεσης.»
Παρόμοια δικονομική προσέγγιση υπήρξε και στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 31.10.2023 στην Έφεση Αρ. 19/17 ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ CYBARCO LTD-A. ARISTOTELOUS CONSTRUCTION LTD, στην οποία λέχθηκε ότι (ο τονισμός δικός μου):
«Καταρχάς, θα εξεταστεί η αντέφεση της εφεσίβλητης καθότι στην περίπτωση που αυτή επιτύχει, λόγοι έφεσης θα καταστούν άνευ αντικειμένου.»
Η πιο πάνω γραμμή ακολουθήθηκε και από το Εφετείο (υπό την τότε αναθεωρητική του δικαιοδοσία) στην απόφαση ημερομηνίας 30.4.2025 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 63/2021 ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΧΑΡΙΛΑΟΥ κ.ά. ν. ΑΡΧΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ και στην απόφαση ημερομηνίας 30.4.2025 στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 68/2021 ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΑΡΑΛΙΩΝ.
Η έναρξη της δικαστικής εξέτασης λόγου/λόγων αντέφεσης πριν από τον λόγο/λόγους έφεσης δεν είναι, ως σαφώς προκύπτει από τα πιο πάνω νομολογηθέντα, ζήτημα δυνητικής δικονομικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, αλλά εκεί και όπου συντρέχουν οι νομολογιακές προϋποθέσεις, ζήτημα αναγκαιότητας και λογικής προσέγγισης. Ως αναφέρθηκε στην ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ (supra) (ο τονισμός δικός μου):
«Για λόγους λογικής συνέπειας κρίνουμε ότι προέχει η εξέταση των Λόγων Αντέφεσης, οι οποίοι άπτονται ζητημάτων που αφορούν τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της Προσφυγής.»
Σημειώνεται, ως υπέδειξε και η απόφαση πλειοψηφίας, η αυτοτέλεια της Αντέφεσης που ασκήθηκε (βλ. Δημοκρατία ν. Γεωργίου κ.ά. (2017) 3 Α.Α.Δ. 410, Κλαίλια Θεοδούλου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά. (2001) 3 Α.Α.Δ. 796), με δεδομένο ότι, στην συγκεκριμένη Αντέφεση δεν δηλώνεται ότι οι λόγοι Αντέφεσης προβάλλονται διαζευκτικά και μόνο σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης.
Εφαρμοζόμενα τα πιο πάνω στην παρούσα περίπτωση, με βρίσκει καταρχάς, σύμφωνο, η θέση της πλειοψηφίας στην Αντέφεση ότι, ο τρίτος λόγος Αντέφεσης επιτυγχάνει διότι, προβληθείς πρωτοδίκως από τον Εφεσίβλητο/Αντεφεσείοντα (Αιτητή στην Προσφυγή Αρ. 209/2019) λόγος ακυρώσεως περί παρανόμου της Συμβουλευτικής Επιτροπής δεν εξετάστηκε (πρώτα) από το πρωτόδικο Δικαστήριο πριν την κρίση του επί της σύστασης της Διευθύντριας, ως αυτό όφειλε να πράξει.
Η πιο πάνω διαπίστωση, όμως, επηρεάζει, κατά την κρίση μου, και το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί παραγνώρισης της υπεροχής του Εφεσίβλητου/Αντεφεσείοντα σε αρχαιότητα και προσόντα από τη Διευθύντρια στη σύσταση της και, εν τέλει, το πρωτόδικο ακυρωτικό αποτέλεσμα.
Αυτό, διότι είναι σαφές και ρητώς κατεγραμμένο στα ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφα ότι η σύσταση της Διευθύντριας και αιτιολογία αυτής εκφράστηκε στη βάση (και) της εισήγησης της Συμβουλευτικής Επιτροπής, την οποία συνυπολόγισε και στάθμισε ως νόμιμη, η δε κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επ’ αυτής προϋποθέτει ή προεξοφλεί λανθασμένα (αφού δεν εξέτασε τον σχετικό λόγο ακυρώσεως, ο οποίος, ως ορθά διαπιστώνεται από την πλειοψηφία, προηγείτο αυτού που τελικώς εξετάστηκε) ως δεδομένη και αδιαμφισβήτητη τη νομιμότητα τέτοιας εισήγησης της Συμβουλευτικής Επιτροπής.
Συνεπώς, τυχόν αποδοχή του τρίτου λόγου Αντέφεσης, ως τελικώς έγινε, δεν μπορεί παρά να συμπαρασύρει και την πρωτόδικη κρίση σε σχέση με το νόμιμο/παράνομο της σύστασης της Διευθύντριας σε παραμερισμό της και, κατ’ επέκταση, την όλη ακυρωτική κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Αν δε, η εξέταση του Διοικητικού Εφετείου, στην παρούσα περίπτωση, εκκινεί από την εξέταση της Έφεσης και όχι της Αντέφεσης και, συγκεκριμένα, του τρίτου λόγου αυτής, ουσιαστικά επαναλαμβάνεται, κατά την ταπεινή μου κρίση και με κάθε σεβασμό προς την διαφορετική προσέγγιση της πλειοψηφίας, το ίδιο σφάλμα με το πρωτόδικο Δικαστήριο, ήτοι η εξέταση (δευτεροβάθμια) της ορθότητας της πρωτόδικης κρίσης επί της σύστασης της Διευθύντριας, εκλαμβάνοντας de facto ή προϋποθέτοντας ως δεδομένα νόμιμα τα στοιχεία που αυτή έλαβε υπόψη, συμπεριλαμβανομένης και της εισήγησης της Συμβουλευτικής Επιτροπής, η νομιμότητα της οποίας, όμως, δεν εξετάστηκε πρωτοδίκως, ως έπρεπε, παρά την ύπαρξη λόγου ακυρώσεως περί τούτου, ως κατόπιν ορθά διαπιστώνεται στην Αντέφεση. Εκ του αποτελέσματος δε, δημιουργείται με αυτή την προσέγγιση, κατά την κρίση μου εσφαλμένα, δευτεροβάθμιο δεδικασμένο επί επισφαλούς βάσεως δεδομένων σε σχέση με τη νομιμότητα/παρανομία της σύστασης της Διευθύντριας, μη εξαρτώμενο ή επηρεαζόμενο αυτό από το αποτέλεσμα της πρωτόδικης επανεξέτασης που θα ακολουθήσει, σε σχέση με τον ισχυρισμό περί της παρανομίας της εισήγησης της Συμβουλευτικής Επιτροπής.
Άρα, κατ’ εφαρμογή της προαναφερθείσας νομολογίας, η εξέταση του τρίτου λόγου Αντέφεσης όφειλε να προηγηθεί της εξέτασης των λόγων Έφεσης, αφού τυχόν αποδοχή του (ως τελικώς κρίθηκε), συμπαρασύρει την πρωτόδικη κρίση σε παραμερισμό στην ολότητα της και καθιστά, ως εκ τούτου, την Έφεση, πλέον, άνευ αντικειμένου και εξ αυτού απορριπτέα και όχι απορριπτέα ως αβάσιμη.
Με βάση τα ανωτέρω, η κατάληξη μου είναι ότι η εξέταση του τρίτου λόγου Αντέφεσης όφειλε να προηγηθεί των λόγων Έφεσης και να γίνει αυτός αποδεκτός (και για αυτό τον λόγο αποδεκτή η Αντέφεση, με έξοδα υπέρ του Εφεσίβλητου/Αντεφεσείοντα) ως βάσιμος, ως τελικώς κρίθηκε και από την πλειοψηφία, αλλά, ως λογική συνέπεια αυτής της διαδικαστικής προσέγγισης και κατάληξης, η πρωτόδικη κρίση όφειλε να παραμεριστεί στην ολότητα της και, ως εκ τούτου, ήτοι ως απόρροια της αποδοχής του συγκεκριμένου λόγου της Αντέφεσης, η Έφεση να καταστεί άνευ αντικειμένου και να απορριφθεί γι’ αυτόν τον λόγο, άνευ εξόδων.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο