|
Προσφυγή Αρ. 09/2026
|
Μεταξύ:
HELLENIC TECHNICAL ENTERPRISES LIMITED
Αιτητών
ν.
ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ
Αναθέτουσας Αρχής
Αναθεωρητική Αρχή
Προσφορών: Ανδρούλα Πούγιουρου, Πρόεδρος
Ανδρέας Καρύδης, Μέλος
Πάρις Κωνσταντινίδης, Μέλος
Αιτητές: HELLENIC TECHNICAL ENTERPRISES LIMITED
Αντιπροσωπεύθηκαν από:
1. Τάσο Κουκούνη, Δικηγόρο διά Ανδρέας Κουκούνης & Σία ΔΕΠΕ
2. Δημήτρης Νικολάου, Διευθυντή Αιτήτριας Εταιρείας
Αναθέτουσα Αρχή: ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ
Αντιπροσωπεύθηκε από:
1. Άννα Κ. Χρίστου, Δικηγόρο διά Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ
2. Στέφανη Αντωνιάδη, Φοιτήτρια Νομικής
3. Νίκο Γεωργιάδη, Λειτουργό Πληροφορικής και Συντονιστή Επιτροπής Αξιολόγησης
4. Σωτήρη Πιερίδη, Λειτουργό Πληροφορικής και Μέλος Επιτροπής Αξιολόγησης
Ημερομηνία έκδοσης Απόφασης: 07 Ιουλίου 2026
ΑΠΟΦΑΣΗ
Αντικείμενο της παρούσας Προσφυγής, η οποία καταχωρήθηκε από την εταιρεία HELLENIC TECHNICAL ENTERPRISES LIMITED (στο εξής «οι Αιτητές»), είναι η απόφαση της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (στο εξής «η Αναθέτουσα Αρχή») ημερ. 24.02.2026 να ακυρώσει το διαγωνισμό με αρ. 501/2023 και τίτλο «Provision of the new EAC Software Defined Network (SDN) Infrastructure, including the highly redundant core Datacenter Network as well as the Pancyprian IT access network» (στο εξής «ο Διαγωνισμός»).
Σύμφωνα με την Έκθεση Γεγονότων, η προκήρυξη του Διαγωνισμού έγινε στις 15.12.2023 με τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Ηλεκτρονικού Συστήματος Σύναψης Συμβάσεων (e-procurement) του Γενικού Λογιστηρίου της Δημοκρατίας. Καταληκτική ημερομηνία υποβολής προσφορών καθορίστηκε αρχικά η 14.02.2024 και κατόπιν παράτασης η 10.04.2024, ενώ κριτήριο ανάθεσης ήταν η πλέον συμφέρουσα από ποιοτική και οικονομική άποψη προσφορά βάσει τελικής βαθμολογίας. Κατά τη διάρκεια του Διαγωνισμού εκδόθηκαν πέντε Τροποποιήσεις (Amendments) και πέντε Διευκρινίσεις (Clarifications). Εκτιμώμενη αξία του Διαγωνισμού καθορίστηκε το ποσό των €7.000.000,00. Η αξιολόγηση των προσφορών, σύμφωνα με τα Έγγραφα του Διαγωνισμού, θα διενεργείτο σε δύο στάδια. Υποβλήθηκαν εμπρόθεσμα πέντε προσφορές συμπεριλαμβανομένης και αυτής των Αιτητών.
Το Διοικητικό Συμβούλιο της Αναθέτουσας Αρχής κατά τη συνεδρία του ημερ. 29.10.2024, μελετώντας τα ενώπιον του έγγραφα, μεταξύ άλλων και την Έκθεση της Επιτροπής Αξιολόγησης και την Εισήγηση της Επιτροπής Προσφορών, αποφάσισε όπως απορρίψει την προσφορά της Κοινοπραξίας (Consortium) COSMOS BUSINESS SYSTEMS A.E.Β.E και CBS IT SYSTEMS CYPRUS LTD καθότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις συμμετοχής και των τεχνικών απαιτήσεων του Διαγωνισμού. Κατά της απόφασης αυτής καταχωρήθηκε από πλευράς της Κοινοπραξίας η Προσφυγή υπ’ αριθμό 42/2024 ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών (στο εξής «η ΑΑΠ»), η οποία με την απόφασή της ημερ. 17.02.2025 απέρριψε την Προσφυγή.
Κατά τη συνεδρία του ημερ. 16.09.2025, το Διοικητικό Συμβούλιο λαμβάνοντας υπόψη την Εμπιστευτική Έκθεση Αξιολόγησης της Επιτροπής Αξιολόγησης, τα πρακτικά των συνεδριάσεων της Επιτροπής Αξιολόγησης μαζί με όλα τα επισυνημμένα Έγγραφα, την Εισήγηση της Επιτροπής Προσφορών και τα πρακτικά των συνεδριάσεών της, κατόπιν σοβαρού προβληματισμού, ενέκρινε την Εισήγηση της Επιτροπής Προσφορών όπως ο Διαγωνισμός παραπεμφθεί στην Επιτροπή Αξιολόγησης προς διερεύνηση των εξής θεμάτων:
α) της ασφάλειας του Δικτύου και των προδιαγραφών του Διαγωνισμού σε συνάρτηση με την Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης «NIS2» (Network από Infrastructure Security 2) που εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 2024, δηλ. κατά πόσο από την Οδηγία αυτή προκύπτουν επιπρόσθετες υποχρεώσεις της Αναθέτουσας Αρχής ως κρίσιμης υποδομής που δεν λήφθηκαν υπόψη στο Διαγωνισμό.
β) τη διερεύνηση των ανησυχιών στη βάση δημοσιευμάτων και ανακοινώσεων Υπηρεσιών, Οργανισμών, Κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης κ.ά. σε σχέση με την ασφάλεια των πληροφοριών από ανεπιθύμητες προσβάσεις στα Δίκτυα. Συγκεκριμένα η Επιτροπή Αξιολόγησης να διαβεβαιώσει ότι το εύρος του Διαγωνισμού καλύπτει πλήρως τις απαιτήσεις για την ασφάλεια Δικτύου και πληροφοριών που απαιτούνται για την Αναθέτουσα Αρχή ως κρίσιμη υποδομή και στα πλαίσια των Οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αρμοδίων αρχών.
γ) στα πλαίσια της διερεύνησης η οποία να επισπευσθεί όσο το δυνατόν, η Επιτροπή Αξιολόγησης να επικοινωνήσει με οποιαδήποτε αρμόδια αρχή ήθελε κρίνει σκόπιμο ή εξωτερικό σύμβουλο και να υποβάλει Συμπληρωματική Έκθεση στο Διοικητικό Συμβούλιο.
Κατά την συνεδρία του ημερ. 24.02.2026, το Διοικητικό Συμβούλιο λαμβάνοντας υπόψη όλα τα γεγονότα της υπόθεσης, τα ενώπιον του έγγραφα, την κατά πλειοψηφία εισήγηση της Επιτροπής Προσφορών ημερ. 29.01.2026, τα πρακτικά της συνεδρίας της Επιτροπής Προσφορών της ίδιας ημερομηνίας, τη Συμπληρωματική Έκθεση της Επιτροπής Αξιολόγησης ημερ. 14.01.2026, την επιστολή της Αρχής Ψηφιακής Ασφάλειας (στο εξής «η ΑΨΑ») ημερ. 05.12.2025 και κυρίως τις συστάσεις της ΑΨΑ, αποφάσισε κατά πλειοψηφία την μη υιοθέτηση της πλειοψηφικής Εισήγησης της Επιτροπής Προσφορών αλλά την ακύρωση του Διαγωνισμού. Με την ενημέρωση των Αιτητών για την ακύρωση του Διαγωνισμού με την επιστολή της Αναθέτουσας Αρχής ημερ. 02.03.2026, οι Αιτητές αντέδρασαν με την καταχώριση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Προσφυγής προβάλλοντας διάφορους λόγους προς υποστήριξη του αιτήματός τους για ακύρωση της απόφασης της Αναθέτουσας Αρχής ακύρωσης του Διαγωνισμού, τους οποίους ενέταξαν σε έξι ενότητες οι οποίες υποδιαιρούνται σε άλλους επιμέρους λόγους και εισηγήσεις.
Συγκεκριμένα οι Αιτητές, σύμφωνα με τη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου τους, με την πρώτη ενότητα εισηγούνται ότι υπήρξε παραβίαση από πλευράς Αναθέτουσας Αρχής των Εγγράφων του Διαγωνισμού και των περί του Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Συμβάσεων Προμηθειών, Έργων και Υπηρεσιών στον Τομέα της Ενέργειας και για Συναφή Θέματα (Γενικών) Κανονισμών της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου του 2009 (ΚΔΠ 179/2009) και ότι ο προβληθείς λόγος ακύρωσης του Διαγωνισμού δεν είναι νόμιμος.
Με τη δεύτερη ενότητα των λόγων ακύρωσης προβάλλεται η θέση περί παραβίασης αρχών του Διοικητικού Δικαίου και Δημοσίου Συμφέροντος, δηλ. της χρηστής διοίκησης, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του κοινού στη διοίκηση, της φυσικής δικαιοσύνης, της καλής πίστης και της ίσης μεταχείρισης εφόσον στην παρούσα περίπτωση ασκήθηκε σε βάρος των Αιτητών.
Με την τρίτη ενότητα προβάλλεται θέμα κατάχρησης εξουσίας και παρατεταμένης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης κατακύρωσης του Διαγωνισμού.
Με την τέταρτη ενότητα προβάλλεται η θέση περί ελλιπούς έρευνας από πλευράς Αναθέτουσας Αρχής, έλλειψης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ύπαρξης πλάνης περί τα πράγματα και ότι η προσφορά των Αιτητών ήταν σύμφωνη με τους όρους του Διαγωνισμού.
Με την πέμπτη ενότητα οι Αιτητές εισηγούνται παράνομη σύνθεση οργάνου, ελλιπή πρακτικά και ελλιπείς κλήσεις προς τα Μέλη του οργάνου, ενώ με την έκτη ενότητα παραβίαση του Κανονισμού 22 της ΚΔΠ 179/2009.
Από την άλλη η Αναθέτουσα Αρχή, μέσω της γραπτής αγόρευσης της δικηγόρου της, υποστήριξε πλήρως την προσβαλλόμενη απόφαση σε όλες τις πτυχές της δίνοντας τη δική της εκδοχή ως προς τα εγερθέντα θέματα από πλευράς Αιτητών.
Ιδιαίτερη αναφορά στις επιμέρους εισηγήσεις των δικηγόρων των μερών, τις οποίες είχαν την ευκαιρία να αναπτύξουν και προφορικά κατά την ακρόαση, θα γίνει κατωτέρω με την σειρά που υποβλήθηκαν από το δικηγόρο των Αιτητών.
Προτού προχωρήσουμε με την παράθεση των επιμέρους εισηγήσεων των Αιτητών, οι οποίες στηρίζονται κυρίως στις διάφορες ενέργειες της Αναθέτουσας Αρχής μετά την ακυρωτική απόφαση της ΑΑΠ στην Προσφυγή αρ. 42/2024, κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε το απόσπασμα από τα πρακτικά της συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της Αναθέτουσας Αρχής ημερ. 24.02.2026, παρά τη μεγάλη έκταση που καταλαμβάνει, προς τον σκοπό καλύτερης κατανόησης του ιστορικού της υπόθεσης και ειδικά του λόγου για τον οποίο ακυρώθηκε ο Διαγωνισμός:
«Στις 17 Φεβρουαρίου 2025, η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, εξέδωσε απορριπτική απόφαση όπου κρίθηκε νόμιμη η προσβαλλόμενη απόφαση.
Το θέμα τέθηκε ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου για ενημέρωση στη συνεδρία του ημερομηνίας 16 Σεπτεμβρίου 2025, κατά την οποία, εφόσον η προσφορά της πιο πάνω Κοινοπραξίας, είχε νομίμως απορριφθεί, όπως παρατήρησε το Διοικητικό Συμβούλιο, η Υπηρεσία είχε προχωρήσει στο επόμενο στάδιο της αξιολόγησης των προσφορών που πληρούσαν τις προϋποθέσεις συμμετοχής και την τεχνική αξιολόγηση και ειδικότερα αξιολόγησε τις οικονομικές τους προσφορές.
Κατά την προαναφερθείσα συνεδρία, το Διοικητικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη την Εμπιστευτική Έκθεση Αξιολόγησης της Επιτροπής Αξιολόγησης, τα Πρακτικά των συναντήσεων της Επιτροπής Αξιολόγησης με όλα τα συνημμένα έγγραφα, καθώς επίσης την Εισήγηση της Επιτροπής Προσφορών με τα Πρακτικά των τριών συναντήσεων της εν λόγω Επιτροπής.
Το Διοικητικό Συμβούλιο αντάλλαξε απόψεις και εξέφρασε έντονο προβληματισμό σε σχέση με τα ενώπιον του στοιχεία/έγγραφα. Αφού έλαβε δεόντως υπόψη τις ανησυχίες της Επιτροπής Προσφορών, το Διοικητικό Συμβούλιο ενέκρινε την Εισήγηση της και αποφάσισε όπως ο κρινόμενος Διαγωνισμός, παραπεμφθεί στην Επιτροπή Αξιολόγησης για να προβεί σε διερεύνηση των πιο κάτω θεμάτων:
- Να εξεταστεί το θέμα της ασφάλειας του Δικτύου και των προδιαγραφών του Διαγωνισμού σε συνάρτηση με την έκδοση της Οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης “NIS2” (Network από Infrastructure Security 2) τον Οκτώβριο του 2024. Δηλαδή να εξεταστεί εάν από τη νέα Οδηγία ΝIS2 προκύπτουν επιπρόσθετες υποχρεώσεις της ΑΗΚ ως κρίσιμη υποδομή που δεν λήφθηκαν υπόψη στον κρινόμενο Διαγωνισμό.
- Να διερευνηθούν οι ανησυχίες που εκφράζονται από δημοσιεύσεις και ανακοινώσεις υπηρεσιών, οργανισμών, κρατών ΕΕ κ.α., σχετικά με την ασφάλεια των πληροφοριών από ανεπιθύμητη πρόσβαση στα δίκτυα.
- Η Επιτροπή Αξιολόγησης να διαβεβαιώσει ότι το εύρος του Διαγωνισμού καλύπτει πλήρως τις απαιτήσεις για την ασφάλεια Δικτύου και πληροφοριών που απαιτούνται για την ΑΗΚ σαν κρίσιμη υποδομή και στα πλαίσια των Οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των αρμοδίων αρχών.
Όπως επίσης επεσήμανε το Διοικητικό Συμβούλιο κατά την προαναφερθείσα συνεδρία, στα πλαίσια της διερεύνησης, η Επιτροπή Αξιολόγησης καλείτο να επικοινωνήσει με όποια αρμόδια Αρχή κρίνει σκόπιμο ή/και με εξωτερικό Σύμβουλο.
Κατά την παρούσα συνεδρία, το Διοικητικό Συμβούλιο, έλαβε δεόντως υπόψη τα προαναφερθέντα σε συνάρτηση με όλα τα ενώπιον του έγγραφα, περιλαμβανομένης της κατά πλειοψηφίας Εισήγησης της Επιτροπής Προσφορών, ημερομηνίας 29 Ιανουαρίου 2026, τα Πρακτικά της Συνάντησης της Επιτροπής Προσφορών, ημερομηνίας 29 Ιανουαρίου 2026, τη Συμπληρωματική Έκθεση της Επιτροπής Αξιολόγησης, ημερομηνίας 14 Ιανουαρίου 2026, την επιστολή της Αρχής Ψηφιακής Ασφάλειας, ημερομηνίας 5 Δεκεμβρίου 2025, με όλα τα συνημμένα έγγραφα που στάλθηκαν με την Ημερήσια Διάταξη ως Θέμα Β4.
Παίρνοντας τον λόγο ο κ. Γεωργιάδης, ενημέρωσε το Διοικητικό Συμβούλιο ότι η Επιτροπή Αξιολόγησης, σε συμμόρφωση με την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, που λήφθηκε στη συνεδρία ημερομηνίας 16 Σεπτεμβρίου 2025, προχώρησε στη διερεύνηση των πιο κάτω σημείων που είχαν ζητηθεί. Ειδικότερα, στη συνεδρία της ημερομηνίας 24 Νοεμβρίου 2025, εξέτασε το θέμα της ασφάλειας του Δικτύου και των προδιαγραφών του κρινόμενου Διαγωνισμού σε συνάρτηση με την έκδοση της Οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης "ΝΙS2" (Network από Infrastructure Security 2) τον Οκτώβριο του 2024. Εξέτασε με άλλα λόγια, το κατά πόσο, από τη νέα Οδηγία ΝΙS2 προκύπτουν επιπρόσθετες υποχρεώσεις της Αρχής, ως κρίσιμη υποδομή που δεν λήφθηκαν υπόψη στον κρινόμενο Διαγωνισμό. Διερευνήθηκαν επίσης οι ανησυχίες που εκφράστηκαν από δημοσιεύσεις και ανακοινώσεις υπηρεσιών, οργανισμών, κρατών ΕΕ κ.α., σχετικά με την ασφάλεια των πληροφοριών από ανεπιθύμητη πρόσβαση στα δίκτυα. Η Επιτροπή Αξιολόγησης κλήθηκε να διαβεβαιώσει ότι το εύρος του Διαγωνισμού καλύπτει πλήρως τις απαιτήσεις για την ασφάλεια Δικτύου και πληροφοριών που απαιτούνται για την Αρχή σαν κρίσιμη υποδομή και στα πλαίσια των Οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των αρμοδίων αρχών.
Για να μπορούσε η Επιτροπή Αξιολόγησης να προβεί στις ανάλογες απαντήσεις για τα προαναφερθέντα, συνέχισε ο κ. Γεωργιάδης, συναντήθηκε με την Αρχή Ψηφιακής Ασφάλειας (στο εξής "η ΑΨΑ") ζητώντας από αυτή να δοθεί περισσότερη πληροφόρηση σχετικά με το ΝΙS2. Στην εν λόγω συνάντηση, όπως ανέφερε ο κ. Γεωργιάδης, παρόν ήταν και ο Σύμβουλος της Αρχής για τη δημιουργία των προδιαγραφών την εταιρείας ΚΡΜG. Στη συνέχεια η Επιτροπή Αξιολόγησης έλαβε επιστολή από την ΑΨΑ, ημερομηνίας 5 Δεκεμβρίου 2025, για την οποία, έλαβε γνώση και ο Σύμβουλος της Αρχής, η οποία τέθηκε ενώπιον του και περιλαμβάνει την πληροφόρηση που ζητήθηκε.
Συνεχίζοντας ο κ. Γεωργιάδης ανέφερε στο Διοικητικό Συμβούλιο ότι η Επιτροπή Αξιολόγησης, στη συνεδρία της ημερομηνίας 14 Ιανουαρίου 2026, αφού μελέτησε την εν λόγω επιστολή της ΑΨΑ, σε συνεργασία με τον εξωτερικό Σύμβουλο κ. Γεράσιμο Ντούσκα, παρέθεσε τις θέσεις και/ή επεξηγήσεις της, κατόπιν σχετικής διερεύνησης. Οι εν λόγω θέσεις παρατίθενται αυτούσιες ως ακολούθως:
«Όπως αναφέρεται στην επιστολή της ΑΨΑ (σημείο 1) το NIS 2 επηρεάζει την αλυσίδα εφοδιασμού που σχετίζεται με κρίσιμο εξοπλισμό και τη σχέση των οργανισμών με τους προμηθευτές τους. Έμφαση δίνεται στην αξιολόγηση των κινδύνων της αλυσίδας εφοδιασμού του οργανισμού και των προμηθευτών του καθώς και τη διαχείρισή τους. Εφόσον ο Διαγωνισμός εκδόθηκε πριν την εφαρμογή της Οδηγίας, η αξιολόγηση των κινδύνων της αλυσίδας εφοδιασμού δεν είναι κάτι που περιλήφθηκε στον Διαγωνισμό.
Στην επιστολή της η ΑΨΑ αναφέρει τη σημαντικότητα της διαχείρισης κινδύνων της αλυσίδας εφοδιασμού, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης προμηθευτών, καθώς και την ανάγκη συμπερίληψης συμβατικών ρητρών, από την ίδια την οντότητα, χωρίς όμως να δίνει περισσότερη πληροφόρηση για το ποια είναι τα συγκεκριμένα μέτρα, ρήτρες ή μέθοδοι αξιολόγησης του κινδύνου που μπορεί η οντότητα να εφαρμόσει. Η αλυσίδα εφοδιασμού είναι μια συνεχής διαδικασία η οποία κατηγοριοποιεί τους προμηθευτές σε διαφορετικά tiers και με βάση τον κίνδυνο που ενέχουν. Ενδεχομένως ένα πρακτικό μέτρο διαχείρισης των προμηθευτών κατά τη δημιουργία των προδιαγραφών ή/και κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης να είναι η συμπερίληψη συγκεκριμένων πιστοποιητικών που αποδεικνύουν ότι οι προμηθευτές έχουν πάρει τα κατάλληλα μέτρα στη δική τους αλυσίδα εφοδιασμού. Στην επιστολή της η ΑΨΑ, στο σημείο 4, αναφέρει ότι η ανάπτυξη ενός τέτοιου μηχανισμού, που θα συμπεριλαμβάνεται στο NIS2, είναι σε εξέλιξη. Επίσης οι όποιοι συμβατικοί έλεγχοι ή ρήτρες ενδεχομένως να χρειάζονται να συμπεριληφθούν ακόμα και σε υφιστάμενες συμβάσεις ή και κατά τη διάρκεια των pre-contract negotiations, εφόσον αυτές καθοριστούν, όπως για παράδειγμα, υποχρεωτικά χρονοδιαγράμματα ειδοποίησης συμβάντων, ρήτρες δικαιώματος ελέγχου, πολιτικές διαγραφής δεδομένων.
Η Ευρωπαϊκή Οδηγία (NIS2), όπως διατυπώνεται στην επιστολή της ΑΨΑ στο σημείο 2.ii, δεν κατονομάζει συγκεκριμένους κατασκευαστές από τους οποίους απαγορεύει την αγορά οποιωνδήποτε προϊόντων ή αγορά εξοπλισμού ή υπηρεσιών προέλευσης από συγκεκριμένες χώρες. Στην επιστολή της η ΑΨΑ αναφέρεται σε αυτές ως «τρίτες χώρες», εννοώντας εκτός ΕΕ. Επίσης δεν ονομάζονται συγκεκριμένα προϊόντα, όπως αυτά περιγράφονται στο ίδιο σημείο, το οποίο αναφέρεται σε «συγκεκριμένους παρόχους» και στην «απαγόρευση εξοπλισμού ή λογισμικού» με βάση τυχόν δημόσιες ανακοινώσεις της Δημοκρατίας ή/και της ΕE που αναφέρουν κινδύνους από συγκεκριμένα οικοσυστήματα αλλά ούτε δίνεται αναφορά σε συγκεκριμένες ανακοινώσεις.
Αναφορικά με την εισήγηση της ΑΨΑ στο σημείο 2.iii, στο οποίο γίνεται εισήγηση για μια πολύ-προμηθευτική στρατηγική, οι προδιαγραφές έγιναν με σκοπό αυτές να είναι ανοιχτές, λαμβάνοντας υπόψη και την αρχιτεκτονική του έργου, για να υπάρξει η συμμετοχή όσο το δυνατόν περισσότερων εταιριών, ούτως ώστε να υπάρξει ανταγωνισμός, λαμβάνοντας υπόψη και τις ιδιαιτερότητες της κυπριακής αγοράς. Μια πολύ-προμηθευτική στρατηγική μπορεί να προσφέρει θετικά στοιχεία που αφορούν κυρίως τη διαφοροποιημένη προστασία στην ασφάλεια ενός δικτύου, δηλαδή στην αποτροπή εισόδου από ένα μέρος του δικτύου σε άλλο. Μπορεί όμως και να εισάγει αρνητικά στοιχεία. Η εισαγωγή πολλών προμηθευτών πιθανόν να προσθέτει πολυπλοκότητα στην ίδια τη διαχείριση των κινδύνων και να δημιουργεί κενά ασφαλείας, για παράδειγμα λόγω δυσκολίας ενσωμάτωσης ή συμβατότητας ή καθώς και απουσίας συγχρονισμένης αναβάθμισης και αντιμετώπισης των ευπαθειών από τους διαφορετικούς προμηθευτές.
Αναφορικά με το σημείο 3 στην επιστολή της ΑΨΑ, τεχνολογικός εγκλωβισμός, (technological lock-in) σημαίνει ότι χρησιμοποιούνται συγκεκριμένες τεχνολογίες που μόνο ένας κατασκευαστής κατέχει και κατά συνέπεια υπάρχει κίνδυνος εγκλωβισμού σε συγκεκριμένο προμηθευτή. Σε ένα SDN δίκτυο ο τεχνολογικός εγκλωβισμός μετατοπίζεται από το επίπεδο του hardware στο επίπεδο του λογισμικού. Το έργο και οι προδιαγραφές βασίζονται σε ανοιχτά πρωτόκολλα τα οποία αποτρέπουν τον τεχνολογικό εγκλωβισμό επιτρέποντας την εισαγωγή εξοπλισμού από άλλους κατασκευαστές στο δίκτυο.
Αναφορικά με το τελευταίο σημείο στην επιστολή της ΑΨΑ, η Επιτροπή Αξιολόγησης αναφέρει ότι στις προδιαγραφές δεν υπάρχουν ρήτρες για cybersecurity που να αφορούν την εφοδιαστική αλυσίδα (όπως απαντήθηκε στο σημείο 2 πιο πάνω). Υπάρχουν όμως ρήτρες για SLA, για διαδικασίες patching, vulnerability management και configuration management, ενώ υπάρχουν επίσης πολιτικές ασφάλειας στον Οργανισμό που προνοούν για το remote access και την παροχή εξωτερικής υποστήριξης.»
Ο κ. Γεωργιάδης παρέθεσε στη συνέχεια στο Διοικητικό Συμβούλιο, τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η Επιτροπή Αξιολόγησης.
Ειδικότερα, η Επιτροπή Αξιολόγησης διαπιστώνει ότι οι επιπρόσθετες υποχρεώσεις της Αρχής, ως κρίσιμη υποδομή, είναι η διαχείριση κινδύνων που αφορά την εφοδιαστική αλυσίδα και τους προμηθευτές της. Το τι προκύπτει από την οδηγία NIS2, όπως αυτή έχει επεξηγηθεί, δεν αφορά την τεχνική προδιαγραφή της λύσης αλλά τους μη-τεχνικούς παράγοντες κινδύνου των οποίων απαιτείται η διαχείριση για το σύνολο των προμηθευτών, υφιστάμενων και νέων, της Αρχής. Η Οδηγία δεν καθορίζει συγκεκριμένα μέτρα ή μεθόδους διαχείρισης. Τα όποια μέτρα ή μέθοδος χρησιμοποιηθούν εναπόκεινται στην κάθε οντότητα ξεχωριστά.
Ο τρόπος αντιμετώπισης και μετριασμού των κινδύνων της αλυσίδας εφοδιασμού, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προέρχονται από τρίτους, ενδεχομένως να είναι ο καθορισμός, από τον Οργανισμό, ενός συνεχούς προγράμματος διαχείρισης κινδύνων προμηθευτών, Vendor Risk Management, το οποίο σκοπό θα έχει να κατηγοριοποιήσει τους προμηθευτές της Αρχής με βάση τον κίνδυνο που αυτοί ενέχουν, το μέγεθος του κάθε κινδύνου, το κόστος αντιμετώπισης του, καθώς και του ποσοστού ανοχής του.
Επιπρόσθετα χρειάζεται ο καθορισμός των όποιων συμβατικών ρητρών ασφαλείας που αφορούν την εφοδιαστική αλυσίδα, από τον Οργανισμό, οι οποίες να μπορούν να ενσωματωθούν στο συμβόλαιο του κάθε προμηθευτή.
Τα όποια πρακτικά μέτρα που μπορούν να ληφθούν άμεσα αφορούν τεκμήρια όπως η πιστοποίηση των προμηθευτών. Αυτή θα μπορούσε να είναι είτε από ανεξάρτητους αναγνωρισμένους οργανισμούς ή και από τρίτο ανεξάρτητο έλεγχο, ενώ, ο μηχανισμός πιστοποίησης που θα εφαρμοστεί στο πλαίσιο του NIS2, και ενδεχομένως να μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο.
Ακολούθως, ο κ. Γιάλλουρος, πήρε τον λόγο και ενημέρωσε το Διοικητικό Συμβούλιο ότι η ενώπιον του, Συμπληρωματική Έκθεση της Επιτροπής Αξιολόγησης, υποβλήθηκε στη συνεδρία της Επιτροπής Προσφορών στις 29 Ιανουαρίου 2026.
Στην εν λόγω συνεδρία, συνέχισε ο κ. Γιάλλουρος, κρίθηκε αναγκαία η παροχή εξειδικευμένων νομικών συμβουλών και για αυτό τον λόγο, προσκλήθηκε ο εξωτερικός Νομικός Σύμβουλος, κ. Ανδρέας Δημητρίου. Ενώπιον της Επιτροπής Προσφορών, τέθηκε η Συμπληρωματική Έκθεση της Επιτροπής Αξιολόγησης, η οποία αναλύει τις απόψεις της ΑΨΑ και καταγράφει τα συμπεράσματα της εν λόγω Επιτροπής.
Όπως ανέφερε ο κ. Γιάλλουρος, σε σχετική ερώτηση της Επιτροπής Προσφορών, ο κ. Γεωργιάδης, είχε αναφέρει ότι οι προδιαγραφές του Διαγωνισμού, ετοιμάστηκαν μετά από σχετική ανάλυση κενών (gap analysis) και αξιολόγησης κινδύνων (risk assessment) του δικτύου Πληροφορικής της Αρχής με την οδηγία ΝIS1. Η Οδηγία ΝΙS2 υιοθετήθηκε στην Κυπριακή Νομοθεσία σε ημερομηνία μεταγενέστερη (Οκτώβριος 2024) της ημερομηνίας έκδοσης του Διαγωνισμού (Ιανουάριος 2024). Η Επιτροπή Προσφορών σημείωσε πως παρόλο που η Οδηγία τέθηκε σε ισχύ τον Νοέμβριο 2024, αυτή είχε εκδοθεί από τον Δεκέμβριο 2022. Επίσης η Επιτροπή Προσφορών σημείωσε πως σύμφωνα με την επιστολή της ΑΨΑ, το πλήρες πλαίσιο συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του ΝΙS2 είναι ακόμη υπό διαμόρφωση όπως για παράδειγμα, η ετοιμασία καταλόγων πιστοποιημένου εξοπλισμού που πληροί τις σχετικές απαιτήσεις.
Όπως ανέφερε ο κ. Γιάλλουρος, ο εξωτερικός Νομικός Σύμβουλος της Αρχής κ. Δημητρίου υπέβαλε εναλλακτικές επιλογές, είτε για την ακύρωση του Διαγωνισμού, είτε για την κατακύρωση του με την αποδοχή της προσφοράς που αξιολογήθηκε ως η επικρατέστερη, για κατακύρωση δηλαδή στη Hellenic Technical Enterprises Ltd αντί του ποσού των €2.600.688,80 και διαπραγμάτευση με τον επιτυχόντα οικονομικό φορέα για να προστεθούν οι απαιτήσεις της ΑΨΑ στο τελικό συμβόλαιο.
Ο κ. Γιάλλουρος επεσήμανε ότι η Επιτροπή Προσφορών εξέφρασε σοβαρούς προβληματισμούς για τις επιλογές είτε της κατακύρωσης του Διαγωνισμού είτε της ακύρωσής του, με βάση τις ανησυχίες που εκφράστηκαν, συμπεριλαμβανομένου του επιπέδου ασφάλειας (ακόμη και με βάση το NIS1) και λειτουργικότητας του υφιστάμενου δικτύου Πληροφορικής, των υπό εξέλιξη ή σε εκκρεμότητα έργων, κλπ.
Με βάση τα ενώπιον του έγγραφα, το Διοικητικό Συμβούλιο, παρατήρησε ότι η Επιτροπή Προσφορών δεν κατέληξε σε ομοφωνία αλλά εισηγήθηκε ως ακολούθως:
Η πλειοψηφία, που αποτελείται από τους κ.κ. Σάββα Πελεντρίτη, Διευθυντή Πληροφορικής, Κωνσταντίνο Ρούβα, Εκτελεστικό Διευθυντή Παραγωγής - Προμήθειας και Κώστα Κολλακίδη, Εκτελεστικό Διευθυντή Οικονομικών εισηγείται προς το Διοικητικό Συμβούλιο όπως ο Διαγωνισμός 501/2023 κατακυρωθεί στην εταιρεία Hellenic Technical Enterprises Ltd έναντι του ποσού των €2.600.688,80. Επίσης, λαμβάνοντας υπόψη τις επιφυλάξεις που εκφράζει η ΑΨΑ για ουσιώδεις παραλείψεις στους όρους του Διαγωνισμού από τις υποχρεώσεις της Αρχής ως κρίσιμης υποδομής, που απορρέουν από την υιοθέτηση της ΝΙS2, η πλειοψηφία της Επιτροπής Προσφορών, εισηγείται τη διενέργεια διαπραγμάτευσης με τον επιτυχόντα προσφοροδότη για να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις έναντι της ΝΙS2 πριν την υπογραφή της τελικής σύμβασης.
Σε αντίθεση με την πλειοψηφία, όπως παρατήρησε το Διοικητικό Συμβούλιο, ο Γενικός Διευθυντής, εισηγήθηκε την ακύρωση του Διαγωνισμού λόγω της μη συμπερίληψης των απαιτήσεων της Οδηγίας ΝΙS2, η οποία εκδόθηκε τον Δεκέμβριο 2022 και των υποχρεωτικών απαιτήσεων που έπρεπε να είχαν συμπεριληφθεί/ενσωματωθεί στις πρόνοιες και όρους του Διαγωνισμού, της αναφοράς της ΑΨΑ ότι η πιθανή μη συμμόρφωση "δύναται να οδηγήσει σε ουσιώδη μη συμμόρφωση, με πιθανές συνέπειες σε μελλοντικό εποπτικό έλεγχο ωριμότητας κυβερνοασφάλειας" και λόγω της σύστασης της ΑΨΑ για αποφυγή του τεχνολογικού εγκλωβισμού.
Ακολούθησε συζήτηση και ανταλλαγή απόψεων μεταξύ του Διοικητικού Συμβουλίου και των Υπηρεσιακών, κατά την οποία δόθηκαν απαντήσεις και/ή διευκρινίσεις σε ερωτήματα που υποβλήθηκαν από το Διοικητικό Συμβούλιο.
Στο σημείο αυτό αποχώρησαν από την αίθουσα της συνεδρίας οι προαναφερόμενοι Υπηρεσιακοί και ο εξωτερικός Νομικός Σύμβουλος.
Το Διοικητικό Συμβούλιο εξέτασε προσεκτικά όλα τα ενώπιον του έγγραφα και στοιχεία, σε συνάρτηση με τα προαναφερθέντα.
Το Διοικητικό Συμβούλιο επεσήμανε τις συστάσεις και/ή παρατηρήσεις της Αρχής Ψηφιακής Ασφάλειας, όπως αυτές ρητά παρατίθενται στην προαναφερθείσα επιστολή της και ειδικότερα την επισήμανση ότι "σε περίπτωση μη ενσωμάτωσης στα τεύχη του διαγωνισμού υποχρεωτικών απαιτήσεων της Οδηγίας NIS2, δύναται να οδηγήσει σε ουσιώδης μη συμμόρφωση, με πιθανές συνέπειες σε μελλοντικό εποπτικό έλεγχο ωριμότητας κυβερνοασφάλειας.
Ειδικότερα θα πρέπει να μελετήσετε τις εισηγήσεις μας που καταγράφονται πιο πάνω σε σχέση με τη μείωση του τεχνολογικού εγκλωβισμού καθώς επίσης κατά πόσο έχει ενσωματωθεί επαρκής πληροφόρηση για τα πιο κάτω, η έλλειψη των οποίων σε ένα ή περισσότερα από τα πιο κάτω σημεία ενδέχεται να θεωρηθούν ουσιώδεις.
• Η μη πρόβλεψη απαιτήσεων για τη διαχείριση κινδύνων της αλυσίδας εφοδιασμού, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης προμηθευτών
• Η μη πρόβλεψη ρήτρων ασφάλειας στις συμβάσεις του προμηθευτή, όπως S.L.A με νομικά δεσμευτικές απαιτήσεις για cybersecurity δικαίωμα ελέγχου προμηθευτών (audit rights) υποχρεώσεις και διαδικασίες για patching, vulnerability, remediation, configuration, management, ως επίσης κανόνες για remote access για περιοχή υποστήριξης."
Το Διοικητικό Συμβούλιο αφού έλαβε δεόντως υπόψη τα πιο πάνω και κυρίως τις συστάσεις της Αρχής Ψηφιακής Ασφάλειας, όπως καταγράφονται στην επιστολή της, αλλά κυρίως το γεγονός ότι στους όρους του Διαγωνισμού, δεν έχουν συμπεριληφθεί οι απαιτήσεις της Οδηγίας ΝΙS2 και οι υποχρεωτικές απαιτήσεις που έπρεπε να είχαν συμπεριληφθεί/ενσωματωθεί, αποφάσισε κατά πλειοψηφία, (με επτά ψήφους υπέρ και μιας αποχής του Μέλους κ. Χαραλαμπίδη), να μην υιοθετήσει την κατά πλειοψηφία Εισήγηση της Επιτροπής Προσφορών. Ως εκ τούτου, αποφάσισε, δυνάμει του Κανονισμού 26(2)(ζ) των περί του Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Συμβάσεων Προμηθειών, Έργων και Υπηρεσιών στους Τομείς του Ύδατος, της Ενέργειας, των Μεταφορών και των Ταχυδρομικών Υπηρεσιών και για Συναφή Θέματα (Γενικούς) Κανονισμούς της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Κ.Δ.Π. 179/2009, την ακύρωση του κρινόμενου Διαγωνισμού αφού δεν υπήρχε συμμόρφωση με την Οδηγία ΝΙS2 όπως επιβάλλεται και με τις οδηγίες της ΑΨΑ, έστω κι αν αυτή θεσπίστηκε μετά από την έκδοση του Διαγωνισμού. Το γεγονός αυτό επιβάλλει στην Αρχή να συμμορφωθεί πλήρως με τις νέες ανάγκες που προέκυψαν από την εν λόγω Οδηγία.».
Οι Αιτητές με την πρώτη ενότητα των λόγων ακύρωσης καταλογίζουν στην Αναθέτουσα Αρχή ότι η ακύρωση του Διαγωνισμού ήταν παράνομη, εφόσον ο λόγος ακύρωσης που επικαλείται δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις που καθορίζονται αφενός από τον Κανονισμό 26(2)(ζ) της ΚΔΠ 179/2009 και αφετέρου από τον όρο 10.3.2(g) του Μέρους Α των Εγγράφων του Διαγωνισμού. Στηρίζονται δε στα εξής δεδομένα: 1) η κατ’ ισχυρισμό μη συμμόρφωση με την Οδηγία NIS2 δεν αποτελούσε σοβαρό μη προβλεπτό λόγο για αιτιολόγηση της ακύρωσης του Διαγωνισμού εφόσον η Οδηγία αυτή είχε θεσπιστεί από τις 14.12.2022 πολύ πριν την προκήρυξη του Διαγωνισμού, 2) η ίδια η φύση της Οδηγίας αυτής δεν είχε να κάνει οτιδήποτε με τους τεχνικούς όρους και τις τεχνικές προδιαγραφές του Διαγωνισμού αλλά με διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου, 3) το νομικό και κανονιστικό πλαίσιο για την ασφάλεια των δικτύων και των συστημάτων πληροφοριών στην Κύπρο προϋπήρχε από το 2020, δηλαδή πριν την προκήρυξη του Διαγωνισμού, με τον περί Ασφάλειας Δικτύων και Συστημάτων Πληροφοριών Νόμο του 2020 (Ν. 89(Ι)/2020) που ψηφίστηκε για σκοπούς υιοθέτησης των διατάξεων της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/1148 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 6ης Ιουλίου 2016 (στο εξής «Οδηγία NIS1») επί της οποίας βασίστηκε η NIS2, 4) οι σύμβουλοι της Αναθέτουσας Αρχής, δηλ. η KPMG, παρουσιάζοντας στην Αναθέτουσα Αρχή όλα όσα έπρεπε για την κυβερνοασφάλεια είχαν υπόψη τους το συγκεκριμένο πλαίσιο που προϋπήρχε, 5) η ύπαρξη παραδοχής της Αναθέτουσας Αρχής μέσω των Διοικητικών Φακέλων ότι είχε προβλέψει όλες τις απαιτήσεις του νομικού και κανονιστικού πλαισίου κυβερνοασφάλειας και λάβει υπόψη τις Οδηγίες της ΑΨΑ πριν την προκήρυξη του Διαγωνισμού παραπέμποντας συγκεκριμένα στο εσωτερικό σημείωμα ημερ. 06.11.2023 της Διευθύντριας Πληροφορικής, 6) οι ίδιοι οι σύμβουλοι της Αναθέτουσας Αρχής, KPMG LTD, μέσω του κου Γεράσιμου Ντούσκα, παραδέχονται στη βάση των πρακτικών της συνεδρίας ημερ. 18.07.2025 της Επιτροπής Προσφορών ότι «οι προδιαγραφές και η τεχνολογία παραμένουν επίκαιρες και δεν διαφοροποιήθηκαν σε σημαντικό βαθμό», 7) η ίδια η Επιτροπή Αξιολόγησης έπραξε ακριβώς όσα της ανατέθηκαν από το Διοικητικό Συμβούλιο της Αναθέτουσας Αρχής και ετοίμασε Συμπληρωματική Έκθεση ημερ. 26.01.2026 με την οποία εμπεριστατωμένα και τεκμηριωμένα αναφέρει ότι λόγω της NIS2 δεν συνέτρεχε κανένας λόγος για να ακυρωθεί ο Διαγωνισμός και ότι οι τεχνικές προδιαγραφές δεν επηρεάζοντο, 8) η ίδια η ΑΨΑ στην οποία αποτάθηκε η Επιτροπή Αξιολόγησης για σκοπούς διερεύνησης της Οδηγίας NIS2 και ετοιμασία της Συμπληρωματικής της Έκθεσης δεν εισηγείται την ακύρωση του Διαγωνισμού, 9) όλες οι επισημάνσεις της ΑΨΑ στην επιστολή της ημερ. 05.12.2025 απαντώνται τεκμηριωμένα από την Επιτροπή Αξιολόγησης με την Συμπληρωματική Έκθεσή της ημερ. 14.01.2026, 10) η ίδια η Επιτροπή Προσφορών κατά τη συνεδρία της ημερ. 29.01.2026 εισηγείται κατά πλειοψηφία στο Διοικητικό Συμβούλιο όπως ο Διαγωνισμός κατακυρωθεί στους Αιτητές και να ακολουθήσουν διαπραγματεύσεις με τον Επιτυχόντα Προσφοροδότη για να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με την Οδηγία NIS2 πριν την υπογραφή της τελικής σύμβασης και 11) ο εξωτερικός νομικός σύμβουλος της Αναθέτουσας Αρχής, τόσο στη συνεδρία της Επιτροπής Προσφορών ημερ. 29.01.2026 όσο και κατά τη συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου ημερ. 24.02.2026, υπέβαλε εισήγηση κατακύρωσης του Διαγωνισμού στους Αιτητές.
Όπως ισχυρίζονται οι Αιτητές, η τροποποίηση του Ν. 89(Ι)/2020 με τον Ν. 60(Ι)/2025, που ο τελευταίος εναρμονίζει το Κυπριακό Δίκαιο με την Ευρωπαϊκή Οδηγία NIS2, δεν μπορεί να συγκαταλέγεται στους σοβαρούς και μη προβλεπτούς λόγους, λαμβανομένου υπόψη ότι η Οδηγία NIS2 προϋπήρχε της προκήρυξης του Διαγωνισμού, δηλ. από τον Ιανουάριο του 2023, και η οποία δεν τροποποίησε τις τεχνικές προδιαγραφές. Επίσης το γεγονός ότι όλα τα όργανα της Αναθέτουσας Αρχής, δηλ. η Επιτροπή Αξιολόγησης, η Επιτροπή Προσφορών και ο Διευθυντής Πληροφορικής, ακόμη και η KPMG LTD και ο νομικός σύμβουλος, προέκριναν την κατακύρωση και όχι ακύρωση του Διαγωνισμού, κατά την άποψη των Αιτητών, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν προέκυπτε σοβαρός μη προβλέψιμος λόγος για ακύρωση του Διαγωνισμού.
Προβάλλουν ότι θα έπρεπε η ενσωμάτωση της Οδηγίας NIS2 στην Κυπριακή νομοθεσία να μετρηθεί με τους υπόλοιπους λόγους που προέβλεψε ο νομοθέτης στον Κανονισμό 26(2) της ΚΔΠ 179/2009, υπό στοιχεία (α)-(στ), δηλ. τη μη υποβολή προσφοράς στο Διαγωνισμό, τη μη ανταπόκριση των προσφοροδοτών στους όρους των Εγγράφων του Διαγωνισμού, όταν οι προδιαγραφές του Διαγωνισμού οδηγούν σε συγκεκριμένους οικονομικούς φορείς, όταν οι τιμές των υποβληθεισών προσφορών είναι εξωπραγματικές ή προϊόν συνεννόησης, όταν οι αναγκαίες πιστώσεις δεν έχουν τύχει της τελικής έγκρισης της Βουλής των Αντιπροσώπων, και όταν οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες προκηρύχθηκε ο Διαγωνισμός έχουν διαφοροποιηθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε το αντικείμενο του Διαγωνισμού να μην είναι πλέον αναγκαίο. Πόρρω δε, κατά την άποψή τους, απέχει ο λόγος ακύρωσης του παρόντος Διαγωνισμού με τους πιο πάνω λόγους που συνιστούν σοβαρούς και μη προβλεπτούς λόγους.
Καταλήγοντας οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι σε καμία περίπτωση, στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, η τροποποίηση ενός Νόμου που εναρμονίζει το Δίκαιο της Κύπρου με την Οδηγία NIS2 μπορεί να συγκαταλέγεται στους σοβαρούς μη προβλεπτούς λόγους που δικαιολογούν την ακύρωση του Διαγωνισμού.
Αντικρούοντας τις πιο πάνω θέσεις των Αιτητών, η Αναθέτουσα Αρχή, μέσω της γραπτής αγόρευσης της δικηγόρου της, υπεραμυνόμενη της νομιμότητας της προσβαλλομένης απόφασης, προτάσσει ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στους λόγους που προνοεί ο Κανονισμός 26(2) της ΚΔΠ 179/2009 για τους οποίους μπορεί να αποφασιστεί ακύρωση ενός Διαγωνισμού και συγκεκριμένα στον (ζ) που προνοεί «οποιοσδήποτε άλλος σοβαρός μη προβλεπτός λόγος τον οποίον η Αναθέτουσα Αρχή κρίνει δικαιολογημένο».
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, η ανάγκη ακύρωσης του Διαγωνισμού προέκυψε από την ουσιώδη παράλειψη πρόβλεψης στους όρους του Διαγωνισμού των υποχρεωτικών απαιτήσεων που απορρέουν από την ιδιότητα της Αναθέτουσας Αρχής ως κρίσιμης υποδομής και συγκεκριμένα τη «μη πρόβλεψη απαιτήσεων διαχείρισης κινδύνων της εφοδιαστικής αλυσίδας και αξιολόγησης προμηθευτών, καθώς και η μη πρόβλεψη ρητρών ασφάλειας στις συμβάσεις (SLA με νομικά δεσμευτικές απαιτήσεις κυβερνοασφάλειας, audit rights, διαδικασίες patching, vulnerability, remediation, configuration management και κανόνες remote access)», σύμφωνα με τις προειδοποιήσεις της ΑΨΑ.
Παραπέμποντας σε νομολογία (βλ. Tasni Enviro Ltd -ν- Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 ΑΑΔ 162, Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπουργείου Γεωργίας, Α.Ε. 146/2013, ημερ. 3.2.2020, Seco Ltd -ν- Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας (1998) 3 ΑΑΔ 553 κ.ά.) ισχυρίζεται ότι η ακύρωση του Διαγωνισμού βρισκόταν στην αποκλειστική διακριτική ευχέρεια της Αναθέτουσας Αρχής, η οποία κατά τη συνεδρία του Διοικητικού της Συμβουλίου ημερ. 24.02.2026 αποφάσισε την ακύρωση, μετά από έντονο προβληματισμό, όπως διαγράφουν τα πρακτικά της συγκεκριμένης συνεδρίας. Συνεχίζει ότι ακόμη και η πλειοψηφία της Επιτροπής Προσφορών ρητώς αναγνώρισε «ουσιώδεις παραλείψεις στους όρους του Διαγωνισμού από τις υποχρεώσεις της Αρχής ως κρίσιμης υποδομής που απορρέουν από την υιοθέτηση της NIS2». Η διαφωνία δε μεταξύ της πλειοψηφίας της Επιτροπής Προσφορών και του Διοικητικού Συμβουλίου, ισχυρίζεται ότι δεν αφορούσε στο αν υπήρχαν ουσιώδεις παραλείψεις, που υπήρχαν, αλλά στη θεραπεία της παράλειψης που προσδιορίζετο είτε στην κατακύρωση με μεταγενέστερη συμβατική διαπραγμάτευση είτε στην ακύρωση του Διαγωνισμού και επαναπροκήρυξή του με διορθωμένους όρους, απόφαση που εναπόκειτο στη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου. Διαφωνεί περαιτέρω με τους Αιτητές ως προς την ερμηνεία που προσδίδουν στην φράση «οποιοσδήποτε άλλος» στον Κανονισμό 26(2)(ζ) που, κατά τη δική της ερμηνεία, αναφέρεται στις περιπτώσεις που δεν καλύπτουν οι υπόλοιπες πρόνοιες (α)-(στ). Διαφωνεί επίσης και με την ερμηνεία της πρόνοιας «μη προβλεπτός» προβάλλοντας ότι στην παρούσα περίπτωση η σχέση της NIS2 είναι ότι πριν την εφαρμογή της Οδηγίας αυτής, η αξιολόγηση των κινδύνων της αλυσίδας δεν είχε περιληφθεί στο Διαγωνισμό, προσθέτοντας ότι η κρυστάλλωση των απαιτήσεων εκ των υστέρων σε συνδυασμό με την διαπιστωθείσα παράλειψή τους από τα Έγγραφα του Διαγωνισμού, συνιστούσε σοβαρό και μη προβλεπτό λόγο στην βάση του Κανονισμού 26(2)(ζ).
Προσθέτει ότι η θέση της Επιτροπής Αξιολόγησης ότι η NIS2 αφορά μη τεχνικούς παράγοντες κινδύνου και όχι την τεχνική προδιαγραφή της λύσης, επιβεβαιώνει ακριβώς την νομιμότητα της ακύρωσης του Διαγωνισμού. Είναι αδιάφορο δε, κατά την άποψή της, αν η ΑΨΑ δεν εισηγήθηκε την ακύρωση, η οποία απλά διευκρίνισε ότι δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά της το θέμα, αλλά παραμένει γεγονός ότι επισήμανε ουσιώδεις παραλείψεις και κίνδυνο ουσιώδους μη συμμόρφωσης, που στάθμισε το Διοικητικό Συμβούλιο.
Στη βάση των εισηγήσεων των Αιτητών καθίσταται αντιληπτό ότι βασικός πυλώνας υποστήριξης της πρώτης ενότητας των λόγων ακύρωσης συνιστά η θέση ότι ο λόγος για τον οποίο ακυρώθηκε ο Διαγωνισμός δεν εμπίπτει στις πρόνοιες της υποπαραγράφου (ζ) του Κανονισμού 26(2), εφόσον δεν ήταν σοβαρός αλλ’ ούτε και προβλεπτός.
Στο στάδιο αυτό παραθέτουμε αυτούσιο τον Κανονισμό 26(2)(ζ) της ΚΔΠ 179/2009, στη βάση του οποίου η Αναθέτουσα Αρχή προέβη στην ακύρωση του Διαγωνισμού για σκοπούς καλύτερης παρακολούθησης:
«26.-(1) […]
(2) Ακύρωση διαγωνισμού δύναται να αποφασιστεί από το Αποφασίζον Όργανο μετά την υποβολή των προσφορών για έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους λόγους:
(α) Όταν καμιά προσφορά δεν υποβάλλεται για το συγκεκριμένο διαγωνισμό εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας·
(β) όταν κανένας από τους προσφέροντες δεν ανταποκρίνεται στους όρους των εγγράφων του διαγωνισμού·
(γ) όταν οι προδιαγραφές οδηγούν κατ’ αποκλειστικότητα σε συγκεκριμένο ή συγκεκριμένους οικονομικούς φορείς·
(δ) όταν οι τιμές όλων των προσφορών που πληρούν τους όρους και τις τεχνικές προδιαγραφές των εγγράφων προσφορών είναι, κατά την κρίση του Αποφασίζοντος Οργάνου, εξωπραγματικές ή φαίνονται να είναι προϊόν προσυνεννόησης μεταξύ των προσφερόντων, με αποτέλεσμα να καταστρατηγείται η έννοια του υγιούς ανταγωνισμού·
(ε) όταν οι αναγκαίες πιστώσεις δεν έχουν τύχει τελικής έγκρισης από τη Βουλή των Αντιπροσώπων·
(στ) όταν οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες προκηρύχθηκε ο διαγωνισμός έχουν διαφοροποιηθεί σε βαθμό που το αντικείμενο του διαγωνισμού να μην είναι πλέον αναγκαίο·
(ζ) όταν συντρέχει οποιοσδήποτε άλλος σοβαρός μη προβλεπτός λόγος τον οποίο το Αποφασίζον Όργανο κρίνει δικαιολογημένο.».
Το λεκτικό του όρου είναι σαφές και δεν επιδέχεται διαφορετικής ερμηνείας απ’ εκείνη που μεταδίδει η γραμματική διατύπωσή του‧ ότι δηλαδή εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 26(2) υπό στοιχεία (α)-(στ) ο Διαγωνισμός μπορεί να ακυρωθεί και για οποιονδήποτε άλλο σοβαρό μη προβλεπτό λόγο, τον οποίο η Αναθέτουσα Αρχή κρίνει δικαιολογημένο στη βάση της υποπαραγράφου (ζ). Ο λόγος ακύρωσης της υποπαραγράφου (ζ) είναι ανεξάρτητος από τους υπόλοιπους.
Δικαίωμα επίσης ακύρωσης του Διαγωνισμού παρέχει και ο όρος 10.3.2(g) του Μέρους Α, Instructions to Economic Operators, των Εγγράφων του Διαγωνισμού, που είναι ταυτόσημος με τον Κανονισμό 26(2)(ζ) και προβλέπει τα εξής:
«10.3 Cancellation of the tender procedure
1. […]
2. Cancellation of the tender procedure after expiry of the deadline for the submission of Tenders may be decided where one or more of the following conditions apply:
a. […]
b. […]
c. […]
d. […]
e. […]
f. […]
g. In the event of any other serious unforeseeable cause, which the Competent Body deems to be justified.
3. […]
4. […].».
Στην πρόσφατη υπόθεση Logicom Solutions Ltd -v- Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου, Υπ. Αρ. 23/2018, ημερ. 11.01.2024, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο τόνισε τα εξής ως προς την ερμηνεία όρων διαγωνισμού:
«Όπου επιχειρείται η ερμηνεία όρου διαγωνισμού, όπως και στην περίπτωση όπου επιχειρείται ερμηνεία όρων της σύμβασης, το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο του διαγωνισμού ή και της σύμβασης, ανάλογα με την περίπτωση, στον μέσο λογικό άνθρωπο (βλ. Amethyst Distributors –v– Ιεράς Μονής Κύκκου (2011) 1 ΑΑΔ 199). Συνεπώς είναι η εξεύρεση της πραγματικής πρόθεσης του συντάξαντα των όρων του διαγωνισμού ή των συμβαλλόμενων.
Αποτελεί βασική ερμηνευτική αρχή ότι όπου το λεκτικό του όρου του διαγωνισμού είναι καθαρό και σαφές, πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη του έννοια γιατί αυτό το λεκτικό εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την αληθινή βούληση του συντάξαντα. Όπως έχει υποδειχθεί στην Αντωνίου – v- Συμβουλίου Κεντρικού Σφαγείου Κοφίνου (2001) 3 ΑΑΔ 164 «το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να αναζητήσει το νόημα των όρων του διαγωνισμού χωρίς απόλυτη και δογματική προσήλωση στις λέξεις. Αλλά να δώσει «ερμηνεία – όπου γεννιέται αμφιβολία και υπάρχουν ανοικτές δύο ερμηνείες – η οποία συνάδει με τη λογική».
Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με πάγια νομολογία, η διοίκηση έχει κατ’ αρχήν δικαίωμα ανάκλησης ή ακύρωσης δημόσιου διαγωνισμού προσφορών. Η άσκηση αυτού του δικαιώματος υπόκειται στους κανόνες της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης που η διοίκηση καθηκόντως πρέπει να επιδεικνύει στις συναλλαγές της με το κοινό (βλ. Tasni Enviro Ltd -v- Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Στην υπόθεση Seco Ltd -v- Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας (ανωτέρω), αποφασίστηκε ότι η δυνατότητα ακύρωσης ή ανάκλησης διαγωνισμού δεν περιορίζεται μόνο σε περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται παρανομία, αλλά επεκτείνεται και ευρύτερα, εφόσον το δημόσιο συμφέρον δικαιολογεί ένα τέτοιο διάβημα, πάντοτε με αναφορά σε συγκεκριμένο έρεισμα, καθότι χωρίς εξειδίκευση η κατά τρόπο γενικό επίκληση του δημοσίου συμφέροντος είναι χωρίς νόημα.
Στην παρούσα περίπτωση σημειώνουμε ότι υπήρχε ειδική πρόνοια τόσο στην ΚΔΠ 179/2009 όσο και στα Έγγραφα του Διαγωνισμού για το δικαίωμα αυτό της Αναθέτουσας Αρχής ακύρωσης δηλαδή του Διαγωνισμού. Η ευχέρεια αυτή της διοίκησης, ρύθμισης δηλ. του ζητήματος ακύρωσης Διαγωνισμού, είναι μεν αποδεκτή και από το ενωσιακό δίκαιο, αλλά δεν είναι ανέλεγκτη. Το ενωσιακό δίκαιο προβλέπει, επίσης, ότι στην απουσία ειδικής ρύθμισης, η Αναθέτουσα Αρχή έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια να ακυρώσει το Διαγωνισμό, νοουμένου ότι πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, δηλ. η απόφαση να είναι εναρμονισμένη με τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου και να είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη.
Στο σύγγραμμα του Δημήτριου Γ. Ράικου, «Δίκαιο Δημοσίων Συμβάσεων», Γ’ Έκδοση, αναφέρονται τα εξής ως προς την ευχέρεια αυτή της Αναθέτουσας Αρχής:
Σελ. 587, 588:
«Κατά γενική αρχή του ενωσιακού δικαίου, η οποία διέπει όλους τους δημόσιους διαγωνισμούς, όταν η οικεία διακήρυξη δεν περιέχει σχετική ρύθμιση, η αναθέτουσα αρχή έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια να ακυρώσει τη διαγωνιστική διαδικασία και να προχωρήσει σε επαναπροκήρυξη του διαγωνισμού, δίχως να απαιτείται η συνδρομή εξαιρετικής περίπτωσης ή σοβαρού λόγου προς τούτο628.
Η παραπάνω ευχέρεια της αναθέτουσας αρχής προκύπτει και από το άρθρο 55 παρ. 1 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ (πρβλ. άρθρο 41 παρ. 1 της προηγούμενης οδηγίας 2004/18/ΕΚ), το οποίο επιβάλλει στις αναθέτουσες αρχές «να ενημερώνουν, το συντομότερο δυνατόν, όλους τους υποψηφίους και τους προσφέροντες για τις αποφάσεις που λαμβάνονται σχετικά με τη σύναψη συμφωνίας-πλαισίου, την ανάθεση σύμβασης ή την αποδοχή σε ένα δυναμικό σύστημα αγορών, συμπεριλαμβανομένων των λόγων για τους οποίους αποφάσισαν να μη συνάψουν συμφωνία-πλαίσιο, να μην αναθέσουν σύμβαση για την οποία προκηρύχθηκε διαγωνισμός, να αρχίσουν νέα διαδικασία ή να μην θέσουν σε εφαρμογή δυναμικό σύστημα αγορών».
Ωστόσο, η ευχέρεια αυτή της αναθέτουσας αρχής δεν είναι απόλυτη, δοθέντος ότι σε κάθε περίπτωση η απόφασή της για τη ματαίωση πρέπει να είναι εναρμονισμένη με τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου629, και να είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη630,631. Έτσι, λ.χ. είναι αντίθετη με το ενωσιακό δίκαιο η απόφαση της αναθέτουσας αρχής να ματαιώσει το δημόσιο διαγωνισμό επειδή η κατακύρωση της σύμβασης πρέπει να γίνει στον (νικήσαντα) αλλοδαπό οικονομικό φορέα.».
---------
628. ΔΕΚ υπόθεση C-27/98, Metalmeccanica Fracasso, Συλλογή I-5697, σκέψεις 23 και 25, ΔΕΚ υπόθεση C-92/00, Hospital Ingenieure Krankenhaustechnik Planungs-GmbH (HI) v. Stadt Wien, Συλλογή Ι-5553, ΔΕΚ υπόθεση C-244/02, Kauppatalo Hansel v. Imatran Kaupunk, Συλλογή Ι-12139, σκέψη 32, ΣτΕ 651/2010, ΕΑ ΣτΕ 455/2009, S. Arrowsmith, EU public procurement law: An introduction, 2011, p. 213. Βλ. επίσης ΣτΕ 1686/2018.
629. S. Arrowsmith, op. cit., p.213.
630. ΣτΕ 4408/2013, 4146/2012, 651/2010. Βλ. επίσης Α. Γέροντα, Η περιπέτεια μιας σύμβασης παραχώρησης. Παρατηρήσεις στην ΣτΕ ΕΑ 1137/2006, ΘΠΔΔ 2006, σ. 719 επ.
631. ΕΑ ΣτΕ 230/2006 ΘΠΔΔ 2006, σ. 192 επ.: «…προκειμένου η Διοίκηση να αιτιολογήσει την κρίση της περί μη επιτεύξεως επαρκούς ανταγωνισμού όφειλε να λάβει υπ’ όψη όχι μόνον τον αριθμό των εργοληπτικών επιχειρήσεων που υπέβαλαν προσφορά, αλλά, επίσης, το γεγονός ότι για την εκτέλεση του έργου απαιτείται όλως ειδικός εξοπλισμός και, γενικώς, τον όλως ειδικό χαρακτήρα του έργου. Κατά την κρίση της Επιτροπής Αναστολών, ο εν λόγω πραγματικός ισχυρισμός είναι ουσιώδης, δεδομένου ότι ακόμη και αν, όπως εν προκειμένω συμβαίνει, συμμετάσχουν εγκύρως σε διαγωνισμό αναθέσεως δημοσίου έργου δύο μόνο υποψήφιοι, η κρίση της Διοικήσεως περί μη επιτεύξεως επαρκούς ανταγωνισμού πρέπει, εφ’ όσον έχουν προβληθεί σχετικοί πραγματικοί ισχυρισμοί με την ασκηθείσα κατά το άρθρο 3 παράγραφος 2 του ν. 2522/1997 προσφυγή, να διατυπωθεί εν αναφορά προς τον τυχόν ειδικό χαρακτήρα του δημοπρατηθέντος έργου και τον περιορισμό, εκ του λόγου τούτου, του κύκλου των δυνάμεων να λάβουν μέρους στο διαγωνισμό Εργοληπτών…» Πρβλ. και ΣτΕ 219/2016.
Σελ. 591, 592:
«Σε κάθε περίπτωση, η αναθέτουσα αρχή έχει μεν ευχέρεια, στις περιπτώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 106 του ν. 4412/2016, να προβαίνει στη ματαίωση του αποτελέσματος του διαγωνισμού για την προμήθεια, ή την ανάθεση υπηρεσιών και την επαναπροκήρυξή του, εφόσον όμως συντρέχει νόμιμος λόγος, η δε απόφαση περί ματαίωσης του διαγωνισμού πρέπει να φέρει πλήρη και ειδική αιτιολογία, και να αναφέρεται στους λόγους για τους οποίους αποφασίζεται η επανάληψη του διαγωνισμού. Διαφορετικά, η δυνατότητα της αναθέτουσας αρχής να προβαίνει στην ματαίωση και επανάληψη διαγωνισμού χωρίς επίκληση των ανωτέρω στοιχείων, θα ισοδυναμούσε με ανέλεγκτη άσκηση διακριτικής ευχέρειας, αφού θα οδηγούσε σε πλήρη αδυναμία άσκησης δικαστικού ελέγχου επί της εν λόγω, κατά διακριτική ευχέρεια, εκδιδόμενης διοικητικής πράξης642.
---------
642. ΕΑ ΣτΕ 158/2011, 226/2009, πρβλ. ΣτΕ 543/2010, 1803/2008, συμβ. ΔΕφΑθην. 139/2012.»
Στην πρόσφατη υπόθεση TELMEN LTD -v- Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 114/21, ημερ. 16.01.2026, στην οποία παρέπεμψαν επίσης και οι δικηγόροι των δύο πλευρών, αντικείμενο εξέτασης υπήρξε η νομιμότητα της απόφασης ακύρωσης Διαγωνισμού. Αναφέρθηκαν τα εξής από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο με αναφορά σε νομολογία του ΔΕΕ:
«Με την έφεση εγείρεται ότι η απόφαση της Αναθέτουσας Αρχής δεν ήταν δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη εφόσον δεν δίδεται καμιά εξήγηση για τους λόγους για τους οποίους παραγνωρίστηκαν οι θέσεις της Επιτροπής Αξιολόγησης, αλλά και παρέλειψε να εξετάσει και να αναφερθεί στις θέσεις της εφεσείουσας. Ιδιαίτερα δεν λήφθηκε δεόντως υπόψη η θέση που είχε προβάλει η εφεσείουσα ότι η Αναθέτουσα Αρχή επαναπροκήρυξε τον Διαγωνισμό με εκτιμώμενη αξία αυτή τη φορά €5.700.000.
Οι θέσεις της Επιτροπής Αξιολόγησης ήταν ενώπιον του Συμβουλίου. Το τελευταίο είχε αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίσει με τους περιορισμούς στους οποίους έχουμε αναφερθεί. Η απόφαση του δεν ήταν αυθαίρετη, αλλά αιτιολογημένη όπως εξήγησε το πρωτόδικο δικαστήριο. Η ευπαίδευτη δικηγόρος της εφεσείουσας εισηγήθηκε ότι η αιτιολογία που δόθηκε δεν ήταν επαρκής αφής στιγμής υπήρχε σαφής εισήγηση της Επιτροπής Αξιολόγησης, του πλέον αρμοδίου από τεχνικής ειδικά άποψης οργάνου για κατακύρωση του Διαγωνισμού στην εφεσείουσα, παρά το γεγονός ότι η τιμή της προσφοράς της υπερέβαινε σημαντικά το εκτιμώμενο κόστος του έργου. Η Επιτροπή Αξιολόγησης διαπίστωσε το εξωπραγματικό της τιμής με αναφορά σε τεχνικά δεδομένα και στο γενικότερο οικονομικό περιβάλλον, όπως και στην αγορά κατασκευαστικών έργων, ζητήματα δηλαδή τεχνικής, ειδικής γνώσης. Πέραν τούτου εναπόκειτο στο Συμβούλιο να ασκήσει την αρμοδιότητα του σύμφωνα με τις βασικές αρχές του κοινοτικού δικαίου στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, λαμβάνοντας υπόψη το κυρίαρχο δεδομένο της εξωπραγματικής τιμής και έχοντας υποχρέωση να αιτιολογήσει δεόντως την απόφαση του.».
Εξετάσαμε τις εκατέρωθεν εισηγήσεις υπό το φως της νομολογίας, της σχετικής Νομοθεσίας και Κανονισμών, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως διαγράφονται από τους Διοικητικούς Φακέλους.
Δεν αμφισβητείται ότι βασικό στοιχείο για την λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης ήταν η Οδηγία (ΕΕ) 2022/2555 (NIS2). Η Οδηγία αυτή που εκδόθηκε στις 14.12.2022, τέθηκε σε εφαρμογή τον Ιανουάριο του 2023 και ενσωματώθηκε στην Κυπριακή Νομοθεσία μεταγενέστερα με το Νόμο 60(Ι)/2025 ημερ. 25.04.2025, δηλ. μετά την προκήρυξη του Διαγωνισμού και υποβολή των προσφορών. Από τα γεγονότα ενώπιον μας δίνουμε έμφαση ιδιαίτερα στα εξής για σκοπούς απόφασής μας: Κατά τη συνεδρία του ημερ. 16.09.2025 το Διοικητικό Συμβούλιο, αφού διεξήλθε της Έκθεσης Αξιολόγησης της Επιτροπής Αξιολόγησης, των πρακτικών των συνεδριάσεών της, της εισήγησης της Επιτροπής Προσφορών και των πρακτικών των συνεδριάσεών της, ενέκρινε την εισήγηση της τελευταίας να παραπεμφθεί ο Διαγωνισμός στην Επιτροπή Αξιολόγησης προς διερεύνηση του θέματος της ασφάλειας του Δικτύου και των προδιαγραφών του Διαγωνισμού σε συνάρτηση με την Οδηγία NIS2‧ δηλ. αν προκύπτουν επιπρόσθετες υποχρεώσεις της Αναθέτουσας Αρχής ως κρίσιμης υποδομής, που δεν είχαν ληφθεί υπόψη, καλώντας την να επικοινωνήσει με οποιαδήποτε αρχή και να ετοιμάσει Συμπληρωματική Έκθεση. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή Αξιολόγησης κατόπιν επικοινωνίας της με την ΑΨΑ, η οποία τοποθετήθηκε με την επιστολή της ημερ. 05.12.2025, ετοίμασε στη συνέχεια τη Συμπληρωματική της Έκθεση για επιπρόσθετες υποχρεώσεις και πιθανά μέτρα, λόγω της Οδηγίας NIS2. Κατά τη συνεδρία της Επιτροπής Προσφορών ημερ. 29.01.2026, ο νομικός σύμβουλος, αφού μελέτησε τη Συμπληρωματική Έκθεση Αξιολόγησης, έθεσε δύο εναλλακτικές επιλογές, δηλ. είτε την κατακύρωση του Διαγωνισμού στους Αιτητές αλλά με διαπραγμάτευση μαζί τους για προσθήκη των απαιτήσεων της ΑΨΑ στο τελικό συμβόλαιο, είτε την ακύρωση του Διαγωνισμού. Η μεν Επιτροπή Προσφορών πλην του Γενικού Διευθυντή, εισηγήθηκε την πρώτη επιλογή που εξέφρασε ο νομικός σύμβουλος, ο δε Γενικός Διευθυντής την ακύρωση του Διαγωνισμού, λόγω της μη συμπερίληψης στους όρους του Διαγωνισμού των απαιτήσεων της NIS2, η οποία σύμφωνα με την προειδοποίηση της ΑΨΑ δυνατόν να οδηγήσει σε ουσιώδη μη συμμόρφωση.
Όλα τα πιο πάνω γεγονότα προκύπτουν από την αναδρομή μας στους Διοικητικούς Φακέλους και ιδιαίτερα από τα πρακτικά της συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου ημερ. 24.02.2026 αλλά και των συνεδριάσεων της Επιτροπής Αξιολόγησης, της Επιτροπής Προσφορών, καθώς και από την επιστολή της ΑΨΑ ημερ. 05.12.2025, που εντοπίσαμε στους Φακέλους και άλλα έγγραφα. Δεν μας διαφεύγει ότι η ενσωμάτωση της NIS2 στην Κυπριακή Νομοθεσία έγινε τον Απρίλιο του 2025, δηλ. μετά την προκήρυξη του Διαγωνισμού, ενώ η Οδηγία NIS2 τέθηκε σε εφαρμογή αρχές του 2023.
Οι λόγοι για τους οποίους κρίθηκε αναγκαία η ακύρωση του Διαγωνισμού από πλευράς Αναθέτουσας Αρχής είναι εμφανείς από το περιεχόμενο των Διοικητικών Φακέλων αλλά και την ίδια την επιστολή γνωστοποίησης της απόφασης ακύρωσης του Διαγωνισμού στους Αιτητές, ημερ. 02.03.2026. Όλες οι ενέργειες της Αναθέτουσας Αρχής και των οργάνων της καταγράφονται αναλυτικά στα πρακτικά της συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου ημερ. 24.02.2026, που καταγράφουμε ανωτέρω. Σημειώνουμε ότι το Διοικητικό Συμβούλιο, ενόψει της μη ομόφωνης απόφασης του Συμβουλίου Προσφορών, είναι το αποφασίζον για την περίπτωση όργανο, στη βάση του Κανονισμού 25(2) της ΚΔΠ 179/2009.
Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, η διοίκηση τεκμαίρεται πως λειτουργεί σύμφωνα με το Νόμο, οι αποφάσεις οι οποίας διέπονται από το τεκμήριο της κανονικότητας, εκτός όπου καθαρά αποδεικνύεται πως τούτο δεν συμβαίνει.
Στην παρούσα περίπτωση θα πρέπει να επισημανθεί ότι το Διοικητικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη όλα τα ενώπιον του στοιχεία για να καταλήξει στην απόφαση ακύρωσης του Διαγωνισμού.
Είναι φανερό επίσης ότι η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου δεν ήταν αυθαίρετη, αλλά ήταν αποτέλεσμα των διαφόρων διαβημάτων που προέβη η Αναθέτουσα Αρχή μέσω των αρμοδίων οργάνων της, όταν κατέστη αντιληπτή η ύπαρξη του ενδεχομένου να μην περιλήφθηκαν στους όρους του Διαγωνισμού οι επιπρόσθετες υποχρεώσεις που προέκυπταν από την Οδηγία NIS2.
Το Διοικητικό Συμβούλιο για να καταλήξει στην απόφαση ακύρωσης του Διαγωνισμού έλαβε κυρίως υπόψη τις συστάσεις της ΑΨΑ που περιέχονται στην επιστολή της ημερ. 05.12.2025, η οποία επισημαίνει κατ’ αρχάς ότι η Οδηγία NIS2 εισάγει νέο πιο αυστηρό και εκτεταμένο πλαίσιο αναγκών και υποχρεώσεων και ότι ενσωματώνονται νέες απαιτήσεις στη βάση των οποίων οι Βασικές Οντότητες οφείλουν να διαχειρίζονται κατάλληλα τους κινδύνους όλων των φορέων που εμπλέκονται στην αλυσίδα εφοδιασμού, εξετάζουν με τεχνικούς παράγοντες κινδύνου, αντιμετωπίζουν κρίσιμες εξαρτήσεις για μείωση του τεχνολογικού εγκλωβισμού μέσω λήψης μέτρων κ.ά. Καταλήγει δε στα εξής: «Ωστόσο οφείλουμε να επισημάνουμε ότι σε περίπτωση μη ενσωμάτωσης στα τεύχη του Διαγωνισμού υποχρεωτικών απαιτήσεων της Οδηγίας NIS2, δύναται να οδηγήσει σε ουσιώδης μη συμμόρφωση, με πιθανές συνέπειες σε μελλοντικό εποπτικό έλεγχο ωριμότητας κυβερνοασφάλειας».
Η κρίση αυτή της Αναθέτουσας Αρχής δεν βρίσκουμε να ενέχει οτιδήποτε το μεμπτό, αλλά είναι πλήρως σύμφωνη με τις πρόνοιες του Κανονισμού 26(2)(ζ) της ΚΔΠ 179/2009 και του όρου 10.3.2(g) του Μέρους Α των Εγγράφων του Διαγωνισμού. Ο λόγος ακύρωσης του Διαγωνισμού ήταν σοβαρός και άπτετο της ιδιότητας της Αναθέτουσας Αρχής ως κρίσιμης υποδομής για την οποία ισχύουν οι πρόνοιες της NIS2. Δεν ήταν επίσης προβλεπτός, εφόσον η ανάγκη αποκρυσταλλώθηκε με την εφαρμογή του Ν. 60(Ι)/2025 και κατόπιν της λήψης των συστάσεων της ΑΨΑ, μετά δηλ. την προκήρυξη του Διαγωνισμού.
Από τα στοιχεία των Διοικητικών Φακέλων και ιδιαίτερα τα πρακτικά της συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου ημερ. 24.02.2026, δεν φαίνεται να υπήρξε διαφωνία μεταξύ των οργάνων της Αναθέτουσας Αρχής, δηλ. της Επιτροπής Αξιολόγησης και της Επιτροπής Προσφορών ή με το Διοικητικό Συμβούλιο, ως προς το ότι οι όροι του Διαγωνισμού δεν συμμορφώνοντο με τις απαιτήσεις της Οδηγίας NIS2.
Το Διοικητικό Συμβούλιο είχε όλα τα στοιχεία ενώπιον του προτού αποφασίσει και έκρινε ότι επιβάλλετο στην Αναθέτουσα Αρχή να συμμορφωθεί με τις νέες ανάγκες που προέκυψαν από την Οδηγία NIS2. Η απόφαση της αυτή είναι προϊόν δέουσας έρευνας και είναι πλήρως αιτιολογημένη στη βάση των Διοικητικών Φακέλων. Ήταν δε ευλόγως επιτρεπτή και εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας της Αναθέτουσας Αρχής.
Ενόψει των πιο πάνω, η πρώτη ενότητα των λόγων ακύρωσης δεν μας βρίσκει σύμφωνους, αλλά θα πρέπει να απορριφθεί.
Με τη δεύτερη ενότητα οι Αιτητές προβάλλουν θέμα παραβίασης αρχών του Διοικητικού Δικαίου, δηλ. της χρηστής διοίκησης, της καλής πίστης και της αναλογικότητας καθώς και του Δημοσίου Συμφέροντος, του οποίου, όπως σημειώνουν, δεν γίνεται επίκληση ως λόγος ακύρωσης του Διαγωνισμού. Εισηγούνται ότι με το πρόσχημα της ύπαρξης της Οδηγίας NIS2 η Αναθέτουσα Αρχή προέβη σε ακύρωση του Διαγωνισμού παράλογα, παράνομα και ανεπίτρεπτα. Επιπρόσθετα ισχυρίζονται με παραπομπή σε νομολογία (βλ. Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λάρνακας -ν- TELMEN LTD, Α.Ε. 94/2015, ημερ. 14.06.2022 και σύγγραμμα του Δημήτριου Γ. Ράικου, «ΔΙΚΑΙΟ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ», Ε’ Έκδ. κ.ά) ότι, εκτός της παράλειψης από πλευράς Αναθέτουσας Αρχής επίκλησης λόγων δημοσίου συμφέροντος που την εμποδίζει να το επικαλείται, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Δόθηκε περαιτέρω, κατά την άποψή τους, υπέρμετρη βαρύτητα σε αναφορές της ΑΨΑ και δημοσιεύματα, με αποτέλεσμα την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, καλής πίστης, αναλογικότητας και φυσικής δικαιοσύνης. Καταλογίζουν επίσης στην Αναθέτουσα Αρχή ότι χρησιμοποίησε στην παρούσα περίπτωση το πλέον ακραίο μέτρο της ακύρωσης του Διαγωνισμού, ενώ υπήρχε ηπιότερο μέσο για τους Αιτητές, όπως η αναζήτηση διευκρινίσεων και άλλων επιλογών.
Αντίθετη ήταν η προσέγγιση της Αναθέτουσας Αρχής, η οποία προβάλλει ότι το δημόσιο συμφέρον εξυπηρετείτο στην παρούσα περίπτωση με την ακύρωση του Διαγωνισμού, εφόσον εξειδικεύεται στα πρακτικά της συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου ημερ. 24.02.2026 με συγκεκριμένο έρεισμα τον τεκμηριωμένο κίνδυνο «ουσιώδους μη συμμόρφωσης, με πιθανές συνέπειες σε μελλοντικό εποπτικό έλεγχο κρισιμότητας κυβερνοασφάλειας», λόγω της μη ενσωμάτωσης των υποχρεωτικών απαιτήσεων της NIS2 (βλ. Leisureland Hotel Enterprises Ltd -ν- Δημοκρατίας (1993) 3 ΑΑΔ 538). Εισηγείται ότι επιλογή της υπαλλακτικής λύσης, δηλ. της κατακύρωσης του Διαγωνισμού στους Αιτητές και διαπραγμάτευση πριν την υπογραφή της Σύμβασης προς τον σκοπό ενσωμάτωσης των απαιτήσεων της NIS2, δεν αποτελούσε νόμιμη οδό εφόσον θα συνιστούσε ουσιώδη τροποποίηση των όρων του Διαγωνισμού κατά παράβαση του ενωσιακού δικαίου και νομολογίας (βλ. υπόθεση C-496/99 P της 29ης Απριλίου 2004, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά CAS Succhi di Frutta SpA και C-454/06, Pressetext Nachrichtenagentur GmbH κατά Δημοκρατίας της Αυστρίας, ημερ. 19.06.2008).
Εξετάσαμε τη δεύτερη ενότητα των λόγων ακύρωσης, η οποία επίσης δεν μας βρίσκει σύμφωνους.
Κύριος άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφονται οι εισηγήσεις των Αιτητών προς υποστήριξη της ενότητας αυτής, συνιστά η επιλογή από πλευράς Αναθέτουσας Αρχής της ακύρωσης του Διαγωνισμού αντί της άλλης υπαλλακτικής λύσης που πρότεινε ο νομικός σύμβουλος και αναφέρεται στην κατακύρωση του Διαγωνισμού στους Αιτητές.
Καταρχάς, θα πρέπει να λεχθεί ότι, σε συμφωνία με τη δικηγόρο της Αναθέτουσας Αρχής, εφόσον οι παραλείψεις κρίθηκαν ουσιώδεις, η Αναθέτουσα Αρχή είχε κάθε δικαίωμα σε ακύρωση του Διαγωνισμού. Το δημόσιο συμφέρον σημειώνουμε ότι ναι μεν δεν ήταν ο προβληθείς λόγος ακύρωσης του Διαγωνισμού από πλευράς Αναθέτουσας Αρχής, αλλά σίγουρα απώτερος στόχος ήταν η εξυπηρέτησή του. Ήταν δε η ηπιότερη λύση, αυτή που επέλεξε η Αναθέτουσα Αρχή, εφόσον η επιλογή της κατακύρωσης του Διαγωνισμού και στη συνέχεια ενσωμάτωση στη Σύμβαση των απαιτήσεων της Οδηγίας NIS2 ελλοχεύει τον κίνδυνο να θεωρηθεί ότι συνιστά ουσιώδη τροποποίηση των όρων κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Σχετικό είναι το εξής απόσπασμα από την υπόθεση C-496/99 P (ανωτέρω), στην οποία παρέπεμψε η δικηγόρος της Αναθέτουσας Αρχής:
«118 Συγκεκριμένα, στην περίπτωση που η αναθέτουσα αρχή επιθυμεί, για συγκεκριμένους λόγους, την τροποποίηση ορισμένων όρων του διαγωνισμού μετά την ανακήρυξη του μειοδότη, οφείλει να προβλέπει ρητά την εν λόγω δυνατότητα προσαρμογής, όπως και τους τρόπους εφαρμογής της, στην προκήρυξη του διαγωνισμού που έχει συντάξει και η οποία οριοθετεί το πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να διεξαχθεί η διαδικασία, οπότε όλες οι επιχειρήσεις που ενδιαφέρονται να μετάσχουν στον διαγωνισμό το γνωρίζουν εξ αρχής και τελούν, κατ’ αυτόν τον τρόπο, σε ισότητα κατά την υποβολή της προσφοράς τους.
119 Επιπλέον, στην περίπτωση που δεν προβλέπεται ρητά παρόμοια δυνατότητα, αλλά η αναθέτουσα αρχή σκοπεύει, κατά το στάδιο που έπεται της αναθέσεως της συμβάσεως, να αποκλίνει από έναν από τους ουσιώδεις προβλεπόμενους όρους, δεν μπορεί νομίμως να συνεχίσει τη διαδικασία εφαρμόζοντας άλλους όρους από τους αρχικά προβλεφθέντες.
120 Συγκεκριμένα, αν επιτρεπόταν στην αναθέτουσα αρχή να τροποποιεί κατά βούληση και κατά το στάδιο της εκτελέσεως της συμβάσεως τους όρους του διαγωνισμού, χωρίς ρητή εξουσιοδότηση προκύπτουσα από τις σχετικές ισχύουσες διατάξεις, θα αλλοιώνονταν οι αρχικά προβλεφθέντες όροι που διέπουν την ανάθεση της συμβάσεως.
121 Επιπλέον, μια τέτοια πρακτική θα συνεπαγόταν αναπόφευκτα παραβίαση των αρχών της διαφάνειας και της ίσης μεταχειρίσεως των υποψηφίων, εφόσον δεν εξασφαλίζονται η ενιαία εφαρμογή των όρων του διαγωνισμού και η αντικειμενικότητα της διαδικασίας.».
Συνεπώς, ενόψει των πιο πάνω, η επιλογή από πλευράς Αναθέτουσας Αρχής της ακύρωσης του Διαγωνισμού ήταν η πλέον νόμιμη οδός, χωρίς να τίθεται θέμα παραβίασης των ισχυριζόμενων από τους Αιτητές ή οποιωνδήποτε αρχών του Διοικητικού Δικαίου.
Με την τρίτη ενότητα των λόγων ακύρωσης, προβάλλεται θέμα κατάχρησης εξουσίας και παρατεταμένης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην κατακύρωση του Διαγωνισμού. Με αναφορά σε στοιχεία των Διοικητικών Φακέλων ως προς την πορεία του Διαγωνισμού και παραπέμποντας σε νομολογία (βλ. Λιθογραφεία Κυριακίδη -ν- Κυπριακής Δημοκρατίας (1990) 3 ΑΑΔ 2007 και σύγγραμμα «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου» του Ε.Π. Σπηλιωτόπουλου, 12η έκδοση) οι Αιτητές εισηγούνται ότι η καθυστέρηση που προέκυψε δεν ήταν δικαιολογημένη. Έπρεπε δε, κατά την άποψή τους, να φροντίσει η Αναθέτουσα Αρχή πριν την προκήρυξη του Διαγωνισμού να πληροφορηθεί για την Οδηγία NIS2.
Από την άλλη η Αναθέτουσα Αρχή προβάλλει τη θέση ότι τα στοιχεία που παραπέμπουν οι Αιτητές προς υποστήριξη της εισήγησής τους για κατάχρηση εξουσίας, ουδόλως είναι ικανά προς τεκμηρίωση μιας τέτοιας εισήγησης, αν και το βάρος απόδειξης ύπαρξης κατάχρησης εξουσίας το φέρουν οι ίδιοι. Η καθυστέρηση δε που παρατηρήθηκε, κατά την άποψή της, ήταν δικαιολογημένη και αποτέλεσμα της διερεύνησης του σοβαρού ζητήματος της ασφάλειας κρίσιμης υποδομής και των διαβημάτων επικοινωνίας με την ΑΨΑ, με τον τεχνικό και νομικό σύμβουλο προς τον σκοπό λήψης συμβουλών.
Εξετάσαμε την εισήγηση αυτή των Αιτητών με την οποία δεν συμφωνούμε. Τα στοιχεία των Φακέλων στα οποία παραπέμπουν οι Αιτητές όχι μόνο δεν είναι ικανά προς υποστήριξη της θέσης τους περί αδικαιολόγητης καθυστέρησης, αλλά είναι ενδεικτικά της δέουσας έρευνας που προέβη η Αναθέτουσα Αρχή ενόψει της Οδηγίας NIS2 μέσω των διαφόρων φορέων και οργάνων της. Ως προς την κατ’ ισχυρισμό κατάχρηση εξουσίας, η εισήγηση που προβλήθηκε ήταν γενική και αόριστη που, από μόνη της, χωρίς την παράθεση ικανών στοιχείων, δεν τεκμηριώνει την ύπαρξή της, αν και το βάρος απόδειξης το φέρουν οι Αιτητές.
Με την τέταρτη ενότητα προβάλλεται θέμα ελλιπούς έρευνας, αιτιολογίας και ύπαρξης πλάνης περί τα πράγματα, εφόσον η προσφορά των Αιτητών πληρούσε τους όρους του Διαγωνισμού. Συγκεκριμένα, οι Αιτητές εισηγούνται παράλειψη έρευνας ως προς τα πραγματικά γεγονότα, τα δημοσιεύματα και τις πληροφορίες που οδήγησαν σε έρευνα για την Οδηγία NIS2, παράλειψη αιτιολόγησης της διαφωνίας της Επιτροπής Αξιολόγησης και της Επιτροπής Προσφορών με το Διοικητικό Συμβούλιο, μη εντοπισμό των δημοσιευμάτων και άλλων θέσεων συναφών με εκείνες προς υποστήριξη των άλλων ενοτήτων των λόγων ακύρωσης, όπως ότι η ακύρωση του Διαγωνισμού έγινε σε προχωρημένο στάδιο του Διαγωνισμού, δίνεται υπέρμετρη βαρύτητα στη NIS2 κ.ά.
Η Αναθέτουσα Αρχή από την άλλη τονίζει τις διάφορες ενέργειες που προέβη προς τον σκοπό διερεύνησης του θέματος που προέκυψε με την Οδηγία NIS2 που τεκμηριώνονται, κατά την άποψή της, από τα στοιχεία των Διοικητικών Φακέλων και όχι από ανύπαρκτα δημοσιεύματα.
Εξετάζοντας την εισήγηση, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Το περιεχόμενο των Διοικητικών Φακέλων τεκμηριώνει την έρευνα από πλευράς Αναθέτουσας Αρχής του θέματος που προέκυψε με τη NIS2 και τις διάφορες ενέργειες που προέβη και έχουμε αναφέρει ανωτέρω, που δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε. Απλά επαναλαμβάνουμε ότι τα πρακτικά της συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου ημερ. 24.02.2026 παρέχουν πλήρη εικόνα ως προς την έρευνα που προέβη η Αναθέτουσα Αρχή. Τα ίδια ισχύουν και για την ύπαρξη πλάνης που δεν τίθεται τέτοιο θέμα στην παρούσα περίπτωση ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεών μας. Δεν εντοπίσαμε κανένα στοιχείο που να κατατείνει στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν προϊόν πλάνης και ούτε μας υποδείχθηκε τέτοιο.
Ως προς τη διαφωνία που κατ’ ισχυρισμό προέκυψε με το Διοικητικό Συμβούλιο, τα στοιχεία των Διοικητικών Φακέλων δίνουν πλήρη αιτιολόγηση γιατί η Αναθέτουσα Αρχή προτίμησε να ακυρώσει το Διαγωνισμό και δεν επέλεξε την υπαλλακτική επιλογή της κατακύρωσης του Διαγωνισμού που πρότεινε ο νομικός σύμβουλος. Γεγονός παραμένει ότι είχαν διαπιστωθεί από πλευράς Αναθέτουσας Αρχής ουσιώδεις ελλείψεις στους όρους του Διαγωνισμού σε σχέση με την Οδηγία NIS2 και τις απαιτήσεις της.
Συνιστά πάγια νομολογία ότι η αιτιολογία μιας διοικητικής πράξης για να είναι επαρκής θα πρέπει να είναι σαφής, ώστε να μην αφήνει αμφιβολίες ως προς τον πραγματικό λόγο που το διοικητικό όργανο οδηγήθηκε στη λήψη της απόφασης. Σύμφωνα με το άρθρο 28(2) του Ν. 158(Ι)/1999, δεν αποτελεί επαρκή αιτιολογία η αναφορά στην απόφαση γενικών χαρακτηρισμών που μπορούν να εφαρμοστούν και να ισχύουν για κάθε περίπτωση ούτε η απλή αναφορά των γενικών όρων του Νόμου που μπορούν να τύχουν εφαρμογής σε οποιαδήποτε περίπτωση, μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί επαρκή αιτιολογία (βλ. Χατζηγεωργίου -v- Δημοκρατίας (2015) 3 ΑΑΔ 203).
Η αιτιολογία της κρίσης της Αναθέτουσας Αρχής στην παρούσα περίπτωση προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση που κοινοποιήθηκε στους Αιτητές με την επιστολή της ημερ. 02.03.2026, την Συμπληρωματική Έκθεση Αξιολόγησης, καθώς και από το περιεχόμενο των Διοικητικών Φακέλων, ιδιαίτερα της αλληλογραφίας με την ΑΨΑ και των πρακτικών των συνεδριάσεων της Επιτροπής Αξιολόγησης, της Επιτροπής Προσφορών και του Διοικητικού Συμβουλίου. Τα πρακτικά είναι λεπτομερή και πλήρη και παρέχουν πλήρη εικόνα ως προς το τί είχε λάβει χώρα.
Με την πέμπτη ενότητα των λόγων ακύρωσης προβάλλεται θέμα παράνομης σύνθεσης οργάνου, ελλιπών πρακτικών και ελλιπών κλήσεων στα Μέλη. Συγκεκριμένα οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι ελλείπουν από τους Διοικητικούς Φακέλους τα πρακτικά των συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου ημερ. 12.12.2023 και 16.09.2025 και ότι κατά την επιθεώρηση των Διοικητικών Φακέλων, η κα Ελένη Κέλλα προσκόμισε για επιθεώρηση νέο έγγραφο με τίτλο «Απόσπασμα των πρακτικών της Συνεδρίας του ΔΣ της ΑΗΚ που έγινε την Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2026». Δεν εντοπίστηκαν, επίσης, συνεχίζουν, κλήσεις προς τα Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου για τις συνεδρίες ημερ. 12.12.2023, 16.09.2025 και 24.02.2026 καθώς και κλήσεις προς τα Μέλη της Επιτροπής Αξιολόγησης και της Επιτροπής Προσφορών για τις συνεδρίες τους.
Από την άλλη η Αναθέτουσα Αρχή απορρίπτει ως παντελώς αβάσιμες τις πιο πάνω θέσεις των Αιτητών προβάλλοντας ότι από τα πρακτικά των συνεδριάσεων, και ειδικά της 24.02.2026, που ήταν η κρίσιμη συνεδρία, είναι φανερό ότι όλα τα Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου «κλήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα να παραστούν στην παρούσα συνεδρία». Τρία Μέλη συμμετείχαν με τηλεδιάσκεψη κατόπιν αιτήματός τους που έγινε δεκτό από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου, το δε Μέλος κα Ηλιάδου, αφού δήλωσε προσωπικό κώλυμα λόγω συγγένειας, αποχώρησε. Ως προς την παρουσία κατά την επιθεώρηση των Φακέλων από τους Αιτητές ενός νέου εγγράφου, εξήγησε ότι ήταν απόσπασμα των πρακτικών εφόσον δεν είχαν ακόμη επικυρωθεί τα πρακτικά, κάτι που θα γινόταν κατά την επόμενη συνεδρία.
Εξετάζοντας τη συγκεκριμένη ενότητα ούτε αυτή μας βρίσκει σύμφωνους. Εντοπίσαμε στους Διοικητικούς Φακέλους τα πρακτικά των συνεδριάσεων της Επιτροπής Προσφορών ημερ. 18.07.2025, 23.06.2025, 30.06.2025 και 29.01.2026 μαζί με εκείνα των συνεδριάσεων της Επιτροπής Αξιολόγησης, που καταγράφουν με ακρίβεια τα παρόντα και απόντα Μέλη που κλήθηκαν νομότυπα και το λόγο απουσίας τους. Τα πρακτικά των συνεδριάσεων της Επιτροπής Προσφορών είχαν επισυναφθεί επίσης στην Εισήγησή της προς το Διοικητικό Συμβούλιο, τόσο εκείνα της 18.07.2025 όσο και της 29.01.2026. Εντοπίσαμε επίσης το συνοπτικό πρακτικό της συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου ημερ. 16.09.2025 και εκείνο της 12.12.2023. Τα πρακτικά των συνεδριάσεων παρέχουν επαρκή αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Έχει νομολογηθεί ότι τα συλλογικά όργανα πρέπει να λειτουργούν σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης και να τηρούν πρακτικά των συνεδριάσεων τους. Ωστόσο αποτελεί καλώς θεμελιωμένη αρχή του διοικητικού δικαίου, ότι στην απουσία νομοθετικής διάταξης που να ρυθμίζει το θέμα, η μη τήρηση πρακτικών από το συλλογικό όργανο δεν καθιστά, αφ’ εαυτής, άκυρη τη συγκεκριμένη διοικητική πράξη, εκτός αν η απουσία πρακτικών ή η ασάφεια τους τείνει να στερήσει την πράξη της δέουσας αιτιολογίας (βλ. Ράφτης -v- Δημοκρατίας κ.α. (2002) 3 ΑΑΔ 345).
Έχει επίσης νομολογηθεί ότι η αρχή για τήρηση άρτιου πρακτικού ικανοποιείται με την τήρηση ενός ενιαίου πρακτικού, το οποίο θα παρέχει την αναγκαία λεπτομέρεια ώστε να ικανοποιεί τη σχετική πρόνοια του άρθρου 24 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν. 158(Ι)/1999) (βλ. Πεκρής -v- Δημοκρατίας (2009) 4 ΑΑΔ 505 και Άνυφτου -v- Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 1087/2014, ημερ. 20.04.2018).
Παρέμεινε να εξεταστεί η τελευταία ενότητα των λόγων ακύρωσης που αφορά σε αντίφαση και παραβίαση του Κανονισμού 22 της ΚΔΠ 179/2009. Ειδικά οι Αιτητές αναφέρονται στην επιστολή των δικηγόρων της Αναθέτουσας Αρχής ημερ. 17.03.2026 προς την ΑΑΠ ότι δεν φέρει ένσταση στη χορήγηση των προσωρινών μέτρων, αλλά ζητούσε σύντομη εκδίκαση. Το αίτημά της αυτό αντιστρατεύεται, κατά την άποψη των Αιτητών, με την καθυστέρηση που επέδειξε η Αναθέτουσα Αρχή στη διεκπεραίωση του Διαγωνισμού.
Ως προς την κατ’ ισχυρισμό παραβίαση του Κανονισμού 22 της ΚΔΠ 179/2009 στηρίζεται στον μη εντοπισμό ξεχωριστής Έκθεσης της Επιτροπής Προσφορών.
Αντίθετη υπήρξε η προσέγγιση της Αναθέτουσας Αρχής, η οποία προβάλλει ότι από τα πρακτικά της συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου ημερ. 24.02.2026 διαφαίνεται ότι η Επιτροπή Προσφορών συνεδρίασε στις 29.01.2026, μελέτησε τη Συμπληρωματική Έκθεση της Επιτροπής Αξιολόγησης και υπέβαλε προς το Διοικητικό Συμβούλιο τη δική της αιτιολογημένη εισήγηση, η οποία, μαζί με τα πρακτικά της συνεδρίας της και τις συνημμένες εκθέσεις, τέθηκε ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου ως μέρος του θέματος Β4.
Εξετάσαμε την ενότητα αυτή που επίσης δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Κατ’ αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν εντοπίζουμε οποιαδήποτε σχέση της επιστολής της Αναθέτουσας Αρχής προς την ΑΑΠ με την οποία πληροφορούσε την τελευταία ότι δεν φέρει ένσταση στο αίτημα για λήψη προσωρινών μέτρων στα πλαίσια της παρούσας Προσφυγής, με την προσβαλλόμενη με την Προσφυγή απόφαση.
Ούτε και η θέση περί παραβίασης του Κανονισμού 22 της ΚΠΔ 179/2009 ευσταθεί εφόσον από τα στοιχεία των Διοικητικών Φακέλων εντοπίσαμε την Εισήγηση της Επιτροπής Προσφορών ημερ. 29.01.2026, που προώθησε στη συνέχεια στο Διοικητικό Συμβούλιο.
Ενόψει όλων των πιο πάνω, είναι κατάληξή μας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ενέχει οτιδήποτε το μεμπτό, αλλά ήταν ευλόγως επιτρεπτή και εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας της Αναθέτουσας Αρχής. Δεν παραβιάζει δε οποιαδήποτε αρχή του Διοικητικού Δικαίου και ούτε είναι αποτέλεσμα πλάνης.
Όλες οι ενότητες των λόγων ακύρωσης απορρίπτονται.
Η Προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
............................................ ............................................
Ανδρούλα Πούγιουρου Ανδρέας Καρύδης
Πρόεδρος Μέλος
.............................................
Πάρις Κωνσταντινίδης
Μέλος