ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
28 Ιανουαρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
(Ποινική Έφεση Αρ.: 101/2025)
ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
(Ποινική Έφεση Αρ.: 102/2025)
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσείων,
v.
ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ,
Εφεσίβλητου.
_________________
Μ. Παυλίδου (κα), για τον Εφεσείοντα στην 101/2025 και Εφεσίβλητο στην 102/2025.
Σ. Μιχαήλ (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη στην 101/2025 και Εφεσείοντα στην 102/2025.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Μετά από ακρόαση, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε στα αδικήματα κλοπής, επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης και διενέργεια πράξης που ενδέχεται να επηρεάσει αστυνομική έρευνα που διεξάγεται με σκοπό την έναρξη δικαστικής διαδικασίας, αδικήματα κατά παράβαση Άρθρων του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 18 μηνών, 1 μηνός και 12 μηνών αντίστοιχα ενώ ενεργοποιήθηκε και τρίμηνη ποινή φυλάκισης που τελούσε υπό αναστολή, με οδηγίες του Δικαστηρίου όπως αυτή εκτιθεί διαδοχικά των πιο πάνω ποινών.
Εναντίον της καταδικαστικής απόφασης και των ποινών που επιβλήθηκαν καταχωρήθηκαν εφέσεις τόσο από τον καταδικασθέντα όσο και από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.
Με την έφεση υπ’ αριθμό 101/2025 ο εφεσείων, Μιχαλάκης Λυσάνδρου, αρχικά εφεσίβαλε μόνο τις ποινές φυλάκισης που του είχαν επιβληθεί στα αδικήματα που βρέθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία αλλά και την ενεργοποίηση ανασταλείσας τρίμηνης ποινής φυλάκισης που του είχε επιβληθεί σε άλλη υπόθεση. Μετά από άδεια που δόθηκε στη συνήγορό του, προστέθηκαν λόγοι έφεσης αναφορικά και με την καταδίκη του εφεσείοντα και για τα τρία αδικήματα τα οποία καταδικάστηκε.
Λόγω συνάφειας, οι δύο εφέσεις συνεκδικάστηκαν. Για να μπορούν να γίνουν αντιληπτοί οι λόγοι έφεσης κρίνεται σκόπιμο όπως παρατεθούν σε συντομία τα γεγονότα, όπως αποφασίστηκαν από το πρωτόδικο Δικαστηρίου. Ο παραπονούμενος Δημήτρης Κωνσταντίνου είναι ιδιοκτήτης εταιρείας εισαγωγής και ενοικιάσεως αυτοκινήτων. Στις 14.9.2024 έλαβε τηλεφώνημα από συνεργάτη του ότι στάθμευσε στα γραφεία της εταιρείας του ένα εισαγόμενο αυτοκίνητο μάρκας Toyota το οποίο δεν είχε ακόμα εγγραφεί για να υποβληθεί σε έλεγχο ΜΟΤ. Τα κλειδιά του οχήματος τα άφησε σε ξεκλείδωτο ξύλινο κουτί με μετρητές ηλεκτρισμού το οποίο βρίσκεται μπροστά από τα γραφεία της εταιρείας. Το όχημα κλάπηκε όπως και τα κλειδιά που βρίσκονταν εντός του κουτιού και εντοπίστηκε φέροντας πινακίδες με αριθμούς εγγραφής, τις πρώτες πρωινές ώρες της 15.9.2024 στον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας-Λευκωσίας από την αδελφή του παραπονούμενου η οποία του τηλεφώνησε. Προέβηκε σε έλεγχο των πινακίδων και διαπίστωσε ότι αντιστοιχούσαν σε άλλο αυτοκίνητο. Μετέβηκε ακολούθως στον αυτοκινητόδρομο, εντόπισε το όχημα, το ακολούθησε μέχρι που έφτασαν στον χώρο στάθμευσης του Burger King όπου στάθμευσε κλείνοντας την είσοδο με τρόπο ώστε να μην μπορεί να διαφύγει. Ο οδηγός του οχήματος που ήταν ο κατηγορούμενος, κατέβηκε από το όχημα και ο Κωνσταντίνου του ανέφερε ότι το όχημα του ανήκει και ότι είχε ειδοποιήσει την Αστυνομία. Ο κατηγορούμενος τον παρακάλεσε να μην καλέσει την Αστυνομία και του είπε ότι θα τον αποζημιώσει. Όταν ο παραπονούμενος αρνήθηκε, ο κατηγορούμενος προσπάθησε να φύγει και τον έγδαρε στον λαιμό. Ο Κωνσταντίνου τον ακινητοποίησε, οπόταν και έφθασε η Αστυνομία και τον συνέλαβε. Εντός του οχήματος εντοπίστηκε πλαίσιο πινακίδων που δεν ανήκει στο όχημα. Ο Κωνσταντίνου μετέβη στο ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας όπου και εξετάστηκε από γιατρό η οποία σημείωσε στην ιατρική της έκθεση ότι κατά την κλινική εξέταση ο Κωνσταντίνου ανάφερε συμπλοκή με άλλο άτομο και έφερε επιμήκη εκδορά (γδάρσιμο) μήκους 10 περίπου εκατοστών στη βάση του τραχήλου δεξιά. Επειδή η λέξη «συμπλοκή» αποτέλεσε λόγο έφεσης από τη συνήγορο του κατηγορουμένου, αναφέρουμε ότι η γιατρός διευκρίνισε κατά την αντεξέτασή της ότι δεν θυμόταν τι ακριβώς της είχε πει ο Κωνσταντίνου, ο οποίος της είχε περιγράψει μία κατάσταση και η ίδια έγραψε τη λέξη συμπλοκή για να διαχωρίσει το περιστατικό από ένα τροχαίο αδίκημα ή μια πτώση. Διευκρίνισε, επίσης, ότι δεν ήξερε τι είχε συμβεί, και πιθανόν ο Κωνσταντίνου να μην της είχε αναφέρει τη λέξη «συμπλοκή».
Σημειώνουμε ότι κατά την ακρόαση της υπόθεσης, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κλήθηκαν έξι μάρτυρες κατηγορίας, ενώ ο κατηγορούμενος μετά που κλήθηκε σε απολογία άσκησε το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε μάρτυρες. Μέσα από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας διαφάνηκε ότι η θέση του κατηγορούμενου ήταν ότι ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε μεν να οδηγεί το κλαπέν όχημα αλλά δεν ήταν αυτός το πρόσωπο που το έκλεψε και ότι δεν είχε επιτεθεί στον Κωνσταντίνου, μεταξύ τους έγινε συμπλοκή, και ενώ ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να διαφύγει για να αναπνεύσει από τον Κωνσταντίνου που τον κρατούσε σφικτά, έγινε το γδάρσιμο και μάλιστα ισχυρίστηκε ότι ο Κωνσταντίνου έριξε μπουνιά στη μύτη του κατηγορούμενου που του προκάλεσε κάταγμα.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, επισημαίνοντας ότι απουσιάζει η άμεση μαρτυρία αναφορικά με το πρόσωπο που έκλεψε το όχημα από τον χώρο που το είχε σταθμεύσει ο συνεργάτης του Κωνσταντίνου, επικαλέστηκε την υπόθεση ΠΑΦΙΤΗΣ Κ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (1990) 2 Α.Α.Δ. 102, αναφορικά με τη στοιχειοθέτηση αδικήματος με βάση περιστατική μαρτυρία, και εφαρμόζοντας επίσης τις αρχές στην ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ν. THE POLICE (1976) 2 CLR 75 και το Δόγμα της πρόσφατης κατοχής (doctrine of recent possession) και τις υπόλοιπες περιστάσεις της υπόθεσης, έκρινε στην απουσία εξήγησης από πλευράς του κατηγορούμενου, διευκρινίζοντας ότι σε καμία περίπτωση το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου, και με βάση έκθεση πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος είναι δότης μέρους του μικτού γενετικού υλικού που απομονώθηκε από πλαίσιο πινακίδας που υπήρχε στο εν λόγω όχημα κάτω από τη θέση του συνοδηγού και με βάση το γεγονός ότι στην πινακίδα με συγκεκριμένους αριθμούς εγγραφής που εντοπίστηκε επί του οχήματος, ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να αποκλειστεί από δότης μέρους του μικτού γενετικού υλικού που απομονώθηκε και ειδικότερα το πολύ σύντομο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την κλοπή μέχρι την κατοχή του οχήματος από τον κατηγορούμενο, ότι στοιχειοθετήθηκε η κατηγορία της κλοπής και συνεπώς έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο σε σχέση με αυτή.
Όσον αφορά την κατηγορία της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, σημείωσε ότι τόσο η επίθεση όσο και η πραγματική σωματική βλάβη δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Εκείνο που τέθηκε από πλευράς υπεράσπισης, μέσω της αντεξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας, είναι ότι τόσο η επίθεση όσο και η πραγματική σωματική βλάβη έγιναν με σκοπό να αποφευχθεί η παράνομη σύλληψη και ο παράνομος περιορισμός του κατηγορούμενου από τον Κωνσταντίνου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εφαρμόζοντας τις πρόνοιες του Άρθρου 15(1)(α) και (β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 σύμφωνα με το οποίο ιδιώτης χωρίς ένταλμα μπορεί να συλλάβει πρόσωπο το οποίο διαπράττει στην παρουσία του αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση που υπερβαίνει τα δύο έτη ή να συλλάβει πρόσωπο που εύλογα υποπτεύεται ότι διέπραξε ποινικό αδίκημα που τιμωρείται ως ανωτέρω, αν το πρόσωπο που προβαίνει στη σύλληψη έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι αυτός που θα συλληφθεί δυνατό να διαφύγει την τιμωρία, κατέληξε ότι ο Κωνσταντίνου, ενήργησε σύννομα και αναλογικά προς τον σκοπό της διαφυγής του κατηγορούμενου, και λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις συνθήκες τις οποίες έγινε η επίθεση και τα γεγονότα που προηγήθηκαν, έκρινε τον κατηγορούμενο ένοχο και σε αυτή την κατηγορία.
Το Άρθρο 122(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, προνοεί τα ακόλουθα:
«122. Όποιος προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη-
(α) …
(β) προορισμένη ή η οποία είναι ενδεχόμενο να παρεμποδίσει ή με οποιοδήποτε τρόπο να επηρεάσει οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ή οποιαδήποτε αστυνομική έρευνα που διεξάγεται με σκοπό έναρξης δικαστικής διαδικασίας ή έρευνα που διεξάγεται με βάση τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου,
είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι εκτενής ανάλυση για το αδίκημα αυτό γίνεται στην υπόθεση ΑΚΚΕΛΙΔΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2005) 2 Α.Α.Δ. 249 και στην ΛΟΥΚΑΙΔΗΣ ν. ΘΩΜΑ Κ.Α., Ποινική Έφεση Αρ. 5/2019, ημερομηνίας 19.7.2019. Σημείωσε δε, ότι εκείνο που προκύπτει ξεκάθαρα είναι ότι πέραν της πράξης (actus reus) χρειάζεται οπωσδήποτε η απόδειξη της υποκειμενικής υπόστασης (mens rea).
Κατέληξε, ότι στην απουσία άλλης εξήγησης το μόνο εύλογο συμπέρασμα είναι ότι η πρόθεση του κατηγορούμενου ήταν να παρέμβει στην αστυνομική έρευνα αναφέροντας στον Κωνσταντίνου ότι θα τον αποζημιώσει και σε περίπτωση που δεν δεχτεί θα πει ότι ο Κωνσταντίνου τον κτύπησε. Καταδίκασε, συνεπώς, τον κατηγορούμενο και στην τέταρτη κατηγορία.
Ξεκινώντας με την έφεση 101/25 και τους λόγους που αφορούν την καταδίκη του εφεσείοντα, που είναι οι λόγοι 8‑11 που έχουν προστεθεί στις 2.7.2025, είναι η βασική θέση της συνηγόρου του εφεσείοντα ότι η καταδίκη του εφεσείοντα ήταν ακροσφαλής και ως αποτέλεσμα λανθασμένων ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Αναφορικά με το αδίκημα της κλοπής στον όγδοο λόγο έφεσης προβάλλει τη θέση ότι, από το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, υποβόσκουν εύλογες αμφιβολίες για την ενοχή του εφεσείοντα εφόσον δεν αποδείχθηκε με θετική μαρτυρία ότι ήταν αυτός που έκλεψε το επίδικο όχημα και επίσης, δεν υπήρχε μαρτυρία ότι «είχε σκοπό να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό» που είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος.
Ο ένατος λόγος έφεσης, κατά την εισήγηση της συνηγόρου του εφεσείοντα, πάσχει, αφού ελλείπει το συστατικό στοιχείο της «παράνομης» επίθεσης. Είναι η θέση της ότι ο εφεσείων βρισκόταν σε κατάσταση άμυνας, γεγονός που αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του. Είναι η θέση της ότι, με βάση τη μαρτυρία και ειδικά από τις καταθέσεις των Δ. Κωνσταντίνου (Μ.Κ.3) και της αδελφής του Χ. Κωνσταντίνου (Μ.Κ.4), είχε περιοριστεί παράνομα η ελευθερία του εφεσείοντα και αυτός στην προσπάθειά του να διαφύγει, έγδαρε τον Κωνσταντίνου. Πραγματεύεται, επίσης, την αναφορά του παραπονούμενου σε συμπλοκή που βρίσκεται επί του ιατρικού πιστοποιητικού της ιατρού του ΤΑΕΠ Δρ. Καραϊσκάκη.
Ο δέκατος λόγος έφεσης, αμφισβητεί την καταδίκη του εφεσείοντα αναφορικά με το αδίκημα της διενέργειας πράξης που ενδέχεται να επηρεάσει αστυνομική έρευνα που διεξάγεται με σκοπό την έναρξη δικαστικής διαδικασίας, αφού από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου από την Κατηγορούσα Αρχή, η οποία ήταν φτωχή σε ποιότητα, και με δεδομένη την αναφορά των αδελφών Κωνσταντίνου κατά την αντεξέτασή τους ότι δεν γνώριζαν τον λόγο που ανέφερε ο κατηγορούμενος στον παραπονούμενο Κωνσταντίνου να τον αποζημιώσει, έπρεπε να γεννηθούν αμφιβολίες για την ενοχή του εφεσείοντα που θα έπρεπε να λειτουργήσουν υπέρ του και να οδηγήσουν σε αθώωση και απαλλαγή του.
Αντικείμενο του εντέκατου λόγου έφεσης, είναι ότι ο εφεσείων δεν έτυχε δίκαιης δίκης ένεκα παρατυπιών στη διαδικασία, με αποτέλεσμα η καταδίκη του να είναι ακροσφαλής. Βάση για τον λόγο αυτό είναι η θέση της συνηγόρου του εφεσείοντα ότι η αδελφή του παραπονούμενου Χ. Κωνσταντίνου (Μ.Κ.4), καθόταν έξω από την αίθουσα του Δικαστηρίου ενώ οι πόρτες της αίθουσας ήταν ανοικτές και άκουγε τον αδελφό της Δ. Κωνσταντίνου Μ.Κ.3 την ώρα που έδινε τη δική του μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνεπώς, είναι η θέση της ότι δεν θα έπρεπε το πρωτόδικο Δικαστήριο να στηριχτεί στη μαρτυρία της Μ.Κ.4 για την κρίση της ετυμηγορίας του αναφορικά με την ενοχή του εφεσείοντα.
Κρίνουμε φρόνιμο, να πραγματευτούμε αυτούς τους λόγους έφεσης (8 ‑ 11) πρώτα, αφού τυχόν επιτυχία τους μπορεί να οδηγήσει και την υπόθεση σε τέλος, χωρίς να πρέπει να εξεταστούν οι λόγοι έφεσης αναφορικά με την ποινή που τίθενται τόσο από τον καταδικασθέντα όσο και από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.
Ξεκινώντας από τον όγδοο λόγο έφεσης και το αδίκημα της κλοπής του οχήματος, η συνήγορος του εφεσείοντα στηρίζει τη θέση της στην απόφαση ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 26/2022, ημερομηνίας 7.4.2023, ECLI:CY:AD:2023:B132, στην οποία πρωτόδικα ο εφεσείων είχε αθωωθεί για το αδίκημα της κλοπής, απόφαση η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζοντας το αδίκημα της κλοπής αναφέρει ότι η αναντίλεκτη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν του ήταν ότι ο εφεσείων εντοπίστηκε να οδηγεί το επίδικο αυτοκίνητο. Είχε τεθεί και πρωτόδικα από την υπεράσπιση η θέση ότι ελλείπουν αναγκαία στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος και ειδικότερα μαρτυρία αναφορικά με αυτήν καθ' αυτήν την κλοπή του οχήματος, καθώς και την πρόθεση του κατηγορουμένου να αποστερήσει μόνιμα τον ιδιοκτήτη από αυτό.
Έχουμε αναφέρει πιο πάνω στην παρούσα υπόθεση τον τρόπο που το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε το αδίκημα της κλοπής με βάση τα δεδομένα που είχε ενώπιόν του. Δηλαδή να εντοπίσει την απουσία άμεσης μαρτυρίας αναφορικά με το πρόσωπο που έκλεψε το όχημα από εκεί που ήταν σταθμευμένο, αλλά να καταδικάσει τον εφεσείοντα με βάση περιστατική μαρτυρία που υπήρχε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου παραπέμποντας και σε σχετική νομολογία. Η έρευνα του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οδήγησε στην απόφαση της πλειοψηφίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Καναδά στην υπόθεση R. v. KOWLYK [1988] 2 R.C.S. 59 και στο ακόλουθο απόσπασμα:
«In summary, then, it is my view, based on the cases, both English and Canadian, which I have referred to, that what has been called the doctrine of recent possession may be succinctly stated in the following terms. Upon proof of the unexplained possession of recently stolen property, the trier of fact may‑‑but not must‑‑draw an inference of guilt of theft or of offences incidental thereto. Where the circumstances are such that a question could arise as to whether the accused was a thief or merely a possessor, it will be for the trier of fact upon a consideration of all the circumstances to decide which, if either, inference should be drawn. In all recent possession cases the inference of guilt is permissive, not mandatory, and when an explanation is offered which might reasonably be true, even though the trier of fact is not satisfied of its truth, the doctrine will not apply.»
Όπως, ορθά, αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο «αυτό που συνάγεται δηλαδή, είναι ότι εφόσον στοιχειοθετείται η πρόσφατη κατοχή, το Δικαστήριο δύναται, αλλά δεν είναι υπόχρεο, να καταλήξει σε ενοχή του κατηγορουμένου για το αδίκημα της κλοπής, εκτός αν δοθεί μία εξήγηση που ενδέχεται να είναι αληθινή, ακόμη και εάν το Δικαστήριο δεν ικανοποιηθεί ότι πράγματι είναι. Τονίζεται ότι δεν πρόκειται για περίπτωση κατά την οποία το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του κατηγορουμένου, αλλά αυτό παραμένει στην Κατηγορούσα Αρχή».
Ακολούθως, το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε και εφάρμοσε τις πιο πάνω αρχές στα περιστατικά της υπόθεσης διαπιστώνοντας ότι το επίδικο όχημα είχε κλαπεί μερικές ώρες πριν εντοπιστεί στην κατοχή του κατηγορουμένου, ότι στο όχημα κάτω από τη θέση του συνοδηγού εντοπίστηκε πλαίσιο πινακίδας στο οποίο εντοπίστηκε γενετικό υλικό του οποίου ο κατηγορούμενος είναι δότης μέρους και εντοπίστηκε και άλλη πινακίδα με αριθμούς εγγραφής σε σχέση με την οποία ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να αποκλειστεί από δότης μέρους του μεικτού γενετικού υλικού που απομονώθηκε. Η εν λόγω πινακίδα είχε δηλωθεί κλοπιμαία στις 15.9.2024 και ώρα 01:00.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η καταγγελία του επίδικου αυτοκινήτου έγινε από τον Δ. Κωνσταντίνου στις 14.9.2024 περί η ώρα 21:00. Η καταγγελία ήταν ότι την ίδια μέρα, δηλαδή 14.9.24 μεταξύ των ωρών 16:00 και 19:12, είχε κλαπεί το όχημα. Η ώρα 01:18 της 15.9.2024 ο Δ. Κωνσταντίνου έλαβε τηλεφώνημα από την αδελφή του Χ. Κωνσταντίνου ότι εντόπισε στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας ‑ Λάρνακας το εν λόγω όχημα που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο, αφού το ακολούθησαν μέχρι που αυτό έφτασε και στάθμευσε στον χώρο του εστιατορίου Burger King. Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε ότι ο κατηγορούμενος δεν έδωσε καμία εξήγηση ως προς την κατοχή του οχήματος ή σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα.
Ορθά, το πρωτόδικο Δικαστήριο λαμβάνοντας υπ' όψιν του όλα τα πιο πάνω και ειδικά το σύντομο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την κλοπή του οχήματος μέχρι αυτό να εντοπιστεί στην κατοχή του κατηγορουμένου, να οδηγείται από αυτόν, κατέληξε ότι τα περιστατικά της υπόθεσης, σωρευτικά αποτιμόμενα, μπορούν να οδηγήσουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε καταδίκη του κατηγορουμένου για το αδίκημα της κλοπής, καθ' ότι δεν επιδέχονται λογικά άλλης ερμηνείας ή εξήγησης από την ενοχή του.
Θεωρούμε ότι η απόφαση ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ (ανωτέρω), την οποία επικαλείται η συνήγορος του εφεσείοντα, διαφοροποιείται πλήρως από την παρούσα υπόθεση και δεν έχει εφαρμογή. Στην εν λόγω υπόθεση, το μοναδικό στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας που είχε ληφθεί υπ' όψιν από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ήταν η ταύτιση γενετικού υλικού με το γενετικό υλικό του εφεσείοντα την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ως ανεπαρκή για να οδηγήσει σε καταδίκη του εφεσείοντα στο αδίκημα κλοπής, ενώ στη συνέχεια την έκρινε ως επαρκή για να στοιχειοθετήσει την καταδίκη του σε κατηγορίες για παράνομη κατοχή περιουσίας τις οποίες το ίδιο το Δικαστήριο πρόσθεσε με σχετική τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Επίσης, δεν υπήρχε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου μαρτυρία που να συνέδεε την απόκτηση της κατοχής του μοτοποδηλάτου σε εκείνην την περίπτωση με τον επίδικο χρόνο που είχε γίνει κλοπή, χρόνος που ήταν άγνωστος.
Είναι σαφής η διαφορά που παρουσιάζεται στις δύο υποθέσεις και θεωρούμε την επίκληση της ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ (ανωτέρω) από τη συνήγορο του εφεσείοντα ως λανθασμένη με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης. Επικροτούμε και συμφωνούμε με τον τρόπο που το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε το θέμα εφαρμόζοντας την υπόθεση R. v. KOWLYK (ανωτέρω) και συμφωνούμε με το εύρημά του περί ενοχής του κατηγορουμένου στο αδίκημα της κλοπής. Συνεπώς, ο όγδοος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Ο ένατος λόγος έφεσης αφορά το αδίκημα της επίθεσης. Σε ό,τι αφορά την αναφορά της λέξης συμπλοκή στο ιατρικό πιστοποιητικό της Δρ. Καραϊσκάκη, σημειώνουμε την εξήγηση που έδωσε η Δρ. Καραϊσκάκη ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου για τον τρόπο που σημείωσε τη λέξη συμπλοκή, δηλώνοντας ξεκάθαρα ότι δεν θυμόταν κατά πόσο ήταν κάτι που ανέφερε στην ίδια ο Δ. Κωνσταντίνου ή, που μάλλον ήταν πιθανότερο, να το σημείωσε η ίδια για να ξεχωρίσει την παρούσα υπόθεση από άλλες υποθέσεις που αφορούσαν τροχαίο ατύχημα ή μία πτώση.
Όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο σημειώνει, η επίθεση και η πραγματική σωματική βλάβη δεν αμφισβητήθηκαν πέραν του ότι η πραγματική σωματική βλάβη στοιχειοθετήθηκε με την ιατρική μαρτυρία της Δρ. Καραϊσκάκη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ορθά, προχώρησε να εξετάσει τη θέση της συνηγόρου του εφεσείοντα ότι η επίθεση έγινε υπό συνθήκες που συνιστούσαν περιορισμό της ελευθερίας του κατηγορουμένου και με τρόπο που ισοδυναμούσαν με σύλληψή του. Ορθά, συμφώνησε με αυτές τις θέσεις γιατί όντως από τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι τα αδέλφια Κωνσταντίνου περιόρισαν τον εφεσείοντα μέσα στο αυτοκίνητο με σκοπό να μη διαφύγει μέχρι να έρθει η Αστυνομία.
Ορθά, ακολούθως, το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλέστηκε το Άρθρο 15 (1)(α)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, και με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, ορθά, κατέληξε ότι ο Δ. Κωνσταντίνου εύλογα υποπτεύθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε διαπράξει το αδίκημα της κλοπής του οχήματός του. Ορθά, επίσης, εξέτασε και κατέληξε ότι δεν διαπιστώθηκε από μέρους του Δ. Κωνσταντίνου άσκηση βίας πέραν της απολύτως αναγκαίας για τον σκοπό περιορισμού του κατηγορουμένου. Ο ισχυρισμός ότι o Δ. Κωνσταντίνου γρονθοκόπησε τον κατηγορούμενο με αποτέλεσμα αυτός να αιμορραγεί όταν προσήλθε η Αστυνομία (ο αστυνομικός Μ.Κ. 3) στον χώρο, δεν υποβλήθηκε στον Μ.Κ.3 από τη συνήγορο του εφεσείοντα και παρέμεινε ατεκμηρίωτος και ορθά απορρίφθηκε. Ορθά, κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ο Δ. Κωνσταντίνου ενήργησε σύννομα και αναλογικά προς τον σκοπό της αποτροπής της διαφυγής του κατηγορουμένου και ορθά τον έκρινε ένοχο στην κατηγορία της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη. Ο ένατος λόγος απορρίπτεται.
Ο δέκατος λόγος έφεσης, αφορά το αδίκημα της διενέργειας πράξης που ενδέχεται να επηρεάσει αστυνομική έρευνα που διεξάγεται με σκοπό την έναρξη δικαστικής διαδικασίας. Ο Δ. Κωνσταντίνου, ανέφερε στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι όταν έφτασαν στον χώρο στάθμευσης του Burger King και έκλεισε την είσοδο με τρόπο που να μην διαφύγει ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε ήδη κατεβεί από το αυτοκίνητο, ο Μ.Κ.4 του ανέφερε ότι το όχημα του ανήκει και ότι είχε ήδη καλέσει την Αστυνομία. Ο κατηγορούμενος τον παρακάλεσε να μην καλέσει την Αστυνομία και ότι θα τον αποζημιώσει, και μάλιστα ότι εάν δεν δεχόταν να τον αποζημιώσει θα έλεγε ότι ο παραπονούμενος τον έδειρε και θα έχει ο ίδιος παράπονο. Οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 αξιολογήθηκαν θετικά από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έθεσε το γεγονός ότι είναι αδέλφια και έχουν προφανές κίνητρο να παρουσιάσουν εκδοχές που επιβεβαιώνουν η μία την άλλη. Δεν υπάρχει σαφής λόγος στους λόγους έφεσης που αφορούν την καταδίκη που να αφορά αξιοπιστία των μαρτύρων και τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το θέμα προκύπτει εμμέσως.
Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Α.Ν.Κ. Κ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Κ.Α., Ποινική Έφεση Αρ. 136/2022, 140/22, ημερομηνίας 1.8.2025, συνοψίστηκαν οι αρχές που διέπουν το θέμα αξιολόγησης της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο και την επέμβαση του Εφετείου στα συμπεράσματα του. Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα:
«Πότε χωρεί επέμβαση του Εφετείου στα ευρήματα αξιοπιστίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου
Με τους λόγους έφεσης οι οποίοι εξετάζονται στη συνέχεια προσβάλλονται τα ευρήματα αξιοπιστίας του Κακουργοδικείου. Οι αρχές βάσει των οποίων δικαιολογείται η επέμβαση του Εφετείου συγκεφαλαιώνονται στο ακόλουθο απόσπασμα από την Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 705:
«Είναι πάγια η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι κατ' εξοχήν έργο του Πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο στη ζωντανή ατμόσφαιρα του Δικαστηρίου παρακολούθησε τους μάρτυρες και συνεπώς είναι σε καλύτερη θέση να σταθμίσει και να κρίνει την αξιοπιστία ενός μάρτυρα. Το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει και πράττει αυτό μόνο στις περιπτώσεις όπου τα ευρήματα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή όταν αυτά αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή όταν τα συμπεράσματα του είναι εξ αντικειμένου παράλογα ή αυθαίρετα (βλ. Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614, Πισιάρας κ.ά. ν. Μιχαηλίδη κ.ά. (2000) 1 Α.Α.Δ. 817, R.K.B. Leathergoods Ltd v. Αγγελίδη (2004) 1 Α.Α.Δ. 1071, Zevkas Bros (Fig Tree Bay) Restaurant Ltd v. Αναστασίου κ.ά. (2007) 1 Α.Α.Δ. 822).
Το Εφετείο δύναται βέβαια πάντοτε να επέμβει όπου η αξιολόγηση και τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή συγκρούονται με την αποδεκτή από το ίδιο το Δικαστήριο μαρτυρία ή ακόμη και όπου τα ευρήματα παρουσιάζονται προβληματικά υπό το φως λογικής ανακολουθίας ή πλημμελούς αξιολόγησης των δεδομένων, (Bullows v. Νεοφύτου (1994) 1 Α.Α.Δ. 41, Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου (2006) 1 Α.Α.Δ., 236 και Οργανισμός Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας ν. Κώστα Α. Ζαχαρία Λτδ (2006) 1 Α.Α.Δ. 705). Χρειάζονται πάντως ιδιαίτερα πειστικοί λόγοι προς αναίρεση των ευρημάτων αξιοπιστίας, (Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, 822 και Νεοφύτου ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 409), με το Εφετείο να επεμβαίνει όταν οι αντιφάσεις ή οι αδυναμίες στη μαρτυρία είναι τόσο σημαντικές ώστε να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η αποδοχή της μαρτυρίας ως αξιόπιστης ήταν λανθασμένη, (Γεωργίου Αθηνής ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 41, Constantinides v. Republic (1978) 2 C.L.R. 337 και Μουζάκης ν. Αστυνομίας (1995) 2 Α.Α.Δ. 220) (βλ. Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας (2015) 2 Α.Α.Δ. 161)».
Πρόσθετα, επέμβαση του Εφετείου χωρεί σε περίπτωση ουσιωδών αντιφάσεων στη μαρτυρία οι οποίες δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση. Όπως λέχθηκε στην Vrontis Builders Ltd κ.ά. ν. Μ&Η Steel Constructions Ltd (2016) 2 A.A.Δ. 322:
«Αναφορικά με τις αντιφάσεις, παρέχεται πεδίο επέμβασης του Εφετείου μόνο όπου αυτές είναι τέτοιες που δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση. Πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, δηλαδή να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή να φανερώνουν τη διάθεσή του να ψευσθεί. Πρέπει να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το Δικαστήριο (βλ. Ομήρου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 98, Ανθία ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1999) 2 Α.Α.Δ. 558, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 449, Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 390, Στρατής ν. Πεντέλης-Εταιρείας Μωσαϊκών Λτδ (1999) 1 Α.Α.Δ. 1708, Ηλία κ.ά. ν. Σταυρινίδη (2000) 1 Α.Α.Δ. 874)».
(βλ. και Σολωμού Vineyard View Tourist Enterprises Ltd (1998) 1(Α) Α.Α.Δ. 300, 320-1, Αθανάση ν. Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 867, Α.Ν. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 147/2021, ημερ. 16.3.2022, Δημοκρατία ν. Κουρουζίδη κ.ά., Ποιν. Έφ. 19/20 κ.ά., ημερ. 20.7.2022, Α.Π. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 192, ημερ. 26.9.2019, Σ.Α.Χ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 71/2020, ημερ. 28.1.2021, P.G.M.S. (Private Grammar & Modern Schools) Ltd v. Ζουβάνη, Ποιν. Έφ. 151/21 κ.ά., ημερ. 12.9.2023, Δ.Β.Γ.Κ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 3/2022, ημερ. 29.2.2024).»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εμπεριστατωμένα αξιολόγησε τους Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 ως αξιόπιστους.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο Άρθρο 122(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, και ορθά ανέφερε ότι για το αδίκημα της παρεμπόδισης ή επηρεασμού αστυνομικής έρευνας που διεξάγεται με σκοπό την έναρξη δικαστικής διαδικασίας θα πρέπει να στοιχειοθετηθεί πέραν της πράξης που προορίζεται να επηρεάσει ή που ενδέχεται να επηρεάσει αστυνομική έρευνα που διεξάγεται με σκοπό την έναρξη δικαστικής διαδικασίας και η απόδειξη της υποκειμενικής υπόστασης (mens rea). Στην απόφαση ΑΚΚΕΛΙΔΟΥ (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το mens rea του συγκεκριμένου αδικήματος:
«Για τις ανάγκες της προκείμενης περίπτωσης, πρόθεση του δράστη σημαίνει ένοχη σκέψη. Δηλαδή, να έχει κατά νου ο δράστης τι θα επιφέρει με την πράξη του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων. Δεν υπάρχει αμάχητο τεκμήριο περί πρόθεσης να επιφέρει κανείς τις φυσιολογικές επιπτώσεις των πράξεών του. Είναι απαραίτητη η δικαστική κρίση, στη βάση της μαρτυρίας, ότι έτσι σκεφτόταν ο ίδιος ο δράστης. Όχι ότι έτσι θα σκεφτόταν ένας λογικός άνθρωπος αν ήταν στη θέση του δράστη.»
Ορθά, το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατέληξε ότι στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος βρέθηκε να οδηγεί ένα όχημα το οποίο ο Μ.Κ.4 του είχε αναφέρει ότι ανήκε στον ίδιο και κλάπηκε. Τον ενημέρωσε, παράλληλα, ότι ήταν καθ' οδόν η Αστυνομία και δεν είχε τρόπο διαφυγής. Η κατάληξη ότι στην απουσία άλλης εξήγησης το μόνο εύλογο συμπέρασμα ήταν ότι η πρόθεση του κατηγορουμένου ήταν να παρέμβει στην αστυνομική έρευνα είναι ορθό και είναι ένα λογικό συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Επομένως, ορθή είναι και η απόφασή του για την καταδίκη του εφεσείοντα σε σχέση με το εν λόγω αδίκημα. Επομένως, και ο δέκατος λόγος έφεσης είναι καταδικασμένος σε αποτυχία και απορρίπτεται.
Ερχόμαστε τώρα να εξετάσουμε τον εντέκατο λόγο έφεσης που αφορά ισχυρισμό περί μη δίκαιης δίκης που έτυχε ο εφεσείων ένεκα παρατυπιών στη διαδικασία με βασική θέση ότι το γεγονός ότι η Μ.Κ.5 Χ. Κωνσταντίνου, αδελφή του Μ.Κ.4 και παραπονούμενου Δ. Κωνσταντίνου, ήταν παρούσα έξω από την αίθουσα του Δικαστηρίου του οποίου οι πόρτες ήταν ανοικτές, και άκουγε τη μαρτυρία που έδιδε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Δ. Κωνσταντίνου, πριν να δώσει τη δική της μαρτυρία, δημιουργούσαν συνθήκες μη δίκαιης δίκης.
Όπως προκύπτει από την πρωτόδικη απόφαση, το θέμα είχε τεθεί και ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ειδικότερα, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά σημείωσε ότι το καθήκον του Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 73 του Κεφ. 155 να μεριμνήσει ότι οι μάρτυρες θα εγκαταλείψουν το Δικαστήριο, περιορίζεται στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, το εν λόγω άρθρο προνοεί τα ακόλουθα:
«73. Αν ο κατηγορούμενος δεν ομολογήσει ενοχή, το Δικαστήριο διατάσσει όπως όλοι οι μάρτυρες, εγκαταλείψουν το Δικαστήριο:
Νοείται ότι‑
(α) το Δικαστήριο δύναται να επιτρέψει σε μάρτυρες για θέματα της ειδικότητας τους και τέτοιους τεχνικούς να παραμείνουν στο Δικαστήριο και
(β) παράλειψης συμμόρφωσης με τις διατάξεις του άρθρου αυτού δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία.»
Ορθά, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει εάν υπάρχουν μάρτυρες έξω από την αίθουσα, ειδικά σε σημεία που το Δικαστήριο δεν έχει οπτική επαφή. Ορθά, επίσης, επικαλέστηκε τις διατάξεις του εδαφίου Β του εν λόγω άρθρου το οποίο σαφώς ορίζει ότι παράλειψη συμμόρφωσης με τις διατάξεις του Άρθρου 73 δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία. Αξιολογώντας τους Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 το πρωτόδικο Δικαστήριο, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, ανέφερε ότι είναι αδέλφια και ότι έχουν προφανές κίνητρο να παρουσιάσουν εκδοχές που επιβεβαιώνουν η μία την άλλη. Όμως, αξιολογώντας τους, κατέληξε ότι η συνολική τους παρουσία υπήρξε καθ' όλα πειστική και χωρίς κανένα δισταγμό τους έκρινε ως αξιόπιστους. Ειδικά για την Μ.Κ.5, ανέφερε ότι αυτή υιοθέτησε και σε μεγάλο βαθμό επανέλαβε τα όσα αναφέρονται στην κατάθεσή της, ορθά καταλήγοντας ότι δεν φαίνεται να ανακύπτει οποιοδήποτε περαιτέρω ζήτημα προς εξέταση.
Ως εκ των ως άνω, η έφεση 101/2025 σε ό,τι αφορά τους λόγους της καταδίκης του εφεσείοντα, απορρίπτεται.
Θα προχωρήσουμε τώρα να εξετάσουμε τους λόγους που αφορούν την ποινή όπως προβάλλονται στην έφεση 101/2025. Όπως προκύπτει από την ειδοποίηση έφεσης το παράπονο του εφεσείοντα είναι ότι οι ποινές που του επιβλήθηκαν στις κατηγορίες 1 και 4 που ήταν, υπενθυμίζουμε, άμεσες ποινές φυλάκισης 18 και 12 μηνών αντίστοιχα, είναι έκδηλα υπερβολικές, δεν λήφθηκαν υπ’ όψιν οι προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα, όπως και το γεγονός ότι είναι άτομο με ιδιάζουσες προσωπικές περιστάσεις, χειροτέρευσε η κατάσταση της υγείας του ενώ τελούσε υπό κράτηση χωρίς το Δικαστήριο να το λάβει τούτο υπ’ όψιν του, ούτε και λήφθηκε υπ’ όψιν η εξάρτηση του εφεσείοντα από το αλκοόλ.
Είναι γνωστές οι νομολογιακές αρχές αναφορικά με το έργο του Εφετείου σε σχέση με ποινές που επιβλήθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Δ.Α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 57/2020, ημερομηνίας 6.10.2021, ECLI:CY:AD:2021:B432:
«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου σε ποινές που επέβαλε Πρωτόδικο Δικαστήριο καταγράφονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Selmani κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/13 και 236/13, ημερ. 5/10/2016 - και επαναλήφθηκαν στη συνέχεια και στις υποθέσεις ΧΧΧ Bora v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 79/2017, ημερ. 13/3/2018, ECLI:CY:AD:2018:B110 και Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 110/2019, ημερ. 29/9/2020 - λέχθηκαν τα εξής:
«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, XXX Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2014 και XXX Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015).
Η επιτυχία ισχυρισμού περί έκδηλα ανεπαρκούς ή υπερβολικής ποινής, προϋποθέτει τεκμηρίωση πασιφανούς αναντιστοιχίας μεταξύ σοβαρότητας του εγκλήματος και επιβληθείσας ποινής ή/και ουσιώδη απόκλιση της ποινής από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525).»»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφασή του για επιβολή ποινής αναφέρει τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, το γεγονός ότι ο εφεσείων βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες στις οποίες του είχαν επιβληθεί συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με τριετή αναστολή και σημειώνουμε εδώ ότι στην υπόθεση 389/24 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας του επιβλήθηκε ποινή 2 μηνών με τριετή αναστολή για το αδίκημα της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία, ενώ ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός, στο οποίο δεν γίνεται αναφορά από την ευπαίδευτη συνήγορο στην αγόρευσή της, ότι κατόπιν αιτήματος του εφεσείοντα και με τη σύμφωνη γνώμη της Κατηγορούσας Αρχής δυνάμει του Άρθρου 81 του Κεφ. 155, για σκοπούς επιβολής ποινής στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης λήφθηκαν υπ’ όψιν άλλες έξι υποθέσεις τις οποίες ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε. Δύο εκ των υποθέσεων αυτών αφορούσαν τροχαία αδικήματα, μία αφορούσε κατηγορία παράβασης του Περί Λοιμοκάθαρσης Νόμου ενώ οι άλλες τρεις ποινικές υποθέσεις αφορούσαν κατηγορίες απειλής, καταρτισμού πλαστού εγγράφου και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και δύο κατηγορίες για το αδίκημα της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία.
Λήφθηκε, επίσης, υπ’ όψιν από το πρωτόδικο Δικαστήριο προς όφελος του κατηγορουμένου η έκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, στην οποία περιγράφονται οι προσωπικές του συνθήκες και δη το γεγονός ότι είναι λήπτης ΕΕΕ, οι γονείς του απεβίωσαν όταν ήταν σε νεαρή ηλικία με αποτέλεσμα να τεθεί αρχικά υπό τη φροντίδα της Διευθύντριας ΥΚΕ και να μεγαλώσει σε ανάδοχη οικογένεια ενώ σε ηλικία 16 ετών μετακινήθηκε στην Παιδική Στέγη μέχρι την ενηλικίωσή του. Διαγνώστηκε με επιληψία στην ηλικία των 25 ετών και έκτοτε δηλώνει ανίκανος για εργασία και συντηρείται οικονομικά από κρατικά επιδόματα. Νοσηλεύτηκε στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας δυνάμει διατάγματος ψυχιατρικής νοσηλείας, τα τελευταία χρόνια προέβαινε σε κατάχρηση οινοπνευματωδών ποτών, ενώ μετά την αποφυλάκισή του στις 9.7.2024 υπέστη έμφραγμα και έκτοτε λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Έχει χαμηλό μορφωτικό και πνευματικό επίπεδο, ενώ η συνήγορός του ισχυρίστηκε ότι ενόσω ήταν υπόδικος για την υπό κρίση υπόθεση, συγκρατούμενοι του έχουν ασκήσει σωματική βία σε αυτόν επιφέροντας του βλάβη στον αριστερό οφθαλμό με αποτέλεσμα να χρειάζεται να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε, επίσης, στις ποινές που επιβάλλονται συνήθως σε αυτού του είδους τα αδικήματα, και σημείωσε ιδιαίτερα το γεγονός ότι είναι καθ’ έξιν παραβάτης αφού, όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης και των άλλων υποθέσεων που λαμβάνονται υπ’ όψιν, αποφυλακίστηκε στις 9.7.2024, και αμέσως επιδόθηκε ξανά στην παρανομία, αφού στις 26.7.2024 διέπραξε τα αδικήματα της ποινικής υπόθεσης 8474/2025 που λαμβάνεται υπ’ όψιν για σκοπούς επιβολής ποινής, στις 14.9.2025 διέπραξε τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης, και ενώ ήταν υπόδικος στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης διέπραξε την παρέμβαση στη δικαστική διαδικασία στις 21/1/25 και στις 27/1/25 τα αδικήματα της ποινικής υπόθεσης 224/25 η οποία επίσης λαμβάνεται υπ’ όψιν για σκοπούς επιβολής ποινής.
Έλαβε, επίσης, υπ’ όψιν του το πρωτόδικο Δικαστήριο τον ισχυρισμό του συνηγόρου του της επιδείνωσης της υγείας του, σημειώνοντας βέβαια ότι κανένα ιατρικό πιστοποιητικό δεν προσκομίστηκε για υποστήριξη των ισχυρισμών του ενώ σε ερώτηση του Δικαστηρίου προς τον ίδιο αν λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή για επιληψία, απάντησε αρνητικά. Όσον αφορά το θέμα του εμφράγματος αλλά και του οφθαλμού του, και αυτά παρέμειναν ατεκμηρίωτα παρά τις υποδείξεις του Δικαστηρίου προς την υπεράσπιση. Το Δικαστήριο διέταξε εξέταση από οφθαλμίατρο, εξέταση η οποία πραγματοποιήθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου ο εφεσείων εξετάστηκε από ειδικό οφθαλμίατρο ο οποίος γνωμάτευσε ότι αυτός χρήζει γυαλιών οράσεως και καμία αναφορά γίνεται για ζημιά σε οφθαλμό ή σε ανάγκη για χειρουργική επέμβαση.
Αφού έλαβε υπ’ όψιν του όλα τα πιο πάνω, και αφού ανέφερε στην απόφασή του ότι τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά κι αυτό διαφαίνεται πρωτίστως από το ύψος της προβλεπόμενης ποινής, στοιχείο που λαμβάνεται υπ’ όψιν στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της, αλλά και το γεγονός ότι ο εφεσείων είναι κατ’ εξακολούθηση παραβάτης, κατέληξε, ορθά, στην επιβολή ποινών φυλάκισης.
Του επέβαλε ποινές φυλάκισης 18 μηνών στην πρώτη κατηγορία και 12 μηνών στην τέταρτη κατηγορία, ορθά κρίνοντας και διατάσσοντας όπως αυτές συντρέχουν επειδή πηγάζουν από ενιαία έκνομη συμπεριφορά του εφεσείοντα.
Ακολούθως, δεόντως, εξέτασε την εισήγηση της υπεράσπισης για αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί, υπογραμμίζοντας ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή ποινών φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί συνεπεία της τροποποίησης του Νόμου 95/1972, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται αν δικαιολογείται στη βάση των περιστατικών της υπόθεσης και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου. (SIMINOIU v. AΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2012) 2 Α.Α.Δ. 699, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2009) 2 Α.Α.Δ. 583).
Ορθά, τελικά, κατέληξε ότι υπό τις περιστάσεις που είχε ενώπιόν του δεν δικαιολογείται η αναστολή ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, επίσης, διέταξε όπως η έκτιση των ποινών θα μειωθούν κατά το χρονικό διάστημα που ο εφεσείων τελεί σε προφυλάκιση, δηλαδή από τις 23.9.2024.
Συμφωνούμε με τον τρόπο που το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε, ανέλυσε και επέβαλε τις ποινές φυλάκισης στον εφεσείοντα. Δεν υπάρχει οτιδήποτε που να δικαιολογεί μείωση των ποινών ως η εισήγηση της συνηγόρου του. Συνεπώς, οι λόγοι έφεσης 1, 2, 3, 4 και 7 απορρίπτονται.
Παραμένουν προς εξέταση, οι λόγοι έφεσης 5 και 6, που πραγματεύονται τη λανθασμένη, κατά την εισήγηση της συνηγόρου του εφεσείοντα, ενεργοποίηση της ανασταλείσας τρίμηνης ποινής φυλάκισης που είχε επιβληθεί στον εφεσείοντα και διέταξε όπως αυτή εκτελεστεί διαδοχικά των προηγούμενων ποινών φυλάκισης που έχει επιβάλει.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε ορθά το θέμα, και στις αρχές που το διέπουν με αναφορά στην υπόθεση ΑΛΕΞΙΑ ΙΑΚΩΒΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική έφεση 159/24, ημερομηνίας 8.11.2024 παραπέμποντας στο πιο κάτω απόσπασμα:
«Η εξουσία λήψης μέτρων για ανασταλείσα φυλάκιση δίδεται από το Άρθρο 4(1) του περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδ. 1(α), το Δικαστήριο διατάσσει την εκτέλεση (ενεργοποίηση) της ανασταλείσας ποινής εκτός εάν είναι της γνώμης ότι αυτό θα ήταν άδικο λαμβανομένων υπ' όψιν, αφενός όλων των περιστάσεων οι οποίες μεσολάβησαν από την αναστολή της και αφετέρου των περιστάσεων υπό τις οποίες έχει διαπραχθεί το νέο αδίκημα, οπότε αναφέρει τους λόγους μιας τέτοιας επιλογής (μη ενεργοποίησης ολόκληρης της ποινής). Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι με βάση τα εδ. (1)(β), (γ), (δ) το Δικαστήριο έχει την εξουσία να διατάξει την εκτέλεση μέρους της ανασταλείσας ποινής ή την επέκταση της περιόδου αναστολής κατ' ανώτατον όριο μέχρι δύο έτη ή να μην λάβει οποιοδήποτε μέτρο. Οι σχετικές νομολογιακές αρχές προκύπτουν από σειρά υποθέσεων όπως η Louca v. Republic C.L.R. 141, Βασιλειάδης v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 409, Χριστούδκιας v. Αστυνομίας(1993) 2 Α.Α.Δ. 52, Χριστοφίδης v. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 148 και θα μπορούσαν να συνοψιστούν στο ότι:
(α) Εξασφαλίζοντας αναστολή εκτέλεσης φυλάκισης κάποιος κατηγορούμενος, έχει μέσω αυτής την ευκαιρία να αποφύγει την άμεση φυλάκιση, υπό τον όρο ότι και αυτός θα τιμήσει την εμπιστοσύνη την οποία επιδεικνύει το Δικαστήριο [(Χριστούδκιας, (ανωτέρω)].
(β) Σε περίπτωση παράβασης των όρων αναστολής το πρωταρχικό ζήτημα το οποίο εξετάζεται από το (δεύτερο) Δικαστήριο είναι το κατά πόσον η παράβαση αυτή είναι για οποιονδήποτε λόγο δικαιολογημένη ή η βαρύτητά της μειώνεται εξαιτίας οποιωνδήποτε περιστατικών. Εξ ου και το ότι η ενεργοποίηση συνδέεται κατ' εξοχήν με τους λόγους μη τήρησης των όρων αναστολής και όχι με την ομοιότητα μεταξύ του νέου αδικήματος και εκείνου για το οποίο είχε ανασταλεί η ποινή.
(γ) Οι όροι αναστολής και η τήρησή τους συνιστούν το υπόβαθρο επί του οποίου διετάχθη η αναστολή οπότε όταν αυτό καταρρέει (εξαιτίας της παράβασης), έπεται ότι εξαφανίζεται και ο πρωταρχικός λόγος που υπήρχε για τη μη ενεργοποίησή της [(Χριστούδκιας, (ανωτέρω)].
(δ) Στην απουσία κατάλληλων περιστατικών τα οποία μειώνουν τη βαρύτητα της παράβασης των όρων αναστολής, η ενεργοποίηση πρέπει κατά κανόνα να διατάσσεται [(Louca, Χριστούδκιας, (ανωτέρω)].
(ε) Σε περίπτωση παράβασης όρων η ενεργοποίηση φυλάκισης καθίσταται επιβεβλημένη και ενδεδειγμένη ενέργεια αφού είχε ήδη δοθεί η ευκαιρία και για να μην απολέσει η φυλάκιση με αναστολή το νόημά της, ήτοι για να μην εξασθενήσει ή να εξουδετερωθεί η αποτελεσματικότητά της ως σωφρονιστικό μέτρο [(Βασιλειάδης, Χριστοφίδης, (ανωτέρω)]. Ο δε κατηγορούμενος δεν μπορεί να παραπονεθεί, διότι παραβαίνοντας τους όρους της αναστολής έθεσε εκουσίως σε κίνδυνο την ελευθερία του, την οποία και στερείται από δική του εσκεμμένη πράξη [(Louca, (ανωτέρω), Χριστούδκιας, (ανωτέρω)].»»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ορθά, έκρινε ότι με τα δεδομένα της υπόθεσης, της φύσης των αδικημάτων που διαπράχθηκαν αλλά και της χρονικής εγγύτητας του ευεργετήματος της αναστολής που έτυχε ο εφεσείων με τη διάπραξη των αδικημάτων υπό κρίση, δεν παρέχονταν περιθώρια στο Δικαστήριο να μην ενεργοποιήσει την ανασταλείσα ποινή φυλάκισης που του είχε επιβληθεί. Ορθά, επίσης, αποφάσισε το πρωτόδικο Δικαστήριο όπως η έκτισή της να είναι διαδοχική μετά το τέλος της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, δεδομένου ότι τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος δεν αποτελούσαν μέρος ενιαίας συμπεριφοράς. Ορθή είναι, επίσης, η παρατήρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι: «είναι εμφανές από την εν γένει εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου ότι αυτός δεν αντιλήφθηκε την ευκαιρία που του δόθηκε από το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου το υπόβαθρο για την αναστολή και οι λόγοι μη ενεργοποίησης της ανασταλείσας ποινής δεν υφίστανται πλέον.».
Ως προς την αναλογικότητα μεταξύ αδικημάτων και ποινής, καθώς και τη συναφή αρχή της συνολικότητας της ποινής παραπέμπουμε στην υπόθεση ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2004) 2 Α.Α.Δ. 443. Οι αρχές αυτές ορίζουν ότι όταν επιβάλλεται ποινή και ταυτόχρονα ενεργοποιείται άλλη ανασταλείσα ποινή, διαδοχικά προς την πρώτη, το Δικαστήριο έχει καθήκον αφενός να βεβαιωθεί ότι το σύνολο των διαδοχικών ποινών δεν είναι υπερβολικό και αφετέρου ότι αυτό το σύνολο ποινών είναι ανάλογο προς το διαπραχθέν αδίκημα, ούτως ώστε η συνολική ποινή να είναι δίκαιη για τον κατηγορούμενο. Πρόκειται για αρχές οι οποίες έχουν αναλυθεί σε πάρα πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στις ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2007) 2 Α.Α.Δ. 62, ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2007) 2 Α.Α.Δ. 327, ΣΩΤΗΡΙΑΔΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2009) 2 Α.Α.Δ. 356, ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2009) 2 Α.Α.Δ. 628, ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2019) 2 Α.Α.Δ. 534, ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 175/18, ημερομηνίας 15.5.19, ECLI:CY:AD:2019:B185, ΓΛΥΚΕΡΙΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 171/20, ημερομηνίας 8.7.22, ECLI:CY:AD:2022:B287.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε ορθά το θέμα και η ποινή που επέβαλε στην ολότητά της δεν αντιστρατεύεται καμιά από τις πιο πάνω αρχές.
Συνεπώς, η έφεση υπ’ αριθμό 101/2025 που έχει καταχωρηθεί από τον εφεσείοντα, απορρίπτεται στην ολότητά της.
Το ζήτημα, όμως, δεν τελειώνει εδώ. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας με την Ποινική Έφεση αρ. 102/2025 εφεσιβάλλει με δύο λόγους έφεσης τις ποινές που έχουν επιβληθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο στις κατηγορίες 2 και 4. Υπενθυμίζουμε ότι, στην κατηγορία 2 που αφορά το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης, το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης ενός μηνός, ενώ στην τέταρτη κατηγορία αυτήν της διενέργειας πράξης που ενδέχεται να επηρεάσει αστυνομική έρευνα που διεξάγεται με σκοπό την έρευνα δικαστικής διαδικασίας επέβαλε ποινή φυλάκισης 12 μηνών.
Για το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης, ο νομοθέτης προβλέπει ως μέγιστη ποινή αυτή των τριών χρόνων φυλάκισης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης ενός μήνα. Το αδίκημα έλαβε χώραν σε δημόσιο χώρο και το τραύμα του παραπονούμενου ήταν εκδορά περίπου 10 εκατοστών στον λαιμό. Ο εφεσίβλητος έγδαρε τον παραπονούμενο στην προσπάθειά του να διαφύγει πριν την άφιξη της Αστυνομίας στη σκηνή.
Αδικήματα αυτής της φύσεως, διαπράττονται με μεγάλη συχνότητα, είναι αδικήματα βίας και ενέχουν το στοιχείο της αυτοδικίας αλλά και της επιθετικότητας έναντι συνανθρώπου. Όπως έχει αναφερθεί στην Ε.Γ. ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 221/2017, ημερομηνίας 15.10.2019, ECLI:CY:AD:2019:B428:
«Κρίνουμε όμως αναγκαίο να υποδείξουμε, υπό μορφή γενικότερης παρατήρησης, ότι τα αδικήματα αυτής της φύσης, τα οποία διαπράττονται με απαράδεκτα μεγάλη συχνότητα και τα οποία ενέχουν το στοιχείο της αυθαιρεσίας, της αυτοδικίας και της βίαιης επιθετικότητας έναντι συνανθρώπου, η οποία συνιστά παράλληλα βάναυση προσβολή της προσωπικότητας του, θα πρέπει να τιμωρούνται αυστηρά και αποτρεπτικά, ιδιαίτερα όταν δεν ακολουθεί έμπρακτη μεταμέλεια.»
Συμφωνούμε με τη θέση του εφεσείοντα Γενικού Εισαγγελέα ότι η ποινή φυλάκισης του ενός μηνός που επιβλήθηκε στον εφεσίβλητο δεν αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα του αδικήματος, ούτε την έξαρση που παρατηρείται σε αδικήματα τέτοιας φύσεως και στερείται του αποτρεπτικού χαρακτήρα που απαιτείται για την προστασία του κοινού. Κρίνουμε, συνεπώς, ότι δικαιολογείται η παρέμβασή μας και αυξάνουμε την ποινή σε 3 μήνες ποινή φυλάκισης.
Ο πρώτος λόγος έφεσης συνεπώς επιτυγχάνει.
Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο έφεσης με τον οποίο προσβάλλεται ως έκδηλα ανεπαρκής η ποινή φυλάκισης των 12 μηνών που έχει επιβληθεί για το αδίκημα της διενέργειας πράξης που ενδέχεται να επηρεάσει αστυνομική έρευνα που διεξάγεται με σκοπό την έναρξη δικαστικής διαδικασίας κατά παράβαση του Άρθρου 122(β) του Κεφ. 154, αναφέρουμε ότι στην παρούσα υπόθεση είχε ληφθεί υπ’ όψιν για σκοπούς επιβολής ποινής και η υπόθεση 224/2025, στην οποία ενώ ο κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση, σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις τηλεφώνησε του παραπονούμενου και τον κάλεσε να αποσύρει το παράπονό του και να τον αποζημιώσει. Επίσης, ο κατηγορούμενος, καταδικάστηκε στην υπόθεση 389/24 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, μεταξύ άλλων, και σε δύο κατηγορίες παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία, όπου του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 2 μηνών με τριετή αναστολή. Φαίνεται να πρόκειται για συστηματική και επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά. Θεωρούμε ως ιδιαίτερα επιβαρυντικό, το γεγονός ότι τα υπό κρίση αδικήματα έλαβαν χώραν ενώ ο εφεσίβλητος βρισκόταν ως υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές εκκρεμούσης της ακροαματικής διαδικασίας για την παρούσα υπόθεση και το γεγονός ότι, τεχνηέντως, πρόσθεσε τον αριθμό τηλεφώνου του παραπονουμένου στη λίστα αριθμών επικοινωνίας του, ισχυριζόμενος ότι ανήκει σε φίλο/συνεργάτη του. Παρόλα αυτά, θεωρούμε ότι η ποινή φυλάκισης των 12 ετών που του έχει επιβληθεί, λαμβάνοντας υπ’ όψιν και τις προηγούμενες καταδίκες του, είναι μεν επιεικής αλλά όχι έκδηλα ανεπαρκής σε σημείο που να δικαιολογείται η παρέμβασή μας.
Ο δεύτερος λόγος έφεσης επομένως απορρίπτεται. Η ποινική έφεση 102/2025 επιτυγχάνει εν μέρει.
Ενόψει των ανωτέρω, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται με τη διαφοροποίηση της αντικατάστασης της ποινής φυλάκισης ενός μηνός στη δεύτερη κατηγορία, με ποινή φυλάκισης 3 μηνών.
M. AMΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο