C. S. N. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 2/2024, 26/5/2026
print
Τίτλος:
C. S. N. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 2/2024, 26/5/2026

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ

 

 (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 2/2024)

 

26 Μαῒου, 2026

 

  [ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

  C. S. N.

 

                                                                                                          Εφεσείων

v.

 

  ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ

 

 

                                                                                                         Εφεσίβλητης.

--------------------

 Α. Παπαϊωάννου, για  Δ. Α. ΠΑΥΛΙΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείοντα.

Μ. Φιλίππου (κα), εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη.

--------------------

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Δικαστή Δ. Λυσάνδρου.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.: Ο εκ Νιγηρίας Εφεσείων υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας την οποία η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε, κρίνοντας ότι ο Εφεσείων δεν την ικανοποίησε ως προς το ότι-

(α) υπείχε βάσιμο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του, για να δικαιολογείται (βάσει των κριτηρίων του Άρθρου 3 των περί Προσφύγων Νόμων) η χορήγηση καθεστώτος ασύλου σε αυτόν, και

(β) διέτρεχε κίνδυνο σοβαρής βλάβης (βάσει των κριτηρίων του Άρθρου 19 των περί Προσφύγων Νόμων) ώστε να δικαιολογείται η χορήγηση σε αυτόν της έτερης (του ασύλου) μορφής διεθνούς προστασίας, ήτοι της συμπληρωματικής προστασίας.

 

Ο Εφεσείων προσέβαλε την απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου διά της Προσφυγής Αρ. 6345/2022 την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε διά της εφεσιβαλλόμενης απόφασης ημερομηνίας 28.12.2023. Στο πλαίσιο ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας τον οποίον διενήργησε, το πρωτόδικο Δικαστήριο ομογνώμησε με την Υπηρεσία Ασύλου περί του ότι ο Εφεσείων δεν έχρηζε διεθνούς προστασίας.

 

Ο Εφεσείων προωθεί  τον εξής λόγο έφεσης κατά της πρωτόδικης κρίσης:

 

«1ος ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε και/ή αποφάσισε ότι ο Αιτητής δεν τυνγχάνει του δικαιώματος της συμπληρωματικής προστασίας με βάση το άρθρο 19 του Ν. 6(Ι)/2000, καθώς ακόμη και στην ίδια την απόφαση του Πρωτοδίκου Δικαστηρίου γίνεται αναφορά για τα περιστατικά ασφαλείας. Περαιτέρω, ο Εφεσείων δικαιούται καθεστώς πρόσφυγα με το άρθρο 3 του Ν(Ι)/2000 [sic] καθώς υπάρχει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ 1ου ΛΟΓΟΥ ΕΦΕΣΗΣ

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται καθεστώς πρόσφυγα αλλά ούτε και τυγχάνει του δικαιώματος της Συμπληρωματικής Προστασίας καθώς υπάρχουν αδιάσειστα στοιχεία για τα περιστατικά ασφαλείας στην Νιγηρία.».

 

 

 

 Ο λόγος έφεσης κρίνεται δικονομικά απαράδεκτος σε σχέση με την μη χορήγηση του καθεστώτος ασύλου στον Εφεσείοντα, για τους εξής λόγους:

 

Κατά τη δικονομία, ο λόγος έφεσης προσδιορίζει το φερόμενο πρωτόδικο λάθος και η αιτιολογία το εξηγεί επαρκώς (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 178/2020 Δημητριάδου ν. Δημοκρατίας, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 12.6.2025).

 

Εν προκειμένω, η αιτιολογία του λόγου έφεσης ουδεμία εξήγηση παραθέτει ως προς το κατ’ ισχυρισμόν εσφαλμένο της πρωτόδικης κρίσης, κατά την οποία ο Εφεσείων δεν χρήζει του καθεστώτος ασύλου.

 

Όταν μέρος λόγου έφεσης δεν αιτιολογείται επαρκώς, κρίνεται δικονομικά απαράδεκτο (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ 17/2024 Κ.Ε. ν. Δημοκρατίας, απόφαση Διοικητικού Εφετείου ημερομηνίας 11.2.2026).

 

Ακόμα όμως και αν αυτό το μέρος του λόγου έφεσης εδύνατο να εξεταστεί επί της ουσίας του και πάλι θα ήταν απορριπτέο. Αυτό, διότι ο Εφεσείων ουδέν άλλο πράττει με το περίγραμμά του από το να επαναλάβει ενώπιον μας την προσωπική του αφήγηση η οποία έτυχε (ανεπιτυχώς) διττού ελέγχου ουσίας, πρώτα από την Υπηρεσία Ασύλου και μετά από το πρωτόδικο Δικαστήριο (το οποίο μάλιστα, κατά την ενώπιόν του ακρόαση της 14.6.2023, υπέβαλε ερωτήσεις στον Εφεσείοντα ως προς τούτο).

 

 Ανεπιτυχώς, διότι και τα δύο όργανα έκριναν τον Εφεσείοντα αναξιόπιστο ως προς αυτή την αφήγηση, λόγω της αοριστίας και αντιφάσεων από την οποία αυτή έπασχε.

 

Δεδομένου ότι το Διοικητικό Εφετείο διενεργεί έλεγχο νομιμότητας και όχι τρίτο έλεγχο ουσίας, ο Εφεσείων δεν αρκεί να επιμένει άνευ ετέρου στην εκδοχή του, ευελπιστώντας σε διαφορετική κατάληξη από το Διοικητικό Εφετείο (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ 82/2025 G.D.S. ν. Δημοκρατίας, απόφαση Διοικητικού Εφετείου ημερομηνίας 20.4.2026), όπως κρίνουμε ότι πράττει εν προκειμένω αφού δεν καταδεικνύει ουσιώδη πλάνη ικανή να ανατρέψει την πρωτόδικη κρίση.

 

Για τους εξής λόγους, ο λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται και σε σχέση με την μη παραχώρηση του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας στον Εφεσείοντα:

 

Το παράπονο του Εφεσείοντα εστιάζει στο κριτήριο του Άρθρου 19(2)(γ) των περί Προσφύγων Νόμων, δηλαδή επιχειρηματολογεί ότι με την επιστροφή στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει κίνδυνο της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητάς του ένεκα αδιάκριτης άσκησης βίας στο πλαίσιο ένοπλης σύρραξης.

 

Καταρχάς, δεν ευσταθεί η θέση του Εφεσείοντα ότι η Υπηρεσία Ασύλου δεν εξέτασε την υπαγωγή της περίπτωσής του στο κριτήριο του Άρθρου 19(2)(γ) των περί Προσφύγων Νόμων, καθότι το αντίθετο ο διοικητικός φάκελος δείχνει και η εφεσιβαλλόμενη απόφαση αναφέρει. Ακόμα όμως και αν η Υπηρεσία Ασύλου δεν εξέταζε το θέμα ή υπέπιπτε σε σφάλμα κρίσης κατά την εξέτασή του, το πρωτόδικο Δικαστήριο διενήργησε το ίδιο έλεγχο ουσίας, εξετάζοντας την πλήρωση του κριτηρίου του Άρθρου 19(2)(γ) των περί Προσφύγων Νόμων όσον αφορά τον Εφεσείοντα, ως καταδεικνύει η ίδια η εφεσιβαλλόμενη απόφαση. Ενώ, δηλαδή, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε την απορριπτική της απόφαση περί την 15.4.2022, το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβηκε σε αυτεπάγγελτη εξέταση της τρέχουσας κατάστασης ασφάλειας στον τόπο τελευταίας διαμονής του Εφεσείοντα στην χώρα καταγωγής του, επικαλούμενο πηγές πληροφόρησης για αυτή την χώρα τις οποίες συμβουλεύτηκε στις 20.12.2023 δηλαδή σε εγγύ χρόνο σε σχέση με την ημερομηνία έκδοσης (28.12.2023) της εφεσιβαλλόμενης απόφασης.

 

Το αποτέλεσμα αυτής της αυτεπάγγελτης εξέτασης ήταν η πρωτόδικη κρίση περί του ότι το κριτήριο του Άρθρου 19(2)(γ) των περί Προσφύγων Νόμων δεν επληρούτο στην περίπτωση του Εφεσείοντα, υπό την έννοια ότι -με την επιστροφή του στην χώρα καταγωγής και δη στον τελευταίο τόπο διαμονής του- δεν θα κινδύνευε από συνθήκες αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης.

Κρίνουμε εύλογη την άνωθεν πρωτόδικη κρίση, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει περιθώριο επέμβασής μας. Ναι μεν η πρωτόδικη κρίση αναφέρει την ύπαρξη επισφαλών περιστατικών τόσο στην πόλη τελευταίας διαμονής του Εφεσείοντα όσο και ευρύτερα στην συγκεκριμένη πολιτεία της χώρας καταγωγής στην οποία αυτή η πόλη υπάγεται, όμως ο αριθμός αυτών των περιστατικών είναι αναλογικά μικρός σε σύγκριση με το μέγεθος του πληθυσμού τόσο στην συγκεκριμένη πόλη όσο και στην συγκεκριμένη πολιτεία.

 

Περαιτέρω, το περίγραμμα του Εφεσείοντα ουδέν προβάλλει που να θέτει εν αμφιβόλω την πρωτόδικη κρίση, παραδείγματος χάριν με το να παραπέμψει σε έγκυρη πηγή σχετικά με την χώρα καταγωγής η οποία θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο οδηγώντας το σε αντίθετο συμπέρασμα (G.D.S. ν. Δημοκρατίας ανωτέρω).

 

 

Καταληκτική κρίση του Δικαστηρίου:

 

Η έφεση απορρίπτεται.

 

Ουδεμία διαταγή για έξοδα, δεδομένου ότι η Εφεσίβλητη δεν καταχώρησε εμπρόθεσμα το περίγραμμά της (σχετικό αίτημα καταχώρισης περιγράμματος υπεβλήθη και απερρίφθη) και συνεπώς δεν είχε το δικαίωμα να ακουστεί κατά την ενώπιόν μας ακρόαση (Κανονισμός 41.18(2) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας).

 

 

 

 

                                                          Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π. 

                                                                                   

                                                           Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.

 

                                                           Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο