ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 77/2025)
26 Μαΐου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
N. A. B.
Εφεσείων,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ
Εφεσίβλητης.
-------------------
Α. Παπαϊωάννου, δικηγόρος για ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Α. ΠΑΥΛΙΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι για τον Εφεσείοντα.
Μ. Βασιλείου (κα), δικηγόρος, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δικηγόρο για την Εφεσίβλητη.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Σεραφείμ, Δ..
--------------------
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.: Με απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας ημερομηνίας 7.5.2025, απορρίφθηκε η Προσφυγή Αρ. 1359/2023 (η «Προσφυγή»), την οποία άσκησε ο Εφεσείων, υπήκοος Καμερούν, εναντίον απόφασης της Εφεσίβλητης ημερομηνίας 11.4.2023, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση του για παροχή διεθνούς προστασίας.
Η παρούσα Έφεση στρέφεται, ως προκύπτει από τον μοναδικό λόγο Έφεσης αυτής, εναντίον της πρωτόδικης απόφασης στην Προσφυγή μόνο ως προς το σκέλος που αφορά την απόρριψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο της παροχής συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 (εφεξής ο «Νόμος»).
O λόγος Έφεσης έχει κατά λέξη ως ακολούθως:
«1ος ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ
Η απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει την Προσφυγή του Εφεσείοντα είναι εσφαλμένη καθότι έκρινε και αποφάσισε αξιολογώντας το αίτημα του Αιτητή ότι αυτός δεν εμπίπτει σύμφωνα με το άρθρο 19 για να τύχει συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 19 (2γ) περί Προσφύγων Νόμο.
Αιτιολογία 1ου Λόγου Έφεσης
Η απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει την Προσφυγή του Εφεσείοντα είναι εσφαλμένη καθότι έκρινε και αποφάσισε αξιολογώντας το αίτημα του Αιτητή ότι αυτός δεν εμπίπτει σύμφωνα με το άρθρο 19 για να τύχει συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 19 (2γ) περί Προσφύγων Νόμο την ώρα που το ίδιο το Πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του στη σελίδα 18 αναφέρει ότι « ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής του ή της σωματικής ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Επίσης στη σελ. 20 της απόφασης αναφέρεται « Επιπλέον η αναγκαστική απαγόρευση κυκλοφορίας, η χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών και η απαγωγή αμάχων από ένοπλες δυνάμεις περιόρισαν την διανομή της απαραίτητης ανθρώπινης βοήθειας» Κατά συνέπεια το Πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε.»
Εξετάσαμε τα ενώπιον μας δεδομένα και εκατέρωθεν επιχειρήματα με προσοχή.
Καταρχάς, η πλευρά της Εφεσίβλητης, με το περίγραμμα αγόρευσης της, ήγειρε προδικαστικώς ζήτημα μη δέουσας δικογράφησης των λόγων ακυρώσεως πρωτοδίκως, εισηγούμενη ότι για αυτό τον λόγο ο λόγος Έφεσης και, άρα, η Έφεση πρέπει να τύχει απόρριψης.
Δεν συμφωνούμε με την πιο πάνω θέση. Η Έφεση στρέφεται εναντίον του ευρήματος του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με την μη χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας κατ’ ενάσκηση των νομοθετικώς καθορισμένων αρμοδιοτήτων του ως δικαστήριο ελέγχου ουσίας (βλ. απόφαση του Εφετείου ημερομηνίας 30.6.2025 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 48/2024 J. K. C. U. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ) και όχι μόνο νομιμότητας και, συνεπώς, η άσκηση και το αποτέλεσμα τέτοιου ελέγχου και, συνεπαγόμενα, η αμφισβήτηση αυτού δια της Εφέσεως δεν εξαρτάται από τους λόγους ακυρώσεως που προβλήθηκαν πρωτοδίκως από τον Εφεσείοντα σε σχέση με πλημμέλειες της προσβαλλόμενης με την Προσφυγή διοικητικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου και την όποια πλημμέλεια τυχόν παρατηρείται σε αυτούς.
Κατά τα λοιπά, με δεύτερη προδικαστική ένσταση της η Εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι το περιεχόμενο του περιγράμματος αγόρευσης του Εφεσείοντα δεν πληροί τις προϋποθέσεις που τίθενται με τους σχετικούς διαδικαστικούς κανονισμούς.
Εν μέρει, η πλευρά της Εφεσίβλητης ορθώς επισήμανε ως ανωτέρω.
Στην απόφαση του Εφετείου ημερομηνίας 30.9.2024 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 36/2022 CHUKWUJI FESTUS UZU v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ παρατηρήθηκαν τα ακόλουθα:
«Πριν ασχοληθούμε με τους ανωτέρω λόγους έφεσης, οφείλουμε να παρατηρήσουμε τα εξής: Η πλευρά του Εφεσείοντα στο περίγραμμα αγόρευσης της, το οποίο καταχωρήθηκε στις 25.6.2024, επανέλαβε, καταρχάς, κατά λέξη τους πιο πάνω λόγους έφεσης και την αιτιολογία τους. Ακολούθως, προχώρησε σε ανάπτυξη διάφορων επιχειρημάτων υπό τον τίτλο «ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ», χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε διασύνδεση εκάστου εξ αυτών με τους συγκεκριμένους λόγους εφέσεως ή οποιοδήποτε εξ αυτών που επιχειρεί αιτιολογικά να υποστηρίξει. Μάλιστα, υπό τον εν λόγω τίτλο τίθενται και ισχυρισμοί πέραν και έξω από το πλαίσιο που καθόρισαν οι λόγοι εφέσεως και η αιτιολογία αυτών, όπως λ.χ. ο ισχυρισμός περί παραβίασης των διαδικαστικών εγγυήσεων του Άρθρου 18(3) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000, οι οποίοι, ως εκ τούτου, δεν δύνανται να εξεταστούν. Πέραν από το ότι, τέτοια αδόκιμη πρακτική δυσχεραίνει σε μείζονα βαθμό τη μελέτη της υπόθεσης από το Δικαστήριο και την κατανόηση και οριοθέτηση των επίδικων ζητημάτων, έρχεται και σε ευθεία σύγκρουση με τις απαιτήσεις του Κανονισμού 41.16(8)(α) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι τέθηκαν και βρίσκονται σε ισχύ ήδη από την 1.9.2023 και ο οποίος Κανονισμός ορίζει ότι (με δικές μας υπογραμμίσεις):
«(8) Στον καταρτισμό του περιγράμματος αγόρευσης τηρούνται οι ακόλουθες αρχές:
(α) Προσδιορίζονται τα ουσιώδη σημεία στα οποία και επικεντρώνεται η επιχειρηματολογία. Οι λόγοι έφεσης αναπτύσσονται ξεχωριστά, εκτός αν είναι επάλληλοι ή συναφείς.»
Και στην παρούσα περίπτωση παρατηρούνται - σε μεγάλο και ουσιώδη βαθμό - παρόμοιες πλημμέλειες, ως οι ανωτέρω στη παρατιθέμενη νομολογία επισημανθείσες.
Συγκεκριμένα, στο περίγραμμα αγόρευσης για τον Εφεσείοντα, υπό τους τίτλους «ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ» και «ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ» τίθενται διάφοροι γενικόλογοι ισχυρισμοί και επίκληση νομοθετικής φύσεως διατάξεων, χωρίς οποιαδήποτε διασύνδεση αυτών με τον δικογραφημένο λόγο Έφεσης ενώ τίθενται σαφώς και ισχυρισμοί, οι οποίοι επεκτείνονται πέραν και έξω του δικογραφημένου λόγου Έφεσης και της αιτιολογίας αυτού, επέκταση η οποία, όμως, δεν είναι δικονομικά παραδεκτή (βλ. απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 29.9.2023 στην Έφεση Αρ. 7/2017 κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου ΝΙΚΟΛΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, μέσω ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ). Τέτοιες, συνεπώς, αναφορές, δεν μπορούν παρά να θεωρηθούν από το Δικαστήριο ως απαράδεκτες και νομοτελειακά θα αγνοηθούν.
Εξέτασης θα τύχουν μόνο όσα εντάσσονται στο πλαίσιο του λόγου Έφεσης.
Εξετάζοντας, λοιπόν, αυτόν επί της ουσίας, βρίσκουμε ότι τα όσα διατείνεται ο Εφεσείων με τον λόγο Έφεσης του είναι αβάσιμα.
Συγκεκριμένα, επί του ζητήματος της μη παραχώρησης στον Εφεσείοντα συμπληρωματικής προστασίας στη βάση του Άρθρου 19(2)(γ) του Νόμου (αφορά την περίπτωση χορήγησης συμπληρωματικής προστασίας όταν ο αιτών υφίσταται σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης), η πρωτόδικη κρίση ήταν αποτέλεσμα εκτενούς ανάλυσης και η επεξήγηση πολυσέλιδη (βλ. σελίδες 18-25 στην πρωτόδικη απόφαση). Επεκτάθηκε αυτή, κατά την κρίση μας, σε κάθε ουσιώδη πτυχή του ζητήματος προς λήψη απόφασης στη βάση επικαιροποιημένων και αξιόπιστων εξωτερικών πηγών πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στο Καμερούν αλλά και ιδίως στη πόλη Mamfe, όπου και ο τόπος συνήθους διαμονής του Εφεσείοντος, για την οποία υπήρξε εξατομικευμένη ανάλυση στην πρωτόδικη απόφαση. Τίποτε δεν έχει τεθεί ενώπιον μας, το οποίο να θέτει υπό εύλογη αμφιβολία το καταληκτικό συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «[.] Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τα περιστατικά ασφαλείας για τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, ως αναλύθηκαν ανωτέρω, συνάγεται ότι η ένοπλη σύρραξη που συντελείται, δεν επηρεάζει τη πόλη Mamfe σε τέτοιο βαθμό ώστε μόνη η παρουσία κάποιου να τον εκθέτει σε κίνδυνο» ή την επικουρική αιτιολογία, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Εφεσείοντα.
Στο σημείο αυτό είμαστε υποχρεωμένοι να επισημάνουμε με αποδοκιμασία την πρόδηλη παρερμηνεία που έτυχε η πρωτόδικη απόφαση, στο σημείο που ο Εφεσείων στην αιτιολογία του λόγου Έφεσης ανέφερε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είπε «ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής του ή της σωματικής ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλής σύρραξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του [.].
Δεν είπε κάτι τέτοιο το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Η πλήρης φράση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν (η υπογράμμιση δική μας) «Αναφορικά με την υπαγωγή του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής του ή της σωματικής ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλής σύρραξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία [.]» και το νόημα αυτής της φράσης, στην ολότητα της, είναι, αυτόδηλα, πολύ διαφορετικό από αυτό που προβάλλει ο Εφεσείων.
Επίσης η επίκληση του Εφεσείοντα της φράσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου «Επιπλέον η αναγκαστική απαγόρευση κυκλοφορίας, η χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών και η απαγωγή αμάχων από ένοπλες δυνάμεις περιόρισαν την διανομή της απαραίτητης ανθρώπινης βοήθειας» αφορά στην επεξήγηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου στη γενικότερη κατάσταση στο Καμερούν, η οποία, όμως, για τους λόγους που πλήρως και πειστικώς επεξηγήθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο, διαφέρει από την συγκεκριμένη κατάσταση στην πόλη όπου και ο τόπος συνήθους διαμονής του Εφεσείοντος (Mamfe), που ήταν και ο πρωτεύων λόγος απόρριψης χορήγησης συμπληρωματικής προστασίας στη βάση του Άρθρου 19(2)(γ) του Νόμου.
Ως γενικότερο σχόλιο, τίποτε επαρκώς συγκεκριμένο δεν έχει δικογραφήσει, επικαλεστεί και προωθήσει ο Εφεσείων ενώπιον μας, το οποίο να δίνει λαβή σε πιθανότητα ύπαρξης πλημμελειών της πρωτόδικης απόφασης επί του επίδικου θέματος.
Υπενθυμίζουμε εκ νέου ότι το Διοικητικό Εφετείο δεν διενεργεί έλεγχο ορθότητας/ουσίας και δεν υποκαθιστά την πρωτόδικη κρίση με τη δική του (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 143/2023 Aguoha v. Κυπριακής Δημοκρατίας, απόφαση του Εφετείου ημερ. 28.1.2025), με αποτέλεσμα να επεμβαίνει επί της ουσίας της πρωτόδικης κρίσης λόγου χάρη αν διαγνώσει πιθανολόγηση ουσιώδους πλάνης για την στοιχειοθέτηση της οποίας δεν αρκούν άνευ ετέρου οι περί τούτου ισχυρισμοί στο περίγραμμα του διάδικου (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 3/2022 Jallow ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, απόφαση του Εφετείου ημερ. 30.9.2024).
Για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, ο (μοναδικός) λόγος Έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Η Έφεση αποτυγχάνει με έξοδα ύψους €2000 υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον του Εφεσείοντα.
Η πρωτόδικη απόφαση (στο βαθμό και έκταση που αμφισβητήθηκε με την παρούσα Έφεση) επικυρώνεται.
Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο