ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 119/2024)
16 Ιουλίου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
J. M.
Εφεσείων,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ
Εφεσίβλητης.
-------------------
Π. Πιερίδης, για ΠΙΕΡΙΔΗΣ & ΠΙΕΡΙΔΗΣ, δικηγόροι για τον Εφεσείοντα.
Α. Παπαδοπούλου (κα), δικηγόρος, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δικηγόρο για την Εφεσίβλητη.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Σεραφείμ, Δ.:
---------------------
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΕΡΑΦΕΙΜ., Δ.: Ο Εφεσείων είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής «Λ.Δ.Κονγκό»). Αφού εισήλθε στις 30.6.2019 στην Κυπριακή Δημοκρατία, υπέβαλε στις 2.7.2019 αίτηση χορήγησης διεθνούς προστασίας, σε ηλικία, τότε, (περίπου) 17 χρονών. Συνέντευξη του Εφεσείοντα σε σχέση με την εν λόγω αίτηση του πραγματοποιήθηκε στις 27.9.2019 και στις 26.1.2022.
Στη βάση αρνητικής εισήγησης του εξετάζοντος την περίπτωση λειτουργού ημερομηνίας 28.2.2022, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου απέρριψε, στις 4.3.2022, την αίτηση του Εφεσείοντα και αποφάσισε την επιστροφή του στη Λ.Δ. Κονγκό. Εναντίον της απόφασης απόρριψης της αίτησης του, ο Εφεσείων καταχώρισε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας την Προσφυγή Αρ. 4019/2022 (εφεξής η «Προσφυγή»), στην οποία εκδόθηκε, στις 7.11.2024, απορριπτική απόφαση (εφεξής «η πρωτόδικη απόφαση»), η οποία αποτελεί το αντικείμενο της υπό εξέταση Έφεσης.
Ο Εφεσείων πρόβαλε και προώθησε τρεις λόγους Έφεσης, τους εξής:
Με τον πρώτο λόγο Έφεσης, ο Εφεσείων διατείνεται ότι «Το πρωτόδικο δικαστήριο παρέλειψε να εκτιμήσει ορθά τα ενώπιον του στοιχεία και κατέληξε σε λανθασμένα συμπεράσματα και η πρωτόδικη απόφαση πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας που αποτελεί αιτία ανατροπής πρωτόδικης απόφασης.».
Με τον δεύτερο λόγο Έφεσης, ο Εφεσείων ισχυρίζεται ότι «το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε ότι έγινε επαρκής και/ή δέουσα έρευνα από τους Καθ’ ων η αίτηση/Εφεσίβλητους (σελ. 20 21 της απόφασης).».
Με τον τρίτο λόγο Έφεσης, ο Εφεσείων προβάλλει ότι «Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι ο Αιτητής/ Εφεσείοντας δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης και ότι η περίπτωση του δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα βάσει του άρθρου 3 του Περί Προσφύγων Νόμου και/ή το καθεστώς της υποκατάστατου προστασίας βάσει του άρθρου 19 του ίδιου νόμου (σελ. 22-23, 26-27 της απόφασης).».
Εξετάσαμε τους πιο πάνω λόγους Έφεσης, με τη συνοδεύουσα προς υποστήριξη αυτών αιτιολογία. Τα βασικά επιχειρήματα θα τύχουν πραγμάτευσης, στο βαθμό που αυτό κρίνεται απαραίτητο για την απόφαση μας (βλ. απόφαση του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.2.2024 στην Αίτηση 9/2023 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΡ. 86/2019).
Εξέτασης έτυχαν, επίσης, τα περιγράμματα αγορεύσεων, το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου της υπόθεσης, καθώς και ο διοικητικός φάκελος που κατατέθηκε στις 28.2.2023 ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου (Τεκμήριο Α). Υπόψη μας είναι, επίσης, το Τεκμήριο Β, το οποίο κατατέθηκε πρωτοδίκως στις 27.11.2023.
Σημειώνεται ότι, όλοι οι λόγοι Έφεσης έτυχαν κοινής ανάπτυξης από τον Εφεσείοντα στο περίγραμμα του, ως αλληλένδετοι και συναφείς. Έτσι θα τύχουν εξέτασης και από εμάς, αφού, όντως, η αιτιολογία των λόγων Εφέσεως προκύπτει να είναι αλληλοεπικαλυπτόμενη και/ή συμπληρωματική η μία της άλλης.
Υπενθυμίζεται, ωστόσο, ότι σύμφωνα με τα νομολογιακώς ισχύοντα, όσα αναφέρονται στο περίγραμμα αγόρευσης για τον Εφεσείοντα, στο βαθμό που αυτά δεν εναρμονίζονται και κινούνται εκτός του πλαισίου των εν λόγω λόγων Έφεσης, δεν δύνανται να ληφθούν υπόψη και να εξεταστούν. Ως έχει επανειλημμένα στη νομολογία επεξηγηθεί, η ανάπλαση ή διεύρυνση λόγου Έφεσης και της αιτιολογίας του μέσω του περιγράμματος αγόρευσης είναι δικονομικά ανεπίτρεπτη και εξ αυτού απορριπτέα (βλ. απόφαση Εφετείου ημερομηνίας 14.1.2025 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 20/2023 OKORO ν. Δημοκρατίας).
Εξετάζοντας, λοιπόν, τους από κοινού αναπτυχθέντες πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγο Έφεσης, κρίνουμε ότι, αυτοί δεν ευσταθούν.
Συγκεκριμένα:
Εκκινώντας από τον δεύτερο λόγο Έφεσης, ο Εφεσείων υποβάλλει υπό αυτού (στην αιτιολογία του) ότι απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που τέθησαν σ’ αυτόν κατά την συνέντευξη, ο λειτουργός δεν κατεύθυνε ορθά τον Εφεσείοντα, ως όφειλε, ώστε να αντλήσει από αυτόν όλες τις πληροφορίες που χρειάζονται προς εξέταση της αίτησης του, πληθώρα εξωτερικών πηγών πιστοποιούν τα λεγόμενα του Εφεσείοντα και την αδιάκριτη βία στον τόπο καταγωγής του και το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ως ορθή την αξιολόγηση του αρμόδιου λειτουργού, λόγω ανεπαρκών λεπτομερειών και αντιφάσεων. Κατά τα λοιπά, υπό τον εν λόγω λόγο Έφεσης υιοθετήθηκε εκ νέου η παρατεθείσα υπό τον πρώτο λόγο Έφεσης αιτιολογία.
Οι πιο πάνω εισηγήσεις του Εφεσείοντα, δεν μας βρίσκουν σύμφωνους. Το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε εκτενή επισκόπηση και αξιολόγηση των βασικών ισχυρισμών του Εφεσείοντα, τόσο ως αυτοί εκφράστηκαν κατά τη συνέντευξη του, όσο και ενώπιον του με περαιτέρω ερωτήσεις, στο πλαίσιο εξέτασης της νομιμότητας, όσο και της ουσίας της αίτησης. Για του λόγου το ασφαλές, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε στην πρωτόδικη απόφαση τα ακόλουθα σχετικά:
«Υπό το φως των ανωτέρω θα εξετάσω τους ισχυρισμούς που τέθηκαν με την αγόρευση των συνηγόρων του Αιτητή. Ο πρώτος αφορά στην απουσία πραγματικής και/ή επαρκούς αξιολόγησης και/ή έρευνας. Συγκεκριμένα, υποστηρίζεται ότι ο αρμόδιος λειτουργός δεν ερεύνησε ή αξιολόγησε την ύπαρξη επικινδυνότητας από την ομάδα Μ23 καθώς και το γεγονός ότι ο πατέρας του αναγκάστηκε να στρατολογηθεί για να πολεμήσουν αυτή την ομάδα. Επίσης, αγνοήθηκε το γεγονός ότι ο Αιτητής υπέστη δίωξη ενόσω ήταν ανήλικος και αυτό θα έπρεπε να προσμετρήσει ως ελαφρυντικό κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών του. Ακόμη, η επιστολή που ο Αιτητής καταχώρησε στις 13/1/22 στην Υπηρεσία Ασύλου και στην οποία αναφέρονται εκτενώς οι ισχυρισμοί του δεν λήφθηκε υπόψη από τον αρμόδιο λειτουργό. Τέλος, γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς του Αιτητή κατά την συνέντευξη του, οι οποίοι αποσκοπούν στην απόρριψη του ευρήματος περί αναξιοπιστίας του Αιτητή.
Εξετάζοντας τις θέσεις εκατέρωθεν, αναφέρονται τα εξής. Ο αρμόδιος λειτουργός πράγματι, εξ όσων προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο, δεν αξιολόγησε την ύπαρξη επικινδυνότητας της οργάνωσης Μ23 καθώς και την αναγκαστική, κατ' ισχυρισμό, στρατολόγηση του πατέρα του Αιτητή για να πολεμήσει αυτή την ομάδα. Σύμφωνα με το σκεπτικό του και αυτό της συνηγόρου των Καθ' ων η Αίτηση, ο Αιτητής όφειλε να γνωρίζει περισσότερες πληροφορίες για την εργασία του πατέρα του, ενώ στηρίχτηκε σε φήμες για τους λόγους δολοφονίας του. Το Δικαστήριο, μετά από εξέταση των ισχυρισμών των διαδίκων που καταγράφηκαν στην γραπτή τους αγόρευση και του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου , διέταξε επανάνοιγμα της υπόθεσης ώστε οι Καθ' ων η Αίτηση να τοποθετηθούν σε σχέση με τις αντιφάσεις που παρατήρησαν αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό υπό το φως του δεδομένου ότι τα γεγονότα που κλήθηκε να περιγράψει ο Αιτητής είχαν λάβει χώρα όταν ο ίδιος ήταν ανήλικος, επομένως υπήρχε η πιθανότητα να μην μπορεί να ανακαλέσει και να περιγράψει λεπτομέρειες. Περαιτέρω, το Δικαστήριο ζήτησε την τοποθέτηση του Αιτητή αναφορικά με επιστολή που κατ' ισχυρισμόν του προσκόμισε στην Υπηρεσία Ασύλου, την οποία το Δικαστήριο δεν μπόρεσε να εντοπίσει εντός του διοικητικού φακέλου.
Αναφορικά με την εξέταση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή, υπό το πρίσμα της αξιολόγησης των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε λαμβάνοντας υπόψιν την ηλικία του, η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ'ων η Αίτηση τοποθετήθηκε αναφέροντας ότι τα γεγονότα που εξιστόρησε ο Αιτητής αφορούν το έτος 2019, άρα ήταν σχετικά σύντομα μετά την αποχώρηση από τη χώρα καταγωγής του. Η δε ηλικία του Αιτητή, σύμφωνα με τη συνήγορο των Καθ'ων η Αίτηση, λήφθηκε υπόψιν όπως προκύπτει και από το ερυθρό 149, ενώ η θέση της συνηγόρου των Καθ'ων η Αίτηση ήταν ότι ο Αιτητή ήταν 17 ετών όταν έλαβαν χώρα τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε και ήταν αρκετά ώριμος ώστε να παραθέσει σχετικές πληροφορίες. Πρόσθεσε δε ότι κατά τη διάρκεια της συνέντευξης τέθηκαν πολλές ερωτήσεις τόσο ανοικτού τύπου όσο και διευκρινιστικές και του δόθηκε κάθε ευκαιρία να παραθέσει τις λεπτομέρειες που γνωρίζει. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τη συνήγορο των Καθ'ων η Αίτηση ο Αιτητής μπορούσε να ρωτήσει μέλη της οικογένειας του ή τον φίλο του πατέρα του ο οποίος τον βοήθησε να διαφύγει από τη χώρα καταγωγής του αναφορικά με την εργασία που εκτελούσε ο πατέρας του, αφού αυτή ήταν η γενεσιουργή αιτία του θανάτου του πατέρα του που τον οδήγησε μετέπειτα να διαφύγει από τη χώρα του, παραπέμποντας στα ερυθρά 31 και 70.
Ο συνήγορος του Αιτητή τοποθετήθηκε αναφέροντας γενικά και αόριστα ότι η ηλικία του Αιτητή ήταν ευαίσθητη και συνιστά δικαστική γνώση τι υφίσταται ένα άτομο σε αυτή την ηλικία ενώ επίσης αναφέρθηκε σε παράλειψη των Καθ'ων η Αίτηση να τον παραπέμψουν σε εξετάσεις αναφορικά με την ψυχολογική του κατάσταση. Σε αυτό το σημείο, θα συμφωνήσω με την θέση της συνηγόρου των Καθ'ων η Αίτηση ότι ο ισχυρισμός αυτός ουδέποτε αναπτύχθηκε ή εξειδικεύθηκε στην γραπτή αγόρευση του Αιτητή και ως εκ τούτου θεωρείται ότι εγκαταλείφθηκε.
Σε σχέση με αυτό το σημείο περί αξιοπιστίας του Αιτητή, θα δεχτώ τη θέση των Καθ'ων η Αίτηση ότι πράγματι ο Αιτητής στην ηλικία των 17 ετών όφειλε και μπορούσε να γνωρίζει περισσότερες λεπτομέρειες για το ζήτημα που προέκυψε με την εργασία του πατέρα του, αφού αυτό ήταν και το έναυσμα για να αποχωρήσει από τη χώρα καταγωγής του και η βάση του για υποβολή και στοιχειοθέτηση της αίτησης του για διεθνή προστασία. Ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του εργαζόταν για την υπηρεσία DRGAD, την οποία κατονόμασε ως κυβερνητική υπηρεσία (Ερυθρό 74), χωρίς να γνωρίζει περισσότερες πληροφορίες. Ως προς το τι αντιστοιχούν τα αρχικά DGRAD, εντοπίζονται διάφορες εκδοχές. Σε μια πηγή πληροφόρησης αναφέρεται ως Directorate General of Taxes[1], ενώ σε άλλη αναφέρεται ως General Directorate for Administrative, judicial, property and share revenues.[2] Συνεπώς, τα λεγόμενα του Αιτητή τεκμηριώνονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Ο αρμόδιος λειτουργός αποδέχτηκε, επίσης, ότι ο Αιτητής μετακόμισε στην περιοχή Beni για την δουλειά του πατέρα του (Ερ. 150).
Εντούτοις, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός, ο οποίος προβάλλεται και δια μέσω του συνηγόρου του Αιτητή αναφορικά με την αναγκαστική στρατολόγηση του πατέρα του για να πολεμήσει την Μ23 και η οποιαδήποτε ύπαρξη επικινδυνότητας από την εν λόγω οργάνωση. Κατ' αρχάς, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, η οργάνωση Μ23 είχε αρχίσει τις δραστηριότητες της το 2012 με σκοπό την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του Τούτσι πληθυσμού της ΛΔΚ. Ξεκίνησε από επαναστατικά στοιχεία του στρατού του Κονγκό το 2012, ενώ τα Ηνωμένα Έθνη θεωρούσαν ότι η οργάνωση υποστηρίζετο από τις αρχές της Ρουάντας και της Ουγκάντας.[3] H οργάνωση Μ23 επανεμφανίστηκε στα ανατολικά της χώρας στα τέλη του 2021.[4] Σύμφωνα με στοιχεία από την Διεθνή Αμνηστία τον Νοέμβριο του 2021 είχε καταβάλει μεγάλο μέρος της περιοχής του Βόρειου Κιβου (North Kivu) πραγματοποιώντας σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αναγκάζοντας περίπου 800,000 ανθρώπους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους.[5] Πληροφορίες από το ACLED, για το προφίλ της Μ23 συγκεκριμένα, αναφέρουν επίσης την δραστηριοποίηση της οργάνωσης από τα τέλη του 2021 και καταγράφουν τις δραστηριότητες της μέχρι τον Μάρτιο του 2023.[6] Επιπρόσθετα, ειδικότερα για την δραστηριοποίηση ενόπλων ομάδων το 2019, στις περιοχές Beni και Βόρειο Κιβου, τo United Nations Joint Human Rights Office in the DRC (UNHJRO) MONUSCO – OHCHR εξέδωσε στατιστικά στοιχεία που δημοσιεύτηκαν τον Σεπτέμβριο του 2019 για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη ΛΔΚ[7] και τα οποία αποτελούν τα μόνα διαθέσιμα αναφορικά με το 2019 από αυτό τον φορέα.[8] Η εν λόγω έκθεση αναφέρει ότι στην περιοχή του Βόρειου Κιβου, όπου τοποθετείται η περιοχή Beni, παρατηρήθηκαν 252 περιστατικά.[9]
Στην ίδια έκθεση αναφέρεται ότι ειδικότερα στην περιοχή Beni, αναφέρεται ότι το 69% των παραβιάσεων έγιναν από ένοπλες ομάδες. Επίσης, για τους μήνες Ιούλιο - Σεπτέμβριο καταγράφηκαν παραβιάσεις από διάφορες ένοπλες ομάδες, χωρίς όμως κάποια ειδική αναφορά στην Μ23 αν και υπάρχει μια κατηγορία 'other armed groups.'[10] Συνεπώς, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν κάποιες παραστρατιωτικές ομάδες στην περιοχή Beni κατά τον Μάιο του 2019, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι σε αυτές τις ομάδες ήταν και η Μ23.
Ως προς την αναφορά του δικηγόρου του Αιτητή περί της επιστολής η οποία συντάχθηκε από τον Αιτητή και παραδόθηκε στην Υπηρεσία Ασύλου, δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε τέτοια επιστολή στον διοικητικό φάκελο. Έχω δεχτεί αντίγραφο της εν λόγω επιστολής, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο Β και το οποίο φέρει ημερομηνία 22/12/21 και ουσιαστικά παρατίθενται σε αυτήν ισχυρισμοί του Αιτητή προς στοιχειοθέτηση του αιτήματος του για διεθνή προστασία. Όπως δέχθηκε και ο συνήγορος του κατά τις διευκρινήσεις, ο Αιτητής προώθησε τους εν λόγω ισχυρισμούς και κατά την συνέντευξή του και αξιολογήθηκαν από τους Καθ'ων η Αίτηση στο πλαίσιο της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός του. Παρατηρώ επίσης ότι η συνέντευξή του διεξήχθη στις 26/01/22 και ως εκ τούτου, τα όσα αναφέρονται στην επιστολή του δεν είναι πρόσθετοι ισχυρισμοί των όσων ανέφερε στη συνέντευξή του. Ως εκ τούτου, δεν μπορώ να δεχτώ ότι η εν λόγω επιστολή και τα όσα παρατίθενται σε αυτήν έπρεπε να εξεταστούν ξεχωριστά από τους Καθ'ων η Αίτηση, ούτε ότι προσθέτουν οτιδήποτε σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης.
Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι τα στοιχεία που ο Αιτητής προσκόμισε στους Καθ'ων η Αίτηση, ήτοι κάποια άρθρα και φωτογραφίες, αξιολογήθηκαν από τους Καθ'ων η Αίτηση. Ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η αναφορά στο άρθρο στο όνομα του πατέρα του Αιτητή δεν ήταν ικανοποιητική εφόσον το όνομα που αναγράφεται στο Ερυθρό 56 είναι Robin MAMPOUYA ενώ ο Αιτητής δήλωσε το όνομα του πατέρα του ως Mandeki MAMPOYA. Περαιτέρω, τα λοιπά στοιχεία δεν θα προσέθεταν οτιδήποτε στην υπόθεση του Αιτητή, εφόσον ο ίδιος είχε κριθεί αναξιόπιστος όσον αφορά την εσωτερική του αξιοπιστία.
Όσον αφορά τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, σχετικά με τις αναφορές του Αιτητή για την αποδιδόμενη σε αυτόν ομοφυλοφιλία, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε πρωτίστως την εσωτερική αξιοπιστία του Αιτητή. Στην κατάληξη του θεώρησε ότι οι ισχυρισμοί του δεν προέρχονται από προσωπική γνώση αλλά από δευτερεύοντες ισχυρισμούς και εικασίες του Αιτητή. Από την άλλη πλευρά, ο συνήγορος του Αιτητή υποστηρίζει ότι ο Αιτητής ξεκαθάρισε ότι έρχονταν και τον ενοχλούσαν, ρωτώντας τον αν ήταν ομοφυλόφιλος.
Κατ' αρχάς αναφέρεται ότι κρίνοντας τους ενώπιον μου ισχυρισμούς, επισημαίνεται ότι σε κανένα σημείο της συνέντευξης δεν εντοπίζεται ο Αιτητής να έχει αναφέρει οχλήσεις για την αποδιδόμενη σε αυτήν ομοφυλοφιλία του. Το μόνο σχετικό που υπάρχει στην συνέντευξη ήταν το σημείο όπου ο Αιτητής ερωτηθείς να απαντήσει ποιος είναι ο λόγος για τον οποίο τον κατηγορούν ότι είναι ομοφυλόφιλος αφού στην πραγματικότητα δεν είναι, ο Αιτητής απάντησε τα εξής:I don t know, maybe because of my style, I grow my hair and [p]ut jewels on it sometimes.'Ακόμη, είχε αναφέρει πως έμαθε ότι ο περίγυρος του πίστευε ότι ήταν ομοφυλόφιλος από τον φίλο του πατέρα του και όχι επειδή υπήρξαν περιστατικά και/ή αναφορές προς τον ίδιο.
Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός, εξηύρε εξωτερικές πηγές που αναφέρουν ότι, κυβερνητικά στελέχη, παρενοχλούν ακόμη και αυτούς στους οποίους αποδίδεται η ομοφυλοφιλία. Εντούτοις, καθ' ότι ο Αιτητής δεν παρενοχλήθηκε ποτέ από κανέναν γι'αυτό τον λόγο και εφόσον κρίθηκε αναξιόπιστος ως προς την εσωτερική του αξιοπιστία, ο λειτουργός θεώρησε ότι οι εξωτερικές πηγές πληροφόρησης δεν είναι αρκετές για να ενισχύσουν τους ισχυρισμούς του.
Με βάση τα πιο πάνω και τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, διαφαίνεται ότι η διοίκηση προέβηκε σε επαρκή έρευνα, με γνώμονα τα όσα οφείλει να πράξει τόσο γενικά, με βάση τις αρχές του διοικητικού δικαίου, όσο και ειδικά, με βάση τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου (βλ. Άρθρο 17 και 18 του περί Προσφύγων Νόμου). Τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού, πάνω στα οποία στηρίχθηκε η επίδικη απόφαση ήταν ορθά και τεκμηριωμένα.
Είναι πάγια νομολογημένο ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται από το διοικητικό όργανο για διεξαγωγή έρευνας, ποικίλουν ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγονται δε στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πύργων κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 και Nicolaou ν. Minister of Interior and Another (1974) 3 C.L.R. 189). Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν βάση για ασφαλή συμπεράσματα (Βλ. Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97). Η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (Βλ. Motorways Ltd-ν- Δημοκρατίας Α.Ε. 2371/25.6.99).
Στην παρούσα υπόθεση η έρευνα των Καθ'ων η Αίτηση ήταν επαρκής και είχαν συλλεγεί και διερευνηθεί όλα τα ουσιώδη στοιχεία τα οποία παρείχαν βάση για ασφαλή συμπεράσματα. Η δε απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη και συμπληρώνεται από την έκθεση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου και από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου (βλ. άρθρο 29 του Ν. 158 (Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371 Στέφανος Φράγκου v. Κυπριακή Δημοκρατίας, (1998) 3ΑΑΔ 270).
Ως εκ τούτου, απορρίπτονται οι ισχυρισμοί του συνηγόρου του Αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αναιτιολόγητης απόφασης. Επίσης απορρίπτω τον ισχυρισμό του ότι έπρεπε να του δοθεί το ευεργέτημα της αμφιβολίας, αφού αυτό παρέχεται μόνο όταν η αφήγηση του αιτητή έχει κριθεί αξιόπιστη και ο αιτητής και εξεταστής δεν έχουν άλλα μέσα για να στοιχειοθετηθεί η αναγκαία τεκμηρίωση προς υποστήριξη της αίτησης.»
Προβήκαμε σε έλεγχο του περιεχόμενου του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, αντιπαραβάλλοντας το με τα πιο πάνω αναφερόμενα στο κείμενο της δικαστικής απόφασης. Οι δικαστικές διαπιστώσεις βρίσκονται σε αρμονία με το διοικητικό φάκελο. Δεν έχουμε εντοπίσει τις πλημμέλειες που σε απόλυτη γενικότητα και αοριστία πρόβαλε ο Εφεσείων ή ανεπαρκή έρευνα εκ μέρους της Εφεσίβλητης. Τίποτα από όσα προώθησε η πλευρά του Εφεσείοντα, δεν δεικνύει έλλειψη δέουσας έρευνας από την Υπηρεσία Ασύλου ή αναιτιολόγητων συμπερασμάτων εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου ή σφάλμα στις διαπιστώσεις του.
Αντίθετα, οι σχετικές διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου επαληθεύονται ως εύλογες και αποτελούν, εν τέλει, προϊόν στάθμισης όλων των αναγκαίων δεδομένων για τα συμπεράσματα του. Υπενθυμίζεται ότι, ελλείψει σαφών και προπαντός πειστικών υποδείξεων εκ μέρους του Εφεσείοντα για απουσία δέουσας έρευνας ή πλάνης και ελλείψει σαφών ενδείξεων περί τέτοιων παθογενειών, η στάθμιση εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου αποτελεί αμιγώς έκφραση της (ουσιαστικής) αξιολογικής κρίσης του, η οποία, σε δευτεροβάθμιο επίπεδο, δεν ελέγχεται, παρά μόνο ως προς τη νομιμότητα της.
Ως έχει πλειστάκις αναφερθεί, το Διοικητικό Εφετείο δεν συνιστά δικαστήριο ελέγχου ουσίας της διοικητικής ή της πρωτόδικης απόφασης (ενδεικτικά, βλ. απόφαση Εφετείου ημερομηνίας 29.11.2024 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 65/2023 Εjikeme ν. Δημοκρατίας) αλλά μόνο της νομιμότητας τους (βλ. και Άρθρο 13 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν.73(Ι)/2018).
Ούτε όσα ισχυρίζεται ο Εφεσείων στην αιτιολογία του πρώτου λόγου Έφεσης (και υιοθετούνται, ως προαναφέρθηκε και για σκοπούς της αιτιολογίας του δεύτερου λόγου Έφεσης) προς υποστήριξη του βρίσκουμε να είναι βάσιμα, ήτοι ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο, 1. δεν αποφάνθηκε ότι ο αιτητής ήταν αξιόπιστος, 2. αγνόησε το προς όφελος του Εφεσείοντα ευεργέτημα της αμφιβολίας, 3. έκρινε ότι ο Εφεσείων δεν τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια, ευκρίνεια και συνοχή, 4. δεν έδωσε την αναγκαία βαρύτητα στο γεγονός ότι στην περιοχή τελευταίας διαμονής του Εφεσείοντα λαμβάνουν χώρα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας, 5. δεν έδωσε την αναγκαία βαρύτητα στις εξωτερικές πηγές που το ίδιο το Πρωτόδικο Δικαστήριο παρέθεσε και 6. εσφαλμένα κατέληξε, σε αντίθεση με τις εξωτερικές πηγές που δεικνύον το αντίθετο, ότι «Εντούτοις, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός, ο οποίος προβάλλεται και δια μέσω του συνηγόρου του Αιτητή αναφορικά με την αναγκαστική στρατολόγηση του πατέρα του για να πολεμήσει την Μ23 και η οποιαδήποτε ύπαρξη επικινδυνότητας από την εν λόγω οργάνωση».
Καταρχάς, τα υπό 1., 3., 5. και 6. σημεία ανωτέρω, άπτονται πρόδηλα του ζητήματος της αμιγούς αξιολογικής κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, για τον έλεγχο της οποίας από το Διοικητικό Εφετείο ισχύουν όσα προαναφέρθηκαν και είναι, ως εκ τούτου, απορριπτέα, αφού δεν εντοπίζουμε ούτε έλλειψη δέουσας έρευνας, ούτε πιθανότητα ουσιώδους πλάνης, τα δε συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιοπιστία του Εφεσείοντα κρίνονται εύλογα, πλήρως αιτιολογημένα και αποτέλεσμα δέουσας υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα έρευνας.
Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξη μας, ορθά, επίσης, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απέδωσε στον Εφεσείοντα το ευεργέτημα της αμφιβολίας (σημείο 2, ανωτέρω), αφού αυτό αποδίδεται, ως εν πολλοίς ορθά σημείωσε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και ο εξεταστής και το πρωτόδικο Δικαστήριο παραμένουν γενικά ικανοποιημένοι από την αξιοπιστία του αιτούντος, η οποία εύλογα πρωτοδίκως κρίθηκε, κατά την άποψη μας, ότι δεν είναι η παρούσα περίπτωση.
Τέλος, όσον αφορά τον υπό το σημείο 4. ισχυρισμό ανωτέρω, ήτοι ότι, λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν διέγνωσε ότι στην περιοχή τελευταίας διαμονής του Εφεσείοντα λαμβάνουν χώρα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας ούτε αυτός, βρίσκουμε, ευσταθεί. Η έρευνα και αξιολόγηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι, αποφαινόμαστε, υποδειγματικά αναλυτική, πλήρως εμπεριστατωμένη και η κατάληξη του ορθή και αιτιολογημένη. Ανέφερε, σχετικά, το πρωτόδικο Δικαστήριο (οι παραπομπές στις υποσημειώσεις της απόφασης παραλείπονται):
«Περαιτέρω, σε σχέση με τις πηγές στις οποίες παρέπεμψε ο συνήγορος του Αιτητή αναφορικά με την κατάσταση που επικρατεί στην Νιγηρία, τονίζω ότι παρά το ότι ο Αιτητής ανέφερε ότι η κυβέρνηση κυνηγά γενικά τους Biafran, σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι δεν αντιμετώπισε ο ίδιος προσωπικά οποιονδήποτε κίνδυνο πριν εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του. Στη βάση των πιο πάνω, ο Αιτητής δεν ανέφερε επαρκώς γεγονότα που αφορούν την γενεσιουργό αιτία του πυρήνα του αιτήματος του και ως εκ τούτου, ορθά απορρίφθηκε το αίτημα του για διεθνή προστασία.
Αναφορικά με το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και λαμβάνοντας υπόψη ότι η παρουσία του Αιτητή στην πολιτεία Abia είναι αποδεκτή, εξετάζεται το ενδεχόμενο ο Αιτητής να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στην εν λόγω πολιτεία. Καθότι οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από τον Αιτητή δεν αφορούν σε προσωπικά γεγονότα ή φόβο, δεν υφίστανται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην πολιτεία Abia, αυτός θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, δυνάμει των διατάξεων 19(2), εδάφια (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου.
Προκειμένου να εφαρμοστούν οι πρόνοιες των συγκεκριμένων εδαφίων και να υπαχθεί αιτητής σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 19(2), εδάφια (α) και (β), απαιτείται υψηλός βαθμός εξατομίκευσης των περιστάσεων που σχετίζονται με τον επικαλούμενο φόβο (βλ. σχετική ερμηνεία από ΔΕΕ στην υπόθεση C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009). Στην παρούσα υπόθεση δεν διαπιστώνω να συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις, εφόσον κατά τη συνέντευξη του ο Αιτητής, ερωτηθείς σχετικά, επιβεβαίωσε ότι δεν συνέβη κάτι στον ίδιο προσωπικά, και επιπλέον δήλωσε ότι έφυγε από την πατρίδα του επειδή ήθελε να νιώθει ασφαλής και επειδή νιώθει άνετα εδώ.
Προκειμένου να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως ισχυρίζονται οι συνήγοροι του Αιτητή, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα του Αιτητή, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί σε αυτή και συγκεκριμένα στην πολιτεία Abia, η οποία θεωρείται το μέρος διαμονής του στη χώρα του. Από τις εν λόγω πηγές πληροφόρησης προκύπτουν οι ακόλουθες καταγραφές:
- Στην τελευταία καθοδηγητική έκθεση (Country Guidance) για τη Νιγηρία που εκδόθηκε από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO), αναφέρονται τα εξής (σημειώνεται ότι η πολιτεία Abia που είναι και η περιοχή καταγωγής του Αιτητή, τοποθετείται γεωγραφικά στις νοτιοανατολικές περιφέρειες της χώρας)[11]:
- Η ισχυρότερη ένοπλη ομάδα που υπάρχει στη χώρα είναι η τρομοκρατική οργάνωση Boko Haram, η οποία όμως δραστηριοποιείται (κυρίως) στις βορειοανατολικές πολιτείες της χώρας. Η εν λόγω οργάνωση διατηρεί επίσης τον έλεγχο ορισμένων περιοχών της βορειοανατολικής περιφέρειας της χώρας, ενώ έχει επεκτείνει περαιτέρω τις επιχειρήσεις της στα βορειοδυτικά τμήματα της χώρας και στην πολιτεία Niger της βορειοκεντρικής περιφέρειας.
- Συγκεκριμένα, όσον αφορά την πολιτεία Abia της Νιγηρίας, καταγράφεται ότι οι κύριοι παράγοντες στην εν λόγω πολιτεία αφορούν αστυνομικές υπηρεσίες, αιρέσεις και άγνωστους ένοπλους, και ομάδες που συμμετείχαν σε συγκρούσεις μεταξύ κοινοτήτων. Το έτος 2020, καταγράφηκαν διακοινοτικές αντιπαραθέσεις για τη γη και τους πόρους. Η κυβέρνηση της πολιτείας Abia είχε λάβει μέτρα για τη μείωση των συγκρούσεων μεταξύ αγροτών και τσοπάνων και για τον περιορισμό της δράσης αιρέσεων στους δρόμους, με την υποστήριξη των κρατικών δυνάμεων της Νιγηρίας. Επίσης, η αστυνομία έχει επιλύσει υποθέσεις ένοπλων ληστειών, απαγωγών και δολοφονιών. Δραστηριότητες υπέρ της Biafra, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων της παραστρατιωτικής πτέρυγας ESN (Eastern Security Network) της οργάνωσης IPOB, έχουν επίσης αναφερθεί στην περιοχή.
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα παρατέθηκαν ανωτέρω, παρατηρώ ότι αν και η χώρα καταγωγής του Αιτητή πλήττεται από κάποια περιστατικά βίας και συγκρούσεις, η πλειοψηφία αυτών των περιστατικών καταγράφεται στις βόρειες πολιτείες της χώρας. Η πολιτεία Abia, από την οποία κατάγεται ο Αιτητής και την οποία το Δικαστήριο θεωρεί ως την περιοχή διαμονής του βάσει της αξιολόγησης της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή ως παρατέθηκε ανωτέρω, φαίνεται να πλήττεται από συγκρούσεις και περιστατικά βίας, τα οποία ωστόσο δεν θεωρούνται ότι ανάγονται σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε να θεωρούνται ότι φτάνουν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως αυτό ερμηνεύθηκε από το ΔΕΕ στην υπόθεση C-285/12 Aboubacar Diakité ν. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014 και στην υπόθεση C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009. Σημειώνω επίσης ότι η χώρα καταγωγής του Αιτητή έχει κατηγοριοποιηθεί ως ασφαλής σύμφωνα με Διάταγμα του Υπουργού Εσωτερικών που είναι σε ισχύ μέχρι σήμερα (Κ.Δ.Π. 191/24).
Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή, οι οποίες δεν παρουσιάζουν δείκτες ευαλωτότητας, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην πολιτεία Abia.»
Με βάση όσα προαναφέρθηκαν, αλλά και, γενικότερα, από το σύνολο της πρωτόδικης απόφασης, βρίσκουμε, τέλος, ότι ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο, σε αντίθεση με ότι διατείνεται ο Εφεσείων με τον τρίτο λόγο Έφεσης (βλ. ανωτέρω) σε συνάρτηση με το πρώτο και δεύτερο λόγο Έφεσης, δεν απέδωσε στον Εφεσείοντα ούτε καθεστώς πρόσφυγα, ούτε του χορήγησε συμπληρωματική προστασία.
Για όλους τους λόγους που επεξηγήθηκαν ανωτέρω, ουδείς εκ των λόγων Εφέσεως ευσταθεί.
Η Έφεση απορρίπτεται, με έξοδα ύψους €2000 ευρώ υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον του Εφεσείοντα.
Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο