ΡΙΧΑΡΔΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 14/2026, 28/1/2026
print
Τίτλος:
ΡΙΧΑΡΔΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 14/2026, 28/1/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 14/2026)

 

28 Ιανουαρίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΡΙΧΑΡΔΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

______________________________

Α. Κληρίδης για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα.

Μ. Φωτιάδου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Αυθημερόν)

 

ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Με την παρούσα εφεσιβάλλεται η απόφαση του Κακουργιοδικείου Λεμεσού διά της οποίας εγκρίθηκε αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για τη συνέχιση της κράτησης του εφεσείοντα μέχρι την επόμενη δικάσιμο ενώπιόν του.

 

Ο εφεσείων βρισκόταν υπό κράτηση δυνάμει απόφασης του παραπέμψαντος Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Υποστήριξε ενώπιον του Κακουργιοδικείου ότι προέκυψαν, έκτοτε, διαφοροποιητικά στοιχεία τα οποία επέτρεπαν διαφορετική προσέγγιση στο ζήτημα της κράτησής του. Θέση η οποία δεν έγινε αποδεκτή από το Κακουργιοδικείο.

 

Οι πρώτοι δύο λόγοι έφεσης σχετίζονται με το πρώτο στοιχείο το οποίο ο εφεσείων θεωρεί ως διαφοροποιητικό. Στο κατηγορητήριο ενώπιον του Κακουργιοδικείου, περιλαμβάνεται κατηγορία για κατοχή με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικών τάξεως Β, ήτοι, 2 κιλών και 355,7 γραμμαρίων κάνναβης. Ενώπιον του παραπέμψαντος Επαρχιακού Δικαστηρίου το κατηγορητήριο αναφερόταν σε ποσότητα περίπου 3 κιλών κάνναβης. Σύμφωνα με τον εφεσείοντα, η μείωση αυτή, συνεπάγεται και διαφοροποίηση της σοβαρότητας της υπόθεσης που αντιμετωπίζει ο εφεσείων.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε ότι πέραν της κατηγορίας αναφορικά με την πιο πάνω ποσότητα κάνναβης, ο εφεσείων αντιμετωπίζει στο ίδιο κατηγορητήριο και κατηγορία για κατοχή με σκοπό την προμήθεια μικρότερης ποσότητας ναρκωτικών τάξεως Α. Αποφάσισε ότι η μείωση που προέκυψε, από μόνη της, δεν αποτελεί διαφοροποιητικό στοιχείο και δεν αναιρεί αλλά ούτε και αφαιρεί οτιδήποτε από τη σοβαρότητα των αδικημάτων της υπόθεσης.  Συμφωνούμε με τη θεώρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι η πιο πάνω αναφερόμενη μείωση δεν επηρεάζει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο εφεσείων, την οποία διαπίστωσε το εκδικάζον Δικαστήριο σε συνάρτηση με τις αυστηρές, προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές. Δεν πρέπει να συγχέεται η σοβαρότητα του αδικήματος, που αποτελεί ένα εκ των αντικειμενικών κριτηρίων που λαμβάνονται υπόψη, με τη σοβαρότητα της υπόθεσης γενικά.

 

Υπενθυμίζεται το τι εξετάζεται σε περιπτώσεις ως η παρούσα, όπως επεξηγήθηκε στην ΧΑΜΝΤ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 165/2021, ημερομηνίας 27.10.2021, ECLI:CY:AD:2021:B485 :

 

«Όπως είναι νομολογημένο ο κίνδυνος φυγοδικίας εκτιμάται στη βάση των τριών αντικειμενικών κριτηρίων, σοβαρότητας αδικήματος, πιθανότητας καταδίκης και ενδεχόμενο αυστηρής τιμωρίας λαμβανομένων, όμως, σοβαρώς υπόψη και άλλων σχετικών παραγόντων που ανάγονται σε υποκειμενικά δεδομένα, όπως των προσωπικών περιστάσεων του υπόδικου και των δεσμών του με την Κύπρο χωρίς, όμως, όλα αυτά να απομονώνονται και να υπερφαλαγγίζουν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της Δικαιοσύνης (Χατζηδημητρίουv. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 45, Θεοχάρους κ.ά. v. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 48, Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 109, Σιακαλλή v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, Παρασκευά v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 607, Δημητρίου v. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 130 και Τουμάζου v. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 70,

[…]

Στην προκείμενη περίπτωση δεν αμφισβητείται ότι τα αδικήματα που καταλογίζονται στον Εφεσείοντα είναι πολύ σοβαρά. Ενδεικτικό της σοβαρότητας τους είναι οι προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές. Ειδικά για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α΄ με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο και την προμήθεια του εν λόγω φαρμάκου σε άλλο πρόσωπο, προβλέπεται ποινή μέχρι ισόβιας φυλάκισης

(Η υπογράμμιση έγινε από το Εφετείο)

 

Δεν μας διαφεύγει ότι στην ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2004) 2 Α.Α.Δ. 538, λέχθηκε ότι η ποσότητα των ναρκωτικών  επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την ποινή που ενδεχομένως να επιβληθεί, κριτήριο που επίσης εξετάζεται κατά την εκτίμηση του  κινδύνου φυγοδικίας. Εντούτοις, επισημαίνουμε ότι σε σχέση με τις δύο εν λόγω ποσότητες, σύμφωνα με τη νομολογία επιβάλλονται πολυετείς ποινές φυλάκισης, η δε απόκλιση στο ύψος της ποινής φυλάκισης αναφορικά με  κάθε ποσότητα, δεν είναι τέτοια που να αλλάζει τα με τέτοιο τρόπο τα δεδομένα που είχε ενώπιόν του το παραπέμψαν Δικαστήριο, ώστε να αποτελέσει διαφοροποιητικό στοιχείο, και να προσμετρήσει ως τέτοιο, στο πλαίσιο της εξέτασης το αιτήματος για περαιτέρω κράτηση από το Κακουργιοδικείο.

 

Η νομολογία επί της δυνατότητας αναθεώρησης απόφασης κράτησης εν όψει νέων δεδομένων συνοψίστηκε στην ΙΩΣΗΦ ΙΩΣΗΦ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 260/2024, ημερομηνίας 16.12.2024:

 

«Όπως λέχθηκε στην Ζορπάς ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 103/24, ημερ. 3.6.2024 οι διαπιστώσεις ενός Δικαστηρίου για γεγονότα που άπτονται της κράτησης και δεν είναι μεταβλητά δεν υπόκεινται σε αναθεώρηση σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας (βλ. και Ψύλλας ν. Δημοκρατίας (Αρ. 3) (2002) 2 Α.Α.Δ. 388). Το ζήτημα τέθηκε ως ακολούθως στην υπόθεση D.R.M. v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 138/2023, ημερ. 30.6.2023, ECLI:CY:AD:2023:B233:

«Με δεδομένο ότι η εκκαλούμενη Απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου δόθηκε στο πλαίσιο εξέτασης ενστάσεως σε επαναλαμβανόμενο αίτημα κράτησης του Εφεσείοντα, είναι σημαντικό να υπενθυμίσουμε ότι η νομολογία καθορίζει ότι, μετά από την πρώτη διαταγή του Δικαστηρίου για κράτηση, το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα της περαιτέρω κράτησης όχι εξ υπαρχής, αλλά μόνο με αναφορά σε οποιαδήποτε νέα δεδομένα ήθελαν προκύψει και τα οποία ενδεχομένως να διαφοροποιούσαν την κρίση του επί του θέματος της κράτησης και όχι με αναφορά σε δεδομένα τα οποία υφίσταντο ευθύς εξαρχής (Δημητρίου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 416, Μαυρομιχάλης κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 165/2020 και 166/2020, ημερ. 22/10/2020 και S.M. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 75/2021, ημερ. 6/7/2021, ECLI:CY:AD:2021:B299)».

 

Εν κατακλείδι, θεωρούμε ορθή την όλη προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με το εγειρόμενο με τους πρώτους δύο λόγους έφεσης ζήτημα, οι οποίοι απορρίπτονται.

 

Με τον τρίτο λόγο έφεσης, ο εφεσείων παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν προέκυψε άνιση μεταχείριση μεταξύ του εφεσείοντα και του κατηγορούμενου 3, στην ίδια υπόθεση, ο οποίος είχε αφεθεί ελεύθερος υπό όρους από το παραπέμψαν Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, έχοντας απορρίψει το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για την κράτησή του. Ο κατηγορούμενος 3, αντιμετωπίζει το ίδιο κατηγορητήριο με τον εφεσείοντα. Ενώπιον του Κακουργιοδικείου, η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε όπως παραμείνουν η ίδιοι όροι σε σχέση με τον κατηγορούμενο 3, ο οποίος δεν έφερε ένσταση στο αίτημα.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα, υποστήριξε ενώπιον του Κακουργιοδικείου ότι υπήρχε και ένα δεύτερο διαφοροποιητικό στοιχείο, το οποίο σχετίζεται με το επιχείρημά του περί άνισης μεταχείρισης των δύο κατηγορουμένων. Υπέδειξε ότι σύμφωνα με την Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής, η οποία δεν ήταν υπόψη του παραπέμψαντος Δικαστηρίου εφόσον ετοιμάστηκε μεταγενέστερα, εντοπίζεται το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου 3 σε αντικείμενα τα οποία βρέθηκαν στον χώρο διάπραξης των αδικημάτων, ήτοι σε πάρκο. Η δε απόφαση του παραπέμψαντος Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα κράτησης του κατηγορούμενου 3, στηρίχθηκε στο ότι εντοπίστηκε γενετικό υλικό του μόνο σε σακούλι με ναρκωτικά στο αυτοκίνητό του. Το παραπέμψαν Δικαστήριο, έκρινε ότι από το σύνολο των ενώπιόν του στοιχείων, δεν ήταν αρκετό για να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος 3 ενδέχεται να καταδικαστεί, αναφερόμενο βεβαίως στο αντικειμενικό στοιχείο της «πιθανότητας καταδίκης», όπως εξετάζεται στο πλαίσιο της εκτίμησης του κινδύνου φυγοδικίας.

 

Ήταν πρωτοδίκως η θέση του συνηγόρου του εφεσείοντα ότι από την πιο πάνω αναφερόμενη έκθεση προέκυψε μεγαλύτερη σύνδεση του κατηγορούμενου 3 με τον χώρο διάπραξης των αδικημάτων, η οποία προσομοιάζει της σύνδεσης στην οποία στήριξε το παραπέμψαν Δικαστήριο την πιθανότητα καταδίκης του εφεσείοντα, κρίνοντας ότι ήταν τέτοια που δικαιολογούσε την κράτησή του. Συγκεκριμένα, βρέθηκε γενετικό υλικό του κατηγορούμενου 3 σε αντικείμενα που βρέθηκαν στη σκηνή διάπραξης των αδικημάτων.

 

Αυτή δε η θέση του αποτέλεσε και το υπόβαθρο για την εισήγησή του ότι, πλέον, οι δύο κατηγορούμενοι παρουσίαζαν ενώπιον του Κακουργιοδικείου το ίδιο προφίλ και συνακόλουθα, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, ο εφεσείων θα έπρεπε να αφεθεί ελεύθερος με τους ίδιους όρους, όπως είχε αφεθεί ελεύθερος ο κατηγορούμενος 3.  Υποστήριξε συναφώς, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, έπρεπε να εξετάσει το ζήτημα με επιείκεια και ρεαλισμό.

 

Στην ΚΑΚΟΥΡΗ ΛΟΥΚΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (1997) 2 ΑΑΔ 391, λέχθηκαν τα εξής αναφορικά με την εφαρμογή της αρχής της ισότητας σε υποθέσεις κράτησης:

 

«Η αρχή της ισότητας είναι καλά εμπεδωμένη στο δικαιϊκό μας σύστημα. Αποτελεί ρητή πρόνοια του Συντάγματος (άρθρο 28) και περιλαμβάνει ασφαλώς και την ισονομία. Όμοιες κατά τα βασικά πράξεις δεν είναι επιτρεπτό να τιμωρούνται με διαφοροειδείς ή διαφοροϋψείς ποινές. Η νομολογία μας βρίθει περιπτώσεων που αποκαταστάθηκε η ισορροπία και διακηρύχθηκε εμφαντικά πως δεν είναι ανεκτή η προσβολή της αρχής. Δεν υπάρχει λόγος γιατί η εφαρμογή της αρχής να μην επεκταθεί για να καλύψει, στις κατάλληλες περιπτώσεις, πέρα από τους καταδικασθένες και τους υποδίκους. Το θέμα πάντοτε φυσικά είναι κατά πόσον υπήρξε στη συγκεκριμένη περίπτωση παράβαση.»

 

Κατόπιν παραπομπής στην πιο πάνω απόφαση, πιο πρόσφατα, το Εφετείο εξέτασε παρόμοια ζητήματα με αυτά που εγείρονται στην παρούσα στην υπόθεση ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 112/2025, ημερομηνίας 2.5.2025. Λέχθηκαν τα εξής:

 

«Διευκρινίζεται ότι η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης των υποδίκων από το Δικαστήριο. Δεν εκτεινόταν σε κατ' ισχυρισμό άνιση μεταχείριση από την κατηγορούσα αρχή λόγω μη υποβολής αιτήματος κράτησης για άλλους υπόδικους οι οποίοι αφέθηκαν ελεύθεροι υπό όρους. Από την έρευνα μας δεν έχουμε εντοπίσει σχετική νομολογία. Η καθολικότητα όμως της θεμελιακής αρχής της ισότητας και η επιτακτική υποχρέωση εφαρμογής της βάσει του Άρθρου 35 του Συντάγματος, εξυπακούει ότι μεταξύ υποδίκων το πρωτόδικο Δικαστήριο θα πρέπει κατά πάντα να διασφαλίζει την εφαρμογή της με βάση τα στοιχεία τα οποία τίθενται ενώπιον του, ούτως ώστε να αποφεύγεται η επιλεκτική και άδικη μεταχείρισή τους.»

 

Προκύπτει από την εκκαλούμενη απόφαση ότι, αν και το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αναφέρθηκε ρητώς στην πιο πάνω νομολογία, εξέτασε τα ενώπιόν του στοιχεία και τις θέσεις του συνηγόρου του εφεσείοντα υπό το φως των όσων λέχθηκαν σε αυτή. Ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, έκρινε ότι η σύνδεση του κατηγορούμενου 3, όπως προέκυψε από την πιο πάνω αναφερόμενη έκθεση, δεν διαφοροποιήθηκε κατά πολύ από όσα ανέφερε το παραπέμψαν Δικαστήριο στην απόφασή του και στα οποία στήριξε την κατάληξή του περί της πιθανότητας καταδίκης του. Από την άλλη, όπως σημείωσε, από την εν λόγω έκθεση, προέκυψε μεγαλύτερη σύνδεση του εφεσείοντα με αντικείμενα που βρέθηκαν στη σκηνή, τα οποία σχετίζονται και συνδέονται με άλλες ναρκωτικές ουσίες, πέραν δηλαδή του γενετικού υλικού που είχε εντοπιστεί σε άλλο αντικείμενο στη σκηνή και στο οποίο στηρίχθηκε το παραπέμψαν Δικαστήριο. Εν ολίγοις, συνάγεται αβίαστα, από τα όσα κατέγραψε στην απόφασή του, πως έκρινε ότι η εισήγηση του συνηγόρου του εφεσείοντα ότι οι δύο κατηγορούμενοι (εφεσείων και κατηγορούμενος 3) είχαν ουσιαστικά το ίδιο προφίλ, δεν ευσταθεί. Ως εκ τούτου, κατέληξε ότι δεν τίθετο ζήτημα άνισης μεταχείρισης των δύο κατηγορουμένων.

 

Δεν διαπιστώνουμε πεδίο επέμβασής μας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Υπενθυμίζουμε τις σχετικές αρχές, όπως συνοψίστηκαν στην A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:

 

«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256, και Suleyman v. Αστυνομίας.»

 

Θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, εντρύφησε στο περιεχόμενο της έκθεσης στην οποία στήριξε τα επιχειρήματά του ο συνήγορος, επιδεικνύοντας πνεύμα ρεαλιστικής προσέγγισης και επιείκειας. Η εκτίμηση των εν λόγω στοιχείων από πλευράς του υπήρξε σφαιρική και ενδελεχής, δεικνύοντας την ετοιμότητά του να συνεκτιμήσει κάθε σχετικό στοιχείο. Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην όλη διεργασία στην οποία προέβηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ούτε στην από μέρους του άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, ώστε να δικαιολογείται επέμβασή μας.

 

Εν όψει των ανωτέρω και ο τρίτος λόγος κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται. Η έφεση απορρίπτεται στην ολότητά της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται. 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο