ΣΠΥΡΟΣ ΠΕΤΟΥΣΗΣ v. ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 155/2022, 7/7/2026
print
Τίτλος:
ΣΠΥΡΟΣ ΠΕΤΟΥΣΗΣ v. ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 155/2022, 7/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ

 

                         (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου  Αρ. 155/2022)

 

 7 Ιουλίου, 2026

 

[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

  ΣΠΥΡΟΣ ΠΕΤΟΥΣΗΣ

 

                                                                                                               Εφεσείων,

v.

 

  ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ

  

 

                                                                                                          Εφεσίβλητης.

--------------------

Λ. Παναγιώτου (κα), για LEFKOS CLERIDES & SONS LLC, για Εφεσείοντα.

   Κ. Στιβαρού (κα), για ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ-ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσίβλητη.

--------------------

 

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Δικαστή Δ. Λυσάνδρου.

 

 

 

 

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.: Η Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου (εφεξής «η ΑΗΚ») εκκίνησε πειθαρχική διαδικασία κατά του Εφεσίβλητου ο οποίος ήταν υπάλληλός της. 

 

Στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου της ΑΗΚ, ο Εφεσείων επέλεξε να αλλάξει την απάντησή του στις πειθαρχικές κατηγορίες σε βάρος του, από μη παραδοχή σε παραδοχή.

 

Κατόπιν τούτου, το Πειθαρχικό Συμβούλιο επέβαλε στον Εφεσείοντα την ποινή της αναγκαστικής αφυπηρέτησης από 1.3.2019.

 

Η επιβάλλουσα την ποινή απόφαση κοινοποιήθηκε στον Εφεσείοντα περί την 11.1.2019, η δε ΑΗΚ απέρριψε (με επιστολή της ημερ. 26.2.2019) το αίτημά του για αναθεώρησή της.

 

Την 8.3.2019, ο Εφεσείων καταχώρησε την Προσφυγή Αρ. 325/2019 κατά της επιβάλλουσας την ποινή απόφασης η οποία του κοινοποιήθηκε περί την 11.1.2019.

 

Με την εφεσιβαλλόμενη απόφασή του ημερ. 28.11.2022, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την Προσφυγή με το σκεπτικό ότι ο Εφεσείων στερείται εννόμου συμφέροντος να προβάλλει τους λόγους ακύρωσης, όλοι εκ των οποίων αφορούσαν την πειθαρχική διαδικασία πριν την επιβολή της προσβαλλόμενης ποινής, ακριβώς διότι παραδέχτηκε ανεπιφύλακτα τη διάπραξη των πειθαρχικών αδικημάτων. 

 

Ο Εφεσείων βάλλει κατά της εφεσιβαλλόμενης απόφασης, με τους εξής λόγους έφεσης (η ορθογραφία και η γραμματική είναι η αυτούσια του δικόγραφου):

 

«ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και αυθαίρετα αποφάσισε στην σελίδα 3 της απόφασης του ότι ο Αιτητής εστερείτο εννόμου συμφέροντος να προσβάλει την εγκυρότητα της επίδικης απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου της καθ’ης η αίτηση με την αιτιολογία ότι είχε προβεί σε παραδοχή όλων των κατηγοριών της Πειθαρχικής δίωξης σε βάρος του.

 

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ

Με την Αίτηση του ο Αιτητής προσβάλλει την εγκυρότητα και όχι την ορθότητα της επίδικης απόφασης όπως εσφαλμένα συνεπέρανε το πρωτόδικο Δικαστήριο.  Στο Παράρτημα Α της Αίτησης του, ο Αιτητής αναφέρει ότι η Πειθαρχική δίωξη σε βάρος του, (η προσβαλλόμενη Διοικητική πράξη), ήταν άκυρη εξ υπαρχής, (Void ab initio), καθ’ ότι σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, προτού ασκηθεί η Ποινική δίωξη, ο ίδιος είχε προβεί σε καταγγελία/παράπονο στην Επίτροπο Διοίκησης και στον Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας εναντίον της Καθ’ης η Αίτηση.  Μετά την υποβολή της καταγγελίας/παραπόνου του Αιτητή η Καθ’ης η Αίτηση δεν ενομιμοποιείτο να ασκήσει εναντίον του την επίδικη Πειθαρχική Δίωξη προτού η Επίτροπος Διοίκησης εξετάσει την καταγγελία του Αιτητή, και καταλήξει σε κάποια απόφαση.

 

Αντ’ αυτού, η Καθ’ης η Αίτηση μόλις πληροφορήθηκε ότι ο Αιτητής είχε υποβάλει την καταγγελία/παράπονο, προχώρησε σε διαδικασία πειθαρχικής δίωξης του κατά παράβαση του περί Επιτρόπου Διοικήσεως Νόμου του 1991 μέχρι 1995 άρθρο 11 στ i., των Κανόνων δεοντολογίας, και των Αρχών της Φυσικής Δικαιοσύνης.

 

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμενα και παράνομα δεν έλαβε υπ’ όψιν και δεν αξιολογήσε το γεγονός ότι προτού ασκηθεί Πειθαρχικη δίωξη εναντίον του Αιτητή, είχε προηγηθεί δική του καταγγελία/παράπονο στην Επίτροπο Διοίκησης εναντίον της Καθ’ης η Αίτηση, και η Επίτροπος Διοίκησης δεν είχε περατώσει την εξέταση της καταγγελίας του Αιτητή, ούτε είχε καταλήξει σε κάποια απόφαση.

 

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ

Το Διοικητικό Δικαστήριο έχει ανακριτική Δικαιοδοσία (Inquisitorial Jurisdiction) και όφειλε μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του να εξετάσει αυτεπάγγελτα την εγκυρότητα της επίδικης απόφασης λαμβάνοντας υπ’ όψιν και αξολογώντας το παραδεκτό γεγονός ότι προτού ασκηθεί η Πειθαρχική δίωξη εναντίον του Αιτητή, είχε προηγηθεί δικη του καταγγελία/παράπονο στην Επίτροπο Διοίκησης εναντίον της Καθ’ης η Αίτηση, η οποία δεν είχε περατωθεί και επομένως εσφαλμένα εξέτασε την ορθότητα της επίδικης Πειθαρχικη  δίωξης ενώ όφειλε να εξετάσει μόνο την εγκυρότητα της.

 

 

ΤΡΙΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την Αίτηση του Αιτητή με την Αιτιολογία ότι είχε παραδεχθεί μέσω του Δικηγόρου του όλες τις εις βάρος του κατηγορίες στην επίδικη Πειθαρχική Δίωξη.

 

 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ

Το γεγονός ότι ο Αιτητής παραδέχθηκε μέσω του Δικηγόρου του όλες τις εις βάρος του κατηγορίες της Επίδικης Πειθαρχικης Δίωξης καθώς και την ποινή της αναγκαστικής πρόωρης αφυπηρέτησης που του επέβαλε το Πειθαρχικό Συμβούλιο των Καθ’ων η Αίτηση, δεν του αφαίρεσε το έννομο συμφέρον που είχε να προσβάλει την εγκυρότητα της Επίδικης Πειθαρχικής Απόφασης, για τους εξής λόγους:

(1) Όπως αναφέρει στην Αίτηση του, η Επίδικη Πειθαρχική Δίωξη εναντίον του ασκήθηκε αμέσως μετά που η Καθ’ης η Αίτηση πληροφορήθηκε ότι είχε υποβάλει παράπονο/καταγγελία στην Επίτροπο Διοίκησης.

(2) Ο Αιτητής παραδέχθηκε τις εις βάρος του κατηγορίες και την ποινή της Αναγκαστικής πρόωρης Αφυπηρέτησης κατόπιν αθέμιτων πιέσεων και εκβιασμού της Καθ’ης η Αίτηση που ασκήθηκαν σε βάρος του, κατά παράβαση του περί Επιτρόπου Διοικήσεως Νόμου του 1991 μέχρι 1995 άρθρο 11 στ i., των Κανόνων δεοντολογίας, και των Αρχών της Φυσικής Δικαιοσύνης, και προτού εξεταστεί το παράπονο/καταγγελία που υπέβαλε στην Επίτροπο Διοίκησης.

(3) Ο Αιτητής ουδέποτε προσέβαλε την ορθότητα της καταδίκης η της ποινής που του επέβαλε το Πειθαρχικό Συμβούλιο αφού η Αίτηση του στρεφόταν μόνο εναντίον της εγκυρότητας της επίδικης Πειθαρχικής Δίωξης σε βάρος του την οποία προσέβαλε ως άκυρη εξ υπαρχής και επομένως ανύπαρκτη.

(4) Αν η επίδικη Πειθαρχική απόφαση ήταν άκυρη εξ υπαρχής (Void ab initio), τότε δεν εγείρετο θέμα εξέτασης της ορθότητας της καταδίκης ούτε της επιβλήθησης ποινής, και το Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει μόνο την εγκυρότητα της επίδικης Πειθαρχικής Απόφασης της Καθ’ης η Αίτηση.».

 

Οι λόγοι έφεσης αλληλοπεριχωρούνται οπότε χρήζουν ενιαίας εξέτασης.

 

Για τους εξής δε λόγους, κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται:

Ο διοικητικός φάκελος και δη το πρακτικό («Π39/2018») για τη συνεδρία ημερ. 27.12.2018 του Πειθαρχικού Συμβουλίου δεικνύει ότι ο Εφεσείων αφενός παραδέχτηκε τις σε βάρος του πειθαρχικές κατηγορίες και αφετέρου αποδέχτηκε και την ποινή της αναγκαστικής αφυπηρέτησης, εισηγούμενος όπως αυτή αρχίσει την 1.4.2019.

 

Τα σχετικά αποσπάσματα, για του λόγου το ασφαλές, έχουν ως εξής:

«κ. Καλλής

[πρόκειται για τον δικηγόρο του Εφεσείοντα ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου]

Κύριε Πρόεδρε, στο παρών [sic] στάδιο θα ζητήσω την άδεια σας όπως αλλάξω απάντηση στις κατηγορίες και μετά τη διαβούλευση με τους συναδέλφους, από μη παραδοχή σε παραδοχή.

[.]

κ. Καλλής

Αν θα φτάσουμε στην αναγκαστική αφυπηρέτηση όπως την έχουμε συμφωνήσει, θα παρακαλούσαμε όπως η ημερομηνία της αναγκαστικής αφυπηρέτησης να είναι η 1 Απριλίου 2019, για να προλάβει ο κ. Πετούσης, να παραδώσει τις ημιτελείς εργασίες τις οποίες έχει.

Να αναφέρω κύριε Πρόεδρε, ότι η μια ποινή ενσωματώνεται στην άλλη.  Η ομολογία μας είναι ότι δεν μπορούν να επιβάλλονται ποινές ουσιαστικά, αλλά για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, δεν νομίζω να χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση για το ύψος της ποινής.».

 

Παρότι το Πειθαρχικό Συμβούλιο αποφάσισε την έναρξη της ποινής ένα μήνα ενωρίτερα, ήτοι κατά την 1.3.2019, ο Εφεσείων με την  Προσφυγή ουδόλως παραπονείται για τούτο.

 

Επίσης, ο Εφεσείων επιχείρησε να διενεργήσει μια δικονομική διάκριση, προβάλλοντας ότι προσβάλλει την εγκυρότητα και όχι την ορθότητα της επίδικης διοικητικής πράξης, κάτι που απέτυχε να διαγνώσει το πρωτόδικο Δικαστήριο (συναφής είναι η αιτιολογία πρώτου λόγου έφεσης).

Απορρίπτουμε τη θέση του Εφεσείοντα.  Εξυπακούεται ότι δικαιοδοτικά το Δικαστήριο είναι την εγκυρότητα πράξης όπως η επίδικη (για την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενεργώντας ως ακυρωτικό, δεν έχει δικαιοδοσία ελέγχου ουσίας/ορθότητας) που ελέγχει, μέσω του ελέγχου της νομιμότητάς της.  Εξ ου και, ως προβλέπει το Άρθρο 146.4 του Συντάγματος, την επικυρώνει ή ακυρώνει.  Η διενέργεια όμως του ελέγχου νομιμότητας προϋποθέτει το παραδεκτό της Προσφυγής, με την ύπαρξη έννομου συμφέροντος να είναι μια εκ των παραμέτρων του παραδεκτού, κατ’ επιταγήν του Άρθρου 146.2 του Συντάγματος.

 

Το να εγείρει, λοιπόν, ο Εφεσείων το αυτονόητο, ως προς το δικαιοδοτικό πλαίσιο εντός του οποίου κινείται το πρωτόδικο Δικαστήριο, έχει μηδαμινή σημασία ως προς το βάσιμο της υπόθεσής του και δη ως προς την ύπαρξη ή όχι του αναγκαίου εννόμου συμφέροντος από πλευράς του.  Και, βέβαια, ουδέν μεμπτόν διαπιστώνουμε από πλευράς του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

Τόσο η Προσφυγή όσο και η Έφεση αναλώνονται σε αιτιάσεις για το αβάσιμο των πειθαρχικών κατηγοριών και το παράνομο της πειθαρχικής διαδικασίας.  Κρίνουμε ότι η προβολή των άνω αιτιάσεων είναι μάταιη, διότι ο Εφεσείων αποδέχτηκε και συναίνεσε τόσο με την απόδοση των πειθαρχικών κατηγοριών στον ίδιο όσο και με το είδος της ποινής αποστερούμενος, έτσι, του εννόμου συμφέροντός του.

 

Η δε πρωτόδικη και κατ’ έφεση θέση του Εφεσείοντα πως «μέσω άσκησης αθέμιτης ψυχικής πίεσης, εξαναγκάστηκε σε παραίτηση», υπονοώντας ότι η από πλευράς του παραδοχή των πειθαρχικών κατηγοριών δεν ήταν προϊόν ελεύθερης αποδοχής του, συνιστά άνευ αξίας επιχείρημα, καθότι ουδεμία μαρτυρία προς απόδειξη τούτου ο Εφεσείων προσκόμισε.  Η δε αγόρευση ή περίγραμμα δεν συνιστά μέσο απόδειξης γεγονότων (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 163/2021 Δημοκρατία ν. ΑΔΕΛΦΟΙ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ (ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ) ΛΤΔ, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 16.6.2026).

 

Άρα, στοιχειοθετείται σαφής, ανεπιφύλακτη  και ελεύθερη παραδοχή των πειθαρχικών κατηγοριών από πλευράς του Εφεσείοντα (για τις προϋποθέσεις της αποδοχής βλ. Ε. Σπηλιωτόπουλου, «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου» 16η έκδοση Τόμος 2, σε. 106, πλαγιάριθμος 458), η οποία του αποστερεί το έννομο συμφέρον να αιτιάται το παράνομο αυτών των κατηγοριών και εν γένει της πειθαρχικής διαδικασίας (Ρούσος κ.ά. ν. Δημοκρατίας, (1990) 3 Α.Α.Δ. 1271).

 

Σημειώνεται, συναφώς, ότι τα ενώπιόν μας επίδικα γεγονότα διαφοροποιούνται από αυτά της Έφεσης κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 23/2021 Αρχή Ηλεκτρισμού Κύιπρου ν. Σατράκη, απόφαση Εφετείου ημερ. 13.2.2025, όπου η από πλευράς του εκεί προσφεύγοντα αποδοχή της επιβαλλόμενης πειθαρχικής ποινής τελούσε υπό επιφύλαξη η οποία διέσωσε το έννομό του συμφέρον για προώθηση της Προσφυγής του κατά της εν λόγω ποινής.

 

Ως εκ τούτου, ορθά στην ενώπιόν μας περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο Εφεσείων στερείται του εννόμου συμφέροντος για προώθηση της Προσφυγής, το οποίο έννομο συμφέρον συνιστά δικονομική προϋπόθεση -κατ’ επιταγήν του Άρθρου 146.2 του Συντάγματος- για την εξέτασή της ουσίας αυτής και ορθώς κρίθηκε μη παραδεκτή.

 

Καταληκτική κρίση του Δικαστηρίου:

Η έφεση απορρίπτεται.

Επιδικάζεται το ποσό των 3000 ευρώ, ως κατ’ έφεση έξοδα, υπέρ της Εφεσίβλητης και κατά του Εφεσείοντα.

 

 

                                                     Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.     

                                                                     

                                                      Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.

 

                                                      Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο