ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ v. M. Α., Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 118/2025, 27/5/2026
print
Τίτλος:
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ v. M. Α., Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 118/2025, 27/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ

 

(Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 118/2025)

 

27 Μαΐου 2026

 

[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ‑ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π, ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ

Εφεσείουσα,

 

v.

 

M. Α.

Εφεσίβλητου.

-----------------------------------

 

 

Γ. Χατζηχάννα (κα), Ρ. Χαραλάμπους (κα), Σ. Πλατύς & Ν. Νικολάου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσείουσα

Ν. Χαραλαμπίδου (κα) για Ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους.

 

-----------------------------------

 

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ‑ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την υποφαινόμενη.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ‑ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Αντικείμενο της παρούσας Έφεσης είναι η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερομηνίας 13/8/2020 στην Προσφυγή Αρ. 2183/2024, να απορρίψει την αίτηση συνεκδίκασης της Εφεσείουσας ημερομηνίας 20/11/2024, με άλλες Προσφυγές (2184/2024-2195/2024, 2262/2024, 2734/2024-2742/2024, 2769/2024, 4263/2024-4266/2024).

 

Αποτελεί πραγματικό γεγονός, ότι οι Εφεσίβλητοι, οι οποίοι δεν προέβαλαν ένσταση στη συνεκδίκαση, ζητούν κατ’ ουσίαν τις ίδιες θεραπείες σε όλες τις Προσφυγές ως ακολούθως:

 

«Α. Δήλωση ή/και απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι οι Καθ' ων η Αίτηση παραλείπουν να παραχωρήσουν νόμιμη ενέργεια καθότι δεν παραχωρούν στον Αιτητή πρόσβαση για κατάθεση της αίτησής του για διεθνή προστασία μετά την υποβολή της στις 15/05/2024, κατά παράβαση του Άρθρου 18 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας και του περί Προσφύγων Νόμου, και, όπως διατάξει τη λήψη της οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας και παραχωρήσουν πρόσβαση στη διαδικασία κατάθεσης και εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας του.

 

Β. Δήλωση ή/και απόφαση του Δικαστηρίου ότι οι Καθ' ων η Αίτηση παραλείπουν να παραχωρήσουν πρόσβαση στον Αιτητή στις συνθήκες υποδοχής που καθορίζει η Οδηγία 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία και ο περί Προσφύγων Νόμος, και, όπως διατάξει τη λήψη της οφειλόμενης ενέργειας όπως παραχωρήσουν πρόσβαση στις προβλεπόμενες από το νόμο συνθήκες υποδοχής.

 

Γ. Δήλωση ή/και απόφαση του Δικαστηρίου ότι η παράλειψη των Καθ' ων η Αίτηση να παραχωρήσουν πρόσβαση στον Αιτητή για καταχώρηση της αίτησης ασύλου του συνιστά παραβίαση του δικαιώματος στο άσυλο όπως αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 18 του ΧΘΔΕΕ και απαγορευμένη δυνάμει του άρθρου 33 της Σύμβασης της Γενεύης για το Νομικό Καθεστώς των Προσφύγων, του άρθρου 4 (α) του περί Προσφύγων Νόμου, του άρθρου 180Ζ του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου και του άρθρου 5 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες και τις διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, επαναπροώθηση.

 

Δ. Δήλωση ή/και απόφαση του Δικαστηρίου ότι η παράλειψη των Καθ' ων η Αίτηση να παραχωρήσουν πρόσβαση στον Αιτητή για καταχώρηση της αίτησης ασύλου του και η απώθησή του εντός της νεκρής ζώνης υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης συνιστά ομαδική απέλαση κατά παράβαση του άρθρου 19 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., και του άρθρου 4 του 4ου  Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

 

Ε. Δήλωση ή/και απόφαση του Δικαστηρίου ότι η παράλειψη των Καθ' ων η Αίτηση να παραχωρήσουν πρόσβαση στον Αιτητή σε συνθήκες υποδοχής συνιστά απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

 

Στ. Οποιαδήποτε άλλη ή/και περαιτέρω θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει εύλογη και κατάλληλη υπό τις περιστάσεις.»

 

 

    Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζοντας το αίτημα για συνεκδίκαση, αφού αναφέρθηκε σε σχετική νομολογία επί του ζητήματος, το απέρριψε ως ακολούθως:

 

«Στη νομολογία λοιπόν που διέπει την εξέταση τέτοιων αιτήσεων έχουν καταγραφεί τόσο οι συνθήκες όσο και οι δικονομικές πρόνοιες που επιτρέπουν στο Δικαστήριο να εκδίδει διατάγματα συνένωσης προσφυγών, υπενθυμίζοντας ότι το ζήτημα αυτό ανάγεται στη διακριτική του ευχέρεια. Η ευχέρεια αυτή οφείλει να ασκείται υπό το πρίσμα της εύρυθμης διεξαγωγής της δίκης και της εξυπηρέτησης του συμφέροντος της δικαιοσύνης. Αντιθέτως, σε περιπτώσεις όπου οι υποθέσεις αφορούν διαφορετικές εκτελεστές διοικητικές πράξεις, τελούν σε διαφορετικά δικονομικά στάδια, αφορούν ανόμοιες νομικές βάσεις ή διαφέρουν ως προς το αποδεικτικό υπόβαθρο και τους λόγους ακυρώσεως, η συνεκδίκαση δεν είναι ούτε επιβεβλημένη ούτε σκόπιμη και μπορεί να δημιουργήσει κίνδυνο περιπλοκής των επίδικων ζητημάτων αντί επίλυσης τους επιφέροντας τελικώς καθυστέρηση παρά εξοικονόμηση χρόνου.

 

Εν προκειμένω, μολονότι πράγματι διαπιστώνεται η ύπαρξη κοινών νομικών ζητημάτων καθώς και πανομοιότυπων προδικαστικών ενστάσεων, οι οποίες προωθήθηκαν ενιαία σε κάθε προσφυγή από τους Καθ' ων η αίτηση, εντούτοις τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στις υπό εξέταση προσφυγές παρουσιάζουν ουσιώδεις αποκλίσεις, οι οποίες δεν επιτρέπουν, φρονώ, την ενιαία αξιολόγηση και αποτίμησή τους.

 

Ειδικότερα, έχοντας θέσει ενώπιόν μου τους φακέλους όλων των προσφυγών, παρατηρώ πως μεταξύ των προσφευγόντων καταγράφονται διαφορετικές εκδοχές ως προς τον τρόπο εισόδου στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, τον βαθμό ή ύπαρξη επαφής με τις αστυνομικές αρχές, τον ισχυριζόμενο τόπο παρεμπόδισης ή επαναπροώθησης, και τις κατ' ισχυρισμόν ενέργειες ή παραλείψεις των κρατικών οργάνων. Κάποιοι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι ουδέποτε εξήλθαν της νεκρής ζώνης, άλλοι ότι απωθήθηκαν διά της βίας αφού εισήλθαν, ενώ άλλοι καταγγέλλουν περιστατικά κακομεταχείρισης κατά τη διάρκεια κράτησης ή μεταφοράς.

 

Επιπλέον, καταγράφονται διαφορετικά προφίλ ευαλωτότητας (ανηλικότητα, αναπηρία, ψυχιατρικά προβλήματα), διαφορετικός βαθμός ανταπόκρισης των αρχών (UNHCR, UNFICYP, Υπηρεσία Ασύλου), καθώς και διαφοροποιημένα αποδεικτικά μέσα (ιατρικά έγγραφα, βίντεο, καταγγελίες σε ΜΚΟ ή διεθνείς οργανισμούς).

 

Υπάρχουν ακόμη αιτήσεις που περιλαμβάνουν σοβαρές αιτιάσεις σχετικές με ψυχική νόσο, αναπηρία, ανηλικότητα, αυτοτραυματισμούς και προηγούμενη νοσηλεία.

 

Ιδιαίτερης σημασίας είναι το γεγονός ότι η Δημοκρατία, με την καταχωρισθείσα ένστασή της επί των προσφυγών, δεν αποδέχεται ούτε αναγνωρίζει τα πραγματικά περιστατικά καμίας εκ των υποθέσεων, περιοριζόμενη σε γενική και αόριστη άρνηση, με μοναδικό επιχείρημα ότι οι Αιτητές εισήλθαν στην επικράτειά της κατά παράβαση του Κανονισμού (ΕΚ) 866/2004, χωρίς επίκληση συγκεκριμένων γεγονότων ή ενδείξεων που να αντικρούουν τους ισχυρισμούς τους. Η στάση αυτή καθιστά την εξατομικευμένη απόδειξη κεντρικό άξονα της εκδίκασης, αφού το σύνολο των επίδικων πραγματικών περιστατικών τίθεται υπό αμφισβήτηση. Συνεπώς, το αντικείμενο της δίκης μετατοπίζεται ενδεχομένως στην αξιολόγηση του ιστορικού κάθε υπόθεσης, με έμφαση σε αποδεικτική διαδικασία που πρέπει να διεξαχθεί χωριστά, βάσει των προσκομιζόμενων στοιχείων, των ιδιαίτερων συνθηκών κάθε εισόδου και των συνεπειών της φερόμενης συμπεριφοράς των αρχών.

 

Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι, ακόμη και στην περίπτωση περιορισμένης συνεκδίκασης επί των προδικαστικών μόνο ζητημάτων- ως ήταν η εισήγηση και των δύο διαδίκων- όπως ενστάσεων απαραδέκτου ή έλλειψης εννόμου συμφέροντος, η έκδοση ενιαίας απόφασης επί αυτών θα είχε ως αποτέλεσμα, σε περίπτωση απόρριψης των προδικαστικών αυτών ενστάσεων, την de facto δέσμευση των φυσικών δικαστών των επιμέρους υποθέσεων, οι οποίοι θα καλούνταν να συνεχίσουν την εκδίκαση δεσμευόμενοι από κρίση στην οποία δεν συμμετείχαν. Η πρακτική αυτή, παρότι επιφανειακά συνάδει με την επιδίωξη ομοιομορφίας, προσκρούει κατά την θέση μου, στη θεμελιώδη αρχή του φυσικού δικαστή και στην υποχρέωση κάθε σύνθεσης να διαμορφώνει ανεξάρτητα τη δικανική της κρίση. Η υποκατάσταση του φυσικού δικαστή ως προς κρίσιμα ζητήματα απαραδέκτου ή ερμηνείας του εφαρμοστέου δικαίου συνιστά σοβαρή παρέκκλιση, που δεν δικαιολογείται υπό το πρόσχημα της δικονομικής οικονομίας, ιδίως όταν δεν υπάρχει παγιωμένη ή νομολογιακά σταθερή προσέγγιση επί των εν λόγω ζητημάτων.

 

Πρόσθετα, η ύπαρξη δηλώσεων αποποίησης αξιώσεων, υπογεγραμμένων από τους Αιτητές, η οποία διασυνδέεται από τους Καθ' ων η αίτηση με κάποιες εκ των προδικαστικών ενστάσεων, ενδεχομένως να καθιστά αναγκαία την εξατομικευμένη αξιολόγηση της εκάστοτε περίπτωσης, προκειμένου να διακριβωθεί εάν η αποποίηση έγινε με επίγνωση, ελευθερία βούλησης, νομική καθοδήγηση και χωρίς στοιχείο καταναγκασμού—στοιχεία που συνιστούν κατ' ουσίαν αποδεικτικά ζητήματα και ενδεχομένως να μην μπορούν να κριθούν ενιαία ή συλλογικά.

 

Κατ' επέκταση, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ενδεχόμενη συνεκδίκαση όχι μόνον δεν εξυπηρετεί την απονομή της δικαιοσύνης, αλλά αντιθέτως την δυσχεραίνει, καθώς ενέχει κινδύνους σύγχυσης στην αξιολόγηση των αποδείξεων, μείωσης της ακρίβειας της δικανικής κρίσης και περιορισμού των δικαιωμάτων των Αιτητών σε πλήρη και εξατομικευμένη ακρόαση.

 

Με βάση όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι, παρά την ύπαρξη ορισμένων κοινών νομικών ζητημάτων και προδικαστικών ενστάσεων, οι ουσιώδεις αποκλίσεις στα πραγματικά περιστατικά, τα διαφορετικά αποδεικτικά μέσα, οι διακριτές περιστάσεις εισόδου, καθώς και οι ιδιαιτερότητες ως προς την προσωπική κατάσταση και το προφίλ κάθε Αιτητή, δεν επιτρέπουν την ασφαλή και δίκαιη ενιαία εκτίμηση των υποθέσεων. Επισημαίνω ότι στο παρόν στάδιο, το Δικαστήριο δεν καλείται ούτε υποχρεούται να αποφανθεί κατά πόσο τα ζητήματα των προσφυγών περιορίζονται αποκλειστικά σε νομικά σημεία ή έννοιες, όπως υποστηρίζει η κα Χαραλαμπίδου· σε κάθε περίπτωση, εκ πρώτης όψεως, διαπιστώνεται ότι ορισμένα εξ αυτών ενδέχεται να απαιτήσουν διεξαγωγή αποδεικτικής διαδικασίας.

 

Υπό τις περιστάσεις αυτές, λαμβάνοντας υπόψη τις νομολογιακά καθορισμένες προϋποθέσεις για τη συνεκδίκαση, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η απαιτούμενη ουσιώδης συνάφεια μεταξύ των πραγματικών και νομικών ζητημάτων δεν υφίσταται σε βαθμό που να δικαιολογεί την ενιαία εκδίκαση. Στο πλαίσιο της διακριτικής του ευχέρειας, και προς εξυπηρέτηση της ορθής και απρόσκοπτης απονομής της δικαιοσύνης, προκρίνεται η χωριστή εκδίκαση των προσφυγών, ώστε να διασφαλιστεί η εξατομικευμένη αξιολόγηση κάθε υπόθεσης και να αποφευχθεί οποιαδήποτε δικονομική περιπλοκή ή καθυστέρηση.»

 

 

Η πιο πάνω κρίση βάλλεται με επτά Λόγους Έφεσης.

 

Κατά την Εφεσείουσα, λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε και αξιολόγησε τον Νόμο, τη νομολογία και τις αρχές που διέπουν την αίτηση συνεκδίκασης (Λόγος Έφεσης Αρ. 1) και υπό πλάνη περί τον Νόμο και τη νομολογία, παρόλο που καταγράφει την ύπαρξη κοινών νομικών ζητημάτων καθώς και πανομοιότυπων προδικαστικών ενστάσεων, εντούτοις έκρινε ότι τα πραγματικά περιστατικά παρουσιάζουν ουσιώδεις αποκλίσεις και ως εκ τούτου απέρριψε την αίτηση (Λόγος Έφεσης Αρ. 2). Προβάλλεται επίσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και υπό πλάνη προς τον Νόμο, τη νομολογία και τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας απέρριψε την αίτηση (Λόγος Έφεσης Αρ. 3) και παρέλειψε να λάβει υπόψη του τις αρχές και/ή τους νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα τον Κανονισμό 3.7 (Λόγος Έφεσης Αρ. 4). Ισχυρίζεται επίσης η Εφεσείουσα, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή του και δεν στάθμισε τον κίνδυνο έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων (Λόγος Έφεσης Αρ. 5). Πρόσθετα προβάλλεται ότι, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στην απόφασή του ενάντια στο συμφέρον της δικαιοσύνης και της εξοικονόμησης δικαστικού χρόνου, περίσωσης εξόδων, αποφυγής πολλαπλότητας των διαδικασιών, τη συναίνεση της άλλης πλευράς και δεν αιτιολόγησε επαρκώς το γεγονός ότι οι Προσφυγές έχουν διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, κάτι το οποίο ουδόλως επηρεάζει τη συνεκδίκαση εφόσον οι Προσφυγές εξακολουθούν να διατηρούν την αυτοτέλειά τους (Λόγος Έφεσης Αρ. 6). Είναι επίσης η θέση της Εφεσείουσας, ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώ αποφάσισε ότι διαπιστώνεται η ύπαρξη κοινών νομικών ζητημάτων και πανομοιότυπων προδικαστικών ενστάσεων, προχώρησε και εξέτασε τα γεγονότα των υποθέσεων και εξήγαγε κρίση επ' αυτών απορρίπτοντας την αίτηση (Λόγος Έφεσης Αρ. 7).

 

Λόγω της συνάφειας τους οι Λόγοι Έφεσης θα τύχουν ενιαίας εξέτασης.

 

Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί της Εφεσείουσας έχουν ως κοινό υπόβαθρο, ότι σύμφωνα με τη νομολογία και τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, η ύπαρξη κοινών νομικών ζητημάτων και κοινών προδικαστικών ενστάσεων που προωθήθηκαν ενιαία σε κάθε Προσφυγή είναι αρκούντως ικανοποιητική για τη συνεκδίκαση προσφυγών και δεν απαιτείται η ύπαρξη κοινών πραγματικών γεγονότων, εφόσον κάθε Προσφυγή διατηρεί την αυτοτέλειά της. Όπως υποστηρίζει η Εφεσείουσα, οι Εφεσίβλητοι προωθούν καθ' ολοκληρία κοινούς λόγους ακύρωσης, οι οποίοι στηρίζονται στην ίδια νομική και πραγματική βάση, και ταυτόχρονα, η Εφεσείουσα προωθεί σε όλες τις Προσφυγές ίδιες προδικαστικές ενστάσεις. Εφόσον τα κοινά σημεία, νομικά και/ή πραγματικά των Προσφυγών είναι σε σύγκριση με τις διαφορές, τέτοιας σημασίας και έκτασης που να στοιχειοθετούν ουσιώδη συνάφεια μεταξύ των επίδικων θεμάτων, μπορεί να διαταχθεί η συνένωσή τους χάριν της καλής απονομής της δικαιοσύνης.

 

Προς υποστήριξη των θέσεων της, η Εφεσείουσα παραπέμπει σε σχετική νομολογία και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, με ιδιαίτερη αναφορά στην (παλαιά) Διαταγή 14 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, καθώς επίσης και στον Κανονισμό 3.7 των (νέων) Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου, για τη συνεκδίκαση απαιτείται κοινό νομικό ή πραγματικό ζήτημα. Υποδεικνύει δε, ότι ο Κανονισμός 3.7 θα πρέπει να διαβάζεται υπό το φως του πρωταρχικού σκοπού που κατοχυρώνεται στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 και συγκεκριμένα στους Κανονισμούς 1.2, 1.3 και 3.1, που είναι η παροχή στο Δικαστήριο δυνατότητας χειρισμού υποθέσεων κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος.  Αναφορά επίσης γίνεται από την Εφεσείουσα και στον κίνδυνο που ελλοχεύει η έκδοση αντικρουόμενων αποφάσεων επί συναφών ζητημάτων, κάτι το οποίο, προκαλεί σύγχυση και αβεβαιότητα, με αποτέλεσμα να καταστρατηγείται η ασφάλεια δικαίου, ζήτημα που κατά την Εφεσείουσα δεν έλαβε σοβαρά υπόψη το πρωτόδικο Δικαστήριο.

Επομένως, κατά την Εφεσείουσα, το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έλαβε υπόψη παράγοντες ξένους προς την κρίση περί συνεκδίκασης, εφόσον οι τυχόν δευτερευούσης σημασίας διαφορές στα πραγματικά γεγονότα δεν σχετίζονται με το κρίσιμο ζήτημα, το κατά πόσο δηλαδή οι Προσφυγές εγείρουν κοινά νομικά σημεία και κοινές προδικαστικές ενστάσεις και κατά πόσο η συνεκδίκαση θα εξυπηρετούσε την αρχή της οικονομίας της δίκης και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.

 

Οι Εφεσίβλητοι, όπως έχει αναφερθεί, δεν είχαν ενστεί στην αίτηση της Εφεσείουσας για συνεκδίκαση των υποθέσεων, κρίνοντας ότι υπό το φως των κοινών νομικών σημείων και πραγματικών δεδομένων των υποθέσεων, αυτές θα μπορούσαν να συνεκδικαστούν. Συμφωνούν δε ότι με τις εν λόγω υποθέσεις εγείρονται σοβαρά ζητήματα και είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να αποφευχθεί η έκδοση αντικρουόμενων αποφάσεων. Εισηγούνται δε την αξιοποίηση του Άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(I)/2018) για εκδίκαση των υποθέσεων από την ολομέλεια του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.

 

Εξετάσαμε τις θέσεις των μερών και τα όσα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε απορρίπτοντας την αίτηση για συνεκδίκαση.

 

Η νομολογία για το ζήτημα της συνεκδίκασης προσφυγών, όπως την έχει συνοψίσει το Ανώτατο Δικαστήριο (υπό μονομελή σύνθεση) στην Ττοφής Κυριάκου & Υιός Λτδ v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1656/2007, ημερομηνίας 4/6/2010, διαλαμβάνει ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό 18 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, σε κάθε διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου τυγχάνουν εφαρμογής οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί, τηρουμένων των αναλογιών «εκτός εάν άλλως προβλέπεται εις τον παρόντα Κανονισμόν ή εκτός εάν το Δικαστήριο ή Δικαστής άλλως ήθελεν ορίσει». Όπως σημειώνεται στην απόφαση, εφόσον στους Κανονισμούς του 1962 δεν υπάρχει ρητή πρόνοια που να διέπει το θέμα συνένωσης, τότε μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι πρόνοιες των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Αναφέρεται συναφώς στην πιο πάνω υπόθεση:

 

«Σε πολιτικές υποθέσεις η σχετική εξουσία για τη συνένωση και συνεκδίκαση αγωγών, παρέχεται από τη Δ.14 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Παραθέτω εδώ το ελληνικό κείμενο του Καν. 2 της Δ.14 όπως τούτο αναφέρεται στην υπόθεση Κυριάκου Μενελάου ως διαχειριστή της περιουσίας του Γεώργιου Σπαρσή ΧατζηΣπύρου ν. Κώστα Ξενοφώντος κ.α. (1989) 1 Α.Α.Δ. (Ε) 371, σελ. 374:

 

«Όταν δύο ή περισσότερες αγωγές εκκρεμούν στο ίδιο Δικαστήριο είτε από τον ίδιο ή από διαφορετικούς ενάγοντες εναντίον του ιδίου ή διαφορετικών εναγομένων, και οι αξιώσεις σε αυτές τις αγωγές περιέχουν κοινό ζήτημα νόμου ή πραγματικού γεγονότος τέτοιας σημασίας σε σχέση με τα υπόλοιπα επίδικα ζητήματα που εγείρονται στις αγωγές αυτές, έτσι που να καθίστανται επιθυμητό οι αγωγές να πρέπει να συνενωθούν, το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται να διατάξει τη συνένωση τους.»

 

Τόσο από το λεκτικό του ιδίου του Καν. 2 της Δ.14 όσο και από την ερμηνεία που δόθηκε σ' αυτόν στην πιο πάνω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά και άλλη νομολογία, φαίνεται ότι το όλο θέμα είναι στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο μάλιστα έχει και το δικαίωμα να διατάξει αν όχι την πλήρη συνένωση έστω και μερική, αν με αυτό το τρόπο ικανοποιείται ότι εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Αναφορικά με το σκοπό της εν λόγω Δ.14 στην προαναφερθείσα υπόθεση Μενελάου & άλλης ν. Ξενοφώντος, σελ. 374 διαβάζουμε τα ακόλουθα:

 

«Βασικός σκοπός της πιο πάνω πρόνοιας είναι ασφαλώς η αποφυγή της πολλαπλότητας στη δικαστική διαδικασία και έτσι να εξοικονομείται χρόνος και έξοδα. Οι νομικές αρχές που ισχύουν στην εφαρμογή της έτυχαν ευρείας συζήτησης στην υπόθεση Χατζηαθανασίου ν. Παρπερίδη κ.α. (1975) 1 Α.Α.Δ. 401, στην ποία παραπέμπουμε απλώς γιατί τα νομικά ζητήματα καλύπτονται σε αυτή εκτενώς έτσι που η επανάληψη τους θα ήταν άσκοπη. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Παρπερίδη, και γενικά στη νομολογία, η άσκηση της δικαστικής ευχέρειας στην εφαρμογή της Διάταξης 14, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα γεγονότα στην κάθε υπόθεση στα οποία ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα πρέπει να αναφέρεται για να αιτιολογείται η τελική του κρίση.»

 

Στην υπόθεση Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Λτδ. Ν. 1. Αpak Agro Industries (1999) 1 Α.Α.Δ. 1721, στις σελ. 1726‑ 1727, αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«Διάταγμα συνένωσης αγωγών εκδίδεται στις περιπτώσεις όπου αναμένεται ότι θα προκύψει όφελος από τη συνεκδίκαση. Η έκδοση διατάγματος συνένωσης αγωγών προς εκδίκαση ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Το Δικαστήριο ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια εξετάζει κατά πόσο η συνεκδίκαση των αγωγών θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των διαδίκων και την καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης. Η αποφυγή πολλαπλότητας των διαδικασιών, ο περιορισμός των εξόδων καθώς και η οικονομία του δικαστικού χρόνου είναι παράγοντες που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου επί του θέματος. Βλ. Hadjiathanassiou v. Parperides and Others (1975) 1 C.L.R. και Healey and Others v. A. Waddington and Sons Ltd and Others (1954) 1 All E.R. 861."

 

To ουσιώδες κριτήριο για τη συνένωση αγωγών είναι η ύπαρξη κοινού πραγματικού ή νομικού ζητήματος, όπως αυτά διαπιστώνονται αποκλειστικά από τις Εκθέσεις Απαιτήσεως των αγωγών και ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των Υπερασπίσεων (βλ. Samata Enterprises Ltd. V. Γεωργίου Σταύρου (1998) 1 (Δ) Α.Α.Δ. 1876). Υπάρχουν βέβαια και άλλοι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη όπως η πολυπλοκότητα των εγειρομένων θεμάτων ή η δυνατότητα εκπροσώπησης μέσω του ίδιου δικηγόρου (βλ. Υπόθεση Lewis v. Faily Telegraph Ltd. (No.2) (1964) 1 All E.R. 705).

 

Αναφορικά με υποθέσεις διοικητικού δικαίου σχετικές είναι οι υποθέσεις Μιλτιάδους κ.α. ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 1318 και Κλεάνθους ν. Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 256...»

 

 

Πρόνοια για τη «Συνένωση διαδικασίας πριν από την ακροαματική διαδικασία» υπάρχει στους νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Ειδικότερα στον Κανονισμό 3.7 προνοείται ότι, «το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα» συνένωσης ή συνεκδίκασης, αν εκκρεμεί αριθμός διαδικασιών που (μεταξύ άλλων) «(α) αφορούν σε κοινό νομικό ή πραγματικό ζήτημα». Σημειώνεται ότι, στους περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2019 (3/2019), δεν υπάρχει ειδική πρόνοια σε σχέση με τις αιτήσεις συνεκδίκασης ή συνένωσης προσφυγών, αλλά προνοείται στον Κανονισμό 2 ότι, στις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από τις 18/6/2019, τυγχάνουν εφαρμογής, τηρουμένων των αναλογιών, ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου (Αρ. 1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015 (6/2015).

 

Πληροφοριακά αναφέρεται ότι, με την τροποποίηση που επήλθε στον βασικό Διαδικαστικό Κανονισμό στις 6/3/2026 (μετά τον ουσιώδη χρόνο της υπό εξέταση υπόθεσης) με τον περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2026, προσετέθη ο νέος Κανονισμός 17, ο οποίος καθιστά «τηρουμένων των αναλογιών και εφόσον οι περιστάσεις επιτρέπουν τούτο» εφαρμοστέους τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 ως ισχύουν και ως εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.

 

Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει ρητή πρόνοια στους προαναφερόμενους Κανονισμούς για τη συνεκδίκαση ή συνένωση προσφυγών, εφαρμογής τυγχάνουν οι πρόνοιες των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Θα μπορούσαν δε να τύχουν εφαρμογής οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί που ίσχυαν τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι οι νέοι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας του 2023, οι οποίοι συνάδουν απόλυτα με τη νομολογία επί του ζητήματος, όπως αυτή συνεχίζει διαχρονικά να ισχύει. Εξάλλου είναι γνωστή η αρχή (βλ. Panagiotis Georgiou (Catering) Ltd v. Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ. 323) ότι η καταλληλότητα δικονομικών μέτρων έχει διαχρονικό χαρακτήρα και επενεργεί στο παρόν και στο παρελθόν και αλλαγές στον τύπο της διαδικασίας έχουν πάντοτε αναδρομική ισχύ εκτός εάν υφίσταται καλός λόγος περί του αντιθέτου, κάτι το οποίο δεν υφίσταται εν προκειμένω.

 

Εν κατακλείδι, εφόσον διαπιστώνεται ότι τα κοινά σημεία, νομικά ή πραγματικά, μεταξύ των προτεινόμενων για συνεκδίκαση προσφυγών είναι, σε σύγκριση με τις διαφορές, τέτοιας σημασίας και έκτασης που να στοιχειοθετούν ουσιώδη συνάφεια μεταξύ των επίδικων θεμάτων, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει τη συνένωση τους χάριν της καλύτερης απονομής της δικαιοσύνης. Είναι δε νομολογημένο, ότι παρά τη συνεκδίκαση «η κάθε μια (προσφυγή) διατηρεί την αυτοτέλεια της με τις ιδιαίτερες περιστάσεις και ισχυρισμούς της κάθε μιας» (βλ. Χατζηχάννα v. Δημοκρατίας (αρ. 1) (2006) 3 Α.Δ.Δ. 256, απόφαση Ολομέλειας Ανωτάτου Δικαστηρίου).

 

Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, όπως έχουν διαμορφωθεί από τους σχετικούς κανονισμούς και τη νομολογία, καταλήγουμε στα ακόλουθα αναφορικά με την υπό κρίση περίπτωση.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε την «ύπαρξη κοινών νομικών ζητημάτων καθώς και πανομοιότυπων προδικαστικών ενστάσεων, οι οποίες προωθήθηκαν ενιαία σε κάθε προσφυγή», έκρινε όμως, ότι «τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στις υπό εξέταση προσφυγές παρουσιάζουν ουσιώδεις αποκλίσεις», οι οποίες δεν επιτρέπουν την ενιαία αξιολόγηση και αποτίμησή τους. Επεξηγεί ακολούθως τις διαφοροποιήσεις των πραγματικών περιστάσεων. Πρόσθετα, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε σε «de facto δέσμευση του φυσικού δικαστή» σε περίπτωση απόρριψης των προδικαστικών ενστάσεων επί των οποίων οι διάδικοι είχαν εισηγηθεί την περιορισμένη συνεκδίκαση, «οι οποίοι θα καλούνταν να συνεχίσουν την εκδίκαση δεσμευόμενοι από κρίση στην οποία δεν συμμετείχαν».

 

Κρίνουμε ότι οι πιο πάνω διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου, οι οποίες το οδήγησαν στην απόρριψη του αιτήματος για συνεκδίκαση, παραγνωρίζουν ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, εφόσον διαπιστώνεται η ύπαρξη κοινών νομικών σημείων τέτοιας σημασίας και έκτασης που στοιχειοθετούν ουσιώδη συνάφεια μεταξύ των επίδικων θεμάτων, ενδείκνυται η συνεκδίκαση, χάριν της καλύτερης απονομής της δικαιοσύνης δια της αποφυγής πολλαπλότητας των διαδικασιών (βλ. Κεντρική Τράπεζα Αναπτύξεως Λτδ v. 1. APAK AGRO INDUSTRIES (1999) 1 Α.Α.Δ. 1721). Παραγνωρίζουν τη νομολογιακή αρχή ότι, παρά τη συνεκδίκαση, η κάθε μία προσφυγή διατηρεί την αυτοτέλειά της με τις ιδιαίτερες περιστάσεις και ισχυρισμούς της κάθε μιας (βλ. Χατζηχάννα v. Δημοκρατίας (αρ.1), (ανωτέρω)). Παραγνωρίζουν ότι σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες τίθεται διαζευκτικά το θέμα της ύπαρξης πραγματικού ή νομικού κοινού ζητήματος ως κριτηρίου.

 

Συναφώς κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, προσέδωσε ουσιώδη βαρύτητα στα ιδιαίτερα περιστατικά που εγείρονται στην κάθε Προσφυγή, μη αποδίδοντας το απαιτούμενο βάρος στην ύπαρξη κοινών νομικών ζητημάτων, την ύπαρξη των οποίων το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο αναγνωρίζει. Δεν δόθηκε  επαρκές βάρος σε παράγοντες που έπρεπε να ληφθούν υπόψη, όπως η αποφυγή της πολλαπλότητας διαδικασιών με ενδεχόμενο τον σοβαρό κίνδυνο έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων και η περίσωση εξόδων και δικαστικού χρόνου, κατά τρόπο ώστε, χωρεί εφετειακή παρέμβαση στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας.

 

Σύμφωνα με τη νομολογία, το Εφετείο μπορεί να επέμβει αν ικανοποιηθεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να δώσει την πρέπουσα βαρύτητα στους παράγοντες που διέπουν το ζήτημα. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Medcon Construction Limited v. Χρ. Μαρνέρος και Σία Λίμιτεδ (1997) 1 Α.Α.Δ. 546:

«Γενικά εκδίδεται διάταγμα συνένωσης όπου προκύπτει όφελος από τη συνεκδίκαση (Μακρίδης v. Μιχαηλίδου, Π.Ε. 7901, ημερ. 30.5.90). Το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία επί του προκειμένου, η άσκηση της οποίας εξαρτάται από τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και ασκείται κατά τρόπο που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των διαδίκων, περιορίζοντας τα έξοδα και επιταχύνοντας την απονομή της δικαιοσύνης, όπως ορθά τόνισε ο πρωτόδικος Δικαστής (Georghios Hadjiathanassiou v. Loizos Parperides and Others (1975) 1 C.L.R. 401, και Healey and Others v. A. Waddington & Sons Ltd and Others [1954] 1 All E.R. 861). Στην υπόθεση Hadjiathanassiou v. Parperides and Others (1975) 1 C.L.R. 401 γίνεται μιά ανάλυση του θέματος με αναφορά στη νομολογία και εξηγούνται οι προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες επεμβαίνει το Εφετείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου που περιλαμβάνουν και παράλειψη του να δώσει την πρέπουσα βαρύτητα στους παράγοντες που διέπουν το ζήτημα.»

 

 

Εν προκειμένω διαπιστώνουμε ότι, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δεν προσέδωσε την πρέπουσα βαρύτητα σε σημαντικούς παράγοντες που διέπουν το ζήτημα, ως έχουμε αναλύσει ανωτέρω.

 

Τέλος, αναφορικά με την εισήγηση των Εφεσιβλήτων για αξιοποίηση της πρόνοιας του Άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(I)/2018), για παραπομπή προς εκδίκαση της υπόθεσης από διευρυμένη σύνθεση του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, κρίνουμε ότι είναι ζήτημα το οποίο εκφεύγει των εξουσιών του παρόντος Δικαστηρίου.

 

Για τους πιο πάνω λόγους, η Έφεση γίνεται αποδεκτή. Η πρωτόδικη Απόφαση παραμερίζεται. Η υπόθεση παραπέμπεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο, υπό την ίδια σύνθεση, όπως ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπό το φως των διαπιστώσεων και ευρημάτων του Διοικητικού Εφετείου.

 

Υπό τις περιστάσεις, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα.

 

 

 

Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.

 

 

Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.

 

 

Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο