I. D. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ κ.α., Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 22/2026, 30/6/2026
print
Τίτλος:
I. D. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ κ.α., Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 22/2026, 30/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ

 

(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου  Διεθνούς Προστασίας Αρ. 22/2026)

 

30 Ιουνίου, 2026

 

[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

I. D.

 

                                                                                                         Εφεσείων,

 

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

1.   ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

2.   ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

 

 

                                                                                                     Εφεσίβλητης.

-------------------

Κ. Κουπαρή (κα), για ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ ΚΟΥΠΑΡΗ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι για τον Εφεσείοντα.

Θ. Παπανικολάου (κα), δικηγόρος για ΚΙΤΣΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΑΝΑΝΙΚΟΛΑΟΥ Δ.Ε.Π.Ε., για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δικηγόρο για την Εφεσίβλητη.

--------------------

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Σεραφείμ, Δ.:

---------------------

  ΑΠΟΦΑΣΗ

ΣΕΡΑΦΕΙΜ., Δ.: Η υπό εξέταση Έφεση καταχωρήθηκε εναντίον (απορριπτικής) απόφασης ημερομηνίας 15.1.2025 του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας στην Προσφυγή με Αρ. ΔΚ47/2025 (εφεξής η «πρωτόδικη απόφαση»), την οποία άσκησε ο Εφεσείων εναντίον διατάγματος κράτησης του ημερομηνίας 05.12.2025.

 

Τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως:

 

Ο Εφεσείων είναι υπήκοος Γουινέας. Αφίχθηκε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 07.06.2021, η οποία απορρίφθηκε λόγω σιωπηρής απόσυρσης της στις 11.02.2025. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση αποστάλθηκε στις 26.2.2025  στον Εφεσείοντα στην τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση του. Ο Εφεσείων δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια αμφισβήτησης της νομιμότητας εν λόγω απόφασης.

 

Στις 06.10.2025 ο Εφεσείων παρουσιάστηκε στα γραφεία της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης («ΥΑΜ») Λάρνακας, με σκοπό να διευθετήσει συνάντηση για να υποβάλει αίτηση διαμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία ως σύζυγος ευρωπαίας πολίτιδας από την Ρουμανία, με την οποία είχε τελέσει μουσουλμανικό γάμο σε τζαμί στη Λάρνακα. Ο Εφεσείων συνελήφθηκε για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία.

 

Στις 07.10.2025, κατόπιν ενημέρωσης της Διευθύντριας του Τμήματος Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (εφεξής η «Διευθύντρια») ότι, ο μουσουλμανικός γάμος στο τζαμί δεν αναγνωρίζεται από το Τμήμα Μετανάστευσης, αυτή κήρυξε, με σχετική απόφαση της, τον Εφεσείοντα ως απαγορευμένο μετανάστη και επίσης εξέδωσε εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105 (εφεξής «Κεφ. 105»).

 

Στις 12.10.2025, ο Εφεσείων υπέβαλε αίτηση για επανάνοιγμα του φακέλου του σε σχέση με την απορριφθείσα αίτηση του για χορήγηση ασύλου (βλ. ανωτέρω), η οποία έγινε αποδεκτή προς εξέταση στις 29.10.2025. Η εν λόγω αίτηση για επανάνοιγμα εξετάστηκε στην ουσία της και απορρίφθηκε στις 14.11.2025. Ο Εφεσείων προσέβαλε, στις 9.12.2025, την εν λόγω απορριπτική απόφαση στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, με την Προσφυγή  Αρ. 2995/2025.

 

Στις 05.12.2025, το εκδοθέν διάταγμα κράτησης του Εφεσείοντα δυνάμει του Κεφ. 105 (βλ. ανωτέρω) ακυρώθηκε και αυθημερόν εκδόθηκε νέο από την Διευθύντρια (βλ. έγγραφο αρ. 74-73 στο διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, Τεκμήριο 1 στην Προσφυγή Αρ. ΔΚ47/2025), αυτή τη φορά δυνάμει του Άρθρου 9 ΣΤ(2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 (εφεξής «ο Νόμος»).

 

Την εν λόγω απόφαση προσέβαλε ο Εφεσείων με την Προσφυγή Αρ. ΔΚ47/2025, η κατάληξη της οποίας, ως προαναφέρθηκε, ήταν η έκδοση της πρωτόδικης απόφασης που αφορά την παρούσα Έφεση.

 

 

Σημειώνεται ότι κατά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, η Προσφυγή Αρ. 2995/2025 του Εφεσείοντα εναντίον της απορριπτικής απόφασης της αιτήσεως του ημερομηνίας 14.11.2025 για επανάνοιγμα του φακέλου του (βλ. ανωτέρω), εκκρεμούσε ενώπιον άλλου δικαστή του ίδιου Δικαστηρίου.

 

Σημειώνεται επίσης ότι, το Διοικητικό Εφετείο επιλήφθηκε της Έφεσης κατ’ επίσπευση, ενόψει του ότι ο Εφεσείων τελούσε, τότε, υπό κράτηση. Ωστόσο, ως η πλευρά του Εφεσείοντα ενημέρωσε με ηλεκτρονική επιστολή της ημερομηνίας 7.4.2026 και επιβεβαιώθηκε από τους διάδικους και ενώπιον μας κατά το επανάνοιγμα της επιφυλαχθείσας υπόθεσης στις 6.5.2026 ενόψει (και) αυτής της εξέλιξης, ο Εφεσείων είχε, εν τω μεταξύ, με νέα απόφαση της Εφεσίβλητης, αφεθεί ελεύθερος υπό περιοριστικούς όρους από τις 31.3.2026.

 

Στο πλαίσιο του επανανοίγματος της Έφεσης η πλευρά του Εφεσείοντα επέμεινε σ’ αυτήν, επαναπροσδιορίζοντας, κατόπιν σχετικού ερωτήματος του Διοικητικού Εφετείου, το έννομο συμφέρον του για συνέχιση της Έφεσης σε συνάρτηση πλέον προς το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο Εφεσείων διατέλεσε υπό κράτηση, ήτοι μέχρι τις 31.3.2026 (βλ. ανωτέρω). Αυτό, κρίνουμε εκ προοιμίου, είναι αρκετό για διατήρηση του εννόμου συμφέροντος του Εφεσείοντα, ενόψει και της σχετικής νομολογίας περί του θέματος (βλ. απόφαση του τότε Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.7.2018 στην Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 147/2012 STOYANOV ν. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α.).

 

Ο Εφεσείων πρόβαλε τέσσερις λόγους Έφεσης εναντίον της πρωτόδικης απόφασης, υποστηρίζοντας, εδώ εν συντομία, τα εξής:

 

Με τον πρώτο λόγο Έφεσης του, ο Εφεσείων ισχυρίστηκε νομική πλάνη και/ή εσφαλμένη κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί καταχρηστικότητας της αίτησης επανανοίγματος. Αυτό λόγω της κρίσης του ότι, η αίτηση επανανοίγματος της αίτησης του Εφεσείοντα για χορήγηση ασύλου υποβλήθηκε καταχρηστικά ή με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση ή παρεμπόδιση της εκτέλεσης απόφασης επιστροφής, αγνοώντας, κατά τον Εφεσείοντα, ότι η Εφεσίβλητη εξέτασε επί της ουσίας την περίπτωση του Εφεσείοντα, εξ ου και ενέπιπτε στο καθεστώς του αιτητή ασύλου με δικαίωμα παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία μέχρι την εξέταση της εν λόγω αίτησης του.

 

Συνεπώς, πάντα κατά τον Εφεσείοντα, το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη όταν υιοθέτησε την άποψη ότι, ο Εφεσείων δεν διαθέτει συναφές δικαίωμα παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία, παρά το ότι  εναντίον της εν τέλει απορριπτικής απόφασης της Εφεσίβλητης επί του αιτήματος επανανοίγματος είχε ασκηθεί (άλλη) προσφυγή από τον Εφεσείοντα (Αρ. 2995/2025), η οποία, κατά τη χρονική στιγμή έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης, εκκρεμούσε ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας σε άλλο δικαστή.

 

Πάντα κατά τον Εφεσείοντα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αγνοώντας τα πιο πάνω, υποκατέστησε παρανόμως την κρίση της Διοίκησης και/ή αντιφατικά και, εκφεύγοντας της δικαιοδοσίας του, προέβη το ίδιο σε αξιολόγηση της ουσίας της Προσφυγής Αρ. 2995/2025.

 

Πρόσθετα, κατά τον ισχυρισμό του Εφεσείοντα, η πρωτόδικη απόφαση εξομοίωσε εσφαλμένα το δικαίωμα παραμονής με τη νομιμοποίηση της κράτησης.

 

Με τον δεύτερο λόγο Έφεσης, ο Εφεσείων ισχυρίζεται νομική πλάνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, υπό το πρίσμα αυτή τη φορά ότι, αυτό «εσφαλμένα έκρινε ότι η μη προσβολή της αρχικής κήρυξης του Εφεσείοντα ως απαγορευμένου μετανάστη συνεπάγεται τη διατήρηση της ιδιότητας αυτής, παραγνωρίζοντας τις μεταγενέστερες δεσμευτικές διοικητικές πράξεις της διοίκησης που αναιρούν πλήρως τη σχετική νομική βάση ήτοι την ιδιότητα «απαγορευμένου μετανάστη» και/ή ότι εκδόθηκε διάταγμα κράτησης στη βάση πλέον του άρθρου 9 και όχι του άρθρου 6 ότιπλεόν (sic) ο Εφεσείοντας είναι αιτητής ασύλου».

 

Πρόσθετα, υπό τον δεύτερο λόγο Έφεσης, ο Εφεσείων διατείνεται και ότι, νομική πλάνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου υφίσταται και λόγω του ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απέδωσε δυσμενείς συνέπειες στο γεγονός ότι ο Εφεσείων δεν είχε προσβάλει την απόφαση σιωπηρής απόρριψης της αίτησης του για χορήγηση διεθνούς προστασίας (βλ. ανωτέρω), ενώ το «αυτόματο επανάνοιγμα» και εξέταση της αίτησης του Εφεσείοντα επί της ουσίας κατέστησε, κατά τον ισχυρισμό του Εφεσείοντος, άνευ αντικειμένου κάθε προηγούμενο συναφή ισχυρισμό περί μη προσβολής, από τον Εφεσείοντα, της απόφασης «σιωπηρής» απόρριψης της αίτησης του για χορήγηση διεθνούς προστασίας.

 

Με τον τρίτο λόγο Έφεσης, ο Εφεσείων ισχυρίζεται σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην κρίση του ότι δεν τον αφορά η οικογενειακή κατάσταση του Εφεσείοντα, ενώ διατείνεται και ότι, το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν προέβη σε εξατομικευμένη αξιολόγηση της περίπτωσης του Εφεσείοντα και εσφαλμένα θεώρησε ότι το επίδικο διάταγμα κράτησης πληροί τα κριτήρια της αναγκαιότητας και/ή αναλογικότητας, κατά παράβαση της νομολογίας περί τούτου.

 

Τέλος, με τον τέταρτο λόγο Έφεσης, ο Εφεσείων υποστηρίζει ότι, υπήρξε εσφαλμένη εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας και αναγκαιότητας από το πρωτόδικο Δικαστήριο και/ή εσφαλμένη απόρριψη του ισχυρισμού περί εφαρμογής εναλλακτικών περιοριστικών μέτρων για τον Εφεσείοντα και/ή παράλειψη συνεκτίμησης του βέλτιστου συμφέροντος εξαρτώμενου ευάλωτου τέκνου (του).

 

Μελετήσαμε με προσοχή το περίγραμμα αγόρευσης του Εφεσείοντα, καθώς και τον αντίλογο που πρόταξε η πλευρά της Εφεσίβλητης στους πιο πάνω λόγους Έφεσης, έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της πρωτόδικης απόφασης, καθώς και αυτό του σχετικού διοικητικού φακέλου (Τεκμήριο 1).

 

Η κρίση μας επί της παρούσας περίπτωσης δεν απαιτεί την παράθεση του συνόλου των επιχειρημάτων των δύο πλευρών (βλ. απόφαση Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.1.2025 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 96/20 ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΠΑΦΟΥ (Ο.ΣΥ.ΠΑ.) ΛΤΔ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ, ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΩΝ). Εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο, αυτά θα σχολιαστούν.

 

Όσον αφορά στον πρώτο και δεύτερο λόγο Έφεσης, οι οποίοι, κατά τον Εφεσείοντα στο περίγραμμα αγόρευσης του, κινούνται στον ίδιο άξονα και θα εξεταστούν, ως εκ τούτου, μαζί ως συναφείς, καταρχάς ουδεμία αντίρρηση υφίσταται ως προς την ορθότητα της θέσης ότι, ένεκα και από τη χρονική στιγμή της αποδοχής της μεταγενέστερης αίτησης του Εφεσείοντα ως παραδεκτής και την εξέταση και λήψη απόφασης επί της ουσίας της, αυτός κατέστει αιτητής ασύλου.

 

Αυτή εξάλλου, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί εξυπακουόμενα ότι ήταν και η θέση της Διευθύντριας κατά την έκδοση της επίδικης απόφασης, η οποία λήφθηκε στη βάση (πλέον) των προνοιών του Νόμου.

 

Η υποβολή και μόνο, βεβαίως, της μεταγενέστερης αίτησης ή η διοικητική κρίση αυτής ως μη παραδεκτής δεν θα αρκούσε ως προς αυτό το σκοπό, ως αναλύθηκε εκτενώς και στην απόφαση του Εφετείου, υπό την τότε αναθεωρητική του δικαιοδοσία, στην απόφαση ημερομηνίας 22.10.2024 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 20/2024 RUTH NSAH v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, στην οποία, κατ’ επίκληση και των αποφασισθέντων από το (τότε) Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση ημερομηνίας 17.11.2022 στην Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 8/2022 Sohel Madber ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ανέφερε καταληκτικά τα εξής ( με δικές μας υπογραμμίσεις):

 

«Καταληκτικά, αυτό που αναδεικνύεται ως απόφθεγμα από το σκεπτικό και κατάληξη στη Madber είναι ότι, μεταγενέστερη αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας ξεκινά με το δεδομένο ότι ο αιτών δεν είναι αιτητής διεθνούς προστασίας, ήτοι ξεκινά από το καθεστώς που ισχύει με την απόρριψη της αρχικής αίτησης ασύλου. Μόνο αν η μεταγενέστερη αίτηση κριθεί κατά την προκαταρκτική εξέταση παραδεκτή και εξεταστεί περαιτέρω, ο αιτών θα λάβει το καθεστώς αιτητή ασύλου. Εν προκειμένω, η μεταγενέστερη αίτηση της Εφεσείουσας μετά την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας με την οποία επικυρώθηκε η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου (η οποία απέρριψε την αίτηση της Εφεσείουσας να της παραχωρηθεί αυτό το καθεστώς), δεν τη μετέτρεπε σε αιτήτρια ασύλου πριν την προκαταρκτική εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης ως προς το παραδεκτό της από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου.»

 

Το γεγονός, ωστόσο, ότι, ο Εφεσείων έχει καταστεί αιτητής ασύλου, ως επεξηγήθηκε ανωτέρω, πόρρω απέχει από το να σημαίνει ότι άπαξ δια παντός και σε όλες τις περιπτώσεις δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα κράτησης του βάσει του Νόμου.

 

Αντιθέτως, είναι τις πρόνοιες του Νόμου που επικαλέσθηκε η Διευθύντρια ως συντρέχουσες, στη βάση συγκεκριμένων δεδομένων της περίπτωσης του Εφεσείοντα που ρητώς κατέγραψε, για την έκδοση του επίδικου διατάγματος κράτησης του Εφεσείοντα  (βλ. έγγραφα αρ. 74-73 στο διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, Τεκμήριο 1 στην Προσφυγή Αρ. ΔΚ47/2025) και, συγκεκριμένα, τις πρόνοιες του Άρθρου 9ΣΤ (2) (δ) του Νόμου, οι οποίες έχουν ως εξής ( με δικές μας υπογραμμίσεις):

«9ΣΤ.-(1) Απαγορεύεται η κράτηση αιτητή λόγω μόνο της ιδιότητάς του ως αιτητή, καθώς και η κράτηση ανήλικου αιτητή.

(2) Εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3), και εφόσον κρίνεται αναγκαίο και κατόπιν ατομικής αξιολόγησης κάθε περίπτωσης, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει γραπτό διάταγμα με το οποίο να θέτει υπό κράτηση αιτητή, μόνο για οποιοδήποτε από τους ακόλουθους λόγους:

(α) Για τη διαπίστωση της ταυτότητας ή της ιθαγένειας·

(β) για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή·

(γ) για να αποφασιστεί, στο πλαίσιο διαδικασίας, το δικαίωμα του αιτητή για είσοδο στο έδαφος·

(δ) όταν κρατείται στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή ή/και να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης, και το Υπουργικό Συμβούλιο τεκμηριώνει βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι το πρόσωπο είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου, ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι το πρόσωπο υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας, προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής·

(ε) όταν απαιτείται για την προστασία της εθνικής ασφάλειας ή της δημόσιας τάξης·

(στ) σύμφωνα με το Άρθρο 28 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013.»

 

(Σημειώνεται ότι ρητώς καταγράφεται στο επίδικο διάταγμα κράτησης ότι στην Διευθύντρια έχουν εκχωρηθεί οι πιο πάνω εξουσίες του Υπουργικού Συμβουλίου που αναφέρονται στο εδάφιο (δ)και δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση περί τούτου ενώπιον μας.)

 

Συνεπώς, την νομιμότητα των προϋποθέσεων που θεωρήθηκαν από τη Διοίκηση ότι πληρούνται για την έκδοση απόφασης κράτησης του Εφεσείοντα είχε υποχρέωση το πρωτόδικο Δικαστήριο να ελέγξει δυνάμει του Άρθρου 9ΣΤ (2) (δ) του Νόμου, με δεδομένο ότι η κράτηση του Εφεσείοντα - και μόνο - ήταν το αντικείμενο της ενώπιον του Προσφυγής και αυτό, κρίνουμε, έπραξε.

 

Η κρίση, λοιπόν, ότι ο Εφεσείων υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας (μεταγενέστερη αίτηση, υπό τις επεξηγήσεις της Malber, ανωτέρω) με σκοπό να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την απόφαση επιστροφής του, προήλθε, καταρχάς, από τη διοίκηση με την έκδοση της επίδικης απόφασης κράτησης του Εφεσείοντα και δεν ήταν κρίση εξ ιδίας πρωτοβουλίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο, βεβαίως, είχε δικαιοδοσία και ήταν υποχρεωμένο, όχι μόνο να εκφράσει την κρίση του επί της νομιμότητας της εν λόγω απόφασης, αλλά να ασκήσει και έλεγχο ουσίας σε σχέση με την πλήρωση των εν λόγω νομοθετικών κριτηρίων για την έκδοση του επίδικου διατάγματος κράτησης (βλ. απόφαση ημερομηνίας 20.1.2022 του (τότε) Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Εφεση κατά Άπόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ.43/2021 MONDEKE v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ, ΑΝ. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, βλ. επίσης, κατά αναλογία, απόφαση (πλειοψηφίας) ημερομηνίας 30.10.2024 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 66/2022 DEEPAK KUMAR v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ).

Κρίση επί της ουσίας, η οποία, ως εκ της φύσης της δεν περιορίζεται από την αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσεως του προσφεύγοντος, αφού αυτή η αρχή, ως γενική αρχή διοικητικού δικονομικού δικαίου, ισχύει στο βαθμό και μόνο που νόμος δεν προβλέπει διαφορετικά (βλ. απόφαση ημερομηνίας 13.2.2004 στην Προσφυγή Αρ. 11/2003 Ανδρέας Δημοσθένους ν. Δημοκρατίας). Στην παρούσα περίπτωση αυτό ακριβώς προβλέπεται στο Άρθρο 11 (3) (α),(β) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(I)/2018, σύμφωνα με το οποίο το Δικαστήριο εξετάζει την επίδικη ενώπιον του απόφαση και «προβαίνει σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής [.]» και «επικυρώνει εν όλω ή εν μέρει την απόφαση ή πράξη, ή ακυρώνει και τροποποιεί εν όλω ή εν μέρει αυτήν:[.]» (οι υπογραμμίσεις δικές μας). Η δικαιοδοσία εξέτασης επί της ουσίας, εξυπακούει ότι δυνητικά η δικαστική απόφαση μπορεί να θέσει τον προσφεύγοντα σε ευνοϊκότερη ή χειρότερη μοίρα. Είναι, δηλαδή, διαπλαστικής φύσεως (βλ. απόφαση του Διοικητικού Εφετείου ημερομηνίας 18.12.2025 στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2025 KΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ v. Β. Α.).

 

Διευκρινίζεται, βεβαίως, ότι σε σχέση με την απόφαση απόρριψης της μεταγενέστερης αίτησης του Εφεσείοντα η οποία προσβλήθηκε δικαστικώς και εκκρεμούσε κατά τον χρόνο έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης ενώπιον άλλου δικαστή του ιδίου Δικαστηρίου, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν δικαιούται να εκφέρει κρίση, αφού δεν επιτρέπεται παρεμπίπτον έλεγχος άλλης απόφασης που δεν προσβάλλεται με την προσφυγή (βλ.  DEEPAK KUMAR, ανωτέρω).

 

Δεν έπραξε, όμως τούτο, ως λανθασμένα διατείνεται η πλευρά του Εφεσείοντα.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε, ως προαναφέρθηκε, τις προϋποθέσεις έκδοσης της επίδικης απόφασης κράτησης του Εφεσείοντα, κατά νομιμότητα και κατ’ ουσία, ως είχε δικαιοδοτικό καθήκον να πράξει.

 

Ούτε ο συναφής ισχυρισμός του Εφεσείοντα ότι, το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη όταν υιοθέτησε την άποψη ότι, ο Εφεσείων δεν διαθέτει δικαίωμα παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία, παρά το ότι εναντίον της εν τέλει απορριπτικής απόφασης της Εφεσίβλητης επί του αιτήματος επανανοίγματος είχε ασκηθεί (άλλη) προσφυγή από τον Εφεσείοντα, είναι ορθός.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο σχολίαζε επ’ αυτού ουσιαστικά την αιτιολογία της παραγράφου 4 του επίδικου διατάγματος κράτησης, με την οποία σημειώθηκε το γεγονός (ως δικαιολογητικό και αυτό, μεταξύ άλλων, της έκδοσης διατάγματος κράτησης) ότι, ο Εφεσείων θεωρήθηκε απαγορευμένος μετανάστης και εναντίον του είχαν εκδοθεί διατάγματα κράτησης και απέλασης, επεξηγώντας  στη σελ. 5 και 6 της απόφασης του ουσιαστικά την νομολογιακά διακηρυγμένη αυτοτέλεια απόφασης κήρυξης προσώπου ως απαγορευμένου μετανάστη από τα διατάγματα απέλασης και κράτησης, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι η απόφαση κήρυξης του ως τέτοιου ουδέποτε ανακλήθηκε ή αμφισβητήθηκε από τον ίδιο. Αυτά, αντιλαμβανόμαστε, πάντοτε στο πλαίσιο του ελέγχου προϋποθέσεων του Άρθρου 9ΣΤ (2) (δ) του Νόμου δηλαδή ο Εφεσείων «όταν κρατείται στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή ή/και να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης..», αλλά και τις εν γένει συνολικής συμπεριφοράς και ενεργειών του που επικαλέστηκε η Διευθύντρια, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 9ΣΤ (2) (δ) του Νόμου.

 

Συνεπώς, δεν υιοθετούμε ως ορθή τη θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο πεπλανημένα ενέπλεξε το ζήτημα της κήρυξης του Εφεσείοντα ως παράνομου μετανάστη με τις προϋποθέσεις κράτησης του.

 

Τέλος, δεν υιοθετούμε ως ορθή ούτε τη συναφή θέση του Εφεσείοντα ότι το επανάνοιγμα και εξέταση της αίτησης του Εφεσείοντα επί της ουσίας κατέστησε άνευ αντικειμένου κάθε προηγούμενο συναφή ισχυρισμό περί μη προσβολής, από τον Εφεσείοντα, της απόφασης «σιωπηρής» απόρριψης της αίτησης του για χορήγηση διεθνούς προστασίας.

 

Για σκοπούς τήρησης των προϋποθέσεων της κράτησης βάση του Νόμου, όλα τα συναφή δεδομένα, ενέργειες και παραλείψεις του αιτούντος ενώπιον της διοίκησης (βλ. Mondeke, ανωτέρω) και, κατόπιν, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, τα οποία δυνατόν να καταδεικνύουν βάσιμους λόγους κωλυσιεργίας προσφεύγοντος προς παρεμπόδιση απόφασης επιστροφής του, λαμβάνονται υπόψη, ήτοι το ιστορικό της περίπτωσης.

 

Με βάση τα προαναφερθέντα, κρίνουμε ότι τόσο, ο πρώτος όσο και ο δεύτερος λόγος Έφεσης δεν ευσταθούν και απορρίπτονται.

 

Όσον αφορά τους ισχυρισμούς στον τρίτο και τέταρτο λόγο Έφεσης (μη συνυπολογισμό της οικογενειακής κατάστασης του Εφεσείοντα, έλλειψη εξατομικευμένης αξιολόγησης της περίπτωσης του Εφεσείοντα, πεπλανημένη θεώρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το επίδικο διάταγμα κράτησης πληροί τα κριτήρια της αναγκαιότητας και/ή αναλογικότητας, εσφαλμένη απόρριψη του ισχυρισμού περί εφαρμογής εναλλακτικών περιοριστικών μέτρων για τον Εφεσείοντα και/ή παράλειψη συνεκτίμησης του βέλτιστου συμφέροντος εξαρτώμενου ευάλωτου τέκνου (του) κ.λ.π.), ούτε αυτοί, βρίσκουμε, να ευσταθούν.

 

Ανέφερε σχετικά, το πρωτόδικο Δικαστήριο τα ακόλουθα, τα οποία μας βρίσκουν σύμφωνους και απαντούν ικανοποιητικά στο σύνολο των αιτιάσεων του Εφεσείοντα, ως αυτές προβλήθηκαν με τον τρίτο και τέταρτο λόγο Έφεσης:

 

«[.] Τώρα, τόσο από το κείμενο της εισηγητικής έκθεσης του Λειτουργού Μετανάστευσης που απευθυνόταν στην Διευθύντρια όσο και του πιο πάνω διατάγματος εντοπίζω ότι πράγματι καταγράφεται αριθμός λόγων στη βάση των οποίων εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα. Μεταξύ των κριτηρίων που λήφθηκαν υπόψη για την διατήρηση του μέτρου της κράτησης είναι το γεγονός ότι ενώ ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 07/06/21 στη συνέχεια απορρίφθηκε στις 11/02/25 λόγω σιωπηρής απόσυρσης με ημερομηνία επιστολής 26/02/25 (δεν αμφισβητήθηκαν με μαρτυρία ή τέθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός επί τούτου από την συνήγορο του Αιτητή που να ανατρέπει τα στοιχεία του φακέλου). Κατόπιν δε των διαταγμάτων κράτησης/απέλασης ημερομηνίας 07/10/25 και ενόσω τελούσε υπο κράτηση υπέβαλε αίτηση επανανοίγματος του φακέλου του η οποία έγινε δεκτή. Αποτελεί δε σημαντικό στοιχείο για διατήρηση της κράτησης του Αιτητή από την αρμόδια αρχή, ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία που απορρίφθηκε σιωπηρά το αίτημα διεθνούς προστασίας του Αιτητή (ήτοι 11/02/25), του χρόνου σύλληψης/κράτησης του με βάση τις πρόνοιες του Κεφ.105 για ενέργειες απέλασης του (07/10/25), το αίτημα για επανάνοιγμα αφότου είχε συλληφθεί και/ή κρατηθεί για απέλαση και/ή οι οκτώ μήνες που παρήλθαν από την σιωπηρή απόρριψη χωρίς να ενδιαφερθεί επί του αιτήματος του και/ή ενώ βρισκόταν παράνομα στη Δημοκρατία και/ή χωρίς να διευθετήσει την παραμονή του - ενέργειες που οδηγούν εμφανώς στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για πρόσωπο όπου προκύπτουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι υπέβαλε αίτηση ασύλου (στην προκειμένη περίπτωση επανάνοιγμα) προκειμένου να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής του.

 

Είναι σημαντικό επίσης να αναφερθεί ότι από το περιεχόμενο του φακέλου του προκύπτει ότι ουδέποτε από την ημερομηνία της αίτησης του το 2021 επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον για την τύχη της αίτησης του, ούτε προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια επικοινωνίας με την Υπηρεσία Ασύλου. Προκύπτει δε πλήρης έλλειψη ενδιαφέροντος και/ή αδράνεια επί της πορείας της αίτησης διεθνούς προστασίας του και μετά την σιωπηρή απόρριψη, στοιχείο που καταδεικνύει εμφανώς έλλειψη πρόθεσης ουσιαστικής προώθησης της αίτησης διεθνούς προστασίας, αντίθετα το ενδιαφέρον του Αιτητή επικεντρώθηκε στο να νομιμοποιήσει την παραμονή του εκτός του πλαισίου του προσφυγικού δικαίου που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς το ενδιαφέρον του για την αίτηση διεθνούς προστασίας και/ή τους σκοπούς υποβολής αιτήματος ασύλου (στην προκειμένη το αίτημα του για επανάνοιγμα).

 

Επί αυτού του σημείου υιοθετώ, απόσπασμα από την απόφαση της αδελφής Δικαστή Ε. Ρήγα στην Δ.Κ. 36/25 U.M. v. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Διευθύντριας Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ημερομηνίας 06/11/25, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Η επιλογή του Αιτητή να αποστασιοποιηθεί πλήρως από τη διαδικασία επί μακρόν χρονικό διάστημα, χωρίς να επικαλεστεί ή αποδείξει οποιοδήποτε εμπόδιο ανεξάρτητο από τη θέλησή του, καθιστά τη σιωπηρή απόσυρση νόμιμη συνέπεια της συμπεριφοράς του και όχι απόφαση αιφνιδιαστική ή αυθαίρετη από την πλευρά της Διοίκησης. Αυτή η παρατεταμένη απουσία συνεργασίας και η προφανής αδιαφορία για την εξέλιξη της διαδικασίας ασύλου ενισχύει αντικειμενικά την κρίση ότι η μεταγενέστερη αίτηση ασύλου, η οποία υποβλήθηκε μόνον μετά τη σύλληψή του και ενώ είχε ήδη εκδοθεί διάταγμα κράτησης και απέλασης, δεν έγινε με σκοπό την αναζήτηση προστασίας, αλλά καταχρηστικά, προς καθυστέρηση ή παρεμπόδιση της εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής, κατά την έννοια του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ)

 

Επαρκής, επίσης θεωρώ, είναι και η αιτιολογία του αρμοδίου οργάνου ότι δεν υπήρχε περιθώριο επιβολής εναλλακτικών περιοριστικών μέτρων λόγω μη πρόθεσης του να συμμορφωθεί με την απόφαση απέλασης του λόγω των προηγούμενων και υφιστάμενων ενεργειών του. Προκύπτει, συναφώς από το ιστορικό του Αιτητή και/ή την συμπεριφορά του και/ή ενέργειες του και/ή η αδράνεια του για οκτώ μήνες μετά την σιωπηρή απόρριψη του να δικαιολογείται η κράτηση του. Η κράτηση αποτελεί το έσχατο μέτρο το οποίο λαμβάνεται τηρουμένων των αρχών της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας και εφόσον δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστούν άλλα λιγότερο περιοριστικά αντί της κράτησης μέτρα, αφού ο Αιτητής ουδέποτε αμφισβήτησε την απόφαση επί της σιωπηρής απόρριψης της αίτησης διεθνούς προστασίας, ουδέποτε αμφισβήτησε την κοινοποίηση της εν λόγω απόφασης, ουδέποτε την προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα όσα δε ισχυρίζεται η συνήγορος του Αιτητή περί γνησιότητας θρησκευτικού μουσουλμανικού γάμου, καλές σχέσεις και/ή φροντίδα του ενήλικου τέκνου (παρόλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει) της κατ΄ ισχυρισμό συζύγου του και/ή τυχόν δικαιώματα για εγγραφή του ως σύζυγος ευρωπαίου πολίτη δεν είναι ζητήματα που σχετίζονται με το αίτημα ασύλου και/ή εξετάζονται από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας - αλλά αποτελούν ισχυρισμούς που συνδέονται με πρόνοιες του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (Κεφ.105) βάσει του οποίου δικαιοδοσία έχει το Διοικητικό Δικαστήριο. Ούτε δε χρήσιμες είναι οι αποφάσεις που παραπέμπει η συνήγορος του Αιτητή επί οικογενειακής ενότητας και/ή βέλτιστου συμφέροντος ανηλίκου (σημειώνεται ότι δεν είναι τέκνο του Αιτητή αλλά ούτε ανήλικο πρόσωπο) καθότι το πιστοποιητικό θρησκευτικό μουσουλμανικού γάμου από μόνο του δεν τεκμηριώνει οικογενειακό δεσμό με την ευρωπαία υπήκοο, ο κατ΄ ισχυρισμός γάμος έλαβε κατά το σχετικό έγγραφο 14/08/24 χωρίς να γίνουν άλλες ενέργειες για νομιμοποίηση της παραμονής του μέχρι την 07/10/25 και/ή ένα χρόνο μετά αδρανώντας για την τύχη της αίτησης ασύλου του η οποία απορρίφθηκε τον 2ο/2025 και/ή δεν αφορούν τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) που ορίζουν ρητώς τις περιπτώσεις κράτησης αιτούντων άσυλο. Ούτε σκοπός της παρούσας διαδικασίας είναι να αποφασιστεί η γνησιότητα του γάμου του Αιτητή, τυχόν δικαιώματα παραμονής που έχει βάσει άλλης νομοθεσίας και/ή άλλης δικαστικής δικαιοδοσίας. Αξίζει να υπομνήσθει επί τούτου ότι δικαίωμα παραμονής ως αιτούντας άσυλο δεν θεμελιώνει δικαίωμα για χορήγηση άδειας διαμονής (Άρθρο 8 περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000).

 

Στην προκειμένη περίπτωση και σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούν τον ίδιο τον Αιτητή καταλήγω ότι η έρευνα και/ή αξιολόγηση της περίπτωσης του ήτο ολοκληρωμένη με αποτέλεσμα να ληφθούν υπόψη όλα τα αναγκαία κριτήρια για εφαρμογή του Άρθρου 9ΣΤ(2) (δ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025, (Ν. 6 (Ι)/2000). Οποιοδήποτε άλλο μέτρο από αυτό που εφαρμόστηκε από την αρμόδια αρχή δεν θα ήταν αποτελεσματικό και υπήρχε εμφανής κίνδυνος λόγω της συμπεριφοράς του Αιτητή να μην συμμορφωθεί με εναλλακτικά μέτρα με σκοπό να αποφύγει την επιστροφή του.

 

Υπό τύπο σχολίου σημειώνεται ότι η αρμόδια αρχή ενήργησε με συνέπεια και εξέτασε αμέσως την αίτηση του Αιτητή μετά την έγκριση επανανοίγματος και την απέρριψε και/ή δεν υποδεικνύεται αδράνεια των Υπηρεσιών, ούτε προκύπτει, ως ο ισχυρισμός της συνηγόρου του Αιτητή, εγκατάλειψη του σκοπού της αρμόδιας αρχής για απέλαση του και/ή αναλόγως φυσικά του αποτελέσματος της προσφυγής του στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας.

 

Συνεπώς, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται, το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης επικυρώνεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.»

 

Κρίνουμε τις πιο πάνω διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου εύλογες και επαρκώς τεκμηριωμένες, συνάδουσες δε, με τα όσα αναδύονται ως δεδομένα από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης.

 

Από το πιο πάνω απόσπασμα φαίνεται ότι σχολιάστηκε ρητώς η οικογενειακή κατάσταση του Εφεσείοντα και το ζήτημα του ισχυρισμού εξαρτώμενου τέκνου του, διενεργήθηκε εξατομικευμένη αξιολόγηση της περίπτωσης του, ρητώς σχολιάστηκε και εύλογα κρίθηκε ότι το επίδικο διάταγμα κράτησης πληροί τα κριτήρια της αναγκαιότητας και/ή αναλογικότητας και εύλογα απορρίφθηκε ο ισχυρισμός περί δυνατότητας εφαρμογής εναλλακτικών περιοριστικών μέτρων για τον Εφεσείοντα.

 

Υπενθυμίζουμε ότι το Διοικητικό Εφετείο δεν συνιστά δικαστήριο ελέγχου ουσίας της διοικητικής ή της πρωτόδικης απόφασης (ενδεικτικά, βλ. απόφαση Εφετείου ημερομηνίας 29.11.2024 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 65/2023 Εjikeme ν. Δημοκρατίας) αλλά μόνο νομιμότητας (βλ. και Άρθρο 13 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν.73(Ι)/2018).

 

Ως καταληκτική παρατήρηση, ούτε η μεταγενέστερη εξέλιξη στην υπόθεση, ήτοι το γεγονός ότι ο Εφεσείων αφέθηκε, τελικά, ελεύθερος υπό περιοριστικούς όρους (βλ. ανωτέρω) δύναται να μεταβάλει την άποψη μας περί της ορθότητας της πρωτόδικης κρίσης περί του νομίμου της διαταχθείσας κράτησης, λόγω πιθανολόγησης πλάνης ως εκ της εν λόγω εξέλιξης, αφού είναι παντελώς άγνωστο στο Διοικητικό Εφετείο, επί τη βάσει ποιων δεδομένων ή τυχόν διαφοροποιήσεων αυτών σε σχέση με αυτά που οδήγησαν αρχικά στην έκδοση του επίδικου διατάγματος κράτησης, λήφθηκε η εν λόγω απόφαση.

 

Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, τόσο ο τρίτος, όσο και ο τέταρτος λόγος Έφεσης απορρίπτονται.

 

Για τους λόγους που επεξηγήθηκαν ανωτέρω, η Έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται στο σύνολο της.

 

Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

Επιδικάζονται έξοδα εναντίον του Εφεσείοντα και υπέρ της Εφεσίβλητης ύψους €2000.

 

                                                           ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.

 

 

                                                            Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.

 

 

                                                                    Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο