ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 103/2019)
29 Ιανουαρίου, 2026
[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΝΙΚΟΛΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ
Εφεσείων
και
Σ.Μ. ΠΥΡΙΛΛΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ
Εφεσίβλητη
-------------------------------
Χρίστος Μουαΐμης για Μουαΐμης & Μουαΐμης Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα.
Ανδρέας Π. Ποιητής και Φούλα Χ” Νικολή για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη.
-------------------------------
ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η παρούσα υπόθεση χρονολογείται από το μακρινό 2007. Τότε, με την αγωγή 2456/07, η ενάγουσα εταιρεία (εφεσίβλητη στην παρούσα διαδικασία) καταχώρισε αγωγή εναντίον του εναγόμενου (εφεσείοντα στην παρούσα διαδικασία) στη βάση του αστικού αδικήματος της Ιδιωτικής Οχληρίας, ως έκρινε το Δικαστήριο που την εκδίκασε. Ο εναγόμενος καταχώρισε ανταπαίτηση, στηριζόμενη στο ίδιο αστικό αδίκημα, επίσης ως έκρινε το Δικαστήριο που την εκδίκασε. Επί των γεγονότων, η θέση της ενάγουσας ήταν ότι προκλήθηκαν ζημιές στο κτήμα της, όταν χώματα και άχρηστα αντικείμενα που τοποθετήθηκαν στο σύνορο από τον εναγόμενο (ιδιοκτήτη του συνορεύοντος κτήματος) κατολίσθησαν στο κτήμα της, προκαλώντας, μεταξύ άλλων, ζημιές σε περίφραξη. Για τις ζημιές αυτές διεκδίκησε αποζημιώσεις. Ο εναγόμενος αρνήθηκε την απαίτηση και ισχυρίστηκε δια ανταπαίτησης, ότι κατόπιν που η ενάγουσα αφαίρεσε χώματα κατά μήκος του συνόρου, υπήρξε καθίζηση χωμάτων στο δικό του κτήμα και προκλήθηκαν ζημιές σε οικοδομή του που βρισκόταν επί του συνόρου. Διεκδίκησε τόσο τα έξοδα αποκατάστασης των ζημιών στην εν λόγω οικοδομή (€8.543,01), όσο και τα έξοδα ανέγερσης τοίχου αντιστήριξης και περίφραξης κατά μήκος του κοινού συνόρου (€17.086,01). Το πρωτόδικο Δικαστήριο που εκδίκασε αρχικά την υπόθεση, δικαίωσε κατά κάποιο τρόπο και τις δύο πλευρές, εκδίδοντας στις 4.3.2011 απόφαση τόσο στην απαίτηση όσο και στην ανταπαίτηση. Ασκήθηκε έφεση κατά της κατάληξης του στην ανταπαίτηση και το Εφετείο με την απόφαση του ημερ. 11.7.2016 διέταξε επανεκδίκαση της υπόθεσης. Υπήρξε κάποια αμφιβολία σε τι αφορούσε η διαταγή επανεκδίκασης, με αποτέλεσμα το πρωτόδικο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου ήχθη η υπόθεση, να εκδώσει ενδιάμεση απόφαση στις 3.2.2017, διασαφηνίζοντας ότι η επανεκδίκαση αφορούσε μόνον την ανταπαίτηση.
Διεξήχθη επομένως επανεκδίκαση μόνο για την ανταπαίτηση. Κατά την ακροαματική διαδικασία έδωσαν μαρτυρία υπέρ του εναγόμενου/εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντα (εφεξής ο εφεσείοντας), ο ίδιος (εφεξής ΜΕ2), ο πολιτικός μηχανικός ΣΚ (εφεξής ΜΕ1) και ο γεωλόγος ΣΣ (εφεξής ΜΕ3). Ακόμα ένας μάρτυρας (αρχιτέκτονας) που κλήθηκε από τον εφεσείοντα, κατόπιν ενδιάμεσης απόφασης (ruling) του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δεν κατάθεσε τελικά οτιδήποτε ουσιαστικό για την υπόθεση (το θέμα αυτό είναι αντικείμενο του έβδομου λόγου έφεσης). Εκ μέρους της ενάγουσας/εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης (εφεξής η εφεσίβλητη), έδωσε μαρτυρία ο διευθυντής της ΣΠ (εφεξής ΜΥ1).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην εκκαλούμενη απόφαση του ημερ. 8.2.2019, καταγράφει σε έκταση τη δοθείσα μαρτυρία (σελίδες 4-21) και πραγματεύεται ζητημάτων που άπτονται του βάρους απόδειξης, της νομικής πτυχής και των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων (σελίδες 21-27). Στη συνέχεια προχωρεί στην αξιολόγηση της μαρτυρίας καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο ΜΥ1 δεν ήταν απόλυτα ειλικρινείς, ότι δεν αποκάλυψε πλήρως την αλήθεια και ότι η μαρτυρία του σε κάποιο βαθμό ήταν αντιφατική. Από τον άλλη ο ΜΕ2 προξένησε θετική εντύπωση στο πρωτόδικο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του, ως το έθεσε το Δικαστήριο, «δεν αφίσταται ουσιωδώς της πραγματικότητας». Επιπρόσθετα αναφέρει τα εξής για τον ΜΕ2:
«Αποδέχομαι ότι, όπως εξήγησε, οι ενάγοντες προέβηκαν σε εκσκαφή στο κτήμα τους σε δύο περιπτώσεις, μια πριν και άλλη μετά την ανέγερση μεγάλης οικοδομής εκεί, και ότι τη δεύτερη φορά, κατά το 2002, η εκσκαφή στη νότια πλευρά του κτήματος του εναγόμενου έφθασε μέχρι την δική του οικοδομή στο σημείο όπου βρισκόταν αποχωρητήριο το οποίο αποτελούσε επέκταση της οικοδομής μέχρι το σύνορο. Επίσης αποδέχομαι, ότι όπως εξήγησε, στα δύο κτήματα υφίστατο εξ΄ αρχής υψομετρική διαφορά αλλά ότι μετά την εκσκαφή η υψομετρική διαφορά αυξήθηκε σημαντικά, οπότε παρουσιάστηκαν ζημιές στην τοιχοποιία εσωτερικά και εξωτερικά του αποχωρητηρίου, όπως και σε μέρος του μπετόν στο πάτωμα. Τέλος, αποδέχομαι ότι παραπονέθηκε επανειλημμένα στον κ. Πυρίλλη για αυτό το θέμα, αρχικά με ήπιο τρόπο και έπειτα έντονα, ενώ για χρόνια κατέβαλε προσπάθειες για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης θέτοντας όμως ως προϋπόθεση να επωμισθούν οι ενάγοντες το μεγαλύτερο μέρος του κόστους για την κατασκευή τοίχου αντιστήριξης.
Λαμβανομένων των πιο πάνω υπόψη, θεωρώ ότι η μαρτυρία του εναγόμενου παρέχει ασφαλές έρεισμα για το εύρημα μου ότι κατά το 2002, λίγο μετά που οι ενάγοντες προέβηκαν σε εκσκαφή στο κτήμα τους κοντά στο κοινό σύνορο παρουσιάστηκαν ζημιές στην οικοδομή του εναγόμενου, ότι αυτός τους ζήτησε από την αρχή να κατασκευάσουν τοίχο αντιστήριξης και ότι εν συνεχεία απαίτησε να του καταβληθούν και αποζημιώσεις».
Θετική εντύπωση προξένησε στο πρωτόδικο Δικαστήριο και ο πολιτικός μηχανικός ΜΕ1, τον οποίο δέχτηκε ως πραγματογνώμονα τόσο για την αιτία πρόκλησης των ζημιών (η αφαίρεση χωμάτων με αποτέλεσμα να υπάρξει καθίζηση), όσο και για τον χρηματικό προσδιορισμό των ζημιών, αλλά και για το κόστος ανέγερσης τοίχου αντιστήριξης. Χαρακτηριστικά αναφέρει «απεκόμισα θετική εντύπωση για την αξιοπιστία του. Δεν έχει εξ άλλου καταδειχθεί οτιδήποτε που να αποδυναμώνει τη γνώμη του ως εμπειρογνώμονα» (σελίδα 33). Σε σχέση όμως με τον προσδιορισμό της δαπάνης, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατηρεί ότι «η κοστολόγηση στην οποία προέβη δεν είναι χωρίς πρόβλημα. Ενώ θα έπρεπε να είχε χρησιμοποιήσει τιμές του 2002 που ήταν ο χρόνος που παρουσιάστηκαν οι ζημιές, χρησιμοποίησε τις τιμές που ίσχυαν χρόνια αργότερα, ήτοι του 2007 με 2009…».
Θετική εντύπωση στο πρωτόδικο Δικαστήριο άφησε και ο γεωλόγος ΜΕ3 και έτσι αποδέχτηκε και τη μαρτυρία του.
Μολονότι, σε γενικές γραμμές αποδέχτηκε τη μαρτυρία της πλευράς του εφεσείοντος, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε καταληκτικά και καταλυτικά για την υπόθεση ότι «… δικαίωμα στήριξης υπήρχε εδώ μόνο για τη γη. Αν, υπό τις περιστάσεις, θα επερχόταν καθίζηση ακόμα και αν δεν υπήρχε το κτίριο, η αποζημίωση θα κάλυπτε και το κτίριο παρόλο που αυτό το ίδιο δεν είχε αυτόνομα δικαίωμα στήριξης. Όμως όπου η καθίζηση επέρχεται λόγω της ύπαρξης του κτιρίου, που αποδυναμώνει το έδαφος με το βάρος του ή άλλως πως, δεν αναγνωρίζεται δικαίωμα στήριξης. Η παρούσα περίπτωση εμπίπτει σε αυτό το τελευταίο. Ως εκ τούτου η ανταπαίτηση δεν μπορεί να επιτύχει».
Απέρριψε συνακόλουθα την ανταπαίτηση. Η κατάληξη αυτή δεν άφησε ικανοποιημένο τον εφεσείοντα, ο οποίος την προσβάλλει με επτά λόγους έφεσης.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης ισχυρίζεται ότι «το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και/ή από πλάνη θεώρησε ότι με την υπό κρίση Ανταπαίτηση γίνεται επίκληση στο αδίκημα της οχληρίας όπως καθιερώθηκε στο άρθρο 46 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 149, όπως αναφέρεται στη σελίδα 22 της ρηθείσας απόφασης, σημείο που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου».
Στην αιτιολογία του λόγου έφεσης αναφέρεται ότι η νομική βάση της ανταπαίτησης ήταν «η αξίωση αποζημιώσεων λόγω ζημιάς που υπέστηκε ο Εναγόμενος από ενέργειες και/ή παραλείψεις των Εναγόντων». Στο περίγραμμα αγόρευσης των συνηγόρων του (σελίδα 4), προστίθεται ότι «η παρούσα υπόθεση εμπίπτει ορθότερα στα πλαίσια του αστικού αδικήματος της αμέλειας…», ενώ σε άλλο σημείο του περιγράμματος (σελίδα 5) αναφέρεται «Σε κάθε περίπτωση η επίδικη υπόθεση εμπίπτει και θα μπορούσε να κριθεί στα πλαίσια του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης…».
Προκύπτει από τα προαναφερθέντα ότι ακόμα και κατά το στάδιο εκδίκασης της έφεσης, ο εφεσείοντας δεν είχε αποκρυσταλλωμένη, αταλάντευτη και σαφή θέση για τη νομική βάση της ανταπαίτησης του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η βάση της ανταπαίτησης ήταν το αστικό αδίκημα της Ιδιωτικής Οχληρίας, αντλώντας επί τούτου καθοδήγηση από τη [νομική] διαπίστωση του Δικαστηρίου που εκδίκασε την υπόθεση για πρώτη φορά - η οποία δεν ανετράπη κατ’ έφεση - με αποτέλεσμα, η επί τούτου διαπίστωση, να θεωρηθεί κατ’ ουσία τελεσίδικη. Απ’ εκεί και πέρα ο εφεσείοντας είχε την πλήρη ευθύνη να δικογραφίσει με σαφήνεια και καθαρότητα, ποια ήταν η νομική βάση στην οποία στήριζε την ανταπαίτηση του. Δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να επιχειρεί να ιχνηλατήσει μέσα από απροσδιόριστα συμφραζόμενα σε δικόγραφο, ποια είναι η νομική βάση (ή βάσεις) στην οποία ο διάδικος επιθυμεί να στηρίξει την απαίτηση του. Η προαναφερθείσα αναφορά στην αιτιολογία του λόγου έφεσης, δεν αποτελεί νομική βάση. Σε ό,τι αφορά τώρα τα αστικά αδικήματα της Αμέλειας και της Παράνομης Επέμβασης για τα οποία γίνεται λόγος στο περίγραμμα αγόρευσης των συνηγόρων του εφεσείοντος, ισχύει ακριβώς αυτό που υποδεικνύουμε ανωτέρω. Η υποχρέωση ήταν του εφεσείοντος να αναδείξει τις νομικές βάσεις με σαφήνεια και καθαρότητα στην ανταπαίτηση, κάτι που σαφώς παρέλειψε να πράξει (σχετική η Διαταγή 19, Θεσμός 13 των τότε σε ισχύ Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Ειδικά για το αστικό αδίκημα της Αμέλειας, να υπενθυμίσουμε ότι θα πρέπει να παρατίθενται λεπτομέρειες σε ξεχωριστή παράγραφο, ώστε να γνωρίζει ο αντίδικος τι είναι ακριβώς που του καταλογίζεται και να μπορεί συνακόλουθα να απαντήσει. Οι λεπτομέρειες αυτές αποτελούν το μοναδικό βάθρο για να αποδοθεί αστική αμέλεια στο αντίδικο μέρος (βλ. Kouris Dam Joint Venture κ.ά. v. Λουρουντζιάτη (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 716). Το ίδιο ισχύει όταν προβάλλεται ισχυρισμός για συντρέχουσα αμέλεια (βλ. Kakou v. Adriatica Societa Per Azioni Di Navigazione (1980) 1 C.L.R. 357).
Έπεται ότι ο πρώτος λόγος έφεσης είναι παντελώς αβάσιμος και ως τέτοιος απορρίπτεται.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης ο εφεσείοντας ισχυρίζεται ότι «το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και/ή από πλάνη απόρριψε την Ανταπαίτηση και δεν επιδίκασε αποζημιώσεις υπέρ του Εναγομένου αφού τα ευρήματα του Δικαστηρίου ήταν σύμφωνα με τη δικογραφημένη γραμμή του Εναγομένου». Ο λόγος έφεσης αυτός είναι σε συνάφεια με τους λόγους έφεσης 3 και 6. Με τον λόγο έφεσης 3, μολονότι γίνεται μνεία σε αντιφάσεις στην πρωτόδικη απόφαση, προβάλλεται τελικώς η θέση ότι κατά την ανάλυση των ευρημάτων και την επεξήγηση της νομικής πτυχής από το πρωτόδικο Δικαστήριο, έγινε αποδεκτή η σύνδεση μεταξύ πράξης και ζημιάς, κάτι που δημιουργεί την εντύπωση ότι τελικώς, η θέση του εφεσείοντος είναι πάλι ότι θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή η ανταπαίτηση. Με τον λόγο έφεσης 6 γίνεται και πάλι αναφορά στην αποδοχή των θέσεων και ισχυρισμών του εφεσείοντος από το πρωτόδικο Δικαστήριο αλλά σε εσφαλμένη εφαρμογή του βάρους απόδειξης που έφερε ο εφεσείοντας, γεγονός που το οδήγησε τελικώς στην απόρριψη της ανταπαίτησης του.
Θεωρούμε πρόσφορο οι πιο πάνω λόγοι έφεσης να εξεταστούν μαζί. Σημειώνουμε κατ’ αρχάς ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατά βάση, όντως αποδέχτηκε τη μαρτυρία που προσκόμισε ο εφεσείοντας, περιλαμβανομένης και της δικής του, ατομικής μαρτυρίας. Από τη μαρτυρία αυτή, κατέληξε στα συμπεράσματα που καταγράψαμε σε προηγούμενα μέρη της παρούσας απόφασης, μεταξύ αυτών, ότι υφίστατο υψομετρική διαφορά μεταξύ των δύο κτημάτων, ότι η υψομετρική διαφορά αυξήθηκε σημαντικά μετά τη δεύτερη εκσκαφή της εφεσίβλητης το 2002 και ότι, μετά την εκσκαφή, παρουσιάστηκαν ζημιές στο οικοδόμημα του εφεσείοντος κατά μήκος του συνόρου.
Τα προαναφερθέντα, ορθά θεωρούμε, δεν κρίθηκαν αρκετά, ώστε να γίνει αποδεκτή η ανταπαίτηση.
Σχετικά, τα εξής καθοριστικά, σωρευτικά συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου από την αξιολόγηση της μαρτυρίας των ΜΕ2 και 3, ως καταγράφονται στις σελίδες 34-35 της απόφασης του:
«Η μαρτυρία τόσο του κ. Στυλιανού όσο και του κ. Τριανταφυλλίδη καταδεικνύει ότι υπήρξε καθίζηση μόνο στο συγκεκριμένο σημείο της οικοδομής και ευρίσκω ανάλογα. Και οι δύο απέδωσαν την καθίζηση στην εκσκαφή αλλά δεν επεκτάθηκαν συγκεκριμένα στο κατά πόσο, αν δεν υπήρχε εκεί η οικοδομή του εναγόμενου, και πάλι θα επέρχετο καθίζηση ή, αντιστρόφως, το κατά πόσο η καθίζηση ήταν σωρευτικά το αποτέλεσμα της μείωσης της στερεότητας του εδάφους λόγω αφενός της εκσκαφής και αφετέρου του βάρους της οικοδομής. Αν το πρώτο συνέβαινε, θα όφειλαν να εξηγήσουν το γιατί υπήρξε καθίζηση μόνο στο σημείο της οικοδομής. Ταυτόχρονα, η μαρτυρία τους υποδηλώνει ότι, παρά την προηγηθείσα εκσκαφή, δεν θα επερχόταν καθίζηση του εδάφους στην άκρη του συνόρου αν δεν βρισκόταν εκεί η οικοδομή του εναγόμενου, με κρίσιμο παράγοντα το βάρος της, ως το μόνο διαφοροποιητικό στοιχείο μεταξύ εκείνου του σημείου και του υπόλοιπου μέρους του συνόρου. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η μαρτυρία του γεωλόγου κ. Στυλιανού, ότι δεν υπήρξε γεωλογικό φαινόμενο ως εξήγηση της καθίζησης. Με τη μαρτυρία του αντιδιέστειλε την αδυναμία σε εκείνο το σημείο, όπου μέρος της οικοδομής βρισκόταν στην άκρη εντελώς του συνόρου, και όλο το υπόλοιπο σύνορο όπου δεν σημειώθηκε υποχώρηση εδάφους. Το ότι ο γεωλόγος δεν προέβη σε διαφοροποιήσεις αναφορικά με το είδος, τη σύσταση και τη σταθερότητα του εδάφους κατά μήκος του συνόρου δεν βρίσκει, εν προκειμένω, εξήγηση άλλη από το ότι η ομοιομορφία ήταν προφανής. Ούτε άλλωστε υπήρξε αμφισβήτηση ως προς αυτή. Τέτοια δε ομοιομορφία άφηνε το βάρος της οικοδομής ως τη μόνη εξήγηση για την υποχώρηση του εδάφους σε εκείνο ακριβώς το σημείο. Εναπόκειτο στον εναγόμενο, αν διαφορετικά ήταν τα πράγματα, να καταδείκνυε, με κατάλληλη μαρτυρία, ότι θα υπήρχε καθίζηση ακόμα και αν δεν υπήρχε επί του συνόρου η οικοδομή του αλλά δεν προσήχθη μαρτυρία προς τέτοια κατεύθυνση. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το βάρος της οικοδομής, επί του κοινού νοτίου συνόρου, ήταν ασύνδετο με την καθίζηση και ότι η καθίζηση θα συνέβαινε ούτως ή άλλως μετά την εκσκαφή. Τουναντίον η μαρτυρία φαίνεται να δέχεται τη σχέση μεταξύ της ύπαρξης εκεί της οικοδομής και της καθίζησης. Ευρίσκω λοιπόν ότι όχι μόνο δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποσυνδέει την καθίζηση από την ύπαρξη, στο σύνορο, της οικοδομής, αλλά και ότι η μαρτυρία υποστηρίζει την άμεση μεταξύ τους σχέση. Αυτή η πτυχή αποβαίνει κρίσιμη όταν τα στοιχεία που τη συνθέτουν υπαχθούν στον εφαρμοστέο νομικό κανόνα».
Προκύπτει συνεπώς ότι από την αποδεχθείσα μαρτυρία, καθίζηση του εδάφους υπήρξε μόνο στο σημείο όπου βρισκόταν το οικοδόμημα του εφεσείοντος, ενώ κατά μήκος του υπόλοιπου συνόρου δεν υπήρξε. Τούτο, αναδείκνυε το βάρος του οικοδομήματος ως τη μόνη [διαφοροποιητική] εξήγηση για την υποχώρηση του εδάφους που εστιαζόταν σ’ αυτό ακριβώς το σημείο. Το ορθό αυτό συμπέρασμα, είχε τη σημασία του όταν τα γεγονότα υπάχθηκαν στον κανόνα που σχετιζόταν με τη μόνη νομική βάση που τύγχανε εφαρμογής στην υπόθεση. Υπενθυμίζουμε στο σημείο αυτό τα όσα υποδείξαμε κατά την εξέταση του πρώτου λόγου έφεσης σχετικά με την ανυπαρξία άλλης, δικογραφημένης βάσης αγωγής. Επομένως, εναπόκειτο στον εφεσείοντα να ανατρέψει αυτή την αναδυόμενη εικόνα πραγμάτων, αν όντως ήταν διαφορετική - όχι ως επιπρόσθετο και αδικαιολόγητο βάρος απόδειξης που του φορτώθηκε, αλλά αντίθετα στο πλαίσιο του κανονικού, εφαρμοστέου βάρους απόδειξής της απαίτησης του και όλων των συνιστώντων στοιχείων που τη συναποτελούσαν. Δεν υπήρξε αντίφαση επί του συγκεκριμένου ζητήματος από πλευράς πρωτόδικου Δικαστηρίου, ούτε εσφαλμένη εφαρμογή του βάρους απόδειξης. Ούτε βεβαίως και τα ευρήματα του δικαιολογούσαν, χωρίς άλλο, την έκδοση απόφασης στην ανταπαίτηση, στοιχείο με το οποίο θα ασχοληθούμε κατά την εξέταση και επόμενων λόγων έφεσης.
Οι λόγοι έφεσης 2, 3 και 6 απορρίπτονται.
Με τον τέταρτο λόγο έφεσης καταλογίζεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι «εσφαλμένα και/ή από πλάνη δεν κάνει λόγο στην απόφαση του και ούτε φαίνεται να λήφθηκαν υπόψη ουσιώδη ζητήματα για την έκβαση της υπόθεσης, ήτοι το γεγονός ότι τα μέτρα που πάρθηκαν για την επίδικη εκσκαφή ήταν πρόχειρα και μη ανταποκρινόμενα στις ανάγκες του έργου καθώς και το γεγονός ότι η οικοδομή του Εναγόμενου προϋπήρχε της εκσκαφής και τους λόγους που αυτή βρίσκεται τόσο πλησίον του συνόρου με το ακίνητο των Εναγόντων».
Στην τελευταία παράγραφο της αιτιολογίας του λόγου έφεσης διασαφηνίζονται τα εξής:
«Οι Ενάγοντες ήταν σε θέση να γνωρίζουν πριν προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια και/ή παράλειψη, αφού αποτελεί εμπειρική ουσιώδη κοινή γνώση και ήταν φανερά προβλέψιμο και λογικό με βάση την οξυδέρκεια ενός μέσου νοήμονα άνθρωπου, ότι όταν το χώμα κάτω από τα θεμέλια μιας οικοδομής αφαιρείται και μένει εκτεθειμένη να αιωρείται στον αέρα, θα επέλθει καθίζηση και εν συνεπεία θα προκληθούν ζημιές στην εν λόγω οικοδομή εξαιτίας της ρηθείσας εκσκαφής».
(η υπογράμμιση είναι δική μας).
Είναι προφανές ότι ο εφεσείοντας με τον πιο πάνω λόγο έφεσης καταλογίζει αμέλεια στην εφεσίβλητη κατά την επίδικη εκσκαφή. Για ακόμα μια φορά επαναλαμβάνουμε ότι τέτοια βάση αγωγής δεν υπήρχε, ούτε και δικογραφήθηκαν λεπτομέρειες, ώστε να μπορούσε η εφεσίβλητη να τις αντικρούσει. Τα όσα αναπτύσσονται, κυρίως στο περίγραμμα αγόρευσης των συνηγόρων του εφεσείοντος, περί της αναπροσαρμογής των συνόρων και της ανυπαρξίας από μέρους του ευθύνης στο ότι το οικοδόμημα κατέληξε να βρίσκεται επί του [νέου] συνόρου, ουδόλως μεταβάλλει τα δικαιολογημένα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το ζητούμενο δεν ήταν η ανυπαρξία ευθύνης του εφεσείοντος, αλλά η απόδειξη πραγματικής και νομικής ευθύνης της εφεσίβλητης. Το τελευταίο δεν αποδείχθηκε. Έπεται ότι ο λόγος έφεσης 4 είναι αβάσιμος και ως τέτοιος απορρίπτεται.
Με τον πέμπτο λόγο έφεσης ο εφεσείοντας ισχυρίζεται ότι «το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και/ή από πλάνη δεν προχώρησε στην αξιολόγηση και κρίση επί του δικονομικού ζητήματος που τέθηκε για τη γενική άρνηση των Εναγόντων [της εφεσίβλητης] στη διατύπωση της Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση κατά την γραπτή άρνηση τους στους ισχυρισμούς του Εναγομένου [του εφεσείοντος]».
Το δικόγραφο της εφεσίβλητης που τιτλοφορείται «Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση», όπως διαπιστώνει και το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι απλώς μια γενική άρνηση. Η γενική άρνηση, κατά τον χρόνο καταχώρισης του συγκεκριμένου δικογράφου δεν ισοδυναμούσε με την προβολή θετικής, διαφορετικής θέσης που να αποδυναμώνει τον αρχικό ισχυρισμό (βλ. Πιττής v. Progress Electronics Co. Ltd (2005) 1 Α.Α.Δ. 50 και Διαταγή 19, Θεσμός 15 των τότε Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Το ίδιο ισχύει και τώρα (βλ. Μέρος 16, Κανονισμός 7(2)(α) - (γ) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023). Τέτοια δικόγραφα δεν συμβάλλουν στην εκ των προτέρων ανάδειξη και περιορισμό των επιδίκων θεμάτων και συχνά δίδουν το έναυσμα για αχρείαστες αμφισβητήσεις και ενστάσεις κατά τη δίκη. Θα πρέπει έτσι να αποφεύγονται. Αυτού λεχθέντος, η γενική άρνηση δεν απαλλάσσει τον ενάγοντα από το βάρος να αποδείξει την υπόθεση του στον απαιτούμενο βαθμό. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα όσα αναφέραμε κατά την εξέταση προηγούμενων λόγων έφεσης, ο εφεσείοντας απέτυχε να το πράξει.
Στην αιτιολογία του λόγου έφεσης αυτού και ακόμα περισσότερο στο περίγραμμα αγόρευσης, αναδεικνύεται κάποιο παράπονο του εφεσείοντος για το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στην επανεκδίκαση μόνον της ανταπαίτησης και όχι και της απαίτησης. Το παράπονο δεν περιλαμβάνεται στον λόγο έφεσης και είναι έτσι εκτός εμβέλειας των ζητημάτων που δύναται να εξετασθούν. Δεν επιτρέπεται η διεύρυνση του λόγου έφεσης, με την ανάδειξη νέων ζητημάτων στην αιτιολογία του λόγου (βλ. Γεωργίου κ.ά. ν. Αργυρίδη, Έφεση 2/2024, ημερ. 17.12.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μαυρέα κ.ά., Ποινικές Εφέσεις 13/22-18/22, ημερ. 25.2.2025, A.L. Krambenes Ltd κ.ά. ν. A.L. Vasiliou Motors Ltd, Πολιτική Έφεση 122/2017, ημερ. 17.7.2025, και Στυλιανού ν. Αριστείδου, Πολιτική Έφεση 214/2019, ημερ. 10.9.2025). Εν πάση περιπτώσει, αφ’ ης στιγμής η αρχική έφεση αφορούσε μόνον την ανταπαίτηση, η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου αυτού ζητήματος, ήταν αναμφίβολα ορθή.
Τέλος με τον λόγο έφεσης 7 αποδίδεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι «εσφαλμένα και/ή από πλάνη δεν επέτρεψε στον μάρτυρα απόδειξης της Ανταπαίτησης 4, κ. Παναγιώτη Μάστρου, αρχιτέκτονα, να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου». Ο λόγος έφεσης αυτός αφορά την ενδιάμεση απόφαση (ruling) του πρωτόδικου Δικαστηρίου που βρίσκεται στις σελίδες 172-173 των πρακτικών ημερ. 29.1.2018, η οποία έχει ως ακολούθως:
«ΑΠΟΦΑΣΗ
Έχω ακούσει με προσοχή και τις 2 πλευρές σε σχέση με το προτεινόμενο έγγραφο που φέρει τίτλο «Εκτίμηση ζημιών» και αποτελείται από 28 σελίδες. Περιλαμβάνει έκθεση από τον μάρτυρα στην οποία αναφέρεται αναλυτικά τι χρειάζεται κατά την άποψη του να γίνει στο εν λόγω ακίνητο και επίσης περιλαμβάνει φωτογραφικό υλικό. Έχω υπόψη μου και τη δικογραφία συμπεριλαμβανομένης και της ανταπαίτησης, η οποία καθορίζει το πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να παρουσιαστεί μαρτυρία. Έχω την άποψη ότι τα όσα προτίθεται σήμερα η εν λόγω πλευρά να καταθέσει εκφεύγουν σαφώς της δικογραφίας. Με μια απλή ανάγνωση της εν λόγω εκτίμησης διαπιστώνει κανείς όχι μόνο ότι η εισήγηση του μάρτυρα, παραπέμπει σε κατασκευές οι οποίες καμιά σχέση δεν έχουν με τη δικογραφημένη θέση της πλευράς που τον κάλεσε αλλά επίσης θέτει εξαπίνης και την άλλη πλευρά. Συνοπτικά να αναφέρω ότι ανταπαιτητικά αξιώνεται χρηματικό ποσό για αποκατάσταση των ζημιών από ρωγμές στην τοιχοποιία και στον σκελετό της οικοδομής του, όπως επίσης και αποζημιώσεις για ανέγερση τοίχου αντιστήριξης και περίφραξης, ενώ ο μάρτυρας επιθυμεί να καταθέσει ότι χρειάζεται να γίνει ολική κατεδάφιση του κτιρίου και ανέγερση νέου κτιρίου, το οποίο περιλαμβάνει όχι απλώς την επιδιόρθωση της τοιχοποιίας αλλά την ανέγερση νέας τοιχοποιίας νέου πατώματος, νέας οροφής, τοποθέτηση και αγορά νέων ειδών υγιεινής. Ως προς την εισήγηση του κυρίου Μουαϊμη ότι θα μπορούσε το εν λόγω έγγραφο να δεχθεί και κατατεθεί και όπως αντιλαμβάνομαι από αυτό το Δικαστήριο αποσπασματικά να αξιολογήσει ό,τι θα μπορούσε να βοηθήσει την πλευρά του διάδικου που κάλεσε τον μάρτυρα, δεν συμφωνώ. Όπως ήδη ανέφερα, το περιεχόμενο του εγγράφου δίνει μια εντελώς διαφορετική εικόνα από αυτήν που καθορίζεται στο πλαίσιο της δικογραφίας. Επομένως δεν επιτρέπεται η κατάθεση της εν λόγω εκτίμησης».
Κατ’ αρχάς να επισημάνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απαγόρευσε στον εν λόγω μάρτυρα να καταθέσει ενώπιον του, ως διαμαρτύρεται ο εφεσείοντας. Εκείνο που αποφάσισε ήταν να μην επιτρέψει την κατάθεση του εγγράφου που τιτλοφορείτο «εκτίμηση ζημιών» που είχε ετοιμάσει ο μάρτυρας. Πέραν τούτου, αν η πλευρά του εφεσείοντος επιθυμούσε να του υποβάλει ερωτήσεις που σχετίζονταν με τις γνώσεις του ως αρχιτέκτονα ή με την επιτόπου επίσκεψη που πραγματοποίησε, θα μπορούσε, αλλά επέλεξε να μην το κάνει. Αυτού λεχθέντος, η ιδιότητα ενός προσώπου ως πραγματογνώμονα δεν του παρέχει «λευκή επιταγή» στο τι μπορεί να καταθέσει στο Δικαστήριο. Τέτοια μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη, θα πρέπει να συνάδει με τη δικογραφία. Συνεπώς, ο αποκλεισμός του εγγράφου ήταν δικαιολογημένος, αφού όπως ορθά παρατήρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν υπήρχε απλώς αύξηση/διαφοροποίηση στα αξιούμενα ποσά, αλλά οριοθέτηση της ζημιάς σε εντελώς καινούργια και μη δικογραφημένη βάση (κατεδάφιση και ανέγερση νέου κτηρίου). Αν γινόταν δεκτή αυτή η μαρτυρία, θα εκτροχιαζόταν η μέχρι τότε δικογραφημένη πορεία της δίκης και αναμφίβολα θα καταλαμβάνετο η αντίδικη πλευρά εξαπίνης.
Απορρίπτεται επομένως και ο λόγος έφεσης 7.
Κατ’ ακολουθία των πιο πάνω η έφεση απορρίπτεται. Επιδικάζονται €2.400 έξοδα έφεσης πλέον ΦΠΑ υπέρ της εφεσίβλητης.
ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.
Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο