ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 7/2022 i-justice)
30 Ioυνίου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
M. M. G. M.
Εφεσείων,
v.
KΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ
ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Εφεσίβλητης.
--------------------
Π. Πιερίδης, για ΠΙΕΡΙΔΗΣ & ΠΙΕΡΙΔΗΣ, για Εφεσείοντα.
Ν. Νικολάου (κα), εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την υποφαινόμενη.
-----------------------------
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Το Διοικητικό Δικαστήριο με την απόφαση του ημερομηνίας 19/7/2022 απέρριψε την Προσφυγή Αρ. 948/2022(Κ) (i-justice) που ο Εφεσείων είχε καταχωρίσει εναντίον της απόφασης της Εφεσίβλητης να τον κηρύξει απαγορευμένο μετανάστη και να εκδώσει εναντίον του στις 30/4/2022 διατάγματα κράτησης και απέλασης.
Προηγουμένως, στις 6/7/2022, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εκδώσει απορριπτική ενδιάμεση απόφαση επί της αίτησης του Εφεσείοντα ημερομηνίας 23/6/2022 για προσαγωγή μαρτυρίας.
Τα πραγματικά γεγονότα της περίπτωσης καταγράφονται λεπτομερώς στην πρωτόδικη Απόφαση ημερομηνίας 19/7/2022 και για αποφυγή επαναλήψεων μεταφέρονται:
«Όπως αναφέρεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τη Δημοκρατία, ο αιτητής είναι Αιγύπτιος υπήκοος. Αφίχθηκε στη Δημοκρατία στις 20.1.2017 με άδεια εισόδου ως εργάτης σε εταιρεία στη Λευκωσία, άδεια που ήταν σε ισχύ μέχρι και τις 30.11.2018, αφού αυτή ακυρώθηκε λόγω επιστροφής στη χώρα καταγωγής του. Όταν στις 18.9.2018 επιχείρησε να επιστρέψει στη Δημοκρατία, δεν του επιτράπηκε η είσοδος.
Λίγες μέρες αργότερα, συγκεκριμένα την 1.10.2018 ο αιτητής τέλεσε γάμο στην Αίγυπτο, με ελληνοκύπρια υπήκοο. Στις 11.7.2019 του δόθηκε άδεια διαμονής ως σύζυγος κύπριας υπηκόου, με ισχύ μέχρι την 4.12.2021. Στη βάση παραπόνου που υπέβαλε κατά του εργοδότη του, η Επιτροπή Εξέτασης Εργατικών Διαφορών αποφάσισε στις 29.5.2019, όπως καταβληθεί στον αιτητή συγκεκριμένο ποσό που αφορούσε σε εργατική διαφορά.
Η σύζυγος του αιτητή καταχώρησε στις 10.12.2021 αίτηση διαζυγίου ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ενώ με επιστολή της ημερομηνίας 9.3.2022 προς το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ανέφερε πως ο ίδιος την εκμεταλλεύτηκε προκειμένου να εξασφαλίσει άδεια διαμονής στη Δημοκρατία.
Στις 18.3.2022, το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης απέρριψε την αίτηση που υπέβαλε ο αιτητής στις 14.2.2022 για παραχώρηση άδειας προσωρινής παραμονής ως μέλος οικογένειας Κύπριου πολίτη. Όπως αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή, η υποβληθείσα εκ μέρους του αίτηση απερρίφθη, λόγω καταχώρησης αίτησης διαζυγίου από την Κύπρια σύζυγό του ημερομηνίας 10.12.2021 και ενόψει τούτου, δεν διατηρούσε δικαίωμα παραμονής. Σημειώνεται πως κατά της νομιμότητας της πιο πάνω απόφασης, ο αιτητής δεν άσκησε προσφυγή.
Το διαζύγιο του αιτητή με την Κύπρια σύζυγο εκδόθηκε στις 21.3.2022. Στις 29.4.2022 τα στοιχεία του αιτητή καταχωρήθηκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων και την ίδια μέρα, ο αιτητής συνελήφθη για παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία. Εναντίον του εκδόθηκαν τα προσβαλλόμενα διατάγματα κράτησης και απέλασης ημερομηνίας 30.4.2022».
Με τέσσερις Λόγους Έφεσης βάλλεται τόσο η ενδιάμεση απόφαση όσο και η τελική απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 1 ισχυρίζεται ο Εφεσείων ότι, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την ενδιάμεση αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας, η οποία οδήγησε αναπόφευκτα και στην απόρριψη ολόκληρης της Προσφυγής. Με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 2 προβάλλει ο Εφεσείων ότι, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ημερομηνίας 30/4/2022, με την οποία εξέδωσε διάταγμα κράτησης και απέλασης εναντίον του και με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 3, ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ορθή εφαρμογή του Άρθρου 18ΠΣΤ(1) του Κεφ. 105. Με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 4 προβάλλει ο Εφεσείων ότι, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εκτιμήσει ορθά τα ενώπιoν του στοιχεία και κατέληξε σε λανθασμένα συμπεράσματα καθώς επίσης και ότι η πρωτόδικη απόφαση πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας.
Έχουμε εξετάσει τις θέσεις και την επιχειρηματολογία που ο Εφεσείων προβάλλει (η Εφεσίβλητη δεν καταχώρησε περίγραμμα αγόρευσης).
Κατά λογική προτεραιότητα θα εξεταστεί ο Λόγος Έφεσης Αρ. 1, ο οποίος αφορά την ενδιάμεση απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία απερρίφθη η αίτηση του ημερομηνίας 23/6/2022 για προσαγωγή μαρτυρίας και τον συναφή με αυτόν Λόγο Έφεσης Αρ. 4 (ανωτέρω).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της πιο πάνω ενδιάμεσης αίτησης, αφού αναφέρθηκε στη σχετική επί του θέματος νομολογία κατέληξε ως ακολούθως:
«Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο διοικητικός φάκελος της υπόθεσης, έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο 1. Προκύπτει από το περιεχόμενό του, πως η τελευταία άδεια προσωρινής παραμονής που παραχωρήθηκε στον αιτητή, είχε ισχύ μέχρι τις 4.12.2021. Δεύτερη δε αίτηση ημερομηνίας 14.2.2022 για ανανέωση της άδειας προσωρινής παραμονής του, απερρίφθη με επιστολή ημερομηνίας 18.3.2022.
Παρατηρώ από το περιεχόμενο της προτεινόμενης να προσαχθεί ως μαρτυρία, ήτοι από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την υπό εκδίκαση αίτηση, πως όλοι οι ισχυρισμοί του αιτητή, επιχειρούν να πείσουν πως ο αιτητής δεν έχει σκοπό να διαφύγει από τη Δημοκρατία, αλλά αντιθέτως, σκοπεύει να παραμείνει στη Δημοκρατία, λόγω του ότι: είναι μάρτυρας - παραπονούμενος σε δύο ποινικές υποθέσεις, η μητέρα του και ο αδελφός του διαμένουν στη Κύπρο, είχε προγραμματισμένο ραντεβού στις 2.5.22 για υποβολή αίτησης ανανέωσης της άδειας προσωρινής παραμονής του, ενώ έχει δημιουργήσει δεσμούς με την Κυπριακή κοινωνία και ομιλεί την ελληνική γλώσσα.
Από το σύνολο των πιο πάνω γεγονότων, καταδεικνύεται πως ο αιτητής επιχειρεί, με την σκοπούμενη να προσάξει μαρτυρία, να πείσει περί των συνθηκών κράτησης του, προκειμένου να αφεθεί ελεύθερος, έτσι ώστε να προβεί σε ενέργειες προς υποστήριξη των όσων αναφέρει πιο πάνω (να παραστεί στο Δικαστήριο στις δύο ποινικές υποθέσεις και να διευθετήσει την παραμονή του στη Δημοκρατία).
Βεβαίως, όλα τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται ο αιτητής, ουδέποτε τέθηκαν υπόψη της διοίκησης. Δεν βρίσκεται τίποτε απολύτως μέσα στο διοικητικό φάκελο, σε σχέση με τα όσα διατείνεται. Στην παρούσα δικαστική διαδικασία, επίδικο ζήτημα, παραμένει η νομιμότητα έκδοσης των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του αιτητή, ημερομηνίας 30.4.2022, στη βάση των όσων είχε ενώπιον της η διοίκηση κατά τον ουσιώδη χρόνο. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει πρωτογενώς, ούτε μεταγενέστερα γεγονότα, ούτε και ισχυρισμούς που ουδέποτε τέθηκαν υπόψη της διοίκησης. Ούτε άλλωστε το Δικαστήριο έχει εξουσία να καθορίσει τους όρους κράτησης του αιτητή.
Αυτό που προκύπτει από το Τεκμήριο 1, να ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, είναι πως η άδεια προσωρινής παραμονής του αιτητή, είχε λήξει στις 4.12.2021. Άλλωστε το προγραμματισμένο ραντεβού του αιτητή, όπως ο ίδιος το περιγράφει με ημερομηνία 2.5.2022 ήταν εκτός του ουσιώδους χρόνου έκδοσης των προβαλλόμενων διαταγμάτων.
Κατά δεύτερον, ο αιτητής δεν ανέφερε οτιδήποτε στη διοίκηση σε σχέση με την εκκρεμότητα των ποινικών υποθέσεων και την αναγκαιότητα, κατά τις θέσεις του, να παραμείνει στο έδαφος της Δημοκρατίας.
Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αποδεχτεί ως μαρτυρία, ζητήματα τα οποία διαφοροποιούν, αλλοιώνουν και τροποποιούν τα όσα είχε ενώπιον της η Διοίκηση κατά τον ουσιώδη χρόνο, ούτε έχει εξουσία να προβαίνει σε πρωτογενή κρίση των στοιχείων, τα οποία δεν ευρίσκοντο κατά τον ουσιώδη χρόνο ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού οργάνου.
Ενδεχόμενα, τα όσα θεωρεί ο ίδιος σημαντικά, θα μπορούσε να τα υποβάλει δια επιστολής του, υπόψιν της διοίκησης, προς εξέταση και όχι να τα θέτει το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου».
Ισχυρίζεται ο Εφεσείων στο περίγραμμα του, ότι στο Τεκμήριο 1 της Ένορκης Δήλωσης (εφεξής «ΕΔ») που συνοδεύει την αίτηση, παρουσίασε με λεπτομέρειες τη μαρτυρία που προτίθεται να προσαγάγει, η οποία είναι σχετική με την εγκυρότητα των εκδοθέντων επίδικων διαταγμάτων και προγενέστερη της έκδοσης τους, αφού όπως επεξηγείται στην ΕΔ του, έθεσε τα γεγονότα ενώπιον της διοίκησης στο στάδιο της σύλληψης και προτού εκδοθούν από την Αν. Διευθύντρια τα προσβαλλόμενα διατάγματα. Τα γεγονότα, συνεχίζει, ξεκαθαρίζουν κατά πόσο ο Εφεσείων είχε δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία και επομένως η Αν. Διευθύντρια ενήργησε υπό πλάνη περί τα πράγματα και με ανεπαρκή έρευνα, αφού δεν έλαβε υπόψη το προγραμματισμένο ραντεβού για υποβολή αίτησης για άδεια παραμονής το οποίο διευθετήθηκε πριν τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των διαταγμάτων και τις ποινικές υποθέσεις στις οποίες ο Εφεσείων ήταν παραπονούμενος, καθώς επίσης και την ύπαρξη δεσμών του Εφεσείοντα στη Δημοκρατία.
Υποδεικνύει επίσης ο Εφεσείων, ότι τα γεγονότα σχετίζονται με τα κριτήρια εφαρμογής του Άρθρου 18ΠΣΤ(1) του Κεφ. 105, που αφορούν το διάταγμα κράτησης, όπως η προηγούμενη καλή συμπεριφορά και ο χαρακτήρας του ατόμου και ότι δεν έγινε οποιαδήποτε εξατομικευμένη αξιολόγηση της υποκειμενικής του συμπεριφοράς και των περιστατικών που περιβάλλουν την περίπτωση του.
Έχουμε ανατρέξει στην ΕΔ του ενόρκως δηλούντα κ. Μ. Πιερίδη που συνοδεύει την ενδιάμεση αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας. Σύμφωνα με την παρ. 3 της ΕΔ, ο Εφεσείων επιζητεί να προσαγάγει μαρτυρία επειδή τα προσβαλλόμενα διατάγματα εκδόθηκαν στη βάση του Άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105 «καθότι παρέμεινε στη Δημοκρατία παράνομα» και καθίστατο αναγκαίο όπως «προσαγάγει μαρτυρία ότι έχει δικαίωμα παραμονής». Στην παρ. 4 της ΕΔ αναφέρεται ότι, καθίσταται αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας για να αποδείξει ο Εφεσείων ότι το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης που εκδόθηκε στη βάση του Άρθρου 18ΠΣΤ(1) του Κεφ. 105 «καθότι διαπιστώθηκε ότι υπάρχει κίνδυνος διαφυγής […] δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων» εκδόθηκε σε λανθασμένη βάση, χωρίς δέουσα έρευνα και με πλάνη περί τα πράγματα.
Σημειώνεται δε στη παρ. 7 της ΕΔ του κ. Μ. Πιερίδη, ότι σύμφωνα με την ΕΔ του Εφεσείοντα που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην επίδικη αίτηση, η μαρτυρία που επιθυμεί να προσαγάγει ο Εφεσείων είναι σχετική με τα προσβαλλόμενα διατάγματα και περιέχει γεγονότα που προϋπήρξαν της επίδικης απόφασης, τα οποία δεν συμπεριλήφθηκαν στον διοικητικό φάκελο, όπως είναι η επιβεβαίωση του ραντεβού του στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (εφεξής «Τμήμα») και οι δύο ποινικές υποθέσεις στις οποίες είναι παραπονούμενος ο Εφεσείων. Επισυνάπτονται δε σχετικά αποδεικτικά ως Τεκμήρια Α και Β.
Σύμφωνα δε με την ΕΔ του ίδιου του Εφεσείονα, παρ. 3, από την πρώτη στιγμή της σύλληψης του προσπάθησε να εξηγήσει στον αστυνομικό ότι είχε προγραμματισμένο ραντεβού στις 2/5/2022 (δηλ. τρεις μέρες μετά τη σύλληψη του) στο Τμήμα, με σκοπό να υποβάλει «αίτηση για Διατήρηση του δικαιώματος διαμονής ως μέλος οικογένειας Κύπριας πολίτη σε περίπτωση διαζυγίου», εφόσον είχε συμπληρώσει τρία χρόνια γάμου. Αναφέρει επίσης ότι, προγενέστερα, στις 14/4/2022 προσήλθε στο Τμήμα με σκοπό να υποβάλει αίτηση για άδεια παραμονής ως διαζευγμένος και επειδή το διαζύγιο δεν ήταν στην κατοχή του, η λειτουργός δεν αποδέχτηκε την αίτηση και τον υποχρέωσε να κλείσει ραντεβού στις 2/5/2022.
Υπόβαθρο της επίδκης κήρυξης του Εφεσείοντα ως απαγορευμένου μετανάστη και κατ’ ακολουθία της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης αποτελεί η παράνομη παραμονή του Εφεσείοντα στη Δημοκρατία.
Σύμφωνα με τα πραγματικά γεγονότα της περίπτωσης, στις 14/2/2022 ο Εφεσείων υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση άδειας προσωρινής παραμονής ως μέλος οικογένειας Κύπριου πολίτη. Αυτή η αίτηση απερρίφθη στις 18/3/2022 λόγω καταχώρισης αίτησης διαζυγίου από την Κύπρια σύζυγο του και όπως αναφέρθηκε από το αρμόδιο Τμήμα, ενόψει τούτου δεν διατηρούσε δικαίωμα παραμονής. Ο Εφεσείων δεν άσκησε προσφυγή εναντίον της απόφασης αυτής.
Την 21/3/2022 εκδόθηκε το διαζύγιο του Εφεσείοντα με την Κύπρια σύζυγο και σύμφωνα με την ΕΔ του Εφεσείοντα, στις 14/4/2022 προσήλθε στο Τμήμα για να υποβάλει αίτηση για άδεια παραμονής ως διαζευγμένος πλέον με την Κύπρια σύζυγο και επειδή δεν είχε στην κατοχή του το διαζύγιο, η λειτουργός δεν αποδέχτηκε την αίτηση και έκλεισε ραντεβού στις 2/5/2022. Εν τω μεταξύ, στις 29/4/2022, τα στοιχεία του Εφεσείοντα καταχωρήθηκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων και την ίδια μέρα συνελήφθη για παράνομη παραμονή.
Στην ενδιάμεση απόφαση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο Εφεσείων επιχειρεί με την σκοπευμένη μαρτυρία να πείσει περί των συνθηκών κράτησής του, προκειμένου να αφεθεί ελεύθερος, έτσι ώστε να προβεί σε ενέργειες προς υποστήριξη των όσων αναφέρει και ότι όλα τα γεγονότα στα οποία ο Εφεσείων, αναφέρεται δεν βρίσκονται μέσα στον διοικητικό φάκελο και ουδέποτε τέθηκαν υπόψη της διοίκησης. Έκρινε επίσης, ότι το προγραμματισμένο ραντεβού στις 2/5/2022 στο οποίο αναφέρεται ο Εφεσείων «ήταν εκτός του ουσιώδους χρόνου έκδοσης των προ(σ)βαλλόμενων διαταγμάτων». Συναφώς κατέληξε ότι, δεν μπορεί το Δικαστήριο να αποδεχθεί ως μαρτυρία ζητήματα που διαφοροποιούν, αλλοιώνουν και τροποποιούν τα όσα είχε ενώπιον της η διοίκηση κατά τον ουσιώδη χρόνο, ούτε έχει εξουσία να προβαίνει σε πρωτογενή κρίση.
Με κάθε σεβασμό δεν συμφωνούμε με την πιο πάνω προσέγγιση.
Ο Εφεσείων επιχειρεί να αποδείξει ότι τα γεγονότα της ΕΔ του δεν ήταν υπόψη της Αν. Διευθύντριας, η οποία τελεί υπό πλάνη περί τα πραγματικά γεγονότα συνεπεία μη επαρκούς έρευνας σε σχέση με το ζήτημα της παράνομης παραμονής του.
Μπορεί η αίτηση του Εφεσείοντα για προσωρινή άδεια παραμονής του ως μέλος οικογένειας Κύπριου πολίτη να απερρίφθη στις 18/3/2022 και ο Εφεσείων να μην προσέβαλε την απόφαση αυτή, ισχυρίζεται όμως ότι πριν από την επίδικη κήρυξη του ως απαγορευμένου μετανάστη και έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων, στις 14/4/2022 προσήλθε στο Τμήμα για να υποβάλει αίτηση για άδεια παραμονής ως διαζευγμένος με την Κύπρια σύζυγο και έκλεισε ραντεβού για τον σκοπό αυτό στις 2/5/2022. Βεβαίως δεν είναι έργο του Δικαστηρίου η πρωτογενής αξιολόγηση των στοιχείων αυτών, παραμένει όμως άγνωστο πώς τα στοιχεία αυτά θα αξιολογούνταν από το αρμόδιο Τμήμα και την Αν. Διευθύντρια του Τμήματος, αν ήταν υπόψη τους.
Συνεπώς στην έκταση που τα στοιχεία τα οποία ο Εφεσείων επιθυμεί να προσαγάγει ως μαρτυρία καταδεικνύουν ενδεχόμενο πλάνης, αυτά μπορεί να είναι σχετικά και δεν θα μπορούσαν να αγνοηθούν γιατί είναι συνυφασμένα με το πραγματικό καθεστώς κάτω από το οποίο λήφθηκαν οι επίδικες αποφάσεις.
Απόλυτα σχετικά για το ζήτημα είναι τα αποφασισθέντα στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στη Φίλιππος Χαριλάου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 10/2021, ημερομηνίας 29/5/2026 απόσπασμα της οποίας παρατίθεται:
«Η νομολογία αναγνωρίζει ότι νέα στοιχεία μπορούν να γίνουν δεκτά νοουμένου ότι πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Ιακωβίδης ν. Ε.Δ.Υ. (1997) 3 Α.Α.Δ. 28, στην οποία αναλύονται οι βασικές αρχές που διέπουν το θέμα. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:
«Ως προς την επιστολή - νέο στοιχείο, δεχόμαστε πως δεν προκύπτει από την υπόθεση Σταύρου (ανωτέρω) πως ως θέμα δικαιοδοτικής τάξης, αποκλείεται γενικά και για οποιοδήποτε σκοπό, η εξέταση στοιχείων που προσάγονται για πρώτη φορά στο Δικαστήριο.
[.]
Είναι, συναφώς, νομολογημένο πως νέα στοιχεία μπορεί να είναι σχετικά, μεταξύ άλλων, στην έκταση που καταδεικνύουν ενδεχόμενο πλάνης. Σ' αυτή την περίπτωση δεν προσδιορίζονται τα γεγονότα και η εν τέλει επίπτωσή τους, αλλά η δυναμική τους.»
Σχετική επί του θέματος είναι και η πιο πρόσφατη απόφαση Χριστόδουλος Καρμιώτης Λτδ ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 5/16 και 104/19, ημερομηνίας 12.05.2025, στην οποία μας παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος του εφεσείοντα. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:
«Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει την προσκόμιση μαρτυρίας, αν αυτή είναι σχετική με τα επίδικα θέματα. Αυτό μάλιστα μπορεί να επιτραπεί σε όλα τα στάδια της δίκης, τόσο κατά την πρωτοβάθμια, όσο κατά την δευτεροβάθμια δικαιοδοσία (Πανεπιστήμιο Κύπρου ν. Κωνσταντίνου κ.ά. (1994) 3 ΑΑΔ 145, 162). Το Δικαστήριο έχοντας υπόψη τα επίδικα θέματα, τους λόγους ακυρώσεως που υποστηρίχθηκαν καθώς και τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η προσφυγή, κρίνει κατά πόσο η επιδιωκόμενη να προσαχθεί η μαρτυρία είναι σχετική (Petrolina Ltd κ.ά. ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου, υπ. αρ. 223/2000 κ.ά., ημερ. 4/4/2002).
Σε κάθε περίπτωση δεν είναι δυνατόν να προσκομιστεί μαρτυρία που αλλοιώνει το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, προς ενίσχυση του κύρους της προσβαλλόμενης απόφασης (Α.Ε. 125/14 Κ.Δ. μέσω Υπ. Συγκοινωνιών & Έργων ν. D. J. Karapatakis Sons Ltd Consortium, ημερ. 13/7/2015).
Η κρίση του Δικαστηρίου πρωτοδίκως σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ότι δηλαδή δεν επιτρέπεται η προσκόμιση μαρτυρίας που να ανατρέπει το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Είναι στους καθ' ων η αίτηση που δεν μπορεί να επιτραπεί η προσκόμιση μαρτυρίας προς συμπλήρωση των ελλείψεων του διοικητικού φακέλου ή και προς αντίκρουση των όσων προκύπτουν από τους διοικητικούς φακέλους προς ενίσχυση του κύρους της απόφασης. Πράγματι το Δικαστήριο κρίνει τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων. Αν όμως οι αιτητές σε προσφυγή επιδιώκουν να αποδείξουν λόγους ακυρώσεως περί πλάνης της Διοίκησης περί τα πράγματα ή και έλλειψης δέουσας έρευνας, μπορούν να προσκομίσουν σχετική μαρτυρία προς υποστήριξη των λόγων ακυρώσεως.»
Στην υπόθεση Χρ. Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Αμπελουργικών Προϊόντων (1992) 3 Α.Α.Δ. 228, προέκυψε, από έρευνα που διεξήχθη μετά τον επίδικο διορισμό, ένα νέο στοιχείο. Η έρευνα κατέδειξε ότι ένα ενδιαφερόμενο μέρος δεν κατείχε απολυτήριο, γεγονός που άφηνε ανοικτό το ενδεχόμενο πλάνης ως προς το αν ο διορισθείς κατείχε το απαιτούμενο, από το σχέδιο υπηρεσίας, προσόν. Το νέο αυτό στοιχείο οδήγησε στην ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης και στην ακύρωση του διορισμού. Η Ολομέλεια έκρινε πως δεν μπορούσε να αγνοηθεί η επιστολή του Υπουργείου Παιδείας, μεταγενέστερη της προσβαλλομένης απόφασης. Όπως τονίστηκε από τον Νικήτα, Δ., σελ. 234-235:
«Το υλικό που προσκομίστηκε ήταν τέτοιο που δεν μπορούσε να αγνοηθεί γιατί ήταν άρρηκτα συνυφασμένο με το πραγματικό καθεστώς κάτω από το οποίο λήφθηκε η επίδικη απόφαση. Το τεκμήριο της κανονικότητας κάμπτεται μπροστά σε ένα τόσο σοβαρό στοιχείο του Υπουργείου Παιδείας που προσκόμισε ο εφεσείων. Παρατηρεί σχετικά την απόφαση Κουμής Χατζημιχαήλ και Άλλοι ν. Δημοκρατίας (1972) 3 Α.Α.Δ. 246, 252:
«According to the principles of administrative law there exists a presumption that an administrative decision is reached after a correct ascertainment of relevant facts; but such presumption can be rebutted if a litigant succeeds in establishing that there exists at least a probability that a misconception has led to the taking of the decision complained of (see, inter alia, Stasinopoulos on the Law of Administrative Acts-"Στασινοπούλου Δίκαιον των Διοικητικών Πράξεων", 1951, π. 304 et seq.)»
Στην ιδίαν απόφαση τονίζεται ότι η πιθανολόγηση της ορθότητας του ισχυρισμού αρκεί για να ακυρωθεί η επίδικη πράξη, έτσι ώστε να υπάρχει η ευχέρεια για πλήρη διερεύνηση του θέματος από τη διοίκηση. Γίνεται επίκληση της Ζένιος ν. Δημοκρατίας (1983) 3 Α.Α.Δ. 1181, 1183 και 1184, ως προς την πιθανότητα εμφιλοχώρησης πλάνης στη διαδικασία λήψης διοικητικής πράξης σαν λόγος ακύρωσης και συγκεκριμένα του πιο κάτω αποσπάσματος από τις σελίδες 1183 και 1184:
«It is clear from our case-law that in order to succeed, in a case of this nature, in annulling the relevant administrative decision an applicant has only to show that there exists a reasonable probability that a misconception has led to the taking of such decision (see, in this respect, inter alia, Kozakis v. The Council of Ministers (1967) 3 C.L.R. 265, 268, and Mallouros v. The Electricity Authority of Cyprus (1974) 3 C.L.R. 220, 224).»
Η αρχή που υιοθετήθηκε στην Κωνσταντίνου ανωτέρω, αναλύεται ως εξής στο σύγγραμμα του Στασινόπουλου, Δίκαιο των Διοικητικών Πράξεων, (1951), σελ. 304 και 305:
«Όντως η νομολογία δημιουργεί τεκμήριον κατά της πλάνης, ήτοι τεκμήριον υπέρ της ορθής εξακριβώσεων των πραγματικών περιστατικών [.]. Το τεκμήριο όμως τούτο είναι ιδιόρρυθμον, διότι κάμπτεται αφ' ης στιγμής η χαρακτηριστική εις το συζητητικόν σύστημα δραστηριότης του διαδίκου κατορθώση να καταστήση πιθανήν την πλάνη, ήτοι να δημιουργήσει παρά τω δικαστή απλώς αμφιβολίας περί της ορθότητας της διαπιστώσεων του πραγματικού εκ μέρους της Διοικήσεως. Εν τοιαύτη περιπτώσει, ο δικαστής, ευρισκόμενος εν αμφιβολία, δεν κλίνει προς το τεκμήριον, αλλά τρέπεται προς μίας των δύο οδών: ή δηλαδή α) διατάσσει αποδείξεις ή β) ακυροί την πράξιν, ίνα η Διοίκησις διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά κατά τρόπον μη καταλείποντα αμφιβολίας. Η ακύρωσις όμως δεν επέρχεται διότι τεκμαίρεται πλάνη της Διοικήσεως (τότε η πράξις θα ηκυρούτο άνευ ετέρου λόγω της πλάνης), αλλά διότι κρίνεται αναγκαίον όπως απαλλαγή η πράξις της υπόνοιας της πλάνης, χωρίς να απαγορεύεται η επανάληψις αυτής υπό το αυτό περιεχόμενον. Τοιαύτη επανάληψις θα εσήμαινε ότι η Διοίκησις αποδεικνύει ήδη το μη πεπλανημένον της διαπιστώσεως των πραγματικών περιστατικών.»
Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο και στη Ελαιουργία Πεττεμερίδης Λτδ ν. Δημοκρατίας (1994) 3 Α.Α.Δ. 199.
Καταληκτικά, το τεκμήριο υπέρ της ορθότητας της πραγματικής διαπίστωσης από τη διοίκηση κάμπτεται όταν ο προσφεύγων κατορθώσει να καταστήσει πιθανή την πλάνη, να δημιουργήσει δηλαδή απλώς αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ορθότητα της διαπίστωσης του πραγματικού υποβάθρου που λήφθηκε υπόψη από τη Διοίκηση. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει πιθανότητα πλάνης της Διοίκησης ως προς τα γεγονότα, ακυρώνει την πράξη για να μπορέσει η Διοίκηση στη συνέχεια να διαπιστώσει τα πραγματικά γεγονότα «. μη καταλείποντα αμφιβολίας». (Βλ. σύγγραμμα του Μ. Στασινόπουλου, «Δίκαιον των Διοικητικών Πράξεων», (ανωτέρω)).
Καθοδηγούμενοι από τις πιο πάνω αρχές, καταλήγουμε ότι τα επίδικα έγγραφα, Παραρτήματα 7 και 8, συνιστούν στοιχεία που είναι άρρηκτα συνυφασμένα με το πραγματικό καθεστώς κάτω από το οποίο λήφθηκε η επίδικη απόφαση και αποκαλύπτουν εξ αντικειμένου ελλιπή έρευνα και το ενδεχόμενο πλάνης σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα. Το θέμα πρέπει να τύχει επανεξέτασης από την Διοίκηση, έχοντας πλέον υπόψη και το περιεχόμενο των Παραρτημάτων 7 και 8, που οφείλει να συνεκτιμήσει μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία, για να μπορέσει να διαπιστώσει, χωρίς να καταλείπονται οποιεσδήποτε αμφιβολίες, τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και να δώσει επαρκή και δέουσα αιτιολογία.».
Επομένως καταλήγουμε ότι η σκοπούμενη μαρτυρία περιλαμβάνει στοιχεία που είναι άρρηκτα συνυφασμένα με το πραγματικό καθεστώς λήψης των επίδικων αποφάσεων και αποκαλύπτουν ελλιπή έρευνα και ενδεχόμενο πλάνης σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα.
Οι Λόγοι Έφεσης 1 και 4 επιτυγχάνουν.
Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μας παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων Λόγων Έφεσης.
Η Έφεση επιτυγχάνει και η πρωτόδικη Απόφαση, περιλαμβανομένης της διαταγής για έξοδα, παραμερίζεται. Η επίδικη διοικητική απόφαση ακυρώνεται. Επιδικάζονται 3500 ευρώ, ως κατ’ έφεση έξοδα, υπέρ του Εφεσείοντα και εναντίον της Εφεσίβλητης.
Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο