D. T. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 124/2022, 15/7/2026
print
Τίτλος:
D. T. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 124/2022, 15/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ

 

                         (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.  124/2022)

 

15 Ιουλίου, 2026

 

[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

                                                      D. T.

                                                                                               Εφεσείουσα,

 

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

 

 

                                                                                                          Εφεσίβλητης.

--------------------

 Χ. Τιμοθέου, για Χ. ΤΙΜΟΘΕΟΥ & Λ. ΝΕΟΦΥΤΟΥ, για τον Εφεσείοντα.

Α. Αχιλλέως (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.

                                              --------------------

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την υποφαινόμενη.

 

 

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΕYΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Αντικείμενο της παρούσας Έφεσης είναι η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερομηνίας 2/8/2022 να απορρίψει την Προσφυγή Αρ. 1837/2019 του Εφεσείοντα σε σχέση με την απόφαση της Εφεσίβλητης ημερομηνίας 8/10/2019 να απορρίψει την αίτηση του για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση.

 

Ο Εφεσείων γεννηθείς το 1996 αφίχθηκε παράνομα στη Δημοκρατία.  Αίτημα το οποίο υπέβαλε για αναγνώριση του ως εξαρτώμενου αναγνωρισμένου πολιτικού πρόσφυγα εγκρίθηκε και η παραμονή του Εφεσείοντα στη Δημοκρατία με το ίδιο καθεστώς ανανεώνετο διαδοχικά.  Στις 17/11/2016, ο Εφεσείων υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση, η οποία απορρίφθηκε και σχετική επιστολή κοινοποιήθηκε στον Εφεσείοντα στις 8/10/2019 με το ακόλουθο λεκτικό:

«Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην αίτησή σας ημερ. 17/11/2016 για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση και να σας πληροφορήσω ότι η αίτησή σας τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και εξετάσθηκε με τη δέουσα προσοχή αλλά δεν κατέστη δυνατό να εγκριθεί καθότι δεν πληροίτε την προϋπόθεση 1(γ) του Τρίτου Πίνακα άρθρο 111 του Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου 141(Ι)/2002, αφού στο παρελθόν έχετε απασχολήσει την Αστυνομία για διάφορα ποινικά αδικήματα.»

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τους εγερθέντες λόγους ακύρωσης και κατέληξε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε νόμιμα και αιτιολογημένα.  Έκρινε ότι η διαπίστωση της Εφεσίβλητης περί μη ικανοποίησης της προϋπόθεσης περί καλού χαρακτήρα, η οποία τίθεται στη σχετική νομοθεσία ως προϋπόθεση για σκοπούς παραχώρησης υπηκοότητας, ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη.

 

Με τρεις Λόγους Έφεσης βάλλεται η πρωτόδικη κρίση.

 

Διατείνεται ο Εφεσείων ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε νόμιμα και αιτιολογημένα είναι εσφαλμένη (Λόγος Έφεσης Αρ.1), ότι το πιο πάνω εύρημα και κατ’ επέκταση η απόρριψη της Προσφυγής του είναι εσφαλμένα (Λόγος Έφεσης Αρ.2) και ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν εξέτασε τον λόγο ακύρωσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε από αναρμόδιο όργανο (Λόγος Έφεσης Αρ.3). 

 

Η  Εφεσίβλητη υπεραμύνεται της ορθότητας της πρωτόδικης Απόφασης και εισηγείται την απόρριψη της Έφεσης.

Έχουμε εξετάσει τα όσα προβάλλονται από τους ευπαιδεύτους συνηγόρους και των δύο πλευρών.

 

Κατά λογική προτεραιότητα θα εξεταστεί ο Λόγος Έφεσης Αρ.3.

 

Διατείνεται ο Εφεσείων ότι ενώ ανέπτυξε πρωτόδικα λόγο ακύρωσης περί αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποφάσισε επ’ αυτού.  Παραπέμπει δε στα όσα είχε αναφέρει επί του ζητήματος στη γραπτή του αγόρευση.

 

Διαπιστώνουμε ότι ο Εφεσείων στη γραπτή του αγόρευση κατά την πρωτόδικη διαδικασία είχε εγείρει λόγο ακύρωσης ότι η «προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατά διαδικασία που προηγήθηκε και η οποία πάσχει νομικά».  Υπέδειξε ότι, δεν φαίνεται να υπάρχει στα τηρηθέντα πρακτικά απόφαση του Υπουργού και ούτε τέθηκε η εισήγηση της λειτουργού ενώπιον του Υπουργού.  Από τα πιο πάνω κατά την εισήγηση, ανατρέπεται το τεκμήριο νομιμότητας της απόφασης. 

 

Προς αντίκρουση των πιο πάνω, η πλευρά της Εφεσίβλητης τόσο στη γραπτή της αγόρευση που κατεχωρήθη πρωτόδικα όσο και στο ενώπιον μας περίγραμμα αγόρευσης της, αντιτείνει ότι από το Παράρτημα 13 στην Ένσταση (ερ. 48 του διοικητικού φακέλου) που αποτελεί την Έκθεση/Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, η οποία απευθύνεται στον Υπουργό Εσωτερικών, υπάρχει χειρόγραφη ενυπόγραφη σημείωση με τη λέξη «Απόρριψη» στο πάνω μέρος της εν λόγω Έκθεσης.

 

Το ζήτημα της αρμοδιότητας αποτελεί ζήτημα δημόσιας τάξης, αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο από το Δικαστήριο, νοουμένου βεβαίως ότι όλα τα στοιχεία βρίσκονται ενώπιον του και δεν χρειάζεται να αναζητηθούν (βλ. Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου ν. Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού (2002) 3 Α.Α.Δ. 314 και Sigma Radio TV Ltd κ.ά. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 134).

 

Έχουμε ανατρέξει στο περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και έχουμε εντοπίσει την Έκθεση/Εισήγηση της λειτουργού εξέτασης και της λειτουργού έγκρισης που αφορά την επίδικη αίτηση. Διαπιστώσαμε την ορθότητα των όσων η πλευρά της Εφεσίβλητης προβάλλει.  Ότι δηλαδή ο Υπουργός Εσωτερικών απέρριψε την επίδικη αίτηση με χειρόγραφη ενυπόγραφη σημείωση επί του εντύπου της Έκθεσης/Εισήγησης.

 

Επομένως, έχοντας κατά νου ότι υφίσταται τεκμήριο κανονικότητας το οποίο διέπει τη δράση της διοίκησης, κρίνουμε ότι δεν έχει  τεκμηριωθεί από τον Εφεσείοντα, ο οποίος φέρει το βάρος απόδειξης, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε αναρμόδια.

 

Επομένως ο Λόγος Έφεσης Αρ. 3 απορρίπτεται.

 

Αναφορικά με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 1 και τον Λόγο Έφεσης Αρ. 2, οι οποίοι λόγω της συνάφειας τους θα τύχουν ενιαίας εξέτασης, παρατηρούμε τα εξής:

Υποστηρίζει ο Εφεσείων ότι, παρόλο που η αίτηση του πληρούσε τα τυπικά προσόντα παραμονής του στη  Δημοκρατία, απερρίφθη με την αιτιολογία ότι δεν είναι καλού χαρακτήρα, επειδή απασχόλησε στο παρελθόν την Αστυνομία για διάφορα ποινικά αδικήματα.  Κατά την εισήγηση, η Εφεσίβλητη ανέφερε ότι ο Εφεσείων αντιμετώπιζε ποινικές υποθέσεις, για τις οποίες δεν παρουσιάστηκαν στοιχεία ενώ οι ισχυρισμοί αυτοί καταρρίπτονται από το γεγονός ότι έχει εκδοθεί από την Αστυνομία Κύπρου στον Εφεσείοντα πιστοποιητικό λευκού ποινικού μητρώου.

 

Αντιτείνει η Εφεσίβλητη, υποστηρίζοντας την ορθότητα της πρωτόδικης Απόφασης, ότι το ζητούμενο για τη διοίκηση σε περιπτώσεις όπως η εξεταζόμενη, δεν είναι η ύπαρξη ποινικής καταδίκης, αλλά ο καλός χαρακτήρας του υποβάλλοντος την αίτηση, ως κριτήριο που προβλέπεται ρητά στον Νόμο για σκοπούς παροχής υπηκοότητας, το οποίο δεν μπορεί να συναρτάται αποκλειστικά με το στοιχείο της ύπαρξης λευκού ποινικού μητρώου.

 

Εξετάσαμε τις θέσεις των μερών. 

 

Το Άρθρο 111 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου του 2002, Ν. 141(Ι)/2002 (εφεξής «ο Νόμος») προνοoύσε κατά τον ουσιώδη χρόνο, τα ακόλουθα:

«111. Ο Υπουργός, όταν υποβληθεί σ' αυτόν αίτηση κατά τον καθορισμένο τύπο και τρόπο από οποιοδήποτε αλλοδαπό ενήλικα και με πλήρη ικανότητα, ο οποίος ικανοποιεί τον Υπουργό ότι κατέχει τα προσόντα για πολιτογράφηση σύμφωνα με τις διατάξεις του Τρίτου Πίνακα, δύναται να χορηγήσει σ' αυτόν πιστοποιητικό πολιτογράφησης. Το πρόσωπο αυτό, στο οποίο χορηγείται το πιστοποιητικό πολιτογράφησης, μόλις δώσει επίσημη διαβεβαίωση πίστεως στη Δημοκρατία, στον τύπο που καθορίζεται στο Δεύτερο Πίνακα, καθίσταται πολίτης της Δημοκρατίας κατόπιν πολιτογράφησης, από την ημερομηνία κατά την οποία χορηγείται σ' αυτόν το πιο πάνω πιστοποιητικό:

 

Νοείται ότι, με πρόταση του Υπουργού σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη περίπτωση ή κατηγορία περιπτώσεων, το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί να απορρίψει την αίτηση για χορήγηση πιστοποιητικού πολιτογράφησης, εκτός εάν ο αιτητής αποκηρύξει την ιδιότητα του πολίτη οποιασδήποτε άλλης χώρας την οποία αυτός κατέχει».

 

 

Ο Τρίτος Πίνακας, διελάμβανε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τα εξής:

 

«ΠΡΟΣΟΝΤΑ ΓΙΑ ΠΟΛΙΤΟΓΡΑΦΗΣΗ

1.    Με την τήρηση των διατάξεων της αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα προσόντα για πολιτογράφηση αλλοδαπού που αιτείται τέτοια πολιτογράφηση, είναι τα ακόλουθα:

 

(α) Διαμονή στη Δημοκρατία για όλο το χρονικό διάστημα των αμέσως προηγούμενων 12 μηνών από την ημερομηνία της αίτησης, και

 

(β) κατά τη διάρκεια των αμέσως προηγούμενων από το πιο πάνω αναφερόμενο δωδεκάμηνο χρονικό διάστημα επτά ετών, είτε διέμενε στη Δημοκρατία, είτε διετέλεσε στη δημόσια υπηρεσία της Δημοκρατίας, είτε μερικώς το ένα και μερικώς το άλλο, για χρονικά διαστήματα που αθροισμένα να μην είναι λιγότερα των τεσσάρων ετών:

Νοείται ότι οι φοιτητές, επισκέπτες και αυτοεργοδοτούμενοι, καθώς και οι αθλητές, προπονητές, τεχνικοί αθλημάτων, οικιακοί βοηθοί, νοσοκόμοι και οι εργαζόμενοι σε Κύπριους ή ξένους εργοδότες ή σε υπεράκτιες εταιρείες, που διαμένουν στη Δημοκρατία αποκλειστικά με σκοπό την εργασία, όπως επίσης και οι σύζυγοι, τα τέκνα ή άλλα εξαρτώμενα τους πρόσωπα, πρέπει, κατά τη διάρκεια των αμέσως προηγούμενων τουλάχιστον επτά ετών να συγκεντρώνουν συνολική διαμονή στη Δημοκρατία τουλάχιστον επτά ετών, από την οποία το ένα έτος αμέσως πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης τους η διαμονή του να είναι συνεχής,

    (γ) είναι καλού χαρακτήρα, και

    (δ) έχει πρόθεση σε περίπτωση χορήγησης σ' αυτόν πιστοποιητικού-

    (i) να διαμένει στη Δημοκρατία,

(ii) να εισέλθει ή να εξακολουθήσει να διατελεί στη δημόσια υπηρεσία της Δημοκρατίας ή υπηρεσία σε διεθνή οργανισμό του οποίου η Δημοκρατία είναι μέλος ή υπηρεσία σε οποιοδήποτε σύνδεσμο, εταιρεία ή σώμα που ιδρύθηκε στη Δημοκρατία [...]».

 

Είναι διαχρονική η θέση της νομολογίας, ότι η διακριτική ευχέρεια του κράτους στις περιπτώσεις παραχώρησης πολιτογράφησης είναι ευρεία και εφόσον ασκείται καλόπιστα το Δικαστήριο δύσκολα επεμβαίνει στην άσκηση της εξουσίας.  Πρόκειται για εξουσία η οποία ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του Κράτους και δεν αναγνωρίζεται απόλυτο δικαίωμα πολιτογράφησης αλλά προσδοκία ότι το αίτημα θα τύχει καλόπιστης και εξατομικευμένης κρίσης μέσα στα πλαίσια της ευρείας διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης.

 

Εν προκειμένω, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε το περιεχόμενο της έκθεσης της Αστυνομίας, η οποία ενίστατο στην έγκριση του αιτήματος του Εφεσείοντα.  Κατέγραψε επίσης το περιεχόμενο της Έκθεσης/Εισήγησης των αρμόδιων λειτουργών του Τμήματος και κατέληξε ότι ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη η διαπίστωση ότι ο Εφεσείων δεν ικανοποιεί την προϋπόθεση του Νόμου περί καλού χαρακτήρα.  Παρατίθενται οι διαπιστώσεις και κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου:

«Στα πλαίσια διερεύνησης του αιτήματος, ζητήθηκε έκθεση από την Αστυνομία η οποία σε επιστολή της ημερομηνίας 26.6.2018 κατέγραψε ότι ενίσταται στην έγκριση του αιτήματος αναφέροντας τα ακόλουθα:

 

«Σας πληροφορώ ότι εναντίον του αναφερόμενου προσώπου εκκρεμούν τα ακόλουθα:

(α)     ΥΚΑΝ Λεμεσού Σ/53/15.  Συγκεκριμένα όχημα που οδηγούσε 19χρονος από τη Λεμεσού με συνοδηγό το αναφερόμενο πρόσωπο, ανακόπηκε για έλεγχο και στην κατοχή τους βρέθηκε ποσότητα κάνναβης.  Μετά την παραδοχή τους παραπέμφθηκαν σε πρόγραμμα θεραπείας για νεαρούς συλληφθέντες, όπου ο Timurturkan, δεν κατάφερε να το ολοκληρώσει και η υπόθεση του προωθήθηκε για ποινική δίωξη.  Καταχωρήθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αρ. 2161/2018 και είναι ορισμένη για ακρόαση στις 06/11/2018.

(β)     Π. Φ. Γερμασόγειας Μ/143/17.  Αφορά υπόθεση παράνομης κατοχής και μεταφοράς επιθετικού οργάνου, για την οποία έγινε κατηγορητήριο στις 08/04/18 και αναμένεται να λάβει αριθμό υπόθεσης από το Δικαστήριο και

(γ)     Π. Φ. Τροχαίας 6128/2017, που αφορά υπόθεση οδήγησης οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας και ενώ ήταν δηλωμένο ως ακινητοποιημένο, για την οποία έγινε κατηγορητήριο στις 01/06/18 και αναμένεται να λάβει αριθμό υπόθεσης από το Δικαστήριο.

2.      Τα όσα αναφέρονται πιο πάνω δημιουργούν υπόβαθρο για τη διατύπωση ένστασης από πλευράς Αστυνομίας για πολιτογράφησή του.»

 

Στην εισήγηση προς τον καθ' ου η αίτηση ημερομηνίας 30.3.2018 καταγράφοντα τα πιο κάτω:

 

«Κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του συνόλου των στοιχείων και πληροφοριών του διοικητικού φακέλου - του οποίου η παρούσα Έκθεση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος - των πληροφοριών του Μηχανογραφικού Συστήματος Αλλοδαπών και δέουσας έρευνας, περιλαμβανομένης και προσωπικής συνέντευξης ημερ. 30.03.19, τα ευρήματα της οποίας καταγράφονται στα ερ. 36-29, κατά την άποψή μου το υπό αναφορά πρόσωπο, κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης κατείχε τα προσόντα για πολιτογράφηση που καθορίζονται στο άρθρο 111 και στον Τρίτο Πίνακα του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα.  Αναλυτικά, ο έλεγχος των προϋποθέσεων και τα ευρήματα καταγράφονται στο προηγούμενο μέρος της παρούσας.

Εντούτοις, θεωρώ πως από το όλο ιστορικό της παρουσίας του προσώπου αυτού στην Κύπρο, περιλαμβανομένου του διαστήματος που έχει παρέλθει από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης μέχρι σήμερα, προκύπτουν στοιχεία σύμφωνα με τα οποία θεωρώ πως η πολιτογράφηση του προσώπου αυτού δεν θα εξυπηρετούσε το δημόσιο συμφέρον και τα συμφέροντα της πολιτείας.

[...]

Παρόλο που κατά την υποβολή της αίτησης ο αιτητής προσκόμισε πιστοποιητικό λευκού ποινικού μητρώου (ερ. 11), υπάρχουν πληροφορίες από την Αστυνομία/ ΚΥΠ/ Interpol (ερ. 25, ερ. 23) που κρίνονται σοβαρές και βαρύνουσες σχετικά τις δραστηριότητες του αιτητή.  Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το ερ. 23 απασχόλησε την Αστυνομία για διάφορα Ποινικά Αδικήματα (ημ. 16/03/18).

Εναντίον του εξετάζεται υπόθεση Κλοπής Αυτοκινήτου- ΤΑΕL/5018 IL28/18

Επίσης εξετάζεται υπόθεση κλοπής μοτοσυκλέττας LL18/16 TAC Λεμεσού.

Στις 10/07/2013 LEM/YA/297/C DD 06/07/13 LL/1168/13 (επιστολή Ποινών φυλάκισης από το Δικαστήριο βλ. ερ. 42-41.

[…]

* Επιπρόσθετα βάσει των νέων σοβαρών αδικημάτων (τα οποία εκκρεμούν βάσει της εκτέλεσης της Αστυνομίας στα ερ. 42-41 εισηγούμαι απόρριψη της αίτησης για πολιτογράφηση του υπό αναφορά αλλοδαπού.»

 

Ως αποφασίστηκε πολλές φορές στη νομολογία, η ικανοποίηση και μόνο των τυπικών κριτηρίων που θέτει ο Τρίτος Πίνακας του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, Ν. 141(Ι)/2002, δεν αρκεί για τη χορήγηση πολιτογράφησης αλλά εμπίπτει στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας της διοίκησης στα πλαίσια των κυριαρχικών δικαιωμάτων του κράτους.

Στην υπό κρίση υπόθεση η απόφαση που λήφθηκε είχε ως βάση τη μη ικανοποίηση της προϋπόθεσης 1(γ) του Τρίτου Πίνακα η οποία θέτει ως προσόν ο αιτητής να είναι καλού χαρακτήρα.

Είναι στα πλαίσια της δέουσας έρευνας που ζητήθηκε η έκθεση από την Αστυνομία η οποία κατέδειξε όσα καταγράφονται στην έκθεση. Η εν λόγω έκθεση δεν αναφέρει ότι ο αιτητής έχει ποινικό μητρώο. Αντιθέτως, η διοίκηση αναγνωρίζει στην εισήγηση ότι ο αιτητής έχει λευκό ποινικό μητρώο. Εντούτοις, οι αναφορές της Αστυνομίας αφορούν ανάμειξη του αιτητή σε εγκληματικές δραστηριότητες για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη.

Η διαπίστωση του καθ' ου η αίτηση περί μην ικανοποίησης της σχετικής προϋπόθεσης του Νόμου περί καλού χαρακτήρα ήταν, θεωρώ, υπό τις περιστάσεις εύλογη. Η έννοια του «καλού χαρακτήρα» για σκοπούς παραχώρησης υπηκοότητας δεν μπορεί παρά να προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, τη μη εμπλοκή κάποιου προσώπου σε εγκληματικές δραστηριότητες. Η παραχώρηση υπηκοότητας σε αλλοδαπό άπτεται πτυχών δημοσίου και εθνικού συμφέροντος και συνεπώς, εύλογα δεν παραχωρείται όπου το πρόσωπο που αιτείται της υπηκοότητας δεν σέβεται ή ακολουθεί τους νόμους της χώρας».

 

 

 

Αποτελεί γεγονός, το οποίο καταγράφεται και στην Έκθεση/Εισήγηση των αρμόδιων λειτουργών προς τον Υπουργό Εσωτερικών, ότι κατά την υποβολή της αίτησης του για πολιτογράφηση, ο Εφεσείων προσκόμισε πιστοποιητικό λευκού ποινικού μητρώου.  Είναι δε επ’ αυτού που ο Εφεσείων στηρίζει την επιχειρηματολογία του ότι, εφόσον κατείχε αυτό το πιστοποιητικό καταρρίπτεται η θέση της Εφεσίβλητης ότι στο παρελθόν απασχόλησε την Αστυνομία και επομένως δεν είναι καλού χαρακτήρα. 

 

Παρά την αναφορά της Εφεσίβλητης περί ύπαρξης λευκού ποινικού μητρώου, διαπιστώνουμε από τον διοικητικό φάκελο (ερ. 23, 25) (όπως εξάλλου αναφέρεται στην Έκθεση/Εισήγηση) ότι υπήρχαν πληροφορίες από την Αστυνομία και συγκεκριμένα από τον Διοικητή της ΚΥΠ, με αναφορά σε συγκεκριμένο αριθμό φακέλου, ότι ο Εφεσείων απασχόλησε την Αστυνομία για διάφορα ποινικά αδικήματα.  Είναι στη βάση αυτών των πληροφοριών που η διοίκηση βασίστηκε και χαρακτήρισε τον Εφεσείοντα ως μη καλού χαρακτήρα. 

 

Στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Hamdan ν. Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 141/2018, ημερομηνίας 6/3/2024 επικυρώθηκε ως ορθή η προσέγγιση του Διοικητικού Δικαστηρίου σε σχέση με τη διερεύνηση των «περί εμπλοκής του Εφεσείοντα σε παράνομες δραστηριότητας στη βάση πληροφοριών που εξασφαλίστηκαν από την ΚΥΠ».  Μεταφέρεται το σχετικό απόσπασμα:

«Είπε και αυτά το Διοικητικό Δικαστήριο:

 

«[.] Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του αιτητή ότι δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί περί εμπλοκής του αιτητή σε παράνομες δραστηριότητες, οι καθ' ων η αίτηση υποδεικνύουν με αναφορά σε νομολογία αναφορικά με απέλαση Ευρωπαίων Πολιτών, σε σχέση με τους οποίους εφαρμόζονται αυστηρότερα κριτήρια, ότι η προηγούμενη ποινική καταδίκη δεν αποτελεί προϋπόθεση για τον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας ευρωπαίου πολίτη στην επικράτεια της Δημοκρατίας, ενώ αρκούν πληροφορίες από αξιόπιστες πηγές οι οποίες προκαλούν ανησυχία. Κατά τις εισηγήσεις των καθ' ων η αίτηση, τα ίδια θα πρέπει να ισχύουν και σε όσον αφορά τις περιπτώσεις πολιτογράφησης αλλοδαπών [.]».

 

Η πρωτόδικη προσέγγιση είναι σωστή

 

[…]

 

Διόλου δεν παραβλέπουμε, ότι ο Εφεσείων πρότεινε πως αν όντως υπήρχαν τέτοιες πληροφορίες οι Εφεσίβλητοι έπρεπε να του είχαν προσάψει ανάλογες κατηγορίες, κάτι που δεν έγινε.

 

Τούτο, όμως, δεν ήταν αναγκαίο.

 

Δεν αποτελεί απαρεγκλίτως κριτήριο αξιοπιστίας και αποφασιστικότητας των αρμοδίων αρχών, η απόφαση τους να διώξουν, ή όχι, ποινικά έναν αιτητή ή μια αιτήτρια, σε παρόμοιες ή όμοιες περιστάσεις, ενώ εξετάζουν αίτημα απόκτησης της Κυπριακής Υπηκοότητας με πολιτογράφηση.

 

Αυτό, γιατί, ζητούμενο είναι, σε κάθε περίπτωση, αν ο αιτητής ή η αιτήτρια - και στην προκειμένη ο Εφεσείων - πληρούν τα νομοθετικώς προαπαιτούμενα τα οποία, συνυπολογιζόμενα, υπό τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε υπόθεσης, μπορεί να οδηγήσουν προς τη μια ή την άλλη απάντηση.  

 

Στην υπό κρίση περίπτωση, ο Εφεσείων θεωρήθηκε, αιτιολογημένα και εμπεριστατωμένα από τους Εφεσίβλητους, ότι δεν πληρούσε τα σχετικά κριτήρια. Δόθηκε μάλιστα προς τούτο και επαρκές πραγματικό έρεισμα εφόσον, κατά νομολογιακή ευχέρεια, συγκεντρώθηκαν πληροφορίες από κατάλληλες πηγές - όπως η ΚΥΠ - που ευλόγως θεωρήθηκαν από τους Εφεσίβλητους ότι προκαλούν ανησυχία εν σχέσει προς την παρουσία τού εν λόγω ατόμου στην Κύπρο (Eddine ν. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 95, 98).

 

[…]

 

Η πολιτογράφηση είναι μια εξουσία η οποία ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του Κράτους το οποίο και μπορεί να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα που επιθυμεί, με μόνο περιορισμό την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης (Mohamad ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 18, 21).

 

Δεν αναγνωρίζεται απόλυτο δικαίωμα πολιτογράφησης στην Κυπριακή Δημοκρατία, παρά μονάχα προσδοκία πως, διά της δέουσας υποβολής αίτησης, το αίτημα θα αξιολογηθεί προσηκόντως και θα τύχει ανάλογης, καλόπιστης, και εξατομικευμένης κρίσης, κατ' ενάσκηση, πάντα, της παρεχόμενης προς τη Διοίκηση ευρείας διακριτικής ευχέρειας (Alyatim ν. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 496, 500-501, Amer ν. Δημοκρατίας (2011) 3(Α) Α.Α.Δ. 66, 69, Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 307, 315-316, Ananda Marga Ltd v. Republic (1985) 3(D) C.L.R. 2583, 2587)».

 

 

Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν στην απόφαση του Συνταγματικού  Δικαστηρίου στην Rahimzadeh v. Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού  Δικαστηρίου Αρ. 119/2020, ημερομηνίας 25/2/2025 στην οποία λέχθηκαν πρόσθετα και τα ακόλουθα σχετικά:

«Εν πάση περιπτώσει, όπως αναφέραμε πιο πάνω, η Διοίκηση βασίστηκε και σε πληροφορίες από κατάλληλες πηγές - όπως η ΚΥΠ - περί εμπλοκής του Εφεσείοντα σε παράνομες δραστηριότητες που εύλογα και αιτιολογημένα θεωρήθηκαν από τους Εφεσίβλητους πως έπλητταν το κριτήριο του καλού του χαρακτήρα.  Ούτε και ήταν αναγκαίο να είχαν προσαφθεί εναντίον του σχετικές κατηγορίες.  Σύμφωνα με την νομολογία (ανωτέρω), «Δεν αποτελεί απαρεγκλίτως κριτήριο αξιοπιστίας και αποφασιστικότητας των αρμοδίων αρχών, η απόφαση τους να διώξουν, ή όχι, ποινικά έναν αιτητή ή μια αιτήτρια, σε παρόμοιες ή όμοιες περιστάσεις, ενώ εξετάζουν αίτημα απόκτησης της Κυπριακής Υπηκοότητας με πολιτογράφηση. (βλ. Hamdan (ανωτέρω))

 

 

Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνουμε πως η πολύ ευρεία διακριτική εξουσία των Εφεσίβλητων να απορρίψουν την αίτηση του Εφεσείοντα ασκήθηκε ορθά, στη βάση επαρκούς πραγματικού ερείσματος ότι δεν πληρούσε το κριτήριο του καλού χαρακτήρα. Το δε τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης της παραμένει έγκυρο, αφού κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον μας που να αποδεικνύει το αντίθετο».

 

Και στην εξεταζόμενη υπόθεση, η αίτηση του Εφεσείοντα απερρίφθη καθότι κρίθηκε ότι ο Εφεσείων δεν πληρούσε την προϋπόθεση 1(γ) του Τρίτου Πίνακα του Άρθρου 111 του Νόμου και συγκεκριμένα το κριτήριο του καλού χαρακτήρα, στη βάση πληροφοριών της ΚΥΠ, ότι ο Εφεσείων απασχόλησε την Αστυνομία για διάφορα ποινικά αδικήματα.  Σημειώθηκαν επίσης από την Αστυνομία στην έκθεση της, η οποία ζητήθηκε στα πλαίσια διερεύνησης του αιτήματος, τα αδικήματα εναντίον του οποίου εκκρεμούσαν.  Στη βάση της νομολογίας (Humdan και Rahimzadeh (ανωτέρω)), όλα τα πιο πάνω στοιχεία και πληροφορίες, εύλογα και αιτιολογημένα κρίνουμε ότι θεωρήθηκαν από την Εφεσίβλητη ότι έπλητταν το κριτήριο του καλού χαρακτήρα.

 

Συνεπώς και με δεδομένη, ως έχει αναφερθεί, την ευρεία διακριτική εξουσία της Εφεσίβλητης να απορρίπτει αιτήσεις του είδους, κρίνουμε ότι ορθά αυτή ασκήθηκε στη βάση επαρκών στοιχείων ότι ο Εφεσείων δεν πληρούσε το κριτήριο του καλού χαρακτήρα και στην απουσία στοιχείων που να ανατρέπουν το τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης της διακριτικής εξουσίας, κρίνουμε ότι δεν χωρεί παρέμβαση μας.

 

Για τους πιο πάνω λόγους, οι συναφείς Λόγοι Έφεσης Αρ. 1 και Αρ. 2 κρίνονται επίσης αβάσιμοι και απορρίπτονται.

 

Η Έφεση απορρίπτεται και η πρωτόδικη Απόφαση επικυρώνεται.

 

Επιδικάζονται 3000 ευρώ έξοδα υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον του Εφεσείοντα.

 

 

 

Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.

 

 

                                        Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.

 

 

                                        Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο