ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 23/2022)
17 Ιουλίου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
Α. Ε. Ι. ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΩΣ ΦΥΣΙΚΗ ΜΗΤΕΡΑ ΚΑΙ/Ή ΚΗΔΕΜΟΝΑΣ ΚΑΙ/Ή ΠΛΗΣΙΕΣΤΕΡΗ ΣΥΓΓΕΝΗΣ ΚΑΙ ΦΙΛΗ ΤΟΥ ΑΝΗΛΙΚΟΥ ΤΕΚΝΟΥ ΤΗΣ Β. Ι.
Εφεσείουσα,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ
1. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
2. ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Εφεσίβλητης.
--------------------
Δ. Κωνσταντίνου (κα), για KINANIS LLC, για την Εφεσείουσα.
N. Νικολάου (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την υποφαινόμενη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΕYΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Το πρωτόδικο Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 19/1/2022 απέρριψε την Προσφυγή Αρ. 945/2018 που η Εφεσείουσα κατεχώρησε και αφορούσε την «παράλειψη των Καθ’ων η Αίτηση να εξετάσουν και/ή αποφασίσουν […] για πολιτογράφηση του ανήλικου τέκνου της […] ως τέκνο Κύπριας πολίτου […]».
Όπως αναφέρεται στην πρωτόδικη Απόφαση και διαπιστώνεται μέσα από τον διοικητικό φάκελο, η Εφεσείουσα με χειρόγραφη της επιστολή ημερομηνίας 25/9/2016 ζήτησε όπως το ανήλικο τέκνο της εγγραφεί ως Κύπριος πολίτης κατ’ επίκληση των προνοιών του Άρθρου 109(1) του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, Ν. 141(Ι) 2002 (εφεξής «ο Νόμος»). Είναι δε παραδεκτό ότι μέχρι και την ημερομηνία ακρόασης της παρούσας Έφεσης, η Εφεσείουσα δεν έτυχε οποιασδήποτε απόφασης επί της αίτησης της.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού κατέγραψε τις πρόνοιες του Νόμου κατέληξε ως ακολούθως:
Η Εφεσείουσα βάλλει κατά της πρωτόδικης Απόφασης με τρεις Λόγους Έφεσης.
Ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα απεφάνθη ότι η Εφεσείουσα δεν υπέβαλε την αίτηση της στο αρμόδιο Τμήμα που είναι το Υπουργικό Συμβούλιο, αλλά στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (Λόγος Έφεσης Αρ.1). Υποστηρίζει επίσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποδέχτηκε ως ορθή την προδικαστική ένσταση της Εφεσίβλητης ότι κάποια παράλειψη για να μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή θα πρέπει να αποτελεί παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, δηλαδή μη εκπλήρωση υποχρέωσης που επιβάλλεται διά νόμου (Λόγος Έφεσης Αρ.2). Προβάλλει επίσης η Εφεσείουσα ότι, εσφαλμένα κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν θεωρείται πολίτης της Δημοκρατίας πρόσωπο του οποίου οποιοσδήποτε γονέας διαμένει παράνομα στην Κύπρο και μόνο αν αποφασίσει διαφορετικά το Υπουργικό Συμβούλιο τότε τέτοιο πρόσωπο θεωρείται πολίτης και ότι η έγκριση τέτοιας αίτησης συνιστά εξαίρεση από τις πρόνοιες του Νόμου και παραχωρείται μετά από την άσκηση διακριτικής ευχέρειας (Λόγος Έφεσης Αρ.3).
Η Εφεσίβλητη υπεραμύνεται της ορθότητας της πρωτόδικης Απόφασης και εισηγείται την απόρριψη της Έφεσης.
Εξετάσαμε τις εκατέρωθεν θέσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων.
Αναφορικά με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 1, είναι η θέση της Εφεσείουσας ότι στις 17/6/2000 εκχωρήθηκαν οι εξουσίες του Υπουργού Εσωτερικών προς τη Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης να επιλαμβάνεται και να αποφασίζει επί αιτήσεων πολιτογραφήσεων και κατ’ επέκταση η αίτηση της υπεβλήθη στο αρμόδιο όργανο.
Καταρχάς, διαπιστώνουμε ότι δεν τέθηκε από την Εφεσίβλητη πρωτοδίκως οποιαδήποτε προδικαστική ένσταση, ότι η αίτηση της Εφεσείουσας δεν εξετάζεται εκ του λόγου αυτού. Αντίθετα, στην παράγραφο 5 της Ένστασης της Εφεσίβλητης που κατεχωρήθη κατά την πρωτόδικη διαδικασία αναφέρεται ότι «το αίτημα δεν απορρίφθηκε αλλά παραμένει σε εκκρεμότητα μέχρι να ζητηθεί από τον Υπουργό Εσωτερικών να ετοιμαστεί πρόταση προς το Υπουργικό Συμβούλιο σχετικά με την υπό αναφορά εγγραφή».
Επισημαίνεται ακόμα ότι, στην επιφύλαξη του Άρθρου 109(1) του Νόμου, σύμφωνα με την οποία παρέχεται η εξουσία στο Υπουργικό Συμβούλιο να αποφασίσει διαφορετικά σε σχέση με την ιδιότητα πολίτη της Δημοκρατίας δυνάμει γέννησης ή καταγωγής («αν το Υπουργικό Συμβούλιο διαφορετικά ήθελε διατάξει») δεν προσδιορίζεται ότι απαραιτήτως η αίτηση υποβάλλεται στο Υπουργικό Συμβούλιο. Σημειώνεται ακόμα ότι κατ’ εφαρμογή του Άρθρου 54 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, η «παρά του Υπουργικού Συμβουλίου ασκούμενη εκτελεστική εξουσία», περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων την διεύθυνση της γενικής πολιτικής και την έκδοση κανονιστικών και εκτελεστικών διαταγμάτων ως οι νόμοι ορίζουν.
Είναι σε αυτό το πλαίσιο που το Υπουργικό Συμβούλιο εξέδωσε κριτήρια τα οποία θα πρέπει να πληρούνται για την ενεργοποίηση των προνοιών του Άρθρου 109(1) του Νόμου (Αρ. Απόφασης 60.067, ημερομηνίας 14/2/2007, (βλ. επίσης απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στη Hancer ν. Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εσωτερικών, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 116/2020, ημερομηνίας 9/4/2025).
Τέλος υπογραμμίζεται ότι, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 17(5) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν.158(1)/1999):
«(5) Αν μια αίτηση υποβληθεί σε αναρμόδιο διοικητικό όργανο, το αναρμόδιο όργανο οφείλει να τη διαβιβάσει στο αρμόδιο, πληροφορώντας περί τούτου τον ενδιαφερόμενο».
Επομένως, στη βάση των ανωτέρω, κρίνουμε ότι ο Λόγος Έφεσης Αρ. 1 είναι βάσιμος.
Οι Λόγοι Έφεσης Αρ. 2 και 3, λόγω της συνάφειας τους θα τύχουν ενιαίας εξέτασης.
Έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω ότι η Εφεσείουσα στρέφεται εναντίον της παράλειψης της Εφεσίβλητης να εξετάσει και/ή να αποφασίσει σε σχέση με την αίτηση της για πολιτογράφηση του ανήλικου τέκνου της, η οποία και μέχρι την ακρόαση της Έφεσης δεν απαντήθηκε.
Στην απόφαση μας στην Eddin ν. Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 97/2019, ημερομηνίας 14/11/2023, στην οποία εξετάσαμε παρόμοιο ζήτημα, κρίναμε ότι εφόσον το αίτημα περιορίζεται σε παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας της Εφεσίβλητης να εξετάσει και απαντήσει επί αίτησης που υπεβλήθη -με την προϋπόθεση ότι το ζήτημα αφορά σε παράλειψη λήψης απόφασης επί αιτήματος το οποίο να αποσκοπεί στην έκδοση διοικητικής απόφασης εν τη εννοία του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος- τότε δεν βρίσκει εφαρμογής η παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας που άπτεται άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Μεταφέρεται το σχετικό απόσπασμα:
«Καταρχάς, η θέση της εφεσίβλητης ότι, δεν είναι νομικά νοητή η παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας που άπτεται, κατά την εφεσίβλητη, άσκησης διακριτικής ευχέρειας, δεν βρίσκει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση. Το αιτητικό της προσφυγής αφορά περιοριστικά και μόνο σε παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας της εφεσίβλητης, όπως εξετάσει και απαντήσει στην αίτηση του εφεσείοντα (η οποία υποβλήθηκε στη βάση του Άρθρου 109 (3) του Νόμου) υποχρεωτικά (βλ. και Άρθρο 10 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν. 158(Ι)/1999, «πρέπει») εντός ευλόγου χρόνου, αυτός αντικειμενικά κρινόμενος, εξαρτώμενος από τα περιστατικά κάθε υπόθεσης και με τελικό κριτή αυτού το Δικαστήριο (βλ. Δημοτική Επιτροπή Αγίου Δομετίου ν. Ι. Χριστόφορου Α. Χριστόφορου και Άλλων (1994) 3 Α.Α.Δ., 434 έπ.) και όχι σε παράλειψη έγκρισης της αίτησης του. Τα προαναφερθέντα, βεβαίως, με τη προϋπόθεση ότι, το ζήτημα αφορά σε παράλειψη λήψης απόφασης επί αιτήματος, το οποίο να αποσκοπεί στην έκδοση διοικητικής απόφασης εν τη εννοία του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος, προϋπόθεση η οποία σαφώς πληρούται στην παρούσα περίπτωση».
Εν προκειμένω, η Εφεσείουσα με την Προσφυγή της δεν επιζητεί την έγκριση της αίτησης της, αλλά να λάβει απάντηση σε αίτημα που αφορά εκτελεστή διοικητική πράξη εν την εννοία του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος. Μεταξύ δε των λόγων ακύρωσης που προέβαλε στην Αίτηση Ακύρωσης της και ανέπτυξε στη γραπτή της αγόρευση (λόγος ακύρωσης Αρ.3), ήταν ότι η Εφεσίβλητη όφειλε με βάση το Άρθρο 29 του Συντάγματος και τα Άρθρα 10,11,33,34 και 35 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν.158(Ι)/1999), να εξετάσει το αίτημα της και να αποφασίσει εντός εύλογου χρόνου.
Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 29 του Συντάγματος:
«1. Έκαστος έχει το δικαίωμα ατομικώς ή ομού μετ' άλλων να υποβάλλη εγγράφους αιτήσεις ή παράπονα προς οιανδήποτε αρμοδίαν δημοσίαν αρχήν δικαιούμενος ν' απαιτήση, όπως αύτη επιληφθή αυτών και αποφασίση ταχέως. Η απόφασις της αρχής ταύτης, δεόντως ητιολογημένη, γνωστοποιείται εγγράφως αμέσως εις τον υποβαλόντα την αίτησιν ή τα παράπονα εν πάση περιπτώσει εντός προθεσμίας μη υπερβαινούσης τας τριάκοντα ημέρας.
2. Εφ' όσον ο ενδιαφερόμενος δεν ικανοποιείται εκ της αποφάσεως ή οσάκις ουδεμία απόφασις γνωστοποιήται προς αυτόν εντός της καθοριζομένης εν τη πρώτη παραγράφω του παρόντος άρθρου προθεσμίας δύναται ο ενδιαφερόμενος ν' αγάγη ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου διά προσφυγής την υπόθεσιν, εις ην αφορά η αίτησις ή το παράπονον αυτού».
Τα Άρθρα 31(1) και 35 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999, (Ν.158(Ι)/1999), διαλαμβάνουν τα ακόλουθα:
«33.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του Άρθρου 29 του Συντάγματος, το δικαίωμα αναφοράς-
(α) Παρέχεται σε κάθε πρόσωπο που διαμένει στη Δημοκρατία, ανεξάρτητα αν αυτό είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, πολίτης ή αλλοδαπός·
(β) καλύπτει την υποβολή παραπόνου ή αιτήματος για να προβεί η διοίκηση σε διοικητική ενέργεια ή για την ανάκληση ή τροποποίηση πράξης που έχει ήδη εκδοθεί ή για την αποτροπή ή επανόρθωση ηθικής ή υλικής βλάβης·»
(γ) δεν καλύπτει αίτημα για την παροχή πληροφοριών, εκτός αν αυτό προβλέπεται από το νόμο. »
[…]
35. Η υποχρέωση για απάντηση μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών υπάρχει, όταν η λήψη της απόφασης μέσα στην προθεσμία αυτή είναι εφικτή, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών κάθε υπόθεσης. Η διοίκηση οφείλει σε όλες τις περιπτώσεις να δίνει εγγράφως μέσα στην προθεσμία των τριάντα ημερών πληροφορίες για την πορείατης υπόθεσης».
Όπως αναφέρθηκε στην Πίτσιλλος ν. Υπουργού Συγκοινωνιών και Έργων(2000) 3 Α.Α.Δ. 777:
«Το άρθρο 29 του Συντάγματος έχει εξεταστεί σε αριθμό υποθέσεων στις οποίες τονίστηκε ότι η παράλειψη της αρμόδιας αρχής να δώσει απάντηση σε αίτημα ή παράπονο που άπτεται της άσκησης εκτελεστικής ή διοικητικής λειτουργίας μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής.(Βλ.Xenophontos v. The Republic, 2 R.S.C.C.89,Yialousa Savings BankLtd. v. The Republic (Minister of Finance as Controller of Banks) and another(1977) 3C.L.R. 25).Το άρθρο 29 παρέχει το δικαίωμα στον πολίτη και δημιουργεί την υποχρέωση στην αρχή να αποφασίσει μέσα σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα και να δώσει μια αιτιολογημένη απόφαση (Δημοτική Επιτροπή Αγίου Δομετίου ν. Χριστοφόρου και άλλων(1994) 3 Α.Α.Δ. 434)...»
Το ζήτημα βεβαίως του εύλογου χρόνου για έκδοση απόφασης άπτεται της ουσίας της διαφοράς και είναι αντικειμενικό, με τελικό κριτή το Δικαστήριο (βλ. ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΓΙΟΥ ΔΟΜΕΤΙΟΥ KAI ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ(1994) 3 Α.Α.Δ. 434).
Εν προκειμένω, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδεχόμενο την προδικαστική ένσταση της Εφεσίβλητης, κατέληξε ότι η έγκριση του επίδικου αιτήματος παραχωρείται μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και άρα δε συνιστά υποχρέωση που επιβάλλεται διά νόμου.
Χωρίς να χρειάζεται να επεκταθούμε επί του ζητήματος, σημειώνουμε ότι το Υπουργικό Συμβούλιο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία έχει ήδη θεσπίσει κριτήρια (ανωτέρω), τα οποία πρέπει να πληρούνται για την ενεργοποίηση του Άρθρου 109(1) του Νόμου, τα οποία αν πληρούνται αθροιστικά στο πρόσωπο του αιτούντος τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Νόμου. Η ουσία όμως του ζητήματος στην εξεταζόμενη περίπτωση είναι ότι η Εφεσείουσα ζητά να λάβει απάντηση επί της αίτησης της, την οποία δεν έλαβε από το 2016 μέχρι τουλάχιστον και το 2022 που εκδόθηκε η εφεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού η τελευταία αναφέρει ότι η εξέταση της αίτησης της Εφεσείουσας εκκρεμούσε.
Κρίνουμε ότι η παρέλευση χρονικού διαστήματος τέτοιας έκτασης συνιστά υπό τις περιστάσεις προφανή παράλειψη της διοίκησης να εκπληρώσει την υποχρέωση της προς εξέταση της αίτησης της Εφεσείουσας.
Για τους πιο πάνω λόγους γίνονται αποδεκτοί οι Λόγοι Έφεσης Αρ. 2 και 3.
Η Έφεση γίνεται αποδεκτή και η πρωτόδικη Απόφαση με τα έξοδα της παραμερίζεται.
Η παράλειψη της Εφεσίβλητης να απαντήσει εντός ευλόγου χρόνου στην επίδικη αίτηση της Εφεσείουσας κηρύσσεται άκυρη και παν παραληφθέν έδει να είχεν εκτελεσθεί.
Επιδικάζονται 3000 ευρώ έξοδα υπέρ της Εφεσείουσας και εναντίον της Εφεσίβλητης.
Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο