C. E. O. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 113/2024, 10/3/2026
print
Τίτλος:
C. E. O. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 113/2024, 10/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ

 

(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 113/2024)

 

  10 Μαρτίου, 2026

 

[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

C. E. O.

                                                                                                              Εφεσείων,

 

     v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ

 

 

                                                         Εφεσίβλητης.

 

-------------------

Π. Πιερίδης, για ΠΙΕΡΙΔΗΣ & ΠΙΕΡΙΔΗΣ, δικηγόροι για τον Εφεσείοντα.

Ε. Ιωάννου (κα), δικηγόρος, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δικηγόρο για την Εφεσίβλητη.

--------------------

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Σεραφείμ, Δ.:

---------------------

 

 

     ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.: Η υπό εξέταση Έφεση (η «Έφεση») στρέφεται εναντίον της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 23.10.2024 στην Προσφυγή Αρ. Τ2293/2023 (η «Προσφυγή») ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία ασκήθηκε ανεπιτυχώς από τον Εφεσείοντα εναντίον απόφασης της Εφεσίβλητης ημερομηνίας 5.7.2023 («η επίδικη απόφαση»), με την οποία απορρίφθηκε αίτηση του Εφεσείοντα για χορήγηση ασύλου.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέθεσε στην απόφαση του τα ακόλουθα ουσιώδη γεγονότα, τα οποία δεν τελούν υπό αμφισβήτηση και έχουν ως ακολούθως:

 

«Ο Αιτητής κατάγεται από τη Νιγηρία, την οποίαν εγκατέλειψε στις 06.02.2023 και στις 16.06.2023 εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές δια μέσου των μη ελεγχόμενων περιοχών, όπου αφίχθηκε με φοιτητική άδεια. Στις 27.06.2023 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας και στις 04.07.2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος υπέβαλε στις 05.07.2023 Εισηγητική Έκθεση προς  τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 05.07.2023 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 24.07.2023, μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ίδιας ημερομηνίας. Την απόφαση αυτή αμφισβητεί ο Αιτητής μέσω της υπό εξέταση προσφυγής του.»

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε, καταρχάς, ότι η επίδικη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας, συγκεκριμένα στη βάση ότι ο ισχυρισμός του Εφεσείοντα περί δίωξης του από τους αδερφούς του πατέρα του εξαιτίας της διαφορετικής θρησκείας που ακολουθούν με σκοπό να σκοτώσουν τον ίδιο, τον αδερφό του και τη μητέρα του, δεν έτυχε διερεύνησης, ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του.

 

Εν συνεχεία, το πρωτόδικο Δικαστήριο, ασκώντας το ίδιο έλεγχο ουσίας (και) επί του ως άνω ισχυρισμού και κατόπιν αναλυτικής εξέτασης, έκρινε ότι ο Εφεσείων «[.] ορθώς κρίθηκε και από τους Καθ' ων η αίτηση ως εσωτερικά αναξιόπιστος.» και ότι «[.]ούτε η εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού στοιχειοθετείται.».

 

Ενόψει του πιο πάνω ευρήματος, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε, ως εξής, σε σχέση με την πλήρωση των προϋποθέσεων του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 (εφεξής ο «Νόμος»):

 

«Συνεπώς, ευλόγως κρίθηκε ότι με βάση το προφίλ του Αιτητή και τη χώρα καταγωγής του, δεν δικαιολογείτο η υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Προστίθεται ότι, ως ο ίδιος δήλωσε, ουδέποτε έχει συλληφθεί, κρατηθεί, παρενοχληθεί ή διωχθεί στη χώρα καταγωγής του∙ ενώ το θρήσκευμα του, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της EUAA αποτελεί μια από τις κύριες θρησκείες της χώρας, με ποσοστό που ανέρχεται περίπου στο 46%[11].

 

Υπενθυμίζεται ότι δυνάμει του άρθρου 18 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα του εδαφίου (5) αυτού, απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησής ασύλου του καταβάλλοντας προς τούτο πραγματική προσπάθεια και υποβάλλοντας όλα τα συναφή στοιχεία που έχει στη διάθεσή του. Παρατηρείται ωστόσο ότι εν προκειμένω ο Αιτητής δεν έχει προβάλει κανέναν ευλογοφανή ισχυρισμό αναφορικά με το λόγο που τον ώθησε να αναζητήσει διεθνή προστασία από την Κυπριακή Δημοκρατία και ο οποίος να στοιχειοθετεί φόβο δίωξης ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης, παρά το γεγονός ότι είχε την ευκαιρία να το πράξει ακόμα και στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου[12] αποτελεί υποχρέωση του αιτούντα άσυλο να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για έναν από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου[13],

 

Υπό το φως των όσων έχουν ανωτέρω παρατεθεί, είναι η κατάληξη μου ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου και συνεπώς ο Αιτητής δεν δύναται να αναγνωριστεί πρόσφυγας.»

 

Τέλος, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε και κατά πόσο υπήρχε δυνατότητα υπαγωγής του Εφεσείοντα στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας με βάση το Άρθρο 19(1) του Νόμου. Η κατάληξη του ήταν και σε αυτό αρνητική. Αποφασίστηκε, κατόπιν ανάλυσης από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως εξής:

 

«Εξετάζοντας σήμερα την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή (Anambra State), όπου δηλαδή ευλόγως αναμένεται ότι θα επιστρέψει, και καθώς τα συμπεράσματά μου επί της αξιοπιστίας του Αιτητή συνάδουν με αυτά του λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου κατά την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησής του, αναφέρω τα εξής, τα οποία προκύπτουν από επικαιροποιημένες διεθνείς πηγές στις οποίες ανέτρεξα: ως προς τον αριθμό των περιστατικών ασφαλείας από την βάση δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project) κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 12.09.2023- 12.09.2024 στην πολιτεία Anambra καταγράφηκαν 158 περιστατικά ασφαλείας εκ των οποίων προέκυψαν 144 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές. Τα 158 περιστατικά έχουν κατηγοριοποιηθεί ως ακολούθως: 6 ταραχές (riots) οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα 3 ανθρώπινες απώλειες, 39 διαμαρτυρίες (protests) οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα 2 ανθρώπινες απώλειες, 58 περιστατικά βίας κατά πολιτών (violence against civilians) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 59 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, 52 μάχες (battles) οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα 80 ανθρώπινες απώλειες, και 3 εκρήξεις/απομακρυσμένη βία (explosions/remote violence)[17]. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Anambra το 2022 εκτιμάται ότι ανερχόταν στα 5,953,500[18].

 

Λαμβάνοντας υπόψιν τα παραπάνω δεδομένα, δε διακρίνω την ύπαρξη κατάστασης αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης στην πολιτεία Anambra, ή έστω αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης η οποία να εξικνείται σε τέτοιο βαθμό ώστε ο Αιτητής λόγω της παρουσίας του και μόνο στο έδαφος της περιοχής αυτής να έρχεται αντιμέτωπος με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής απειλής κατά το άρθρο 19 στοιχείο (2)(γ). Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, νεαρής ηλικίας, υγιής, ικανοποιητικού μορφωτικού επιπέδου και ικανός προς εργασία. Επισημαίνω τέλος, ότι δεν έχουν εγερθεί ή/και αναδειχθεί ατομικά χαρακτηριστικά ή στοιχεία του Αιτητή που να υποδηλώνουν και να καταδεικνύουν ειδικώς ότι θα τεθεί σε κατάσταση που αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης και δυνατόν να μπορούσε να αντισταθμίσει το επίπεδο αδιάκριτης βίας βάσει της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας.

 

          ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα έχω αναφέρει, είναι η κατάληξη μου ότι ορθώς κρίθηκε και επί της ουσίας ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).

 

Καταληκτικά, λαμβάνω υπόψη μου ότι η χώρα καταγωγής του Αιτητή, συμπεριλαμβάνεται στις χώρες που έχουν ορισθεί ως ασφαλείς χώρες ιθαγένειας σύμφωνα και με το πιο πρόσφατο Διάταγμα του Υπουργού Εσωτερικών ημερ. 31.05.2024 (Κ.Δ.Π. 191/2024), χωρίς εν προκειμένω ο Αιτητής να προβάλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς ή στοιχεία που αφορούν προσωπικά στον ίδιο και οι οποίοι να ανατρέπουν το τεκμήριο περί ασφαλούς χώρας ιθαγένειας. Ο κατάλογος των ασφαλών χωρών ιθαγένειας καθορίζεται από τον Υπουργό Εσωτερικών όταν ικανοποιηθεί βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών ότι στις οριζόμενες χώρες, γενικά και μόνιμα, δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από την χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.»

 

Ο Εφεσείων επικαλέστηκε στο ειδοποιητήριο της Έφεσης συνολικά πέντε λόγους Έφεσης. Ωστόσο, ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος Έφεσης δεν προωθήθηκαν στο περίγραμμα αγόρευσης του Εφεσείοντα, ούτε κατά την ακρόαση της υπόθεσης και, ως εκ τούτου, δεν θα μας απασχολήσουν  (βλ. απόφαση Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 7.2.2024 στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 30/2020 ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ v. ΦΑΙΔΩΝΑ ΚΑΡΑΜΑΝΩΛΗ κ.α.).

 

Ο πρώτος, ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος Έφεσης αναπτύχθηκαν μαζί στο περίγραμμα αγόρευσης του Εφεσείοντα ως συναφείς και/ή αλληλένδετοι.

 

Με τον πρώτο λόγο Έφεσης ο Εφεσείων επικαλέστηκε έλλειψη δέουσας έρευνας από την Εφεσίβλητη, στη βάση ότι, 1. o Εφεσείων απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά τη συνέντευξη, 2. Ο λειτουργός που πραγματοποίησε τη συνέντευξη του Εφεσείοντα δεν τον κατεύθυνε ορθά, ως όφειλε, ώστε να αντλήσει από αυτόν όλες τις πληροφορίες που απαιτούνταν προς εξέταση της αίτησης του, 3. εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε ότι, ο Εφεσείων ήταν αξιόπιστος, 4. το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έδωσε επαρκή βαρύτητα στις εξωτερικές πηγές, 5. εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απέδωσε στον Εφεσείοντα το ευεργέτημα της αμφιβολίας, 6. το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε ότι δεν τεκμηριώθηκαν οι ισχυρισμοί του Εφεσείοντα και ότι αυτοί ήταν αντιφατικοί και, τέλος, 7. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε τη νομολογία λανθασμένα και έκρινε λανθασμένα τον Εφεσείοντα ως αναξιόπιστο, χωρίς να του έχει ζητηθεί από τον λειτουργό να επεκταθεί, αφού ο λειτουργός δεν ενήργησε καλόπιστα.

 

Με τον δεύτερο λόγο Έφεσης ο Εφεσείων υποστηρίζει ότι, εσφαλμένα κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ο Εφεσείων δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα ή δικαιούχου καθεστώτος υποκατάστατου προστασίας, διότι δεν εξέτασε και/ή παραγκώνισε τον ισχυρισμό του περί κινδύνου δίωξης και κινδύνου για τη ζωή του, αφού δεν εξακρίβωσε τα ουσιώδη περί τούτου πραγματικά γεγονότα.  

 

Τέλος, με τον τρίτο λόγο Έφεσης ο Εφεσείων υποστηρίζει ότι, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο βασίστηκε, κατά την έκδοση της απόφασης του, στην Κ.Δ.Π. 166/23 για το κατά πόσο η χώρα προέλευσης του Εφεσείοντα ήταν ασφαλής, ενώ τέτοια επίκληση δεν έγινε από την πλευρά της Εφεσίβλητης στην επίδικη απόφαση της και η μη ασφαλής κατάσταση στην πολιτεία Anambra τεκμηριώνεται από εξωτερικές πηγές.

 

Εξετάσαμε τους λόγους Έφεσης σωρευτικά, έχοντας υπόψη όλο το ενώπιον μας υλικό και τις τοποθετήσεις των διαδίκων.

 

Δεν εντοπίζουμε οποιαδήποτε σφάλματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ως αυτά που προβάλλει ο Εφεσείων με τους λόγους Έφεσης του.

 

Αναλυτικότερα και ως προαναφέρθηκε, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο ισχυρισμός του Εφεσείοντα περί δίωξης του από τους αδερφούς του πατέρα του εξαιτίας της διαφορετικής θρησκείας που ακολουθούν με σκοπό να σκοτώσουν τον ίδιο, τον αδερφό του και τη μητέρα του, δεν έτυχε δέουσας διερεύνησης από την Εφεσίβλητη, ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του, εξ ου και εξέτασε το ίδιο το ζήτημα και κατέληξε σε σχετικά συμπεράσματα (βλ. απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση, ανωτέρω).

 

Εξέτασε, επίσης, το ίδιο το ζήτημα της εσωτερικής αξιοπιστίας του Εφεσείοντα και κατέληξε στο ίδιο αρνητικό συμπέρασμα, όπως και η Εφεσίβλητη. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση, για του λόγου το ασφαλές:

         

«Έχοντας εξετάσει με προσοχή τις απαντήσεις που ο Αιτητής έδωσε κατά την διάρκεια της συνέντευξής του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, διαπιστώνω τα ακόλουθα:

 

Όπως διαφαίνεται από τα ερυθρά 26-23 του διοικητικού φακέλου, κατόπιν της ελεύθερης αφήγησης του Αιτητή για τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα του, ο αρμόδιος λειτουργός έκανε επαρκείς ερωτήσεις, για να διερευνήσει τόσο το ζήτημα με τα αδέρφια του πατέρα του και τα προβλήματα που αντιμετώπιζε από αυτούς, όσο και το αυτοκινητιστικό δυστύχημα που στοίχισε τη ζωή του πατέρα του Αιτητή. Ωστόσο, παρατηρείται ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει και να παρέχει επαρκείς λεπτομέρειες προς υποστήριξη των λεγομένων του, ενώ οι απαντήσεις του ήταν γενικές, αόριστες και ασαφείς. Ειδικότερα, συντάσσομαι με το εύρημα του Λειτουργού Ασύλου ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ευλογοφανή και σαφή απάντηση ως προς του λόγους που κατηγορήθηκε για το θάνατο του πατέρα του ενώ υπήρχε ήδη άτομο το οποίο συνελήφθη από την αστυνομία με τη συγκεκριμένη κατηγορία (ερυθρό 25 8Χ, Δ.Φ.). Ομοίως χαρακτηρίζονται και οι δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί αψιμαχίας μεταξύ του ιδίου και των θείων του μετά την κηδεία του πατέρα του (ερυθρό 24 7Χ, Δ.Φ.), και της διαφυγής του ιδίου και του αδερφού του σε διαφορετικά μέρη (ερυθρό 24 10Χ και 12Χ, Δ.Φ.). Ως υποστηρίζει, βρέθηκε με τον αδερφό του το επόμενο πρωί, χωρίς ωστόσο να μπορεί να δώσει πληροφορίες για το που αναζήτησαν καταφύγιο ώστε να είναι ασφαλείς (ερυθρό 24 7Χ, 10Χ, 11Χ, 12Χ και 13Χ, Δ.Φ.). Επισημαίνεται ότι για τρία (3) χρόνια, από το θάνατο του πατέρα του το 2020 μέχρι και την αναχώρηση του από τη χώρα το 2023 δεν έχει συμβεί κάτι στον ίδιο, ούτε αντιμετώπισε οποιοδήποτε κίνδυνο (ερυθρό 24 15Χ, Δ.Φ.). Σε συμφωνία λοιπόν με τους Καθ' ων η αίτηση είναι και η δική μου κατάληξη ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται του πυρήνα του αιτήματός του ενώ τα λεγόμενα του χαρακτηρίζονται από ασάφειες, αοριστίες, υπεκφυγές και έλλειψη ευλογοφάνειας. Συνεπώς, ορθώς κρίθηκε και από τους Καθ' ων η αίτηση ως εσωτερικά αναξιόπιστος.»

 

Αντιπαραβάλλοντας την πιο πάνω κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, βρίσκουμε την κατάληξη του τόσο επί της εξωτερικής όσο και της εσωτερικής αξιοπιστίας του Εφεσείοντα εύλογη. Πλειστάκις έχει  αναφερθεί στη νομολογία ότι η στάθμιση των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν δύναται να τυγχάνει αναψηλάφησης από το Διοικητικό Εφετείο εκτός στην περίπτωση ακραία αυθαίρετων συμπερασμάτων και, εν πάση περιπτώσει, όχι εύλογων (ενδεικτικά, απόφαση Εφετείου ημερομηνίας 29.5.2025 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 56/2024 YOUSSOUF TOURE v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ). Κάτι τέτοιο δεν παρατηρείται στην παρούσα περίπτωση.

 

Πρόσθετα παρατηρούμε ότι, οι σχετικοί ισχυρισμοί του Εφεσείοντα περί υποχρέωσης υποβολής περαιτέρω ερωτήσεων στον Εφεσείοντα από τον λειτουργό κατά τη συνέντευξη του, παρέμειναν στο επίπεδο της γενικολογίας και ασάφειας (βλ. απόφαση Εφετείου ημερομηνίας 31.10.2024 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 18/2023 FERDINAND EBELE EWELUKWA v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ και απόφαση Εφετείου ημερ. 18.3.2025 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 155/2023 MAMBULU ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ), χωρίς να υποδεικνύεται ποιες επιπρόσθετες ερωτήσεις έπρεπε να υποβληθούν στον Εφεσείοντα που δεν υποβλήθηκαν, κάτι που ο Εφεσείων δεν έπραξε ούτε κατά την πρωτόδικη διαδικασία, άρα ούτε θα μπορούσε ενώπιον μας βασίμως να πράξει και, εν πάση περιπτώσει, δεν έπραξε. Ούτε επεξηγήθηκε που αλλού έγκειται το σφάλμα είτε της Εφεσίβλητης είτε του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Δεν αρκεί το να επιμένει ο Εφεσείων στην εκδοχή του, την οποία η Υπηρεσία Ασύλου και το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψαν, ευελπιστώντας σε από πλευράς του Διοικητικού Εφετείου διαφορετική κατάληξη (βλ. απόφαση Διοικητικού Εφετείου ημερ. 15.10.2025 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 84/2024 MADINIE ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ).

 

Ούτε η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έδωσε επαρκή βαρύτητα στις εξωτερικές πηγές, ευσταθεί. Αντιθέτως, σαφώς προκύπτει από την πρωτόδικη απόφαση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέτρεξε και παρέπεμψε σε αξιόπιστες πηγές και προέβη σε εκτενή ανάλυση τους τόσο στο πλαίσιο εξακρίβωσης της αληθείας των ισχυρισμών του Εφεσείοντα, όσο και αναφορικά με την γενικότερη κατάσταση στη χώρα και επαρχία καταγωγής του.

 

Ούτε οι ισχυρισμοί του Εφεσείοντα περί λανθασμένης εφαρμογής της νομολογίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο τεκμηριώθηκαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο και ως, εκ τούτου, καθίστανται απορριπτέοι (βλ. Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 18/2023, ανωτέρω).

 

Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξη μας, ορθά, επίσης, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απέδωσε στον Εφεσείοντα το ευεργέτημα της αμφιβολίας, αφού αυτό αποδίδεται μόνο όταν ο εξεταστής και το πρωτόδικο Δικαστήριο παραμένουν γενικά ικανοποιημένοι από την αξιοπιστία του αιτούντος, η οποία εύλογα κρίθηκε, κατά την άποψη μας, ότι δεν είναι η παρούσα περίπτωση.

 

Επίσης, η θέση ότι ο λειτουργός δεν ενήργησε κατά τη συνέντευξη του Εφεσείοντα καλόπιστα, παρέμεινε παντελώς ατεκμηρίωτος. Υπενθυμίζεται ότι ισχυρισμοί περί προκατάληψης ή μεροληψίας οφείλουν να αποδεικνύονται αυστηρά και το βάρος το φέρει ο επικαλούμενος τέτοια (βλ. ΝΕΟΦΥΤΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2007) 3 Α.Α.Δ. 8, CHRISTOU v. REPUBLIC (1980) 3 C.L.R. 437).

 

Γενικότερα, με βάση το περιεχόμενο της πρωτόδικης απόφασης, η κατάληξη μας είναι ότι η δικαστική κρίση ήταν αναλυτική και επεκτάθηκε επί κάθε ουσιώδους σημείου αναγκαίου για την δικαστική απόφαση. Τα επιμέρους συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν, βρίσκουμε, προϊόν δέουσας έρευνας, εύλογα και τεκμηριωμένα.

 

Η ανάλυση της κατάστασης που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του Εφεσείοντα επίσης ήταν η δέουσα και αποτέλεσμα έγκυρων πηγών στις οποίες το πρωτόδικο Δικαστήριο συγκεκριμένα παρέπεμψε και, εν τέλει, το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο Εφεσείων δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για χορήγηση σε αυτόν καθεστώτος ασύλου ή, επικουρικά, συμπληρωματικής προστασίας, ήταν το αποτέλεσμα εξατομικευμένης έρευνας των συγκεκριμένων δεδομένων αναφορικά με την αίτηση του Εφεσείοντα, εύλογης στάθμισης αυτών και σε σύμπνοια με τις νομολογιακές αρχές περί του θέματος.

 

Το καταληκτικό συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με δεδομένο όσα προαναφέρθηκαν, ότι ο Εφεσείων δεν πληροί τις προϋποθέσεις για χορήγηση σε αυτόν διεθνούς προστασίας ή επικουρικής προστασίας, κρίνεται εύλογο.

 

Τέλος, το πρωτόδικο Δικαστήριο βασίστηκε και στην Κ.Δ.Π. 191/2024 (και όχι στην Κ.Δ.Π. 166/23 , στην οποία αναφέρεται ο Εφεσείων στον τρίτο λόγο Έφεσης του), ήτοι σε διάταγμα του Υπουργού Εσωτερικών το οποίο καθόρισε τη Νιγηρία ως ασφαλή χώρα καταγωγής, δημιουργώντας μαχητό τεκμήριο προς τούτο (βλ. Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 143/2023 AGUOHA ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, απόφαση Εφετείου ημερ. 28.1.2025), το οποίο, κρίνουμε, δεν κατάφερε ο Εφεσείων, με όσα επικαλέστηκε , να ανατρέψει.

 

Υπενθυμίζεται ότι, ελλείψει σαφών υποδείξεων εκ μέρους του Εφεσείοντα για απουσία δέουσας έρευνας ή πλάνης και ελλείψει σαφών ενδείξεων περί τέτοιων παθογενειών, η στάθμιση εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου αποτελεί έκφραση της (ουσιαστικής) αξιολογικής κρίσης του, η οποία, σε δευτεροβάθμιο επίπεδο, δεν ελέγχεται, παρά μόνο ως προς τη νομιμότητα της.

 

Ως έχει πλειστάκις αναφερθεί, το Διοικητικό Εφετείο δεν συνιστά δικαστήριο ελέγχου ουσίας της διοικητικής ή της πρωτόδικης απόφασης (ενδεικτικά, βλ. απόφαση Εφετείου ημερομηνίας 29.11.2024 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 65/2023 ΕJIKEME ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ) αλλά μόνο νομιμότητας (βλ. και Άρθρο 13 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, Ν.73(Ι)/2018).

 

Η Έφεση απορρίπτεται με έξοδα ύψους €2000 υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον του Εφεσείοντα.

 

 

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.

 

Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.

 

Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο