ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 97/2022)
26 Μαΐου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Εφεσείουσα,
v.
ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
Εφεσίβλητης.
-------------------
Τ. Ιακωβίδου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δικηγόρο για την Εφεσείουσα.
Ε. Τόλλα (κα), δικηγόρος για Α. Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι για την Εφεσίβλητη.
Το Ενδιαφερόμενο Μέρος εμφανίζεται προσωπικά.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Σεραφείμ, Δ.:
---------------------
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΕΡΑΦΕΙΜ., Δ.: Η υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Έφεση (η «Έφεση») στρέφεται εναντίον της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 16.5.2022 στην Προσφυγή Αρ. 527/2019 (η «Προσφυγή»), την οποία επιτυχώς άσκησε η Εφεσίβλητη ως προς την απόφαση προαγωγής του Ενδιαφερόμενου Μέρους, Μ. Κ. Σάββα «το Ενδιαφερόμενο Μέρος»), στη μόνιμη θέση (πρώτου διορισμού και προαγωγής) Πρώτου Τελωνειακού Λειτουργού, Τελωνεία (η «επίδικη θέση») από την 1.1.2019.
Ως πρώτον, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε (σελ. 16 έως 21 της απόφασης του), κατόπιν εκτενούς ανάλυσης, ότι:
«[.] Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι επρόκειτο εν προκειμένω περί της κλασσικής περίπτωσης ανεπίτρεπτης χρησιμοποίησης και επαναχρησιμοποίησης του ίδιου τίτλου, ήτοι για δύο σκοπούς, πρώτα για την προαγωγή του Ε.Μ. στη θέση Τελωνειακού Λειτουργού 2ης Τάξης και στη συνέχεια για την προαγωγή του στην επίδικη θέση. Έχει, όμως, κατ’ επανάληψη νομολογηθεί ότι, παρόλο που δεν απαγορεύεται να ληφθεί υπόψη ως προσόν σχετικό µε τα καθήκοντα της θέσης, προσόν το οποίο ήδη αποτέλεσε μέρος των απαιτούμενων προσόντων για διορισμό ή προαγωγή στην προηγούμενη θέση, απαγορεύεται η μετατροπή προσόντος από βασικό προσόν σε πλεονέκτημα (βλ. απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ρούσου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2014) 3 Α.Α.Δ. 478, 483). Αυτή είναι η περίπτωση και στην παρούσα υπόθεση, όπου το μεταπτυχιακό δίπλωμα του Ε.Μ. είχε «εξαντληθεί» ως βασικό προσόν για την προαγωγή του σε προηγούμενη θέση στην δημόσια υπηρεσία, «οπόταν η χρήση, έστω μέρους του, για σκοπούς προαγωγής θα σήμαινε ότι έστω το μέρος αυτό χρησιμοποιήθηκε εις διπλούν» (βλ. πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Δημοκρατία ν. Οικονομίδη, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 161/2020, ημερ. 22.12.2021). Εν προκειμένω, δεν πρόκειται για περίπτωση που ο σχετικός τίτλος σπουδών του Ε.Μ. έχει αναγνωριστεί από το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. ως ισότιμος με πρώτο τίτλο σπουδών και με τίτλο Master, δηλαδή δεν είναι ισότιμος και ούτε αντιστοιχεί σε δύο προσόντα, ως ήταν η περίπτωση στην Οικονομίδης, ανωτέρω, αλλά και στις Μάρκου ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 119/2014, ημερ. 28.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:C129 και Χατζηγεωργίου ν. Μηλιού, Α.Ε. 161/2012, ημερ.2.7.2018, ECLI:CY:AD:2018:C325. Επρόκειτο για προσόν που ως μεταπτυχιακό χρησιμοποιήθηκε από τον αιτητή για την προαγωγή του στη θέση Τελωνειακού Λειτουργού 2ης Τάξης και αργότερα και πάλι ως μεταπτυχιακό επιπέδου Master, και μόνον, αναγνωρίστηκε από το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ., με αποτέλεσμα, σύμφωνα και με τη νομολογία, να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί εκ νέου, ήτοι δυο φορές, εφόσον αυτό είχε ήδη «εξαντληθεί» κατά τη χρησιμοποίησή του για την πρώτη προαγωγή του Ε.Μ..
Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι ανεπίτρεπτα το συγκεκριμένο προσόν του Ε.Μ. χρησιμοποιήθηκε εις διπλούν, ήτοι για την αναγνώριση χρόνου προκειμένου να κριθεί ότι αυτός συμπλήρωνε τα απαιτούμενα χρόνια για προαγωγή σε προηγούμενη θέση, αλλά και ως πλεονέκτημα για την προαγωγή του στην επίδικη θέση: δεν παραγνωρίζω ότι στην υπό κρίση περίπτωση, το μεταπτυχιακό του Ε.Μ. αξιολογήθηκε και λήφθηκε υπόψη ως επιπρόσθετο ακαδημαϊκό προσόν, ωστόσο είναι πρόδηλο ότι προκειμένου να μπορούσε το εν λόγω προσόν να αξιολογηθεί ως τέτοιο, ρητά απαιτείτο όπως προηγουμένως αυτό κριθεί και/ή θεωρηθεί ως πλεονέκτημα σύμφωνα με την παράγραφο (6) του σχεδίου υπηρεσίας. Και πράγματι, τόσο η Συμβουλευτική όσο και η Ε.Δ.Υ., έκριναν ότι ο εν λόγω Μεταπτυχιακός Τίτλος του Ε.Μ. πληρούσε τις απαιτήσεις της παραγράφου (6) για να χαρακτηριστεί ως πλεονέκτημα, με αποτέλεσμα, εφόσον ήδη το Ε.Μ. διέθετε το έτερο, διαζευκτικά προβλεπόμενο, πλεονέκτημα της απαιτούμενης πείρας, το εν λόγω μεταπτυχιακό να αξιολογηθεί ως επιπρόσθετο ακαδημαϊκό προσόν. Συνεπώς, δεν επρόκειτο για ένα πρόσθετο προσόν του Ε.Μ. που απλά προσέθετε στην εικόνα του υποψηφίου και ούτε ως τέτοιο αξιολογήθηκε, κάτι που θα ήταν απολύτως συμβατό με την προεκτεθείσα νομολογία (βλ. και Μαρία Στυλιανού Λοττίδη ν. Δημοκρατίας, Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 1721/2009 κ.α., ημερ. 25.7.2012), αλλά για πλεονέκτημα που ρητά προέβλεπε το σχέδιο υπηρεσίας και ως τέτοιο, εσφαλμένα, αντικρίσθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση.
Ωστόσο, και παρά τα ως αμέσως πιο πάνω εκτιθέμενα, διαπιστώνω ότι καμία αναφορά δεν έγινε ούτε από την Συμβουλευτική Επιτροπή ούτε από την Ε.Δ.Υ. στο ότι το μεταπτυχιακό του Ε.Μ. είχε ήδη ληφθεί υπόψη και/ή χρησιμοποιηθεί, προκειμένου να ικανοποιήσει το απαιτούμενο προσόν της πενταετούς πείρας για προαγωγή στη θέση Τελωνειακού Λειτουργού 2ης Τάξης, ενώ προκύπτει από το ίδιο το λεκτικό της επίδικης απόφασης της Ε.Δ.Υ. και δη από την συγκριτική αντιπαραβολή Ε.Μ. και αιτήτριας, ότι στη διαμόρφωση της τελικής της κρίσης να προαγάγει το Ε.Μ., σαφώς και λήφθηκε υπόψη ότι αυτός πληρούσε το πλεονέκτημα τόσο της πείρας όσο και του μεταπτυχιακού. Εσφαλμένα, ωστόσο, εφόσον μόνο το πλεονέκτημα της προβλεπόμενης πείρας διέθετε το Ε.Μ., σε αντίθεση με την αιτήτρια που διέθετε και τα δυο υπό της προεκτεθείσας παραγράφου 6 προβλεπόμενα πλεονεκτήματα. Έχει δε κατ’ επανάληψη τονιστεί μέσα από της αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι το υπό του οικείου σχεδίου υπηρεσίας προβλεπόμενο πλεονέκτημα αποτελεί παράγοντα ουσιώδους σημασίας για τον καθορισμό των διεκδικήσεων των υποψηφίων για διορισμό ή προαγωγή σε δημόσια θέση (βλ. Ιωάννης Ν. Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 455). Ο κάτοχος του πλεονεκτήματος αποκτά προβάδισμα έναντι ανθυποψηφίου που δεν κατέχει το πλεονέκτημα (βλ. Λοΐζου Παναγή κ.α. ν. Δημοκρατίας κ.α., (2011) 3 Α.Α.Δ. 163 και Χαράλαμπος Μορίτσης ν. Φιλίππας Καρσερά, (2009) 3 Α.Α.Δ. 109).
Συνεπώς, ως εκ των πιο πάνω, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο πλάνης των καθ’ ων η αίτηση κατά την επίδικη προαγωγική διαδικασία μέχρι και τη λήψη της επίδικης απόφασης. Κατά πάγια δε νομολογία, η πιθανολόγηση και μόνο της πλάνης είναι αρκετή για την ακύρωση της πράξης. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Α. Κυπριανού και Άλλοι ν. Δημοκρατίας (1996) 4 Α.Α.Δ. 3054, η πλάνη ή ακόμα και η απλή πιθανολόγηση πλάνης οδηγεί σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης (βλ. Liveri v. Republic (1981) 3 C.L.R. 398, Χρ. Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Αμπελουργικών Προϊόντων (1992) 3 Α.Α.Δ. 228, Ζένιος ν. Δημοκρατίας (1983) 3 Α.Α.Δ. 1181, Ακίνητα Σ. Γαλαταριώτη Λτδ. Ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1692, και Ανδρέας Φλουρής και Άλλοι ν. Δημοκρατίας (1995) 4 Α.Α.Δ. 466). Όπως εξηγήθηκε στην Βραχίμης Χατζηχάννας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 546, η οποία τυγχάνει εφαρμογής και εν προκειμένω λόγω και της ομοιότητας των υπό συζήτηση, επίδικων ζητημάτων-
«Δεδομένου ότι και η πιθανότητα πλάνης οδηγεί σε ακύρωση, αφού δεν μπορεί το Δικαστήριο να πιθανολογήσει ή να υποθέσει ποια θα ήταν η άποψη της διοίκησης, αν είχε ενώπιόν της τα ορθά δεδομένα, δεν έχουμε άλλη επιλογή παρά να θεωρήσουμε ότι η απόφαση της Συμβουλευτικής Επιτροπής και, κατ’ επέκταση, η απόφαση της Επιτροπής είναι τρωτή, ως προϊόν ουσιώδους πλάνης, πλημμελούς έρευνας και έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας – (βλ. Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Αμπελουργικών Προϊόντων (1992) 3 Α.Α.Δ. 228).».
Ως δεύτερον, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέφρασε αναλυτικά την κρίση του (βλ. σελ. 21 έως και 25 της απόφασης) και όσον αφορά την έρευνα, η οποία διεξήχθη από την Εφεσείουσα σε σχέση με τα πρόσθετα προσόντα της Εφεσίβλητης. Αποφάσισε, σχετικά, τα ακόλουθα:
«Ταυτόχρονα, διαπιστώνεται κενό έρευνας και/ή ελλιπούς αξιολόγησης των πρόσθετων προσόντων της αιτήτριας. Η Ε.Δ.Υ., πέραν της γενικόλογης αναφοράς ότι έλαβε υπόψη ότι η αιτήτρια διαθέτει δυο τίτλους μεταπτυχιακού επιπέδου (Masters), στους οποίους και «απέδωσε τη δέουσα βαρύτητα», δεν φαίνεται να προέβη σε αξιολόγησή τους, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει και ούτε να καθίσταται αντιληπτό στο Δικαστήριο κατά πόσον προσδόθηκε σε αυτά η δέουσα βαρύτητα. Μάλιστα, δεδομένου ότι κρίθηκε από την Ε.Δ.Υ. πως ο πρώτος μεταπτυχιακός τίτλος της αιτήτριας κρίθηκε ότι πληρούσε τα προβλεπόμενα για να χαρακτηριστεί ως πλεονέκτημα και, εν συνεχεία, ως επιπρόσθετο ακαδημαϊκό προσόν, δεν προκύπτει να έχει δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στον δεύτερο μεταπτυχιακό τίτλο της αιτήτριας που ήταν επίσης επιπέδου Masters. Πέραν της γενικόλογης αναφοράς της Ε.Δ.Υ., καμία ενασχόληση της Επιτροπής δεν φαίνεται να έγινε με το προεκτεθέν πρόσθετο ακαδημαϊκό προσόν της αιτήτριας, με αποτέλεσμα να μην αφήνονται περιθώρια στο Δικαστήριο να αντιληφθεί εάν το εν λόγω προσόν πράγματι αξιολογήθηκε και/ή συνεκτιμήθηκε, σε ποιο βαθμό ελήφθη υπόψη και πως επέδρασε στην τελική διαμόρφωση της προσβαλλόμενης απόφασης. Είχαν, ωστόσο, καθήκον οι καθ' ων η αίτηση να διερευνήσουν το θέμα και να συνεκτιμήσουν το εν λόγω προσόν, παραθέτοντας το σκεπτικό τους στο σώμα της απόφασης, ούτως ώστε να προκύπτει η αιτιολογία της τελικής τους κατάληξης και να καθίσταται ευχερής η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου. Απαιτούνταν συγκεκριμένη αξιολόγηση, σε συνάρτηση με τα υπό του οικείου σχεδίου υπηρεσίας προβλεπόμενα, ούτως ώστε να διαφανεί κατά πόσον το εν λόγω προσόν ήταν σχετικό και/ή προσέθετε στη γενικότερη αξιολόγηση της αιτήτριας και, εν πάση περιπτώσει, πως αυτό επέδρασε στην τελική κατάληξη, προκειμένου να καταστεί πειστική και η τελική κρίση της Ε.Δ.Υ. (βλ. Πέτρος Γεωργίου ν. Α.Η.Κ., Υποθ. Αρ. 579/2011, ημερ. 25.7.2013 και τις αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου στις Κωνσταντία Κυριακίδου ν. Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 1687/2015, ημερ. 14.2.2018 και Πέτρου ν. Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού, Υποθ. Αρ. 41/2018, ημερ. 19.12.2019). Όπως σχετικά λέχθηκε στην πολύ πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Κυπριακή Δημοκρατία ν. Δρος Χριστοδούλου κ.α., Α.Ε. 11/2015, ημερ. 1.11.2021, ECLI:CY:AD:2021:C488,-
«Εκείνο το οποίο η ΕΔΥ οφείλει να πράττει, άλλως πως δημιουργείται ασάφεια, η οποία δεν αποκλείει την εμφιλοχώρηση πλάνης και τη μη δέουσα έρευνα, είναι η ενασχόληση με τα προσόντα των υποψηφίων και όχι η απλή αναφορά και χρήση της φράσης «λήφθηκαν υπόψη τα προσόντα» χωρίς ενασχόληση με αυτά, όταν ιδίως εγείρεται ζήτημα, όπως εδώ, πρόσθετης ειδικότητας (Δέστε επίσης xxx Παπαδόπουλος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, Α.Ε. 10/2015, ημερ. 4/10/2021, ECLI:CY:AD:2021:C445).».
Ιδιαίτερα δε από τη στιγμή που, δεδομένης της προεκτεθείσας συγκριτικής εικόνας των δυο διαδίκων, το ζήτημα των προσόντων καθίστατο καίριας σημασίας. Όπως τονίστηκε από την Πλήρη Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 164, «η λεκτική απλώς αναγνώριση ότι το προσόν είναι σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης και γι' αυτό λήφθηκε κατάλληλα υπ' όψιν, δεν συνιστά ουσιαστικά οποιαδήποτε αξιολόγηση, μια και δεν αφήνονται περιθώρια για να αντιληφθούμε σε ποιο βαθμό ελήφθη υπ' όψιν και πόσο το προσόν επέδρασε στην απόφαση της Επιτροπής.».
Είναι δε γνωστή η νομολογία ως προς την βαρύτητα και αξιολόγηση των πρόσθετων ακαδημαϊκών προσόντων. Στην πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Σολομωνίδη ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 135/2013, ημερ. 3.2.2020, ECLI:CY:AD:2020:C44, όπου εξετάστηκε παρόμοιο ζήτημα, τονίστηκαν τα εξής (η υπογράμμιση προστέθηκε): [.]»
Σε συνάρτηση με τα ανωτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέφρασε, ως τρίτον, την κρίση του και σε σχέση με τη δοθείσα αιτιολογία από την Εφεσίβλητη, ως εξής:
«Τα πιο πάνω αναπόφευκτα επιδρούν και στην αιτιολόγηση της επίδικης απόφασης, η οποία κρίνεται πλημμελής, εφόσον, πέραν του ότι δεν φαίνεται να έχουν αξιολογηθεί δεόντως όλα τα πρόσθετα προσόντα της αιτήτριας, πρόσθετα, δεν έχει δοθεί ειδική αιτιολογία για την απόκλιση από τη σύσταση του Διευθυντή, η οποία αποτελεί αυτοτελές στοιχείο κρίσης που προσθέτει στην αξία. Όπως λέχθηκε στην Ματσάγκος ν. ΑΗΚ (2008) 3 Α.Α.Δ. 199, η σύσταση του Διευθυντή αποτελεί ένα ξεχωριστό και ταυτοχρόνως σημαντικό στοιχείο κρίσης, καθότι, προέρχεται από Λειτουργό της Υπηρεσίας ο οποίος βρίσκεται στην καλύτερη δυνατή θέση να προσδιορίσει τις ιδιότητες και να αξιολογήσει την αξία ενός εκάστου υποψηφίου, πάντοτε με στόχο την κατάλληλη και επιτυχή εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης.
Στην υπό κρίση περίπτωση, υπήρξε απόκλιση από την δοθείσα σύσταση επειδή, σύμφωνα με την Ε.Δ.Υ., το Ε.Μ., χωρίς να υστερεί σε προσόντα, υπερείχε έναντι της αιτήτριας σε αρχαιότητα και σε απόδοση στην ενώπιον της Επιτροπής προφορική συνέντευξη.
Όπως έχει προαναφερθεί, όσον αφορά στην αρχαιότητα, το Ε.Μ. υπερείχε της αιτήτριας καθότι, όπως και η Ε.Δ.Υ. ανέφερε στην απόφασή της, η θέση Ανώτερου Τελωνειακού Λειτουργού (Κλίμακα Α13+2), βρίσκεται σε υψηλότερο μισθολογικό επίπεδο από τη θέση που βρίσκεται η αιτήτρια (Τελωνειακή Λειτουργός Α'-Κλίμακα Α11+2) από 15.10.2012. Ωστόσο, όπως έχει κριθεί κατ' επανάληψη, τέτοιας μορφής υπεροχή σε αρχαιότητα έχει μικρή και/ή οριακή σημασία (βλ. Γρηγόρης Χόπλαρος ν. Μακρή κ.α. (2005) 3 Α.Α.Δ. 513). Και, βεβαίως, κατά πάγια νομολογία, η αρχαιότητα από μόνη της δεν είναι ρυθμιστικός παράγοντας, αλλά προσλαμβάνει αποφασιστική σημασία μόνον όταν οι υποψήφιοι είναι ίσοι ως προς τα υπόλοιπα κριτήρια, ήτοι στην αξία και στα προσόντα (βλ. Αναστασία Βιολάρη ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 162/2010, ημερ. 11.4.2017 και Βασιλειάδης ν. Τσιάππα (2005) 3 Α.Α.Δ. 403). Ζήτημα που εν προκειμένω τίθεται εν αμφιβόλω δεδομένης της προεκτεθείσας συγκριτικής εικόνας των δυο διαδίκων στα προσόντα, αλλά και την σύσταση υπέρ της αιτήτριας, η οποία βεβαίως και προσθέτει στην αξία (Κέντα ν. Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ. 485, 489, Δημοκρατία ν. Ψωμά, Α.Ε. 1979, ημερ. 17.10.1997 και Δημητρίου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1156/2000, ημερ. 18.1.2002).
Επιπρόσθετα, και παρόλο που δεν παραγνωρίζω ότι κατά πάγια νομολογία, προκειμένου για θέσεις ψηλά στην ιεραρχία, ως είναι εδώ η περίπτωση, η προφορική εξέταση μπορεί να διαδραματίσει ουσιώδη ρόλο και να έχει σημαντική βαρύτητα, καθώς και ότι σε αυτές τις περιπτώσεις η διακριτική ευχέρεια της Ε.Δ.Υ. είναι ευρεία (Αθηνά Καραγιάννη-Κλεάνθους ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 7/2011, ημερ. 21.12.2016, Πούρος κ.α. ν. Χατζηστεφάνου κ.α. (2001) 3 Α.Α.Δ. 374, Στυλιανού κ. α. ν. Χατζηκωνσταντίνου και Άλλη (1994) 3 Α.Α.Δ. 387 και Γεωργίου ν. Δημοκρατίας (1991) 4 ΑΑΔ 41), δεν μπορώ παρά να επισημάνω ότι στην υπό κρίση περίπτωση η διαφορά στην αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων στην ενώπιον της Ε.Δ.Υ. προφορική συνέντευξη ήταν οριακή, εφόσον η μεν αιτήτρια αξιολογήθηκε από την Ε.Δ.Υ. ως «Πάρα Πολύ Καλή» και το Ε.Μ. ως «Εξαίρετος». Μάλιστα, αυτή η αξιολόγηση των δυο υποψηφίων δεν ήταν ομόφωνη από την Ε.Δ.Υ., εφόσον ο Πρόεδρος της Ε.Δ.Υ. και άλλο ένα μέλος αξιολόγησαν την αιτήτρια ως «Εξαίρετη», ενώ ο Πρόεδρος αξιολόγησε το Ε.Μ. ως «Πάρα πολύ καλό». Εν πάση περιπτώσει, πρόκειται για μια οριακή διαφορά μεταξύ των δυο υποψηφίων, η οποία ως τέτοια χαρακτηρίστηκε και από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπου επίσης η διαφορά μεταξύ των εκεί υποψηφίων συνίστατο σε «Εξαίρετος»-«Πάρα Πολύ Καλός», τόσο στην Χαράλαμπος Σπανός ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 432, αλλά και αργότερα στην Ειρήνη Χριστοδούλου, ανωτέρω. Έχει δε περαιτέρω λεχθεί μέσα από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι σε περίπτωση που η Επιτροπή προτίμησε για προαγωγή υποψήφιο, παρά την υπέρ του αιτητή σύσταση του προϊσταμένου, με μόνη την εντύπωσή της κατά τη συνέντευξη, στην οποία ο ένας υποψήφιος (αιτητής) κρίθηκε ως πολύ καλός και ο άλλος (Ε.Μ.) ως εξαίρετος, η διαφορά αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο απόκλισης από τη σύσταση. Κρίθηκε ότι η απόκλιση από τη σύσταση δεν είχε, σε μια τέτοια περίπτωση, ειδικά και επαρκώς αιτιολογηθεί, όπως απαιτείται από τη νομολογία (βλ. Χριστοδούλου, ανωτέρω).
Έχει δε νομολογιακά καθιερωθεί ότι προκειμένου να υπάρξει απόκλιση από τη σύσταση του Διευθυντή, απαιτείται η ύπαρξη ειδικής προς τούτο αιτιολογίας και ταυτοχρόνως παράθεσης πειστικών λόγων (Σπανός, ανωτέρω). Οι δε λόγοι οι οποίοι οδήγησαν στην απόκλιση από τη σύσταση θα πρέπει να εμφανίζονται στην αιτιολογία της απόφασης και όχι να συνάγονται απλώς από τα πρακτικά (Χριστοδούλου, ανωτέρω).
Εν προκειμένω, για τους λόγους που έχουν προεκτεθεί, κρίνω ότι η αιτιολογία που δόθηκε από την Ε.Δ.Υ. για απόκλιση από τη σύσταση του Διευθυντή δεν ικανοποιεί τις υπό της προεκτεθείσας νομολογίας τασσόμενες προϋποθέσεις. Όπως προκύπτει από το σύνολο του πρακτικού, η προσέγγιση της Ε.Δ.Υ. εδράζεται στην καλύτερη αξιολόγηση του Ε.Μ. στην προφορική συνέντευξη, όπου, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είχε αξιολογηθεί ως «Εξαίρετος» ενώ η αιτήτρια ως «Πάρα πολύ καλή» Ωστόσο, όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Μάριος Λυσιώτης κ.α. ν. Δημοκρατίας, Συνεκδ. Υποθ. Αρ.527/2009 κ.α., ημερ. 25.10.2013, μια τέτοια υπεροχή και μόνον στην προφορική συνέντευξη δεν δικαιολογεί απόκλιση από τη σύσταση του Διευθυντή. Όπως επίσης, σύμφωνα με την Λυσιώτης, ανωτέρω, δεν συνιστά επαρκή αιτιολόγηση της εν λόγω απόκλισης και εσφαλμένα λήφθηκε υπόψη η αρχαιότητα του Ε.Μ. έναντι της αιτήτριας (και μάλιστα μισθολογική) από τη στιγμή που στα υπόλοιπα στοιχεία κρίσης, οι δυο διάδικοι, δεδομένης της σύστασης υπέρ της αιτήτριας και των πρόσθετων προσόντων αυτής, δεν ήσαν ισοδύναμοι.»
Οι πιο πάνω κρίσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου βάλλονται με τέσσερις λόγους Έφεσης.
Με τον πρώτο, η Εφεσείουσα αμφισβητεί την ορθότητα του πρωτόδικου ευρήματος ότι ανεπίτρεπτα επαναχρησιμοποιήθηκε ο ίδιος τίτλος του Ενδιαφερόμενου Μέρους για δύο σκοπούς, αφενός για την προαγωγή του στη θέση Τελωνειακού Λειτουργού 2ης Τάξης και, αφετέρου, για την προαγωγή του στην επίδικη θέση ως πρόσθετο προσόν.
Με τον δεύτερο, η Εφεσείουσα βάλλει εναντίον της ορθότητας του ευρήματος του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί ενδεχομένου πλάνης της Εφεσείουσας κατά την επίδικη προαγωγική διαδικασία, μέχρι και τη λήψη της επίδικης απόφασης.
Συνακόλουθα, με τον τρίτο λόγο Έφεσης, η Εφεσείουσα υποστηρίζει ότι τα συναφή ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας σε σχέση με τα μεταπτυχιακά προσόντα της Εφεσίβλητης είναι λανθασμένα, αφού αυτά αξιολογήθηκαν δεόντως, όπως και η συνολική επαγγελματική πείρα των υποψηφίων.
Με τον τέταρτο λόγο Έφεσης, η Εφεσείουσα στρέφεται εναντίον των πρωτόδικων ευρημάτων ότι δεν έχουν αξιολογηθεί όλα τα πρόσθετα προσόντα της Εφεσίβλητης (εύρημα που προσβάλλει και με τον τρίτο λόγο Έφεσης), αλλά και ότι δεν έχει δοθεί ειδική αιτιολογία για την απόκλιση από τη σύσταση του Διευθυντή.
Μελετήθηκε η πρωτόδικη απόφαση, οι λόγοι Εφέσεως, τα περιγράμματα αγορεύσεως των διαδίκων και όσα συναφώς ειπώθηκαν και προφορικά κατά την ακρόαση των Εφέσεων.
Ο διοικητικός φάκελος, όπως και το περιεχόμενο του φακέλου του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι ενώπιον και εις γνώσιν μας.
Εκκινώντας από την εξέταση του πρώτου λόγου Έφεσης, είναι ορθό, ως πρώτον και διευκρινιστικά, να αναφερθεί ότι, στη βάση εγκυκλίου ημερομηνίας 20.1.1990 (Αρ. 908) του Υπουργείου Οικονομικών, Υπηρεσία Δημόσιας Διοικήσεως και Προσωπικού και σχετικής απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 4.1.1990 (Απόφαση Αρ. 32.848) το Ενδιαφερόμενο Μέρος αιτήθηκε επιτυχώς και του πιστώθηκε ως χρόνος υπηρεσίας η χρονική περίοδος διάρκειας των σπουδών του για απόκτηση του - μετέπειτα αναγνωρισμένου από το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ ως μεταπτυχιακό δίπλωμα επιπέδου Master - μεταπτυχιακού του τίτλου Post Graduate Management Diploma Programme (MIM).
Συγκεκριμένα, του πιστώθηκε, βάσει των ανωτέρω, ένα έτος υπηρεσίας (στη θέση Τελωνειακού Λειτουργού 3ης Τάξης, κλίμακα Α4) προς συμπλήρωση των απαιτούμενων ετών υπηρεσίας στο σχετικώς τροποποιηθέν (δια της προαναφερθείσας Υπουργικής Απόφασης και εγκυκλίου) Σχέδιο Υπηρεσίας για τη θέση Τελωνειακού Λειτουργού 2ης Τάξης στην κλίμακα Α7.
Σημειώνεται συναφώς, ότι, οι θέσεις-κλίμακες Τελωνειακού Λειτουργού 3ης Τάξης και Τελωνειακού Λειτουργού 2ης Τάξης ήταν συνδυασμένες.
Με τα πιο πάνω ως αντικειμενικά δεδομένα, δεν μας βρίσκει σύμφωνους η πρωτόδικη θέση ότι το πιo πάνω Master του Ενδιαφερόμενου Μέρους ή, έστω, μέρος αυτού, χρησιμοποιήθηκε προηγουμένως για την πλήρωση εκ μέρους του των απαιτούμενων προϋποθέσεων του Σχεδίου Υπηρεσίας για την πλήρωση της θέσης Τελωνειακού Λειτουργού 2ης Τάξης στην κλίμακα Α7. Η κατοχή και η χρήση του εν λόγω ακαδημαϊκού προσόντος είναι διακριτή από το χρόνο σπουδών που διανύθηκε για την απόκτηση του, με αποτέλεσμα, να μην υφίσταται ταυτοσημία μεταξύ τους, έστω μερική, ώστε να τίθεται καν υπό συζήτηση, ζήτημα διπλής χρήσης/προσμέτρησης του συγκεκριμένου Master.
Στην Αλέκα Παλαικυθρίτου ν. Δημοκρατίας (1994) 4 ΑΑΔ 1759 (απόφαση μονομέλειας του τότε Ανωτάτου Δικαστηρίου) ειπώθηκαν τα εξής διαφωτιστικά (με δική μας υπογράμμιση) σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα και την ορθή ερμηνεία των προβλεπομένων στην εδώ επίδικη Εγκύκλιο Αρ. 908 (βλ. ανωτέρω), τα οποία μας βρίσκουν σύμφωνους:
«Μέχρι και το 1990, με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και αντίστοιχες εγκυκλίους, λογιζόταν ως υπηρεσία ή πείρα για τους σκοπούς των σχεδίων υπηρεσίας σε σχέση με θέσεις για τις οποίες απαιτείτο ορισμένη υπηρεσία ή πείρα, μεταπτυχιακό δίπλωμα ή τίτλος αποκτούμενος από δημόσιους υπαλλήλους κατόπιν μελέτης στο εξωτερικό είτε πρίν είτε μετά το διορισμό τους στη δημόσια υπηρεσία. (Βλ. τις εγκυκλίους 300 (Φακ. 6026/62) ημερομηνίας 18 Σεπτεμβρίου 1973 και 614 (Φακ. 6111/54/VII) ημερομηνίας 3 Μαρτίου 1982 και τις αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 13 Σεπτεμβρίου 1973 και 10, 11 και 12 Φεβρουαρίου 1982). Τα πράγματα άλλαξαν με την εγκύκλιο 908 (Φακ. 6111/54/ΧΙ) ημερομηνίας 20 Ιανουαρίου 1990 που εκδόθηκε βάσει της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου αρ. 32848 ημερομηνίας 4 Ιανουαρίου 1990. Ακολούθησαν οι συζητούμενοι Κανονισμοί οι οποίοι αναπαρήγαγαν την τελευταία ρύθμιση με ορισμένες διαφοροποιήσεις που δεν αφορούσαν ακριβώς στο επίδικο ζήτημα.
Με μια εξαίρεση στην οποία θα αναφερθώ μετά, δεν είναι πλέον το γεγονός της απόκτησης του μεταπτυχιακού διπλώματος ή του τίτλου ο κρίσιμος παράγων. Σε αντίθεση προς όσα ίσχυαν προηγουμένως, δεν είναι η ίδια η απόκτηση του μεταπτυχιακού διπλώματος ή του τίτλου που κατά πλάσμα εξομοιώνεται με υπηρεσία ή πείρα, αλλά ο χρόνος σπουδών που διανύθηκε από υπάλληλο για την απόκτησή του υπό την προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, ότι το προσόν αποκτήθηκε μετά από σπουδές πάνω σε πλήρη βάση είτε με υποτροφία είτε με εκπαιδευτική άδεια κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του υπαλλήλου.»
Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, ο πρώτος λόγος Έφεσης επιτυγχάνει.
Όσον αφορά στον δεύτερο λόγο Έφεσης, καταλήγουμε ότι αυτός παρέμεινε, τόσο στη δικογράφηση του όσο και στην παράθεση του στο περίγραμμα αγόρευσης, εν πολλοίς γενικόλογος, αόριστος και ασαφής και ως τέτοιος δεν επιδέχεται δικαστικής εξέτασης και ως εκ τούτου απορρίπτεται, αφού δεν επεξηγείται συγκεκριμένα το όποιο κατ' ισχυρισμό σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Ως υποδείξαμε και στην απόφαση μας ημερομηνίας 18.3.2025 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 155/2023 ARISTOTE BONSANGE MAMBULU v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ:
«Κατά τη νομολογία, ο λόγος έφεσης δέον να προσδιορίζει το κατ' ισχυρισμό πρωτόδικο λάθος και η αιτιολογία του να το επεξηγεί.
Ως λέχθηκε στην PANAYIOTIS GEORGHIOU (CATERING) LTD ν. Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ.323:
«Η ειδοποίηση έφεσης προσδιορίζει τα επίδικα θέματα της έφεσης. Ο προσδιορισμός τους ρυθμίζεται υπό την αίρεση των ιδιαιτεροτήτων της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας. Οι ίδιοι κανόνες ισχύουν ως προς τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων στις αναθεωρητικές όπως και στις πολιτικές εφέσεις. (Βλέπε μεταξύ άλλων Lefkos Georghiades (1972) 3 C.L.R. 594 και G. A. P. Estates v. Δημοκρατίας (1991) 3 Α.Α.Δ. 449.) Ο προσδιορισμός τους διέπεται από τη Δ.35 θ.4. Λόγος έφεσης συντίθεται από (α) τον προσδιορισμό του σφάλματος που καθιστά την πρωτόδικη απόφαση ή μέρος της, εσφαλμένη και (β) τους λόγους που στοιχειοθετούν το σφάλμα. Χωρίς το ένα ή το άλλο σκέλος, ο λόγος έφεσης είναι ατελής. Το επίδικο θέμα της έφεσης είναι το βάσιμο του σφάλματος που προβάλλεται από τον εφεσείοντα κρινόμενο υπό το πρίσμα των λόγων που προσδιορίζονται προς θεμελίωσή του.
Σειρά αποφάσεων του Εφετείου και της Ολομέλειας διαγράφουν τις επιπτώσεις που συνεπάγεται η παρέκκλιση από τις διατάξεις της Δ.35 θ.4, (πριν την τροποποίηση) στη στοιχειοθέτηση λόγου έφεσης. Ο λόγος είναι άκυρος. Όπου το σύνολο των λόγων έφεσης οι οποίοι τίθενται είναι άκυροι η έφεση στην ολότητά της καθίσταται άκυρη. (Βλέπε μεταξύ άλλων Kyriakides v. Kyriakides (1969) 1 C.L.R. 373. Omiros Courtis and Another (No. 1) v. Panos K. Iasonides (1972) 1 C.L.R. 56, Τύμβιος και Άλλοι v. Λιβέρα (1991) 1 Α.Α.Δ. 615. "Αλήθεια" v. Κύρρη (1992) 1 Α.Α.Δ. 130. Δημοκρατία v. Κόμμα Φιλελευθέρων (1993) 3 A.A.Δ. 585, Χ"Κυριάκου v. Δημοκρατίας (1994) 3 A.A.Δ. 301.».
Η μόνη συγκεκριμένη αναφορά, η οποία στα πλαίσια προώθησης του εν λόγω λόγου Έφεσης εντοπίζεται στο περίγραμμα αγόρευσης της Εφεσείουσας και όχι στην αιτιολογία του δικογραφημένου λόγου Έφεσης, άπτεται του πρωτόδικου ευρήματος περί έλλειψης δέουσας έρευνας και πλάνης της Εφεσείουσας αναφορικά με την πείρα και προσόντα των υποψηφίων. Η εν λόγω αναφορά, ωστόσο, διευρύνει την (δικογραφημένη) αιτιολογία του εν λόγω λόγου Έφεσης, κάτι που δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τη νομολογία επί του θέματος (ενδεικτικά, βλ. απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 29.9.2023 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 7/2017 ΝΙΚΟΛΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, μέσω ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ). Εν πάση περιπτώσει, το εν λόγω συγκεκριμένο ζήτημα αποτελεί θέμα εξεταζόμενο στο πλαίσιο του τρίτου λόγου Έφεσης.
Όσον αφορά στον τρίτο λόγο Έφεσης, η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν συνεκτιμήθηκε από την Εφεσείουσα ότι η Εφεσίβλητη διαθέτει δυο τίτλους μεταπτυχιακού επιπέδου Master έναντι ενός του Ενδιαφερόμενου Μέρους, και η Εφεσείουσα δεν τους αξιολόγησε, αναφέροντας μόνο ότι τους «απέδωσε τη δέουσα βαρύτητα», κάτι που κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επαρκεί, δεν μας βρίσκει σύμφωνους,
Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της κρίσιμης συνεδρίασης της Εφεσείουσας ημερομηνίας 23.11.2018 (βλ. Παράρτημα 5 στην αρχική Ένσταση της Εφεσείουσας κατά την πρωτόδικη διαδικασία, κατατέθηκε και συμπληρωματική) κατά τη σύγκριση των δεδομένων των εδώ διαδίκων (Ενδιαφερόμενου Μέρους και Εφεσίβλητης), τα στοιχεία των υποψηφίων ήταν ενώπιον της Εφεσείουσας και λήφθηκαν υπόψη, έγινε, μεταξύ άλλων, συγκεκριμένη και ρητή αναφορά στα επιπρόσθετα μεταπτυχιακά προσόντα και των δύο υποψηφίων, τα οποία, ως και πάλιν ρητώς αναφέρεται στα πρακτικά, αξιολογήθηκαν όλα ως σχετικά με τα καθήκοντα της επίδικης θέσης και τους αποδόθηκε η δέουσα βαρύτητα, αφού συνεκτιμήθηκαν με τα υπόλοιπα στοιχεία. Αυτή η αιτιολογική προσέγγιση φαίνεται να ευθυγραμμίζεται με τις επίκαιρες νομολογιακές απαιτήσεις επί του θέματος.
Συγκεκριμένα, στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.1.2025 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 43A/20 ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΑΤΖΗΚΥΡΟΥ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, αναφέρθηκαν τα εξής, με δικές μας υπογραμμίσεις:
«[.] Όσον αφορά τα προσόντα, με βάση τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη κατείχαν μεταπτυχιακούς τίτλους και ή διπλώματα, ενώ το ΕΜ6 κατείχε επιπρόσθετα και διδακτορικό τίτλο. Η διοίκηση αφού παρατήρησε ότι το σχέδιο υπηρεσίας δεν απαιτούσε ούτε προέβλεπε την κατοχή μεταπτυχιακού τίτλου, έκρινε ότι οι συγκεκριμένοι τίτλοι/διπλώματα ήταν συναφείς με τα καθήκοντα και τις ευθύνες της επίδικης θέσης και τους έδωσε την ανάλογη βαρύτητα.
Ο εφεσείοντας αμφισβητεί τη συνάφεια των τίτλων/διπλωμάτων, που κατείχαν τα ενδιαφερόμενα μέρη, με την επίδικη θέση. Το Δικαστήριο δεν δύναται να επέμβει στην κρίση της διοίκησης. Ως ορθά παρατήρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η πρωτογενής αξιολόγηση των προσόντων των υποψηφίων και ο συσχετισμός των μεταπτυχιακών τίτλων/διπλωμάτων με τα καθήκοντα και τις ευθύνες της επίδικης θέσης εκφεύγει του ελέγχου του Δικαστηρίου.
Όλα τα προσόντα του εφεσείοντα, συμπεριλαμβανομένων των πιστοποιητικών κατοχής και παρακολούθησης μαθημάτων ξένων γλωσσών και του πιστοποιητικού με τίτλο «Certificate of Diplomatic Law: Privileges and Immunities, Diplofoundation Malta», περιλαμβάνονταν στους προσωπικούς φακέλους του εφεσείοντα. Ο εφεσείοντας δεν ήταν ο μόνος που ήταν γνώστης ξένων γλωσσών, όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, με βάση το περιεχόμενο των προσωπικών τους φακέλων, ήταν γνώστες της Αγγλικής και της Γαλλικής γλώσσας, ενώ το ΕΜ1 γνώριζε επίσης Πορτογαλικά και Τούρκικα, το ΕΜ5 Τούρκικα (basic), το ΕΜ6, Ρωσικά και το ΕΜ7, Ιταλικά. Στα πρακτικά της συνεδρίας της Ε.Δ.Υ. δεν γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι ο εφεσείοντας και οι υπόλοιποι υποψήφιοι, συμπεριλαμβανομένων των ενδιαφερόμενων μερών, ήταν γνώστες ξένων γλωσσών, τα σχετικά όμως στοιχεία, ως προαναφέραμε, περιλαμβάνονταν στους προσωπικούς τους φακέλους. Οι πιο πάνω φάκελοι ήταν ενώπιον τόσο του Διευθυντή όσο και της Ε.Δ.Υ.. Στο πρακτικό δε της Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 11.09.2017, στο σημείο που καταγράφεται η σύσταση του Διευθυντή, γίνεται ρητή αναφορά ότι αυτός έλαβε υπόψη το περιεχόμενο των προσωπικών φακέλων όλων των υποψηφίων. Παρόμοια αναφορά γίνεται στο ίδιο πρακτικό και σε σχέση με την Ε.Δ.Υ.. Το περιεχόμενο των προσωπικών φακέλων των υποψηφίων ήταν ένα από τα στοιχεία που αυτή έλαβε υπόψη κατά τη διαμόρφωση της τελικής της κρίσης.
Το γεγονός ότι δεν γίνεται ρητή αναφορά στα πρακτικά της συνεδρίας, στα πιο πάνω προσόντα του εφεσείοντα, δεν οδηγεί από μόνο του στο συμπέρασμα ότι αυτά δεν λήφθηκαν υπόψη από τη διοίκηση. Το διορίζον όργανο δεν είναι υποχρεωμένο να αναφερθεί στα πρόσθετα προσόντα του κάθε υποψηφίου, με λεπτομέρεια (βλ. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Στέγης ν. Μεταξά (2013) 3 Α.Α.Δ. 341). Καθοδηγητικό επί του θέματος είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Ierides v. The Republic (1980) 3 C.L.R. 165, 179:
«There is, indeed, no express reference to seniority in the relevant minutes of the Commission, but it is stated, however, therein that "all facts appertaining to each one of the candidates" were taken into consideration and, also, that "the Personal Files and the Annual Confidential Reports of the candidates already in the service were also taken into consideration".
There can be no doubt, especially in view of the presumption of regularity which is applicable in relation to administrative actions (see, inter alia, The Republic v. Ekkeshis, (1975) 3 C.L.R. 548, 556, that the seniority of all the candidates, including, of course, the appellant and the interested party, as appearing in their personal files, was taken into consideration in reaching the sub judice decision (and see, also, the decision of the Council of State in Greece in case 1341/1963, which is reported in Επιθεώρησις Δημοσίου Δικαίου και Διοικητικού Δικαίου-Review of Public Law and Administrative Law-1963, vol. 7, pp. 403, 404). Moreover, the notion of "experience" must, reasonably, be taken to include that of "seniority".»
Με βάση τα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ορθά δεν διέκρινε να είχε εμφιλοχωρήσει οποιαδήποτε πλάνη της διοίκησης ως προς τα πρόσθετα προσόντα των υποψηφίων ή ως προς τα άλλα στοιχεία κρίσης, αξία και αρχαιότητα. Δεν έχει καταδειχθεί έκδηλη υπεροχή του εφεσείοντα έναντι των ενδιαφερομένων μερών, γεγονός που ενδεχομένως να δικαιολογούσε την παρέμβαση του Δικαστηρίου.»
Η ίδια πιο πάνω θέση επαναβεβαιώθηκε και στην απόφαση του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 9.3.2026 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.: 92/2021 ΜΑΡΙΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ EΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής, για του λόγου το ασφαλές:
Όπως τονίσαμε και ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν δύναται να επέμβει στην κρίση της διοίκησης, εκτός εάν πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η πρωτογενής αξιολόγηση των προσόντων των υποψηφίων και ο συσχετισμός των μεταπτυχιακών τίτλων/διπλωμάτων με τα καθήκοντα και τις ευθύνες της επίδικης θέσης εκφεύγει του ελέγχου του Δικαστηρίου. Το διορίζον δε όργανο δεν έχει υποχρέωση να αναφερθεί στα πρόσθετα προσόντα του κάθε υποψηφίου, με λεπτομέρεια (βλέπετε Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Στέγης ν. Μεταξά (2013) 3 Α.Α.Δ. 341). Καθοδηγητικό επί του θέματος είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Ierides v. The Republic (1980) 3 C.L.R. 165, 179:[.]»
Το γεγονός δε, ότι η Εφεσίβλητη κατείχε δύο επιπρόσθετα (συναφή) μεταπτυχιακά προσόντα, έναντι ενός του Ενδιαφερόμενου Μέρους, δεν αλλοιώνει τα πιο πάνω νομολογηθέντα και, συγκεκριμένα, δεν δημιουργεί επαυξημένη απαίτηση για παροχή πρόσθετης αναφοράς και παροχής αναλυτικότερης επεξήγησης για την αποτίμηση των εν λόγω ακαδημαϊκών προσόντων, λόγω της αριθμητικής υπεροχής σε αυτά (δύο έναντι ενός) της Εφεσίβλητης.
Ως αναφέρθηκε στην απόφαση του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 26.6.2025 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 138/2020 ΔΡ ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ (με δικές μας υπογραμμίσεις) σε σχέση με τη σημασία των εν λόγω επιπρόσθετων προσόντων, αλλά και, ιδιαίτερα, για το θέμα της (μη) ανάγκης ρητής αναφοράς τους:
«Τόσο η εφεσείουσα όσο και τα ΕΜ κατέχουν πρόσθετα, μη απαιτούμενα, συναφή προσόντα. Η εφεσείουσα, προς θεμελίωση δικής της υπεροχής έναντι των ΕΜ, τονίζει την αριθμητική υπεροχή της στα εν λόγω μη απαιτούμενα προσόντα. Όπως, όμως, κρίθηκε στην Παπά ν. Φραντζής, ΑΕ Αρ. 91/2014, ημερ. 25.02.2021, ECLI:CY:AD:2021:C62:
«Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι τόσο η εφεσείουσα όσο και ο εφεσίβλητος κατέχουν τα απαιτούμενα από το Σχέδιο Υπηρεσίας, καθώς και επιπρόσθετα προσόντα. Ως προς τα προσόντα των μερών, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης της ΕΔΥ, πιο πάνω, σημειώθηκε ότι η εφεσείουσα δεν υστερεί του συστηθέντα εφεσίβλητου και καταγράφονται τα πρόσθετα σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης προσόντα, χωρίς να γίνεται ρητή αναφορά σε όλα τα προσόντα. Όμως, τα επιπρόσθετα προσόντα του εφεσίβλητου βρίσκονταν ενώπιον της ΕΔΥ και λήφθηκαν «δεόντως υπόψη» (βλ. Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Αντωνίου, ΑΕ 124/2014 κ.ά., ημερομηνίας 6.12.2017). Όπως προκύπτει από τη νομολογία «τα επιπρόσθετα προσόντα παραμένουν πρόσθετα ασχέτως του αριθμού τους και είναι λάθος να υπερτονίζεται η κατοχή κάποιων προσόντων από υποψήφιο, αποδίδοντας σ΄ αυτά μεγαλύτερη αξία ή βαρύτητα» (Δημητρίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 2076/2012, ημερομηνίας 22.12.2014, ECLI:CY:AD:2014:D988, ECLI:CY:AD:2014:D988, Κουρτελλάρης ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 1039/2010, ημερομηνίας 17.7.2012, και Μάρκου κ.ά. ν. Ε.Δ.Υ., Συνεκ. Υποθ. Αρ. 950/2010 κ.ά., ημερομηνίας 22.3.2013). Ως εκ τούτου, η πρωτόδικη απόφαση ότι υπάρχει κάποια υπεροχή του εφεσίβλητου ως προς τα πρόσθετα «προσόντα» σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης, ήταν λανθασμένη. Συνακόλουθα, δεν υπήρξε οποιαδήποτε πλάνη εκ μέρους της ΕΔΥ ως προς αυτό το στοιχείο». (υπογράμμιση δική μας)
Στη Θεοκλέους ν. ΕΔΥ κ.α., ΑΕ 90/2013, ημερ. 26.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:C490, ECLI:CY:AD:2019:C490 τονίστηκε:
«. Στην Κωνσταντίνου ν. Αντωνίου Α.Ε. 124/14 και 134/14 ημερ. 6.12.2017 κρίθηκε ότι:
"Η νομολογία επί τούτου είναι σαφέστατη. Κατοχή από τους υποψήφιους επιπρόσθετων ακαδημαϊκών προσόντων, τα οποία δεν θεωρούνται από το οικείο σχέδιο υπηρεσίας ως πλεονέκτημα ή επιπρόσθετο προσόν, είναι στοιχείο στο οποίο δεν πρέπει να αποδίδεται μεγάλη βαρύτητα . Αφ΄ εαυτών τα εν λόγω προσόντα δεν αποδεικνύουν έκδηλη υπεροχή (Larkos v. The Republic (1982) 3 C.L.R. 513, Papadopoulos v. The Republic (1982) 3 C.L.R. 1070, Tokkas v. The Republic (1983) 3 C.L.R. 361, Hadjiioannou v. The Republic 91983) 3 C.L.R. 1041, (F.B.), Kalaitzis and Another v. The Republic (1984) 3 C.L.R. 839 και Spanos v. The Republic (1985) 3 C.L.R. 1826).
Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω επεξηγηθέντα, βρίσκουμε ότι και ο τρίτος λόγος Έφεσης ευσταθεί.
Όσον αφορά, τέλος, στον τέταρτο λόγο Έφεσης ως προς το σκέλος αυτού ότι δεν έχει δοθεί ειδική αιτιολογία για την απόκλιση από τη σύσταση του Διευθυντή (ως προς το λανθασμένο της πρωτόδικης απόφασης ότι δεν έχουν αξιολογηθεί όλα τα πρόσθετα προσόντα της Εφεσίβλητης το ζήτημα κρίθηκε πιο πάνω στην εξέταση του τρίτου λόγου Έφεσης) αναφέρουμε τα ακόλουθα:
Από το πρακτικό της συνεδρίασης της Εφεσείουσας ημερομηνίας 23.11.2018, κατά την σύγκριση της Εφεσίβλητης με το Ενδιαφερόμενο Μέρος προκύπτει με σαφήνεια ότι η αρχαιότητα του Ενδιαφερόμενου Μέρους και η εξ αυτής συνεπαγόμενη πείρα ήταν ο βασικός λόγος ανατροπής της σύστασης του Διευθυντή υπέρ της Εφεσίβλητης.
Καταγράφηκαν, συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, στα επίδικα πρακτικά τα εξής (με δική μας υπογράμμιση):
«Η πλειοψηφία της Επιτροπής δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη ότι η μη επιλεγείσα Δημητρίου Θεοδώρα διαθέτει την υπέρ της σύσταση του Διευθυντή, την οποία ο Σάββας Μάριος δεν διαθέτει, ωστόσο, συνεκτιμώντας όλα τα ενώπιον της στοιχεία και λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Σάββα έχει αξιολογηθεί ως Εξαίρετος από την πλειοψηφία της Επιτροπής (κ.κ. Α. Βασιλειάδης, Α. Γιορδαμλής και Α. Παπαδόπουλος) κατά την ενώπιον της προφορική εξέταση, είναι κάτοχος, όπως και η ανθυποψήφια του, τόσο του πλεονεκτήματος όσο και του επιπρόσθετου προσόντος, δεν υστερεί σε αξία, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις, με έμφαση τα τελευταία έτη στα οποία αποδίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα, ωστόσο υπερέχει σε αρχαιότητα λόγω κατοχής θέσης υψηλότερου μισθολογικού επιπέδου η οποία σημειώνεται ότι είναι η αμέσως προηγούμενη της υπό πλήρωση θέσης, Ανώτερος Τελωνειακός Λειτουργός, και ως εκ τούτου, η πείρα που αποκτήθηκε από την κατοχή της εν λόγω θέσης αποκτά ιδιαίτερη σημασία, έκρινε ότι τα πιο πάνω στοιχεία είναι ικανά να ανατρέψουν τη σύσταση του Διευθυντή και να κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ του Σάββα Μάριου.»
Όσον αφορά στην αρχαιότητα, ως προκύπτει από το ενώπιον μας έγγραφο υλικό, το Ενδιαφερόμενο Μέρος κατείχε την θέση του Ανώτερου Τελωνειακού Λειτουργού από την 1.10.2015 και διεκδίκησε την επίδικη θέση ως θέση προαγωγής. Αντιθέτως, η Εφεσίβλητη ουδέποτε κατείχε την θέση Ανώτερου Τελωνειακού Λειτουργού, αλλά από τις 15.10.2012 κατείχε τη (κατώτερη του Ανώτερου) θέση Τελωνειακού Λειτουργού Α’ (αντιστοίχως το Ενδιαφερόμενο Μέρος κατείχε τη θέση Τελωνειακού Λειτουργού Α’ από τις 15.1.2010 μέχρι την προαγωγή του στη θέση Ανώτερου Τελωνειακού Λειτουργού) και διεκδίκησε την επίδικη θέση ως θέση πρώτου διορισμού.
Με βάση τα πιο πάνω συγκεκριμένα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης, βρίσκουμε ότι συνολικά ιδωμένοι και αποτιμώμενοι οι (πιο πάνω) λόγοι που δόθηκαν για την απόκλιση από τη σύσταση του Διευθυντή υπέρ της Εφεσίβλητης συνιστούν ειδική, επαρκή και εν τέλει, πειστική αιτιολογία.
Ήδη στην ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΑΙΓΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥΔΗ (1996) 3 ΑΑΔ, 267 λέχθηκαν και τα εξής:
«Διαπιστώνεται, επομένως, πως η ΕΔΥ όχι μόνο αιτιολόγησε πλήρως την μη υιοθέτηση της σύστασης του προϊσταμένου, αλλά στην απόφασή της μέτρησαν και τα ορθά στοιχεία, με κυρίαρχο κριτήριο την ίση μεν αξία της αιτήτριας-εφεσίβλητης και του ενδιαφερομένου μέρους, αλλά και την υπέρτερη αρχαιότητα και πείρα της προαχθείσας.»
Με δεδομένο την ευδόκιμη (βλ. ετήσιες αξιολογήσεις) κατοχή από το Ενδιαφερόμενο Μέρος της προηγούμενης της επίδικης θέσης για δύο περίπου χρόνια (θέση στην οποία η Εφεσίβλητη δεν είχε υπηρετήσει) η αποκτηθείσα σ’ αυτήν πείρα αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Στην απόφαση του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.7.2025 στις Εφέσεις κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 98/20 & 111/20 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΤΖΑΠΑΣΙΗ κ.α. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ λέχθηκαν σχετικά τα εξής:
«Η πείρα είναι αποφασιστικής σημασίας μόνο σε περίπτωση που αυτή αποκτήθηκε κατά την εκτέλεση καθηκόντων, σε θέση που προηγείται αμέσως της επίδικης θέσης. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Μιχαηλίδου και Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 112. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:
«Θεωρούμε ότι η πείρα, ως παράγοντας που επηρεάζει τις προαγωγές, για να είναι αποφασιστικής σημασίας πρέπει να είναι πείρα που έχει αποκτηθεί κατά την εκτέλεση των καθηκόντων σε θέση που προηγείται της επίδικης. Πείρα λόγω υπηρεσίας σε κατώτερες θέσεις δεν μπορεί να έχει αποφασιστική βαρύτητα. Ούτε είναι δυνατό να συναρτάται η απόκτηση πείρας με μοναδικό κριτήριο το χρόνο, όπως στην παρούσα έφεση. Η πείρα δεν εξαρτάται μόνο από τη χρονική διάρκεια της υπηρεσίας, αλλά και από την αξία του καθενός.»
Με βάση τα ανωτέρω, και ο τέταρτος λόγος Έφεσης επιτυγχάνει.
Στη βάση των προαναφερθέντων, η παρούσα Έφεση επιτυγχάνει επί του πρώτου, τρίτου και τέταρτου λόγου Έφεσης.
Η πρωτόδικη απόφαση, συμπεριλαμβανομένης της εκδοθείσας πρωτόδικα διαταγής εξόδων, παραμερίζεται.
Η υπόθεση παραπέμπεται πίσω στο Διοικητικό Δικαστήριο (ενδεχομένως ενώπιον άλλου Δικαστή) προς εξέταση των όποιων τυχόν υπόλοιπων ζητημάτων εγέρθηκαν και δεν εξετάστηκαν.
Επιδικάζονται έξοδα ύψους €3000 εναντίον της Εφεσίβλητης και υπέρ της Εφεσείουσας.
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο