K. W. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 92/2024, 24/2/2026
print
Τίτλος:
K. W. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 92/2024, 24/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ

 

(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 92/2024)

 

24 Φεβρουαρίου, 2026

 

[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

                         K. W.

                                                                                                              Εφεσείων,

   v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ

 

 

 

                                                         Εφεσίβλητης.

 

-------------------

Π. Πιερίδης, για Πιερίδης & Πιερίδης, για τον Εφεσείοντα.

Ρ. Χαραλάμπους (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δικηγόρο για την Εφεσίβλητη.

--------------------

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Σεραφείμ, Δ.:

---------------------

 

 

   

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΣΕΡΑΦΕΙΜ., Δ.: Ο Εφεσείων είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό (εφεξής «Λ.Δ.Κογκό»). Ως ο ίδιος δηλώνει, στις 2.7.2019 μετέβη αεροπορικώς από τη χώρα καταγωγής του μέσω Τουρκίας στις κατεχόμενες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κατόπιν, ο Εφεσείων εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, υποβάλλοντας, στις 8.7.2019, αίτηση χορήγησης διεθνούς προστασίας.

 

Στις 17.1.2022 έλαβε χώρα συνέντευξη του Εφεσείοντα από λειτουργό της EUAA (European Union Agency for Asylum, πρώην EASO) για την Υπηρεσία Ασύλου. Στο πλαίσιο της εν λόγω συνέντευξης, ο Εφεσείων πρόβαλε ως βασικό ισχυρισμό προς υποστήριξη της αίτησης του τον κίνδυνο που διατρέχει, λόγω δίωξης του από μέλη της θρησκευτικής κοινότητας Bundu Dia Kongo. Ως συναφώς και αναλυτικότερα καταγράφηκε στην πρωτόδικη απόφαση:

 

«Με την αίτησή του για παροχή διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο λόγος που εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του αφορά σε θέματα θρησκείας, καθότι ο πατέρας του θανατώθηκε διότι παράκουσε τις εντολές και προσπάθησε να απελευθερώσει κάποιους κρατούμενους και μέλη της εκκλησίας. Έκτοτε ο Αιτητής ισχυρίζεται πως δεν έχει άλλη οικογένεια.

 

Στα πλαίσια της συνέντευξής του από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε στην Kinshasa αλλά προέρχεται από το χωριό Bandundu, το οποίο δηλώνει και ως τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής του. Περαιτέρω, δήλωσε ως προς τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις ότι ανήκει στην εκκλησία Bundu Dia Kongo και ως προς το μορφωτικό του επίπεδο ότι έχει ολοκληρώσει την δευτεροβάθμια εκπαίδευση και δεν κατάφερε να εργαστεί παρά μόνο βοηθούσε τον πατέρα του εντός της εκκλησίας. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, ο ίδιος δήλωσε άγαμος και άτεκνος. Ο πατέρας του ισχυρίζεται ότι δολοφονήθηκε περί τα τέλη του 2018 και έκτοτε έχασε επαφή με την μητέρα και την αδερφή του. Η μόνη επαφή που διατηρεί είναι με την θεία του από την μητρική γραμμή η οποία μένει στην Kinshasa.

 

Ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής προέβαλε λόγους που αφορούν στην δίωξή του από μέλη μιας θρησκευτικής οντότητας. Πιο αναλυτικά, ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως τόσο αυτός όσο και ο πατέρας του ήταν μέλη της θρησκευτικής ομάδας Bundu Dia Kongo και πως ο πατέρας του ήταν γραμματέας του προφήτη της εν λόγω ομάδας. Μόλις ο προφήτης αποκαλύφθηκε, τότε μαζί με άλλα μέλη της ομάδας συλλήφθηκε από την Κυβέρνηση και φυλακίστηκαν. Αργότερα, μόλις δραπέτευσαν περί το 2018, τα μέλη της ομάδας θεώρησαν υπεύθυνο τον πατέρα του Αιτητή, διότι ο τελευταίος ήταν κοντά στον προφήτη και θεώρησαν πως αυτός τον μαρτύρησε γιατί ήταν κατάσκοπος. Έκτοτε ξεκίνησαν να αναζητούν τον Αιτητή και τον πατέρα του για να τους σκοτώσουν.»

 

Οι ισχυρισμοί του Εφεσείοντα ότι ανήκει στην θρησκευτική ομάδα Bundu Dia Κongo και ότι καταζητείται από τα μέλη της δεν έγιναν αποδεκτοί από τον λειτουργό της EUAA, ο οποίος υπέβαλε αρνητική για την αίτηση του Εφεσείοντα έκθεση/εισήγηση. Κατ’ υιοθέτηση αυτής, κρίθηκε ότι ο Εφεσείων δεν πληροί τις εκ του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 (εφεξής «ο Νόμος») προϋποθέσεις είτε για χορήγηση ασύλου είτε συμπληρωματικής προστασίας και η αίτηση του Εφεσείοντα απορρίφθηκε.

 

Ο Εφεσείων άσκησε εναντίον της προαναφερθείσας απορριπτικής απόφασης την Προσφυγή Αρ. 3735/22 (εφεξής η «Προσφυγή»). Στα πλαίσια αυτής, ο Εφεσείων υποστήριξε ως προς τον βασικό ισχυρισμό του και τα ακόλουθα, ως καταγράφηκαν στην πρωτόδικη απόφαση:

 

«Κατά το στάδιο των διευκρινήσεων δόθηκε η ευκαιρία στον Αιτητή μέσω πρόσθετων ερωτήσεων να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία του και να αποσαφηνίσει τα κρίσιμα γεγονότα της αφήγησής του. Ο Αιτητής προέβαλε ότι σκοπός της ομάδας αυτής είναι να λατρεύουν τον προφήτη και τους προγόνους, ενώ αρμοδιότητα του προφήτη ήταν να μάχεται κατά της Κυβέρνησης και να πετύχει την ανεξαρτησία της κοινότητας Matadi από το υπόλοιπο Κονγκό. Έπειτα διευκρίνισε ότι ο προφήτης συλλήφθηκε δύο φορές, μια το 2016, όπου αφέθηκε ελεύθερος το 2017 και μια το 2019, όπου αφέθηκε ελεύθερος για να νοσηλευτεί επειδή ήταν άρρωστος. Επιπρόσθετα, απάντησε σε ερωτήσεις αναφορικά με τον ρόλο του πατέρα του στην κοινότητα, αναφέροντας ότι ήταν γραμματέας του προφήτη αλλά και ψάλτης. Ερωτηθείς για ποιόν λόγο τα μέλη της ομάδας υποπτεύτηκαν τον πατέρα του για την τύχη που είχε ο προφήτης, απάντησε ότι μόνο ο πατέρας του γνώριζε την μυστική κατοικία του προφήτη επειδή ήταν κοντινό του πρόσωπο, οπότε και θεώρησαν ότι αυτός τον μαρτύρησε. Έπειτα ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι τα μέλη της κοινότητας σκότωσαν έναν φίλο του πατέρα του μαζί με τον γιό του επειδή ήταν κοντά στον προφήτη και πως την ίδια τύχη θα έχει και αυτός με τον πατέρα του. Μάλιστα ισχυρίστηκε ότι οι φωτογραφίες τους είναι παντού στην πόλη και το 2019 δέχτηκαν επίθεση στο σπίτι τους όπου ο Αιτητής κατάφερε και διέφυγε.»

 

Με απόφαση της ημερομηνίας 2.8.2024, η πρωτόδικος Δικαστής απέρριψε την Προσφυγή.

 

Συγκεκριμένα, στην πρωτόδικη απόφαση, αφού καταγράφηκαν τα γεγονότα και οι ισχυρισμοί των διαδίκων, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε, καταρχάς, ότι πλείστοι εκ των ισχυρισμών του Εφεσείοντα, ως αυτοί καταγράφηκαν στο δικόγραφο της Προσφυγής, είναι γενικοί και αόριστοι, στερούνται της απαιτούμενης εξειδικεύσεως και δεν προωθήθηκαν, εξειδικεύθηκαν ή αναπτύχθηκαν στη γραπτή αγόρευση του, κατά παράβαση των κανονιστικώς και νομολογιακώς προβλεπομένων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, συνακόλουθα, αποφάσισε να εξετάσει μόνο τα ζητήματα που προωθήθηκαν και εξειδικεύθηκαν επαρκώς από τον Εφεσείοντα, απορρίπτοντας τους λοιπούς ισχυρισμούς.

 

Εξετάζοντας, ως πρώτον, τον ισχυρισμό περί αναρμoδιότητας του λειτουργού της EUAA, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε αυτόν.

 

Ομοίως το πρωτόδικο Δικαστήριο, ασκώντας όχι μόνο έλεγχο νομιμότητας, αλλά και ουσίας κατέληξε, κατόπιν ιδιαίτερα αναλυτικής, πολυσέλιδης απόφασης του, ότι:

 

«[.]ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός του για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση της συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου. Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, το οποίο συνεκτίμησε όλα τα πραγματικά στοιχεία και εξέδωσε τελική αιτιολογημένη απόφαση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και επαρκώς αιτιολογημένη. Δεδομένης της κατ' ουσία εξέτασης του αιτήματος του Αιτητή, παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου λόγου ακύρωσης.»

 

Ως εκ της ανωτέρω κατάληξης του, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την Προσφυγή.

 

Εναντίον της πιο πάνω πρωτόδικης απόφασης, ασκήθηκε η παρούσα Έφεση, με πέντε λόγους Έφεσης προς υποστήριξη της, οι οποίοι έχουν ως εξής:

 

Με τον πρώτο λόγο Έφεσης, ο Εφεσείων διατείνεται ότι «Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εκτιμήσει ορθά τα ενώπιον του στοιχεία και κατέληξε σε λανθασμένα συμπεράσματα και η πρωτόδικη απόφαση πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας που αποτελεί αιτία ανατροπής πρωτόδικης απόφασης.».

 

Με τον δεύτερο λόγο Έφεσης, ο Εφεσείων υποστηρίζει ότι «το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε ότι έγινε επαρκής και/ή δέουσα έρευνα από τους Καθ’ ων η αίτηση/Εφεσίβλητους (σελ. 11, 22 της απόφασης).».

 

Με τον τρίτο λόγο Έφεσης, ο Εφεσείων  προβάλλει ότι «Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι ο Αιτητής/ Εφεσείοντας δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβου δίωξης και ότι η περίπτωση του δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα βάσει του άρθρου 3 του Περί Προσφύγων Νόμου και/ή το καθεστώς της υποκατάστατου προστασίας βάσει του άρθρου 19 του ίδιου νόμου (σελ. 17, 18και 22 της απόφασης).».

 

Ο τέταρτος λόγος Έφεσης συνίσταται στον ισχυρισμό ότι «Η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ληφθεί από αναρμόδιο λειτουργό και/ή τη συμμετοχή αναρμόδιου οργάνου και/ή της αναρμοδιότητας του λειτουργού EUAA  που προέβηκε στη συνέντευξη και τη σύνταξη της έκθεσης-εισήγησης, και/ή κατά παράβαση του άρθρου 13Α(1Α) του Περί Προσφύγων Νόμου, και του Άρθρου 6 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 439/2010.». Αυτό, λόγω του ότι ο εν λόγω λειτουργός «[.] δεν είχε τα απαραίτητα προσόντα ώστε να καταλογίζεται πραγματογνώμονας και δεν έτυχε της απαιτούμενης κατάρτισης…».

 

Τέλος, με τον πέμπτο λόγο Έφεσης, ο Εφεσείων υποστηρίζει ότι «[.] το πρωτόδικο δικαστήριο υπερέβει τα καθήκοντα και εξουσίες του.», στη λογική ότι «[.] εσφαλμένα προσπάθησε να καλύψει με δική του έρευνα τις παραλείψεις της διοίκησης για δέουσα έρευνα διεκπεραιώνοντας εργασία διοικητικού οργάνου ενώ στην ουσία έπρεπε να ακυρώσει την επίδικη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου και να παραπεμφθεί ο αιτητής σε εκ νέου συνέντευξη.».

 

Μελετήσαμε προσεκτικά τους προαναφερθέντες λόγους Έφεσης σε συνάρτηση με την δοθείσα προς υποστήριξη αυτών αιτιολογία, η οποία στην παρούσα δεν παρατέθηκε λόγω της έκτασης της, τα επιχειρήματα ωστόσο που συνιστούν αυτή θα τύχουν πραγμάτευσης, στο βαθμό που αυτό κρίνεται αναγκαίο για την απόφαση μας (βλ. απόφαση του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.2.2024 στην Αίτηση 9/2023 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΡ. 86/2019).

 

Μελετήθηκαν, επίσης, τα περιγράμματα αγορεύσεων, το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου της υπόθεσης, καθώς και ο διοικητικός φάκελος που κατατέθηκε την 1.2.2024 κατά τις διευκρινήσεις της  Προσφυγής (Τεκμήριο Α).

 

Σημειώνεται ότι, ο πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγος Έφεσης έτυχαν κοινής ανάπτυξης από τον Εφεσείοντα στο περίγραμμα του, ως αλληλένδετοι και συναφείς, ενώ ο τέταρτος και πέμπτος λόγος Έφεσης προωθήθηκαν ξεχωριστά.

 

Με τον ίδιο τρόπο θα τύχουν εξέτασης και από το παρόν Δικαστήριο, αφού, όντως, η αιτιολογία των εν λόγω λόγων Εφέσεως (εκτός του τέταρτου και του πέμπτου λόγου Έφεσης) παρουσιάζεται να είναι σε ικανοποιητικό βαθμό αλληλοεπικαλυπτόμενη και/ή συμπληρωματική η μία της άλλης.

 

Αυτό ισχύει, ωστόσο, υπό τον αναγκαίο περιορισμό ότι, όσα αναφέρονται στο περίγραμμα αγόρευσης για τον Εφεσείοντα, στο βαθμό που αυτά δεν εναρμονίζονται και κινούνται εκτός του πλαισίου των εν λόγω λόγων Έφεσης, δεν δύνανται να ληφθούν υπόψη και να εξεταστούν. Υπενθυμίζουμε, συναφώς, ότι, σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία επί του θέματος, η ανάπλαση ή διεύρυνση λόγου Έφεσης και της αιτιολογίας του μέσω του περιγράμματος αγόρευσης είναι δικονομικά ανεπίτρεπτη και εξ αυτού απορριπτέα (απόφαση Εφετείου ημερομηνίας 14.1.2025 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 20/2023 OKORO ν. Δημοκρατίας).

 

Εκκινώντας, καταρχάς, από τον πέμπτο λόγο Έφεσης (ανωτέρω), δεν μας βρίσκει σύμφωνους η εκεί προβληθείσα θέση του Εφεσείοντα. Η αρμοδιότητα του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας δεν είναι αποκλειστικά ακυρωτικής υφής, αλλά περιλαμβάνει κατά νόμο και τη λήψη απόφασης επί της ουσίας της επίδικης αιτήσεως. Η κρίση του, δηλαδή, δεν αποσκοπεί στο να υποστυλώσει την διοικητική απόφαση ως διατείνεται ο Εφεσείων, αλλά να κρίνει τη νομιμότητα αυτής και όχι μόνο αυτό, αλλά επεκτείνεται και στην έκφραση πρωτογενούς φύσεως δικαστικής κρίσης επί της αιτήσεως (βλ. εκτενή ανάλυση τούτου του ζητήματος στην  Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2025 KΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ v. Β. Α., απόφαση Διοικητικού Εφετείου ημερομηνίας 18.12.2025.). Κατά τα λοιπά, ο ισχυρισμός του Εφεσείοντα υπό τον πέμπτο λόγο Έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να είχε ακυρώσει (και μόνο) την επίδικη διοικητική απόφαση, παρέμεινε εντελώς αναιτιολόγητος και, στο πλαίσιο εξέτασης του πέμπτου λόγου Έφεσης δεν δύναται να ευοδωθεί. Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος Έφεσης απορρίπτεται.

 

Ούτε ο τέταρτος λόγος Έφεσης (βλ. ανωτέρω) δύναται να επιτύχει.

 

Όμοιο, στην ουσία του, ισχυρισμό είχαμε την ευκαιρία να εξετάσουμε τόσο στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 3/2024 KASUMILAMBU HENRY MULENDA v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, απόφαση ημερομηνίας 17.7.2025, όσο και προηγουμένως στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 95/2023 BOLARNINWA EMMANUEL JOHNSON v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, απόφαση ημερομηνίας 27.2.2025, στην οποία, αποφασίστηκαν τα εξής:

 

«Εξετάζοντας ακολούθως κατά λογική προτεραιότητα τον Λόγο Έφεσης Αρ. 4, ο οποίος άπτεται της κατ' ισχυρισμό αναρμοδιότητας του λειτουργού της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης Ασύλου (εφεξής «EYYA»), παρατηρούμε τα εξής:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιλαμβανόμενο του πιο πάνω ισχυρισμού του Εφεσείοντα σημείωσε τα εξής:

 

«Με βάση το Άρθρο 13 (1Α) περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2022, (Ν.6(Ι)/2000) «Όταν ταυτόχρονες αιτήσεις από μεγάλο αριθμό υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών καθιστούν αδύνατη στην πράξη την έγκαιρη διεξαγωγή συνεντεύξεων επί της ουσίας κάθε αίτησης από την Υπηρεσία Ασύλου, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με διάταγμα, το οποίο δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, να προβλέπει ότι εμπειρογνώμονες από άλλα κράτη μέλη, οι οποίοι επιστρατεύονται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο ή από άλλο συναφή οργανισμό, μπορούν προσωρινά να συμμετέχουν στη διενέργεια των συνεντεύξεων αυτών.[.]. Υπάρχει σχετικό διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου στις 13/09/19 με την Κ.Δ.Π.297/2019 για συνδρομή εμπειρογνωμόνων από την ΕΥΥΑ, ο δε ισχυρισμός του Αιτητή ότι η συμμετοχή του λειτουργού της ΕΥΥΑ στις συνεντεύξεις θα πρέπει να συνοδεύεται με συμμετοχή λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο γράμμα ούτε στο πνεύμα της πρόνοιας του Νόμου και/ή της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (αναδιατύπωση), συνεπώς απορρίπτεται.

 

Απορρίπτεται και η θέση ότι αναρμοδίως οι λειτουργοί της ΕΥΥΑ προβαίνουν σε εισηγήσεις/εκθέσεις προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου. Στην υπόθεση με Υποθ. Αρ.453/21 M.P.B. v Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, ημερ.10/01/2022, επί παρόμοιου ισχυρισμού επί αυτού του θέματος αποφασίστηκαν τα ακόλουθα, τα οποία και υιοθετούνται για σκοπούς της παρούσας απόφασης:

 

«Αρχικά σημειώνω ότι στα πλαίσια συμφωνημένης παροχής βοήθειας από την EASO προς την Κυπριακή Δημοκρατία, οι εξουσιοδοτημένοι λειτουργοί της EASO βοηθούν στην εξέταση της υπόθεσης. Οι λειτουργοί της EASO ενεργούν για την Υπηρεσία Ασύλου και η απόφαση λαμβάνεται από την κυπριακή Υπηρεσία Ασύλου.

[.]

Περαιτέρω, σημειώνω ότι η αρμοδιότητα ενός διοικητικού οργάνου καθορίζεται ή από το Σύνταγμα ή από το νόμο ή από κανονιστική ή διοικητική πράξη που εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση νόμου.

 

Επί τούτου παραπέμπω στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 439/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαΐου 2010, για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο, ο οποίος και αποτελεί πηγή δικαίου στην Κυπριακή έννομη τάξη δυνάμει του Άρθρου 1Α του Συντάγματος. Παραθέτω το περιεχόμενο των Άρθρων 10, 13, 14 και 18 του Κανονισμού 439/2010 τα οποία και παραθέτω:

[.]

 

Άρθρο 18

 

Επιχειρησιακό σχέδιο

 

1. Ο εκτελεστικός διευθυντής και το αιτούν κράτος μέλος εγκρίνουν επιχειρησιακό σχέδιο, όπου καθορίζονται με ακρίβεια οι συνθήκες αποστολής των ομάδων υποστήριξης για το άσυλο. Το επιχειρησιακό σχέδιο περιλαμβάνει:

[.]

 

δ)την περιγραφή των καθηκόντων και των ειδικών οδηγιών για τα μέλη των ομάδων, συμπεριλαμβανομένων των βάσεων δεδομένων που έχουν την άδεια να συμβουλεύονται, καθώς και τον εξοπλισμό που δύνανται να χρησιμοποιούν στο κράτος μέλος και,

 

ε)τη σύνθεση των ομάδων.

 

2. Για οποιεσδήποτε τροποποιήσεις ή προσαρμογές του επιχειρησιακού σχεδίου απαιτείται η συμφωνία του εκτελεστικού διευθυντή και του αιτούντος κράτους μέλους. Η Υπηρεσία Υποστήριξης αποστέλλει πάραυτα αντίγραφο του τροποποιημένου ή προσαρμοσμένου επιχειρησιακού σχεδίου στα συμμετέχοντα κράτη μέλη.»

 

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες της ομάδας υποστήριξης της EASO στο έδαφος του συμμετέχοντα κράτους μέλους ρυθμίζονται από το εκάστοτε συμφωνημένο επιχειρησιακό σχέδιο.»

 

Υπάρχει σχετικό επιχειρησιακό σχέδιο για την χρονική περίοδο του 2020[1], για την χρονική περίοδο 2021[2] όπως επίσης και για την χρονική περίοδο 2022-2024[3] μεταξύ ΕΥΥΑ και Κυπριακής Δημοκρατίας. Συνεπώς, κατά τον επίδικο χρόνο της συνέντευξης του Αιτητή και της ημερομηνίας ετοιμασίας έκθεσης/εισήγησης από τον λειτουργό της ΕΥΥΑ υπήρχε σε ισχύ σχετικό επιχειρησιακό σχέδιο. Συνεπώς, η παροχή βοήθειας και υποστήριξης προς την Υπηρεσία Ασύλου από λειτουργό της EΥΥΑ στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης του Αιτητή από την Υπηρεσία Ασύλου, έγινε στα πλαίσια της υφιστάμενης εθνικής και ευρωπαϊκής νομοθεσίας, ενόσω είχε ήδη υπογραφεί και τεθεί σε ισχύ το επιχειρησιακό σχέδιο μεταξύ της ΕΥΥΑ και της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

Ούτε από τις πιο πάνω πρόνοιες προκύπτει ότι οι λειτουργοί της ΕΥΥΑ δεν μπορούν να διεκπεραιώνουν συνεντεύξεις και εισηγήσεις/εκθέσεις επί αιτημάτων ασύλου, ούτε δε τους έχει μεταβιβασθεί αποφασιστική αρμοδιότητα επί των αιτήσεων ασύλου, η οποία λαμβάνεται από εξουσιοδοτημένο, από τον Υπουργό Εσωτερικών, πρόσωπο. Όπως δε προκύπτει από την Ένσταση και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου (στο εξής «Δ.Φ.») η απόφαση και/ή η έγκριση της έκθεσης για απόρριψη της αίτησης λήφθηκε από τον κο Α. Αγρότη που είναι εγκύρως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό για να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου και/ή να προχωρεί σε έκδοση αποφάσεων επί αιτημάτων διεθνούς προστασίας με βάση την σχετική εξουσιοδότηση 09/06/22 [.]

 

Αναφορικά με τον ισχυρισμό για παραβίαση του Άρθρου 13 περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2022 (Ν.6(Ι)/2000) διαπιστώνω από τα στοιχεία του φακέλου του Αιτητή ότι ενημερώθηκε πλήρως από τον λειτουργό της ΕΥΥΑ για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του. Κατά την συνέντευξη του έγιναν επαρκείς ερωτήσεις για να περιγράψει τους λόγους που υπέβαλε αίτημα ασύλου όπως επίσης και άλλα ζητήματα που αφορούν τις προσωπικές του περιστάσεις. Τηρήθηκε η νενομισμένη διαδικασία και του παραχωρήθηκε το δικαίωμα της δωρεάν βοήθειας διερμηνέα σε γλώσσα κατανοητή σε αυτόν. Μετά δε το πέρας της συνέντευξης ο λειτουργός της ΕΥΥΑ, ο διερμηνέας και ο Αιτητής υπέγραψαν κάθε σελίδα της συνέντευξης όπως επίσης στο τέλος του εντύπου της συνέντευξης, βεβαιώνοντας πως όσα καταγράφηκαν αντικατοπτρίζουν επακριβώς τις δηλώσεις του. Επομένως, δεν εντοπίζω οτιδήποτε παράτυπο, παράνομο και μεμπτό στην διαδικασία που ακολουθήθηκε που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η διαδικασία της συνέντευξης ήτο σε πλήρη σύμπνοια με το Άρθρο 13 & 13Α του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2022 (Ν.6(Ι)/2000). Απορριπτέος κρίνεται και ο σχετικός με την διαδικασία συνέντευξης ισχυρισμός περί μη κατάρτισης των λειτουργών, καθότι ούτε εδώ - όπως και στον ισχυρισμό για παράτυπη διαδικασία – ανατράπηκε το τεκμήριο της κανονικότητας που διέπει διοικητικές πράξεις της διοίκησης, με βάση τη πάγια νομολογία. Όπως τονίστηκε στην Υπόθ. Αρ.801/1999, Μαυρονύχη v. Δημοκρατίας, ημερ.12/03/2001, η διοίκηση τεκμαίρεται πως λειτουργεί σύμφωνα με το Νόμο, εκτός όπου καθαρά αποδεικνύεται πως αυτό δεν συμβαίνει. Στην προκειμένη περίπτωση δεν προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία να έχουν επισυμβεί τα όσα υποδεικνύονται από τον συνήγορο του Αιτητή (Βλέπε Χριστίνα Μιχαηλίδου ν. Δημοκρατίας, (2009) 4 Α.Α.Δ. 929). Στο πλαίσιο δε της κανονικότητας των διοικητικών πράξεων, επί των οποίων υπάρχει μαχητό τεκμήριο, δεν νοείται ανατροπή του με τα όσα επιχειρηματολογεί η πλευρά του Αιτητή. Ούτε έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία επί αυτού του λόγου ακύρωσης που να ανατρέπει τα όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου».

 

Προβάλλει ο Εφεσείων ότι, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 13Α(1Α) του N.6(I)/2000, με σαφήνεια διατυπώνεται ότι, προσωπικό άλλο από αυτό της Υπηρεσίας Ασύλου (εν προκειμένω της ΕΥΥΑ), επιτρέπεται «να συμμετέχει» στη διενέργεια της συνέντευξης. Συναφώς, δεν επιτρέπεται επέκταση του πεδίου εφαρμογής, έτσι ώστε να καλύπτει και τις περιπτώσεις που ο λειτουργός διεκπεραιώνει συνεντεύξεις μόνος του.

 

Δεν συμφωνούμε με την πιο πάνω προσέγγιση. Το Υπουργικό Συμβούλιο στις 13/09/2019 εξέδωσε διάταγμα (ΚΔΠ 297/2019) δυνάμει του Άρθρου 13Α(1Α), το οποίο προνοεί ότι, λόγω του μεγάλου αριθμού αιτήσεων διεθνούς προστασίας, για την εξέταση των οποίων η Υπηρεσία Ασύλου αδυνατεί «να διεξάγει» εγκαίρως συνεντεύξεις επί της ουσίας της κάθε μιας αίτησης, επιστρατεύονται από την ΕΥΥΑ εμπειρογνώμονες, οι οποίοι μπορούν να «διεξάγουν τις συνεντεύξεις» για όσο διάστημα βρίσκεται σε ισχύ Σχέδιο Στήριξης της Κυπριακής Δημοκρατίας από την ΕΥΥΑ το οποίο περιλαμβάνει την αποστολή εμπειρογνωμώνων «για τη διεξαγωγή συνεντεύξεων». Μεταφέρεται το περιεχόμενο του σχετικού διατάγματος:

 

«Το Υπουργικό Συμβούλιο, ασκώντας την εξουσία που του χορηγεί το άρθρο 13Α(1Α) των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2019, εκδίδει το ακόλουθο διάταγμα.

 

Επειδή έχουν υποβληθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία ταυτόχρονες αιτήσεις διεθνούς προστασίας από μεγάλο αριθμό υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών και η Υπηρεσία Ασύλου του Υπουργείου Εσωτερικών αδυνατεί να διεξάγει εγκαίρως συνεντεύξεις επί της ουσίας για την κάθε αίτηση, εμπειρογνώμονες οι οποίοι επιστρατεύονται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο μπορούν να διεξάγουν τις συνεντεύξεις αυτές για όσο διάστημα ευρίσκεται σε ισχύ Σχέδιο Στήριξης της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο, το οποίο περιλαμβάνει την αποστολή εμπειρογνωμόνων για τη διεξαγωγή συνεντεύξεων».

 

Κατ' επέκταση δεν ευσταθεί η θέση του Εφεσείοντα ότι, οι λειτουργοί που επιστρατεύονται από την ΕΥΥΑ απλώς συμμετέχουν στις συνεντεύξεις. Ούτε έχει προβληθεί από τον Εφεσείοντα ισχυρισμός πρωτόδικα, ότι η πιο πάνω δευτερογενής νομοθεσία έχει εκδοθεί καθ' υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδότησης ως ultra vires, έτσι ώστε να παρήχετο η δυνατότητα εφετειακής παρέμβασης στην πρωτόδικη κρίση.

 

Ισχυρίζεται πρόσθετα ο Εφεσείων ότι, το διάταγμα της ΚΔΠ 297/2019, δεν εξουσιοδοτεί τους λειτουργούς της ΕΥΥΑ να προβαίνουν σε εκθέσεις-εισηγήσεις.

 

Θεωρούμε ότι τα λεχθέντα επί των πιο πάνω από το πρωτόδικο Δικαστήριο, θέτουν το ζήτημα στην ορθή του διάσταση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 439/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 19ης Μαΐου 2010 για την ίδρυση της ΕΥΥΑ, τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες της ομάδας υποστήριξης ρυθμίζονται από το εκάστοτε συμφωνημένο επιχειρησιακό σχέδιο και κατά τον επίδικο χρόνο της συνέντευξης του Εφεσείοντα και της ετοιμασίας της έκθεσης/εισήγησης από τον λειτουργό της ΕΥΥΑ, υπήρχε σε ισχύ σχετικό επιχειρησιακό σχέδιο.

 

Κρίνονται εύλογες οι διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος, δεδομένου ότι στο Άρθρο 18 του πιο πάνω Κανονισμού προνοείται ότι, «Ο εκτελεστικός Διευθυντής και το αιτούν κράτος μέλος εγκρίνουν επιχειρησιακό σχέδιο [..]» το οποίο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων «την περιγραφή των καθηκόντων και των ειδικών οδηγιών για τα μέλη των ομάδων [.]».

 

Ούτε επίσης τα όσα προβάλλονται σε σχέση με την ταυτότητα και τα προσόντα του λειτουργού που διενήργησε τη συνέντευξη θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά, αφού στη βάση του τεκμηρίου της κανονικότητας, του οποίου επίκληση έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, τεκμαίρεται ότι η διοίκηση λειτούργησε σύμφωνα με τον Νόμο. Δεν έχει δε υποδειχθεί οτιδήποτε από τον Εφεσείοντα ικανό να ανατρέψει το πιο πάνω τεκμήριο.

 

Κατά συνέπεια απορρίπτεται ο Λόγος Έφεσης Αρ. 4.»

 

Ούτε στην παρούσα περίπτωση ο Εφεσείων υπέδειξε οτιδήποτε συγκεκριμένο και ικανό να θέσει υπό αμφισβήτηση το τεκμήριο κανονικότητας σε σχέση με την ανάθεση στον λειτουργό EUAA των συγκεκριμένων καθηκόντων και των προσόντων του. Ούτε καν μας υποδείχθηκε από την πλευρά του ότι αναζητήθηκαν εκ μέρους του οποιεσδήποτε πληροφορίες δια οποιωνδήποτε δικονομικών ή άλλων διαβημάτων προς αυτή την κατεύθυνση.

 

Με βάση όλα τα ανωτέρω, ο τέταρτος λόγος Έφεσης επίσης απορρίπτεται.

 

Στρέφοντας, τώρα, την προσοχή μας στους από κοινού εξεταζόμενους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγο Έφεσης, είναι η κρίση μας ότι ούτε αυτοί ευσταθούν.

 

Εξηγούμε:

 

Εκκινώντας από το δεύτερο λόγο Έφεσης ο Εφεσείων υποβάλλει υπό αυτού (στην αιτιολογία του) ότι απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που τέθησαν σ’ αυτόν κατά την συνέντευξη, ο λειτουργός EUAA δεν κατεύθυνε ορθά τον αιτητή, ως όφειλε, ώστε να αντλήσει από αυτόν όλες τις πληροφορίες που χρειάζονται προς εξέταση της αίτησης του, αυτός δεν προέβη σε αξιολόγηση των βασικών ισχυρισμών του Εφεσείοντα όσον αφορά την εξωτερική τους αξιοπιστία, ούτε προέβηκε σε σχετική ανάλυση κινδύνου βάσει εξωτερικών πηγών, παρόλο που πληθώρα αυτών πιστοποιούν τα λεγόμενα του Εφεσείοντα.

 

Δεν συμφωνούμε με τις πιο πάνω εισηγήσεις του Εφεσείοντα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε εκτενή αξιολόγηση των βασικών ισχυρισμών του Εφεσείοντα, τόσο ως αυτά εκφράστηκαν κατά τη συνέντευξη του, όσο και ενώπιον του με περαιτέρω ερωτήσεις, στα πλαίσια εξέτασης της νομιμότητας, όσο και της ουσίας της αίτησης. Για του λόγου το ασφαλές, το πρωτόδικό Δικαστήριο κατέγραψε τα ακόλουθα σχετικά:

 

«Έχοντας κατά νου τους λοιπούς εγειρόμενους αλλά και εξειδικευμένους από τον συνήγορο του Αιτητή ισχυρισμούς και δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018 κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω πιο κάτω όλους τους ισχυρισμούς που ο Αιτητής προέβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας.

 

Με την αίτησή του για παροχή διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο λόγος που εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του αφορά σε θέματα θρησκείας, καθότι ο πατέρας του θανατώθηκε διότι παράκουσε τις εντολές και προσπάθησε να απελευθερώσει κάποιους κρατούμενους και μέλη της εκκλησίας. Έκτοτε ο Αιτητής ισχυρίζεται πως δεν έχει άλλη οικογένεια.

 

Στα πλαίσια της συνέντευξής του από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε στην Kinshasa αλλά προέρχεται από το χωριό Bandundu, το οποίο δηλώνει και ως τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής του. Περαιτέρω, δήλωσε ως προς τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις ότι ανήκει στην εκκλησία Bundu Dia Kongo και ως προς το μορφωτικό του επίπεδο ότι έχει ολοκληρώσει την δευτεροβάθμια εκπαίδευση και δεν κατάφερε να εργαστεί παρά μόνο βοηθούσε τον πατέρα του εντός της εκκλησίας. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, ο ίδιος δήλωσε άγαμος και άτεκνος. Ο πατέρας του ισχυρίζεται ότι δολοφονήθηκε περί τα τέλη του 2018 και έκτοτε έχασε επαφή με την μητέρα και την αδερφή του. Η μόνη επαφή που διατηρεί είναι με την θεία του από την μητρική γραμμή η οποία μένει στην Kinshasa.

 

Ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής προέβαλε λόγους που αφορούν στην δίωξή του από μέλη μιας θρησκευτικής οντότητας. Πιο αναλυτικά, ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως τόσο αυτός όσο και ο πατέρας του ήταν μέλη της θρησκευτικής ομάδας Bundu Dia Kongo και πως ο πατέρας του ήταν γραμματέας του προφήτη της εν λόγω ομάδας. Μόλις ο προφήτης αποκαλύφθηκε, τότε μαζί με άλλα μέλη της ομάδας συλλήφθηκε από την Κυβέρνηση και φυλακίστηκαν. Αργότερα, μόλις δραπέτευσαν περί το 2018, τα μέλη της ομάδας θεώρησαν υπεύθυνο τον πατέρα του Αιτητή, διότι ο τελευταίος ήταν κοντά στον προφήτη και θεώρησαν πως αυτός τον μαρτύρησε γιατί ήταν κατάσκοπος. Έκτοτε ξεκίνησαν να αναζητούν τον Αιτητή και τον πατέρα του για να τους σκοτώσουν.

 

Κατά το στάδιο των διευκρινήσεων δόθηκε η ευκαιρία στον Αιτητή μέσω πρόσθετων ερωτήσεων να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία του και να αποσαφηνίσει τα κρίσιμα γεγονότα της αφήγησής του. Ο Αιτητής προέβαλε ότι σκοπός της ομάδας αυτής είναι να λατρεύουν τον προφήτη και τους προγόνους, ενώ αρμοδιότητα του προφήτη ήταν να μάχεται κατά της Κυβέρνησης και να πετύχει την ανεξαρτησία της κοινότητας Matadi από το υπόλοιπο Κονγκό. Έπειτα διευκρίνισε ότι ο προφήτης συλλήφθηκε δύο φορές, μια το 2016, όπου αφέθηκε ελεύθερος το 2017 και μια το 2019, όπου αφέθηκε ελεύθερος για να νοσηλευτεί επειδή ήταν άρρωστος. Επιπρόσθετα, απάντησε σε ερωτήσεις αναφορικά με τον ρόλο του πατέρα του στην κοινότητα, αναφέροντας ότι ήταν γραμματέας του προφήτη αλλά και ψάλτης. Ερωτηθείς για ποιόν λόγο τα μέλη της ομάδας υποπτεύτηκαν τον πατέρα του για την τύχη που είχε ο προφήτης, απάντησε ότι μόνο ο πατέρας του γνώριζε την μυστική κατοικία του προφήτη επειδή ήταν κοντινό του πρόσωπο, οπότε και θεώρησαν ότι αυτός τον μαρτύρησε. Έπειτα ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι τα μέλη της κοινότητας σκότωσαν έναν φίλο του πατέρα του μαζί με τον γιό του επειδή ήταν κοντά στον προφήτη και πως την ίδια τύχη θα έχει και αυτός με τον πατέρα του. Μάλιστα ισχυρίστηκε ότι οι φωτογραφίες τους είναι παντού στην πόλη και το 2019 δέχτηκαν επίθεση στο σπίτι τους όπου ο Αιτητής κατάφερε και διέφυγε.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός στην εισηγητική του έκθεση, διέκρινε τρεις (3) ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά τα στοιχεία του προσωπικού προφίλ του Αιτητή, τον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του, ο δεύτερος συνίσταται στις δηλώσεις του Αιτητή περί του ότι ανήκει στην ομάδα Bundu Dia Kongo και ο τρίτος ότι τα μέλη αυτής της ομάδας τον καταζητούν επειδή θεωρούν τον πατέρα του προδότη.

 

Ο πρώτος, ισχυρισμός του Αιτητή έγινε δεκτός, αφού οι δηλώσεις του κρίθηκαν ως σαφείς, συνεκτικές και διεπόμενες από συνοχή και περιγραφική λεπτομέρεια. Αντιθέτως ο δεύτερος και ο τρίτος ισχυρισμός, δεν έγιναν αποδεκτοί και απορρίφθηκαν.

 

Πιο αναλυτικά, σε σχέση με τον δεύτερο ισχυρισμό οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι καίτοι ο Αιτητής ήταν σε θέση να παραθέσει ορισμένες πληροφορίες για την ομάδα, όπως τον ιδρυτή της, το λογότυπό της και τις τοποθεσίες όπου δραστηριοποιούταν, εντούτοις δεν έδωσε επαρκείς απαντήσεις σε σειρά από άλλα ζητήματα όπως η πορεία της ομάδας στον χρόνο, το πότε ιδρύθηκε, ποια ήταν η ιδεολογία της, οι πρακτικές της και οι τελετουργίες της, ενώ επίσης αδυνατούσε να περιγράψει την εκκλησία και τον ακριβή ρόλο του πατέρα του.

 

Ομοίως σε σχέση με τον τρίτο ισχυρισμό, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει συγκεκριμένες και λεπτομερείς εξηγήσεις αναφορικά με τον ρόλο του πατέρα του ως γραμματέα του προφήτη και για ποιόν λόγο ο Αιτητής κλήθηκε να τον αντικαταστήσει στα καθήκοντά του. Επίσης, έδωσε ασυνάρτητες και αντιφατικές πληροφορίες σχετικά με το πόσες φορές συνελήφθη ο προφήτης, το χρονικό διάγραμμα αυτών και το πως κατάφερε και δραπέτευσε την πρώτη φορά. Οι δηλώσεις του σχετικά με τις πορείες διαμαρτυρίας των μελών που οδήγησαν στην απελευθέρωση του προφήτη ήταν γενικόλογες και ασαφείς. Επιπρόσθετα, δεν επεξήγησε τι συμφέρον είχαν τα μέλη να προβούν στην δολοφονία του πατέρα του αλλά και του φίλου του με τον γιό του. Τέλος, ζητήθηκε από τον Αιτητή να εξηγήσει για ποιόν λόγο τα μέλη της ομάδας είχαν διακινήσει παντού στην πόλη τις φωτογραφίες του Αιτητή με τον πατέρα του, από την στιγμή που σύμφωνα με πηγές αυτή η ομάδα πλέον θεωρείται απαγορευμένη στην Λ.Δ.Κ. αλλά ο Αιτητής δεν έδωσε ικανοποιητικές εξηγήσεις, μεταβάλλοντας τους ισχυρισμούς του ότι οι φωτογραφίες βρίσκονται μόνο εντός των πλαισίων της εκκλησίας για να τους χαρακτηρίσουν ως προδότες.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου που ενδεχομένως ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής και δη στον τόπο τελευταία συνήθους διαμονής του, ήτοι το χωριό Bandundu της Επαρχίας Kwilu της Λ.Δ.Κ., o αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τους αποδεδειγμένους πραγματικούς ισχυρισμούς και εξετάζοντας την κατάσταση ασφαλείας, έκρινε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει κάποιο κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης.

 

Ακολούθως, κατά την νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν υπό τις πρόνοιες του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ως προς το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, ο αρμόδιος λειτουργός αρχικά έκρινε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 19(2)(α) και (β) καθώς δεν ανέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων θα μπορούσε να πιθανολογηθεί ευλόγως ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποβληθεί σε θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή άλλως απάνθρωπη και/ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στις πρόνοιες του άρθρου 19(2)(γ). του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ενόψει όλων των ανωτέρω, κρίθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις εκ του νόμου προϋποθέσεις ώστε να του εκχωρηθεί καθεστώς πρόσφυγα ή άλλως, καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Στη βάση της ως άνω ανάλυσης, το αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών, πρόσωπο να εκτελεί καθήκοντα Προϊστάμενου, υιοθέτησε την Έκθεση/Εισήγηση και απέρριψε το αίτημα του Αιτητή.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.

 

Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη του/της ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του/της. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση του/της αιτητή/τριας, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.

 

Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. 2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.

 

Από το ιστορικό του Αιτητή όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, στη βάση των δεδομένων του διοικητικού φακέλου, προκύπτει ότι οι Καθ' ων η αίτηση προέβησαν σε έρευνα όλων των ενώπιων τους ουσιωδών στοιχείων και δεδομένων. Συγκεκριμένα, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε τα γεγονότα της υπόθεσης, τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο Αιτητής κατά τη συνέντευξή του, καθώς και σε αντιστοίχιση των αποδεκτών ισχυρισμών με πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, επεξηγώντας τους λόγους αποδοχής ή απόρριψης κάθε ισχυρισμού αλλά και τον λόγο για τον οποίο εν τέλει απορρίφθηκε το αίτημα του Αιτητή.

 

Στο πλαίσιο ελέγχου της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τα όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και κυρίως το πρακτικό της διενεργηθείσας συνέντευξης και της εισηγητικής έκθεσης, κρίνω ορθή την κατάληξη της αξιολόγησης του αρμόδιου λειτουργού βάσει των δηλώσεων που ο Αιτητής προέβαλε κατά την προφορική του συνέντευξη, αρχικά ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό που αφορά τα στοιχεία του προσωπικού της προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του.»

 

Αντιπαραβάλαμε το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης με τα πιο πάνω αναφερόμενα στο κείμενο της δικαστικής απόφασης. Δεν έχουμε εντοπίσει τις πλημμέλειες που σε απόλυτη γενικότητα και αοριστία πρόβαλε ο Εφεσείων ή ανεπαρκή έρευνα εκ μέρους της Εφεσίβλητης. Τίποτα από όσα προώθησε η πλευρά του Εφεσείοντα, δεν δεικνύει έλλειψη δέουσας έρευνας από την Υπηρεσία Ασύλου ή αναιτιολόγητων συμπερασμάτων αυτής εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου ή σφάλμα στις διαπιστώσεις του.

 

Αντιθέτως, οι σχετικές διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου επαληθεύονται, κατά την κρίση μας, ως εύλογες και ως προϊόν στάθμισης όλων των αναγκαίων δεδομένων για τα συμπεράσματα του. Τούτου δοθέντος, υπενθυμίζεται ότι, ελλείψει σαφών υποδείξεων εκ μέρους του Εφεσείοντα για απουσία δέουσας έρευνας ή πλάνης και ελλείψει σαφών ενδείξεων περί τέτοιων παθογενειών, η στάθμιση εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου αποτελεί έκφραση της (ουσιαστικής) αξιολογικής κρίσης του, η οποία, σε δευτεροβάθμιο επίπεδο, δεν ελέγχεται, παρά μόνο ως προς τη νομιμότητα της. Ως έχει πλειστάκις αναφερθεί, το Διοικητικό Εφετείο δεν συνιστά δικαστήριο ελέγχου ουσίας της διοικητικής ή της πρωτόδικης απόφασης (ενδεικτικά, βλ. απόφαση Εφετείου ημερομηνίας 29.11.2024 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 65/2023 Εjikeme ν. Δημοκρατίας) αλλά μόνο νομιμότητας (βλ. και Άρθρο 13 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος του 2018, Ν.73(Ι)/2018).

 

Ούτε όσα ισχυρίζεται ο Εφεσείων στην αιτιολογία του πρώτου λόγου Έφεσης προς υποστήριξη του βρίσκουμε να είναι βάσιμα, ήτοι ότι 1. εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε ότι ο αιτητής ήταν αξιόπιστος, 2. δεν του απέδωσε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, 3. εσφαλμένα έκρινε ότι δεν τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια, ευκρίνεια και συνοχή, 4. η κρίση του για τις απαντήσεις που έδωσε ο Εφεσείων ήταν εσφαλμένη, 5. έκρινε εσφαλμένα την αξιοπιστία της ηλεκτρονικής εγκυκλοπαίδειας «Wikipedia» ως επισφαλή και μειωμένης αποδεικτικής αξίας και, τέλος 6. εσφαλμένα έκρινε ότι στην περιοχή τελευταίας διαμονής του Εφεσείοντα δεν λαμβάνουν χώρα συνθήκες αδιακρίτως ασκουμένης βίας.

 

Καταρχάς, τα υπό 1., 3. και 4. σημεία ανωτέρω, άπτονται του ζητήματος της αμιγούς αξιολογικής κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, για τον έλεγχο της οποίας από το Διοικητικό Εφετείο ισχύουν όσα προαναφέρθηκαν και είναι, ως εκ τούτου, απορριπτέοι, αφού δεν εντοπίζουμε ούτε έλλειψη δέουσας έρευνας, ούτε πιθανότητας ουσιώδους πλάνης, τα δε συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιοπιστία του Εφεσείοντα κρίνονται εύλογα και πλήρως αιτιολογημένα.

 

Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξη μας, ορθά, επίσης, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απέδωσε στον Εφεσείοντα το ευεργέτημα της αμφιβολίας (σημείο 2, ανωτέρω), αφού αυτό αποδίδεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και ο εξεταστής και το πρωτόδικο Δικαστήριο παραμένουν γενικά ικανοποιημένοι από την αξιοπιστία του αιτούντος, η οποία εύλογα κρίθηκε, κατά την άποψη μας, ότι δεν είναι η παρούσα περίπτωση.

 

Όσον αφορά το ζήτημα της αποδεικτικής αξίας της ηλεκτρονικής εγκυκλοπαίδειας «Wikipedia» (σημείο 5. ανωτέρω), στην προσκόμιση πληροφοριών από την οποία, ως σημειώθηκε στην πρωτόδικη απόφαση, αρκέστηκε η πλευρά του Εφεσείοντα, αν και αυτή νομολογιακά δεν αποκλείεται, έστω ως ανεπίσημη πηγή, νοουμένου ότι χρησιμοποιείται παράλληλα και συνεκτιμάται με επίσημες πηγές πληροφόρησης, (βλ. Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 108/2013 HRR ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ κ.ά., απόφαση (πλειοψηφίας) του τότε Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 26.11.2019), στις οποίες, εν πάση περιπτώσει το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέτρεξε και παρέθεσε, η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι αυτή ήταν επισφαλούς και μειωμένης αποδεικτικής αξίας, φαίνεται να βρίσκει έρεισμα και στην ευρωπαϊκή νομολογία. Αναφέρθηκε, συγκεκριμένα, στην T-344/07 απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.2.2010, σκέψη 46, η οποία δεν αφορούσε μεν, ζήτημα ασύλου, αλλά υπήρξε γενικότερα τοποθέτηση για την αξιοπιστία της Wikipedia ως πηγή πληροφόρησης:

 

«Επιπροσθέτως, η στηριζόμενη σε στοιχεία της ηλεκτρονικής εγκυκλοπαίδειας «Wikipedia» διαπίστωση του εξεταστή πρέπει επίσης να απορριφθεί, καθόσον, έχοντας ως βάση της άρθρο μιας συλλογικής διαδικτυακής εγκυκλοπαίδειας, της οποίας το περιεχόμενο μπορεί να τροποποιηθεί ανά πάσα στιγμή και, σε ορισμένες περιπτώσεις, από οποιονδήποτε, ακόμη και ανώνυμο, επισκέπτη, η διαπίστωση αυτή στηρίζεται σε αβέβαια στοιχεία.»

 

Σημειώνεται ότι το ζητούμενο δεν ήταν η εξωτερική αξιοπιστία για την εν όλω δράση της εν λόγω ομάδας, για την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε ότι δεν αμφισβητείται, αλλά η εσωτερική αξιοπιστία του Εφεσείοντα σε σχέση με τον ισχυρισμό του για τον βαθμό εγγύτητας που διατηρούσε ο πατέρας του με τον προφήτη της ομάδας, ώστε να διαφανεί η στενή τους σχέση που να δικαιολογεί και την μετέπειτα στοχοποίησή του, καθώς και η τεκμηριωμένη πληροφόρηση για την ισχυριζόμενη επίθεση που έλαβε χώρα στο σπίτι του το 2019. Το συνολικό απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση, για του λόγου το ασφαλές, έχει ως εξής:

 

«Τα πιο πάνω επιβεβαιώνουν την ύπαρξη και τη δραστηριότητα της εν λόγω ομάδας, την αντιπαράθεσή της με την κρατική εξουσία, τις επιδιώξεις της και τις αρχές της, που οδήγησαν σε πορείες και σε διώξεις μελών. Συνεπώς, η εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του Αιτητή δεν αμφισβητείται. Ωστόσο, η προσωπική εμπλοκή του ιδίου στην ομάδα και η ακολουθείσα στοχοποίησή του λόγω της κατ' ισχυρισμόν προδοσίας του πατέρα του σε βάρος της ομάδας, δεν θεμελιώθηκαν. Κατά συνέπεια, κρίνω ως ορθά τα ευρήματα των Καθ' ων η αίτηση, όπως αυτά εκτίθεται ανωτέρω, τα οποία προς αποφυγή επαλείψεων υιοθετώ στο σύνολό τους. Οι δηλώσεις του Αιτητή ήταν ανεπαρκείς και η γνώση του για την ομάδα εμφανώς αποσπασματική. Καίτοι ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του τον οδηγούσε συχνά στις συγκεντρώσεις της ομάδας για να τον μυήσει, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει τις τελετουργίες της ομάδας, τα εθιμοτυπικά και το εσωτερικό της εκκλησίας. Από την αφήγησή του εκλείπει το προσωπικό στοιχείο με τον ενδεδειγμένο βαθμό πληροφοριών που αναμένει ευλόγως κανείς από κάποιον που εξιστορεί βιωματικά γεγονότα. Ακόμα και η περιγραφή του ρόλου και των καθηκόντων του πατέρα του ήταν ασαφής και γενικόλογη. Κυρίως όμως ο Αιτητής δε ήταν σε θέση να αποδείξει τον βαθμό εγγύτητας που διατηρούσε ο πατέρας του με τον προφήτη της ομάδας, ώστε να διαφανεί η στενή τους σχέση που να δικαιολογεί και την μετέπειτα στοχοποίησή του. Η δε επίθεση που έλαβε χώρα στο σπίτι του το 2019 δεν εξιστορήθηκε δεόντως, με τις απαιτούμενες λεπτομέρειες των δραστών, της επικοινωνίας και του τρόπου διαφυγής. Λόγω των ως άνω αφηγηματικών κενών δεν μπορούν οι ισχυρισμοί του να γίνουν αποδεκτοί. Τα εν λόγω κενά δεν καλύφθηκαν ούτε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας καίτοι ο Αιτητής εκπροσωπούνταν από συνήγορο και είχε τα δικονομικά μέσα να συμπληρώσει τις ελλείψεις που εντόπισαν οι Καθ' ων η αίτηση. Αντ' αυτού περιορίστηκε στην προσκόμιση πληροφοριών σε σχέση με την εν λόγω ομάδα από την ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια “Wikipedia», την αξιοπιστία της οποίας κρίνω ως επισφαλή και μειωμένης αποδεικτικής αξίας.»

 

Τέλος, όσον αφορά τον υπό το σημείο 6. ισχυρισμό ανωτέρω, ήτοι ότι στην περιοχή τελευταίας διαμονής του Εφεσείοντα δεν λαμβάνουν χώρα συνθήκες αδιακρίτως ασκουμένης βίας ούτε αυτός, βρίσκουμε, ευσταθεί. Η έρευνα και αξιολόγηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι, αποφαινόμαστε, αναλυτική, πλήρως εμπεριστατωμένη και η κατάληξη ορθή και αιτιολογημένη. Ανέφερε, σχετικά, το πρωτόδικο Δικαστήριο:

 

«Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.

 

Εξετάζοντας πλήρως την υπόθεση ωστόσο, διαπιστώνω, αντίθετα στον ισχυρισμό του συνηγόρου του, ότι ορθά κρίθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στον Αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν υπερ του ότι σε περίπτωση επιστροφής του στο χωριό Bandundu της Επαρχίας Kwilu της Λ.Δ.Κ., o Αιτητής θα αντιμετωπίσει κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψη ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

 

Ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην Λ.Δ.Κ, από όπου προκύπτει ότι περιστατικά βίας εντοπίζονται κυρίως στις επαρχίες Ituri, Kasai και Kivu, που βρίσκονται στο ανατολικό κομμάτι της χώρας. Επιπλέον, στις ανατολικές περιοχές της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό φαίνεται να αναπτύσσουν δράση περισσότερες από εκατό ένοπλες ομάδες. Παρά την έντονη παρουσία ειρηνευτικών δυνάμεων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, οι ένοπλες αυτές ομάδες συνεχίζουν να τρομοκρατούν τις κοινότητες και να ελέγχουν ασθενώς διοικούμενες από την Κυβέρνηση περιοχές.[32] Πρόσφατα το κίνημα Μ23 προέλαυσε προς την πόλη Goma και άλλες κοντινές περιοχές, επιδεινώνοντας την κατάσταση ασφαλείας και την ήδη υπάρχουσα ανθρωπιστική κρίση.[33]

 

Όσον αφορά την πρωτεύουσα Kinshasa, πηγές αναφέρουν ότι στην εκεί λαμβάνουν χώρα συχνά διαδηλώσεις οι οποίες μπορεί να έχουν βίαιη κατάληξη, ενώ πολλές φορές συμβαίνουν κοινά εγκλήματα όπως κλοπές και ληστείες.[34] Δε φαίνεται να εντοπίζεται οποιουδήποτε είδους εσωτερική ή διεθνής ένοπλη σύρραξη ούτε στην πρωτεύουσα Kinshasa, ούτε στο χωριό Bandundu, τόπο καταγωγής και διαμονής του Αιτητή, το οποίο βρίσκεται στην κοντινή επαρχία Kwilu της χώρας.[35]

 

Περαιτέρω, ως προς τον αριθμό των περιστατικών ασφαλείας γενικότερα στην περιοχή Kwilu, όπου εντοπίζεται και το χωριό Bandundu, ήτοι στην περιοχή προηγούμενης συνήθους διαμονής του Αιτητή, παρατίθενται αριθμητικά δεδομένα από την βάση δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project). Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 12/07/2023-12/07/2024, στην εν λόγω περιοχή καταγράφηκαν από την εν λόγω βάση δεδομένων συνολικά 9 περιστατικά ασφαλείας εκ των οποίων προέκυψαν 34 απώλειες ζωών. Πιο αναλυτικά, 1 εξ αυτών καταγράφηκε ως μάχη, 4 ως ταραχές και 4 ως βία κατά αμάχων[36]. Σημειωτέον δε ότι ο πληθυσμός της επαρχίας Kwilu καταγράφεται στους 6,682,300 κατοίκους, σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση που έλαβε χώρα το έτος 2020[37].

 

Από τα ανωτέρω στοιχεία συνάγεται ότι στην περιοχή τελευταίας διαμονής του Αιτητή δεν λαμβάνουν χώρα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας υπό καθεστώς εσωτερικής ή διεθνούς ενόπλου συρράξεως κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου, (Ν.6(Ι)/2000).»

 

Με βάση όσα προαναφέρθηκαν, αλλά και, γενικότερα, από το σύνολο της πρωτόδικης απόφασης, βρίσκουμε, τέλος, ότι ορθώς και κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής κρίσης το πρωτόδικο Δικαστήριο, σε αντίθεση με ότι διατείνεται ο Εφεσείων με τον τρίτο λόγο Έφεσης (βλ. ανωτέρω) σε συνάρτηση με το πρώτο και δεύτερο λόγο Έφεσης ότι το Δικαστήριο όφειλε να πράξει, δεν απέδωσε στον Εφεσείοντα ούτε καθεστώς πρόσφυγα, ούτε του χορήγησε συμπληρωματική προστασία.

 

Για όλους τους λόγους που επεξηγήθηκαν ανωτέρω, ουδείς εκ των λόγων Εφέσεως ευσταθεί.

 

Η Έφεση απορρίπτεται, με έξοδα ύψους €2000 ευρώ υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον του Εφεσείοντα.

 

Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

    ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.

 

    Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.

 

                                                       Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο