ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 270/2024)
28 Ιανουάριος 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Κ. Αρκάδη (κα) για Μάριος Χαρτζιώτης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα.
Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Αντικείμενο της παρούσας έφεσης είναι τόσο η καταδίκη όσο και η ποινή που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα στο πλαίσιο ποινικής υπόθεσης για πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και για οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος με ταχύτητα δυνάμενη να θέσει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή, κατά παράβαση των Άρθρων 6(1), 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72.
Συγκεκριμένα, με βάση το κατηγορητήριο, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, αποδίδετο στον εφεσείοντα ότι στις 24.8.2019, στον κύριο δρόμο Καντού‑Σουνίου, ενώ οδηγούσε το όχημά του, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε τον θάνατο συγκεκριμένου προσώπου, ενώ, στον ίδιο τόπο και χρόνο, οδηγούσε το όχημά του με ταχύτητα δυνάμενη να θέσει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να προκαλέσει βλάβη σε οποιονδήποτε πρόσωπο ή περιουσιακό στοιχείο.
Επρόκειτο για τροχαίο δυστύχημα στο οποίο ενεπλάκησαν πέντε οχήματα και από το οποίο άτομα τα οποία επέβαιναν σ' αυτά τραυματίστηκαν σοβαρά, ενώ ένας εξ αυτών, οδηγός ενός εκ των οχημάτων, δυστυχώς έχασε τη ζωή του.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού συνόψισε την προσκομισθείσα μαρτυρία και τη νομική πτυχή των υπό εξέταση θεμάτων και αφού αξιολόγησε την ενώπιόν του μαρτυρία, κατέληξε ότι είχαν αποδειχθεί τα υπό κρίση αδικήματα. Ως αποτέλεσμα, βρήκε τον εφεσείοντα ένοχο σε αμφότερες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Στη βάση δε των περιστατικών της υπόθεσης και της σοβαρότητας των αδικημάτων αλλά και των προσωπικών και οικογενειακών περιστάσεων του εφεσείοντα, το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε σ' αυτόν ποινή άμεσης φυλάκισης 2 ½ ετών στην πρώτη κατηγορία, ενώ δεν επέβαλε ποινή στη δεύτερη κατηγορία κρίνοντας ότι, εφόσον η αυξημένη ταχύτητα που ο εφεσείων τηρούσε ήταν ένας από τους παράγοντες πρόκλησης του θανατηφόρου δυστυχήματος, τα γεγονότα αυτά περιλαμβάνονταν στα γεγονότα της πρώτης κατηγορίας στην οποία επιβλήθηκε η ως άνω ποινή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε όπως η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης θεωρηθεί ότι άρχισε από τις 24.11.2023, όταν ο εφεσείων είχε τεθεί υπό κράτηση.
Η πρωτόδικη απόφαση, όσον αφορά την καταδίκη, προσβάλλεται με οκτώ συνολικά λόγους έφεσης, ενώ η απόφαση για την ποινή προσβάλλεται με έναν λόγο έφεσης.
Αναφορικά με την καταδίκη, οι τρεις πρώτοι λόγοι έφεσης αφορούν τη διαχείριση από πλευράς του πρωτόδικου Δικαστηρίου της αξιολόγησης της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα. Προβάλλεται, συναφώς, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα παρέλειψε να αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσφέρθηκε από την πλευρά του εφεσείοντα και να προβεί σε ευρήματα (πρώτος λόγος έφεσης), ενώ εσφαλμένα και χωρίς την αναγκαία ή καθόλου αιτιολογία απέρριψε τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 και μαρτυρία που δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του εν λόγω μάρτυρα από την Κατηγορούσα Αρχή (δεύτερος λόγος έφεσης). Περαιτέρω δε, προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα ή χωρίς την αναγκαία ή καθόλου αιτιολογία αγνόησε σημαντική και ή ουσιώδη προσαχθείσα ενώπιόν του μαρτυρία (τρίτος λόγος έφεσης). Αιτιολογικά, οι τρεις αυτοί λόγοι έφεσης αναφέρονται, με λεπτομέρεια, στα μέρη της μαρτυρίας και στον χειρισμό από πλευράς πρωτόδικου Δικαστηρίου που στοιχειοθετούν το τι αυτοί προβάλλουν.
Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα χωρίς μαρτυρία ειδικού, καθιστώντας τον εαυτό του ως εμπειρογνώμονα, ενώ ο πέμπτος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο σφάλμα στο ότι έλαβε υπ' όψιν του την κατάθεση του εφεσείοντα η οποία είχε κατατεθεί για τον περιορισμένο σκοπό ότι λήφθηκε από τον Μ.Κ.1 και όχι ως προς το περιεχόμενό της, και αφού λήφθηκε υπ' όψιν, παρέλειψε να αποδώσει στο περιεχόμενό της ίση βαρύτητα. Οι έκτος και έβδομος λόγοι έφεσης αποδίδουν σφάλμα στην κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των δύο κατηγοριών, αντιστοίχως. Ο όγδοος λόγος έφεσης προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε επαρκή μαρτυρία σύμφωνα με την οποία να μπορούσε να καταλήξει στο ασφαλές συμπέρασμα για την καταδίκη του εφεσείοντα και έπρεπε να του παρέχει το ευεργέτημα της αμφιβολίας, αθωώνοντας τον.
Με τον ένατο λόγο έφεσης, ο οποίος στρέφεται κατά της ποινής, προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και χωρίς την αναγκαία ή καθόλου αιτιολογία κατέληξε στο ύψος της ποινής η οποία είναι έκδηλα αυστηρή.
Έχοντας υπ' όψιν το τι προβάλλουν οι λόγοι έφεσης 1, 2 και 3, αλλά και, συνακόλουθα, 8, διαπιστώνεται τέτοια συνάφεια που επιτρέπει την παράλληλη εξέτασή τους μέσα από μία συνολική εξέταση της υπό αμφισβήτηση, με τους συγκεκριμένους λόγους έφεσης, πρωτόδικης κρίσης. Ως έχει λεχθεί, οι εν λόγω λόγοι έφεσης πραγματεύονται θέματα που αφορούν την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα από πλευράς του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Από τη στιγμή που το τι βάλλεται περιλαμβάνει την ορθότητα συμπερασμάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί γεγονότων, είναι επίσης χρήσιμο να υπενθυμίσουμε ότι, ως εξηγήθηκε και στην ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2016) 2 Α.Α.Δ. 705:
«Το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει και πράττει αυτό μόνο στις περιπτώσεις όπου τα ευρήματα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή όταν αυτά αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή όταν τα συμπεράσματα του είναι εξ αντικειμένου παράλογα ή αυθαίρετα (βλ. Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614, Πισιάρας κ.ά. ν. Μιχαηλίδη κ.ά. (2000) 1 Α.Α.Δ. 817, R.K.B. Leathergoods Ltd v. Αγγελίδη (2004) 1 Α.Α.Δ. 1071, Zevkas Bros (Fig Tree Bay) Restaurant Ltd v. Αναστασίου κ.ά. (2007) 1 Α.Α.Δ. 822).
Το Εφετείο δύναται βέβαια πάντοτε να επέμβει όπου η αξιολόγηση και τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή συγκρούονται με την αποδεκτή από το ίδιο το Δικαστήριο μαρτυρία ή ακόμη και όπου τα ευρήματα παρουσιάζονται προβληματικά υπό το φως λογικής ανακολουθίας ή πλημμελούς αξιολόγησης των δεδομένων, (Bullows v. Νεοφύτου (1994) 1 Α.Α.Δ. 41, Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου (2006) 1 Α.Α.Δ., 236 και Οργανισμός Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας ν. Κώστα Α. Ζαχαρία Λτδ (2006) 1 Α.Α.Δ. 705).»
Για καλύτερη αντίληψη, είναι χρήσιμο να τεθεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέθεσε τις θέσεις και ισχυρισμούς του εξεταστή της υπόθεσης αναφορικά με τις διαπιστώσεις του στη σκηνή του δυστυχήματος όταν μετέβηκε σε αυτήν, αλλά και αναφορικά με τις διαπιστώσεις του ως προς το πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα κατά τον επίδικο χρόνο του υπό κρίση δυστυχήματος. Προκύπτει ότι στην παρούσα υπόθεση δεν υφίστατο άμεση μαρτυρία που να καταλόγιζε στον εφεσείοντα τις ενέργειες επί των οποίων κρίθηκε η ενοχή του. Είναι στη βάση των συμπερασμάτων του Μ.Κ.1, τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε ως αξιόπιστο, που αποφασίστηκε η παρούσα υπόθεση. Υπό αυτό το δεδομένο, θεωρούμε ορθό να παραθέσουμε αυτούσιο το απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση το οποίο αναφέρεται στους εν λόγω ισχυρισμούς:
«Όπως είπε, ο δρόμος Καντού ‑ Σουνίου είναι πολυσύχναστος δρόμος που συνδέει τα χωριά της δυτικής ορεινής Λεμεσού με τον αυτοκινητόδρομο Πάφου ‑ Λεμεσού. Έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας, με νότια και βόρεια κατεύθυνση, οι οποίες στο σημείο όπου έγινε το δυστύχημα χωρίζονται από μονή διακεκομμένη γραμμή. Το όριο ταχύτητας για τους οδηγούς που κατευθύνονται νότια δηλαδή από Σούνι προς Καντού είναι 50 km/h. Η ορατότητα των οδηγών με νότια κατεύθυνση σε ευθεία πορεία μέχρι το σημείο του δυστυχήματος είναι μεγαλύτερη των 400 μέτρων λόγω κατωφέρειας 6% και της καμπύλης που σχηματίζει ο δρόμος. Το όριο ταχύτητας για τους οδηγούς που κατευθύνονται βόρεια από Καντού προς Σούνι είναι 80 km/h. Η ορατότητα των οδηγών με βόρεια κατεύθυνση σε ευθεία μέχρι το σημείο του δυστυχήματος είναι περίπου 120 μέτρα λόγω ανωφέρειας 6% και της καμπύλης του δρόμου. Στο δρόμο δεν υπάρχει καθόλου φωτισμός. Η ορατότητα των οδηγών περιορίζεται στην εμβέλεια των φώτων πορείας των οχημάτων τους.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ1, τα οχήματα Chevrolet (EAT ΧΧΧ), Golf (HMB ΧΧΧ) και Suzuki (MZZ ΧΧΧ) εκινούντο με νότια κατεύθυνση δηλαδή από Σούνι προς Καντού ενώ τα οχήματα BMW (KYK ΧΧΧ) και Tiguan (MPY ΧΧΧ) εκινούνταν με βόρεια κατεύθυνση από Καντού προς Σούνι.
Βάσει των καταθέσεων που έδωσαν οι οδηγοί και συνοδηγοί στην αστυνομία, ο ΜΚ1 είπε πως το BMW (ΚΥΚ ΧΧΧ) εκινείτο με ταχύτητα περίπου 80 km/h ακολουθώντας πορεία προς Σούνι. Πίσω του, σε απόσταση περίπου 30 μέτρων ακολουθούσε το Tiguan (MPY ΧΧΧ) με ταχύτητα περίπου 80 km/h. Στην εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Καντού, εκινείτο το Chevrolet (ΕΑΤ ΧΧΧ) το οποίο οδηγούσε ο Σάββας Χαραλάμπους. Πίσω του σε απόσταση περίπου 50 μέτρων ακολουθούσε το Golf (ΗΜΒ ΧΧΧ). Πίσω από το Golf (ΗΜΒ ΧΧΧ) εκινείτο το Suzuki (ΜΖΖ ΧΧΧ) που οδηγούσε ο κατηγορούμενος.
Σύμφωνα με τα ευρήματα του ΜΚ1, ο κατηγορούμενος σε κάποιο σημείο του δρόμου μετά τη νέα έξοδο προς το Σούνι, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας επιχειρώντας να προσπεράσει τα δύο προπορευόμενα του οχήματα, Golf (HBM ΧΧΧ) και Chevrolet (ΕΑΤ ΧΧΧ). Την ίδια όμως στιγμή στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας εκινείτο το BMW (ΚΥΚ ΧΧΧ), ο οδηγός του οποίου, προφανώς αντιλαμβανόμενος το όχημα του κατηγορούμενου να κατευθύνεται απέναντι του, έκανε κίνηση προς τα δεξιά και εισήλθε στην ανατολική λωρίδα κυκλοφορίας για να αποφύγει τη σύγκρουση. Ως αποτέλεσμα, το BMW (ΚΥΚ ΧΧΧ) συγκρούστηκε σχεδόν μετωπικά με το Chevrolet (ΕΑΤ ΧΧΧ). Η σύγκρουση έγινε στη λωρίδα κυκλοφορίας του Chevrolet (ΕΑΤ ΧΧΧ) (σημείο σύγκρουσης «Χ» επί του Τεκμηρίου 16). Προσδιόρισε το εν λόγω σημείο σύγκρουσης από τον εντοπισμό σκαψίματος των μπροστινών δεξιών τροχών των οχημάτων BMW (ΚΥΚ ΧΧΧ) και Chevrolet (ΕΑΤ ΧΧΧ). Στην αντεξέταση, ζητήθηκε από τον ΜΚ1 να προσδιορίσει πόσο χώρο κατέλαβε το BMW (ΚΥΚ ΧΧΧ) στην ανατολική λωρίδα κυκλοφορίας και πόσο στη δυτική τη στιγμή της σύγκρουσης. Ο ΜΚ1 ανέφερε πως αυτό δεν μπορεί να το προσδιορίσει κάποιος με ακρίβεια. Ανέφερε ωστόσο πως το μεγαλύτερο μέρος του BMW (ΚΥΚ ΧΧΧ) εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και τούτο προκύπτει από το γεγονός πως η σύγκρουση μεταξύ των δύο ενεχόμενων οχημάτων ήταν σφοδρή.
Ενώ τα οχήματα BMW (ΚΥΚ ΧΧΧ) και Chevrolet (ΕΑΤ ΧΧΧ) βρίσκονταν σε σύγκρουση και μέχρι την απεμπλοκή τους, ο κατηγορούμενος συνέχισε την πορεία του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, δηλαδή στη δυτική λωρίδα, επιχειρώντας να κινηθεί ελαφρώς προς τα αριστερά για να επανέλθει στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας. Όπως λέχθηκε πίσω από το BMW (ΚΥΚ ΧΧΧ) ακολουθούσε το Tiguan (MPY ΧΧΧ). Λόγω του ότι το BMW (ΚΥΚ ΧΧΧ) από τη δυτική λωρίδα κυκλοφορίας εισήλθε στην ανατολική, το Suzuki (MZZ ΧΧΧ) που οδηγούσε ο κατηγορούμενος συγκρούστηκε σχεδόν μετωπικά με το Tiguan (MPY ΧΧΧ). Η σύγκρουση του Suzuki (MZZ ΧΧΧ) και του Tiguan (MPY ΧΧΧ) έγινε στη δυτική λωρίδα κυκλοφορίας δηλαδή στη λωρίδα του Tiguan (MPY ΧΧΧ) (σημείο σύγκρουσης «Χ1» επί του Τεκμηρίου 16). Ο ΜΚ1 προσδιόρισε το εν λόγω σημείο σύγκρουσης από μαύρισμα του μπροστινού δεξιού τροχού του Tiguan (MPY ΧΧΧ) το οποίο αφέθηκε στην άσφαλτο κατά τη σύγκρουση. Το Tiguan (MPY ΧΧΧ) μετά τη σύγκρουση περιστράφηκε δεξιόστροφα, κτύπησε σε όχθη με το πισινό αριστερό μέρος και μέχρι την ακινητοποίηση του στο δυτικό χαντάκι του δρόμου άφησε ίχνη πλάγιας ολίσθησης και σκάψιμο επί της ασφάλτου («Δ.5» επί του Τεκμηρίου 16). Ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης μεταξύ του Suzuki (ΜΖΖ ΧΧΧ) και του Tiguan (MPY ΧΧΧ), το Suzuki (ΜΖΖ ΧΧΧ) κατευθύνθηκε νοτιοανατολικά καταλήγοντας μερικώς στο ανατολικό παγκέτο του δρόμου όπου ακινητοποιήθηκε αφού συγκρούστηκε σε πλαστικό πάσσαλο («Α6» επί του Τεκμηρίου 16). Ερωτηθείς στην αντεξέταση, ο ΜΚ1 είπε ότι δεν εντοπίστηκαν ίχνη τροχοπέδησης από το Suzuki (ΜΖΖ ΧΧΧ) πριν από τη σύγκρουση του με το Tiguan (MPY ΧΧΧ).
Συνεχίζοντας, ο ΜΚ1 είπε πως λόγω της πρώτης σύγκρουσης μεταξύ των οχημάτων BMW (ΚΥΚ ΧΧΧ) και Chevrolet (ΕΑΤ ΧΧΧ), το Chevrolet (ΕΑΤ ΧΧΧ) κινήθηκε ανατολικότερα της πορείας του και ακινητοποιήθηκε εισερχόμενο μερικώς στο ανατολικό χαντάκι του δρόμου («Γ3» επί του Τεκμηρίου 16). Ο οδηγός του Chevrolet (ΕΑΤ ΧΧΧ) τραυματίστηκε θανάσιμα (Τεκμήριο 10).
Το BMW (ΚΥΚ ΧΧΧ) συνεπεία της σύγκρουσης με το Chevrolet (ΕΑΤ ΧΧΧ), άρχισε δεξιόστροφη περιστροφή και πριν από την ακινητοποίηση του κτυπήθηκε στο μπροστινό αριστερό φτερό και τροχό από το Golf (HMB ΧΧΧ) το οποίο ακολουθούσε το Chevrolet (ΕΑΤ ΧΧΧ) (σημείο σύγκρουσης «Χ» επί του Τεκμηρίου 16). Ακολούθως, το BMW (ΚΥΚ ΧΧΧ) ακινητοποιήθηκε στη δυτική λωρίδα κυκλοφορίας έχοντας κατεύθυνση προς Καντού («B2» επί του Τεκμηρίου 16).»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατέγραψε, επίσης, και άλλες αναφορές και διαπιστώσεις του Μ.Κ.1 στη μαρτυρία του, όπως ύπαρξη μεγάλης ποσότητας λιπαντικών επί της ασφάλτου, στη βάση αυτών διαπίστωση της πορείας του οχήματος του εφεσείοντα, τρόπο σύγκρουσης του οχήματος του εφεσείοντα με το όχημα μάρκας Tiguan αλλά και διαπίστωση της ταχύτητας του οχήματος του εφεσείοντα με βάση συγκεκριμένο τρόπο υπολογισμού. Ακολούθως, το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην απόφασή του, κατέγραψε τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας που ήταν ο οδηγός του οχήματος μάρκας Tiguan (Μ.Κ.2), η σύζυγος και συνοδηγός του (Μ.Κ.3), ο οδηγός του οχήματος μάρκας Golf (Μ.Κ.4), η συνοδηγός του (Μ.Κ.5), ο οδηγός του οχήματος μάρκας BMW (Μ.Κ.6) και η σύζυγος και συνοδηγός του (Μ.Κ.7).
Ο εφεσείων δεν κατέθεσε ενόρκως. Κλήθηκε, από την υπεράσπιση, ένας μάρτυρας, ως εμπειρογνώμονας, ο οποίος κατέγραψε τις διαπιστώσεις και συμπεράσματά του σε σχετική έκθεση η οποία κατατέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως τεκμήριο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε ότι ο Μ.Υ.1 δεν επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος, ούτε επιθεώρησε ο ίδιος τα οχήματα που ενεπλάκησαν στο δυστύχημα. Επισκέφθηκε τη σκηνή και τον Αστυνομικό Σταθμό όπου βρίσκονταν τα οχήματα ο πατέρας του ο οποίος έβγαλε φωτογραφίες με τις οποίες τον προμήθευσε. Όπως και αναφορικά με τις θέσεις του Μ.Κ.1, είναι χρήσιμο να τεθεί αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα στο οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο συνόψισε θέσεις του Μ.Υ.1:
«Σύμφωνα με τα ευρήματα του ΜΥ1, το BMW (ΚΥΚ ΧΧΧ) κινήθηκε προς την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε σφοδρά με το Chevrolet (ΕΑΤ ΧΧΧ) στο σημείο Χ. Από τη σύγκρουση, το Chevrolet (ΕΑΤ ΧΧΧ) ώθησε προς τα πίσω το BMW (ΚΥΚ ΧΧΧ), το οποίο περιστρεφόταν δεξιόστροφα (clockwise) μέχρι να ακινητοποιηθεί στην τελική του θέση. Το όχημα Chevrolet (ΕΑΤ ΧΧΧ) κινήθηκε με ελαφρά κλίση προς τα αριστερά καταλήγοντας στην τελική του θέση. Ακολούθως, το Golf (ΗΜΒ ΧΧΧ ) κινήθηκε διαμέσου των οχημάτων BMW (KYK ΧΧΧ) και Chevrolet (EAT ΧΧΧ) αφήνοντας ίχνη τροχοπέδησης 22,32 μέτρων μέχρι την τελική του θέση.
Εξέφρασε την άποψη πως το Suzuki (ΜΖΖ ΧΧΧ) που οδηγούσε ο κατηγορούμενος το οποίο ακολουθούσε το Golf (ΗΜΒ ΧΧΧ), πέρασε και αυτό με τη σειρά του, μεταξύ του BMW (KYK ΧΧΧ) και Chevrolet (EAT ΧΧΧ). Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος κινήθηκε προς τα δεξιά εισερχόμενος μερικώς στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας σε μια προσπάθεια να αποφύγει τη σύγκρουση με το προπορευόμενο του όχημα Golf (ΗΜΒ ΧΧΧ), το οποίο είχε επιβραδύνει απότομα ταχύτητα. Όταν o κατηγορούμενος μπήκε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας συγκρούστηκε με το Τiguan (ΜPY ΧΧΧ) στο σημείο Χ1. To όχημα του κατηγορουμένου σπρώχθηκε ελαφρώς προς τα αριστερά και το μπροστινό αριστερό του μέρος συγκρούεται ελαφρώς με το μπροστινό δεξιό μέρος του προφυλακτήρα του Golf (HMB ΧΧΧ).
Απέρριψε τη θέση του ΜΚ1 ο οποίος είπε ότι από τη σύγκρουση του BMW (KYK ΧΧΧ) και του Chevrolet (EAT ΧΧΧ) αφέθηκε μεγάλη κηλίδα λιπαντικών στο δρόμο. Είπε ότι ο ΜΚ1 έσφαλε όταν κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο κατηγορούμενος δεν πέρασε διαμέσου των δύο προαναφερόμενων οχημάτων, με την αιτιολογία πως δεν ανευρέθηκαν στο όχημα του ίχνη λαδιών εν αντιθέσει με το Golf (HMB ΧΧΧ) στο οποίο διαπιστώθηκε μεγάλη ποσότητα λαδιών.
Θεωρεί ότι η κηλίδα στο οδόστρωμα που απεικονίζεται στις φωτογραφίες είναι κατράς ή άσφαλτος και όχι λιπαντικά. Προχώρησε λέγοντας πως ακόμη και αν είναι λιπαντικά, αυτά αφέθησαν όχι τη στιγμή της σύγκρουσης του BMW (KYK ΧΧΧ) με το Chevrolet (EAT ΧΧΧ) αλλά σε μεταγενέστερο στάδιο και δη μετά που τα δύο οχήματα κατέληξαν στις τελικές τους θέσεις. Προς υποστήριξη της θέσης του είπε ότι η ύπαρξη τόσο μεγάλης ποσότητας λαδιών κατά μήκος όλου του προφυλακτήρα του Golf (HMB ΧΧΧ) θα δικαιολογείτο μόνο αν το όχημα περνούσε μέσα από λακούβα λιπαντικών και όχι από το πέρασμα της συγκεκριμένης κηλίδας λαδιών. Ερωτηθείς κατά την αντεξέταση από που προήλθαν τα λάδια που βρέθηκαν στο Golf (HMB ΧΧΧ) απάντησε τα εξής: «Από πού προήλθαν τα λάδια όσο και να το ψάξαμε δεν μπορώ να εξηγήσω.». Πρόσθεσε πως τα ίχνη τροχοπέδησης 22 μέτρων με συντελεστή τριβής 0,7 καταδεικνύουν πως το Golf (HMB ΧΧΧ) τροχοπέδησε σε οδόστρωμα το οποίο δεν επηρεαζόταν από την ύπαρξη λαδιών.
Διαφωνεί με τη θέση του ΜΚ1 πως τη στιγμή της σύγκρουσης του ΒMW (ΚΥΚ ΧΧΧ) και του Chevrolet (EAT ΧΧΧ), ο κατηγορούμενος περνούσε εκ δεξιών του ΒMW (ΚΥΚ ΧΧΧ) στη δυτική λωρίδα κυκλοφορίας με ταχύτητα 124 km/h. Προς υποστήριξη της θέσης του, ανέφερε πως το ΒMW (ΚΥΚ ΧΧΧ) κατά τη διάρκεια της περιστροφής του, κατέλαβε ολόκληρη τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με τρόπο που δεν υπήρχε χώρος να περάσει το όχημα του κατηγορούμενου. Όπως είπε, ακόμη και χώρος να υπήρχε για να περνούσε το όχημα του κατηγορουμένου, σε εκείνο το σημείο υπήρχαν δύο πλαστικοί πασσάλοι, οι οποίοι παρέμειναν ανέπαφοι. Θεωρεί ανθρωπίνως αδύνατο, ο κατηγορούμενος να πέρασε από εκείνο το σημείο με ταχύτητα 124 km/h, χωρίς να κτυπήσει στους πλαστικούς πασσάλους. Όπως είπε, ούτε επαγγελματίες οδηγοί μεγάλων ταχυτήτων δεν θα μπορούσαν να κάνουν τέτοιο ελιγμό. Έστω όμως και αν πετύχαινε αυτός ο ελιγμός, τότε η σύγκρουση του οχήματος του κατηγορούμενου με το Τiguan (MPY ΧΧΧ) θα ήταν μετωπική και πολύ σφοδρή.
Σύμφωνα με τον ΜΥ1, το συμπέρασμα του ΜΚ1 ότι ο κατηγορούμενος εκινείτο με ταχύτητα 124 km/h είναι εσφαλμένο. Εάν το όχημα του κατηγορουμένου εκινείτο με ταχύτητα 124 km/h οι ζημιές στο όχημα του από τη σύγκρουση με το Τiguan (MPY ΧΧΧ) θα ήταν πολύ μεγαλύτερες.
Yποστήριξε τη θέση ότι η μεθοδολογία που ακολούθησε ο ΜΚ1 για τον υπολογισμό της ταχύτητας με την οποία εκινείτο ο κατηγορούμενος δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση. Και τούτο διότι, πέραν της αναφοράς του οδηγού του οχήματος Tiguan (MPY ΧΧΧ), η ταχύτητα με την οποία εκινείτο το συγκεκριμένο όχημα, δεν μπορεί να προσδιοριστεί. Πρόσθετα, υποστήριξε ότι η εξίσωση της ορμής χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις όπου οι δυνάμεις ώθησης ασκούνται στο κέντρο βάρους, όταν δηλαδή δεν υπάρχει κλίση ή περιστροφή. Εξέφρασε την άποψη πως στην παρούσα περίπτωση, η κατεύθυνση ώθησης είναι στο δεξιό μπροστινό μέρος του οχήματος του κατηγορουμένου και όχι στο κέντρο.
Συνεχίζοντας στη μαρτυρία του, ανέφερε πως διαφωνεί με το συμπέρασμα του ΜΚ1 πως το ΒMW (ΚΥΚ ΧΧΧ) μετά τη σύγκρουση του με το Chevrolet (EAT ΧΧΧ) και πριν από την ακινητοποίηση του δέχθηκε σύγκρουση στο μπροστινό αριστερό φτερό και τροχό από το Golf (HMB ΧΧΧ). Σύμφωνα με τον ίδιο, σε περίπτωση που το Golf (HMB ΧΧΧ) κτυπούσε το BMW (ΚΥΚ ΧΧΧ) τότε η κατεύθυνση ώθησης από τη σύγκρουση θα ήταν από τα εμπρός προς τα πίσω, με αποτέλεσμα ο προφυλακτήρας και το μπροστινό δεξιό μέρος του οχήματος να σπρώχνονταν προς τα μέσα. Σύμφωνα με τον ίδιο στην παρούσα περίπτωση, η ζημιά στο Golf (HMB ΧΧΧ) είναι από πίσω προς τα εμπρός.»
Έχοντας, λοιπόν, συνοψίσει την προσκομισθείσα μαρτυρία, το πρωτόδικο Δικαστήριο δήλωσε την κρίση του περί αξιοπιστίας των ενεχόμενων οδηγών και συνοδηγών, παρατηρώντας ότι κανένας από αυτούς δεν είδε το όχημα του εφεσείοντα να αλλάζει λωρίδα κυκλοφορίας ή να επιχειρεί να προσπεράσει προπορευόμενά του οχήματα. Υπό αυτά τα δεδομένα, ορθά, θεωρούμε, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι θα πρέπει να εξεταστεί η πραγματική μαρτυρία, προερχόμενη από τον Μ.Κ.1 και να αντιπαρατεθεί με τη μαρτυρία του Μ.Υ.1.
Παρά την ως άνω πρόθεση, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στη μαρτυρία του Μ.Κ.1, καταλήγοντας σε σημαντικό συμπέρασμα ως προς την πορεία του οχήματος του εφεσείοντα, λέγοντας ότι «Ο ΜΚ1 έχει μακροχρόνια πείρα στη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων. Μετέβη στη σκηνή λίγη ώρα μετά την πρόκληση του δυστυχήματος, έκανε επιτόπιες εξετάσεις, μελέτησε τις ζημιές των ενεχόμενων οχημάτων και ετοίμασε το πρόχειρο σχέδιο και σχέδιο επί κλίμακος της σκηνής. Προσδιόρισε τα σημεία σύγκρουσης των οχημάτων με βάση την πραγματική μαρτυρία που εντοπίστηκε στη σκηνή. Η μαρτυρία του αναφορικά τον τρόπο πρόκλησης των διαδοχικών συγκρούσεων μεταξύ των ενεχόμενων οχημάτων, ήταν σαφής, επεξηγηματική και πειστική. Αποδέχομαι τη θέση του πως ο κατηγορούμενος εκινείτο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας δηλαδή στη δυτική τη στιγμή της σύγκρουσης των οχημάτων BMW (ΚΥΚ ΧΧΧ) και του Chevrolet (ΕΑΤ ΧΧΧ)». Προκύπτει, από το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξηγεί τη διαπίστωσή του αυτή στη βάση του ότι η σύγκρουση μεταξύ του οχήματος του εφεσείοντα και του οχήματος μάρκας Tiguan έγινε στη δυτική λωρίδα κυκλοφορίας σε συνδυασμό με τις διαπιστώσεις του Μ.Κ.1 αναφορικά με την ύπαρξη λιπαντικών στον δρόμο και στο όχημα το οποίο προπορευόταν αυτού του εφεσείοντα. Επίσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο πραγματεύτηκε του θέματος της ταχύτητας του οχήματος του εφεσείοντα και, αν και έκρινε ότι δεν μπορούσε να προσδιοριστεί η ακριβής ταχύτητα του οχήματος αυτού, εντούτοις η σφοδρότητα της σύγκρουσης και οι ζημιές των οχημάτων, όπως διαπιστώνονται από τις φωτογραφίες, καταδεικνύουν ότι ο εφεσείων οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα.
Χωρίς οποιαδήποτε άλλη αναφορά ή αντιπαράθεση των εκδοχών των δύο πλευρών, το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 ως μη πειστική, εξηγώντας ότι «Επιχείρησε με κάθε τρόπο να καταρρίψει τα ευρήματα του ΜΚ1, αμφισβητώντας ακόμη και την πραγματική μαρτυρία, που εντοπίστηκε στη σκηνή του ατυχήματος και στην οποία στηρίχθηκε ο ΜΚ1. Και τούτο, ενώ ο ίδιος δεν μετέβη στη σκηνή του ατυχήματος και επιθεώρησε τις ζημιές των οχημάτων μόνο από φωτογραφίες που έβγαλε ο πατέρας του στον αστυνομικό σταθμό και από φωτογραφίες της αστυνομίας. Προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο πως ο κατηγορούμενος δεν βρισκόταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας δηλαδή στη δυτική λωρίδα όταν προκλήθηκε η σύγκρουση μεταξύ των οχημάτων BMW (KYK ΧΧΧ) και Chevrolet (EAT ΧΧΧ). Προς υποστήριξη της θέσης του απέρριψε τα ευρήματα του ΜΚ1 σε σχέση με την ύπαρξη λιπαντικών επί της ασφάλτου, εκφράζοντας μάλιστα την άποψη πως η μεγάλη κηλίδα που απεικονίζεται στις φωτογραφίες στην ανατολική λωρίδα κυκλοφορίας δεν είναι λιπαντικά αλλά άσφαλτος ή κατράς. Προχώρησε μάλιστα να πει, πως ακόμη και αν είναι λιπαντικά, αυτά αφέθησαν σε μεταγενέστερο στάδιο και όχι τη στιγμή της σύγκρουσης των οχημάτων BMW (KYK ΧΧΧ) και Chevrolet (EAT ΧΧΧ). Ωστόσο, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει από που προήλθαν τα εν λόγω λιπαντικά. Το πλέον όμως σοβαρό είναι πως ο ΜΥ1 προέβη σε εικασίες ως προς την πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου που δεν συνάδουν ούτε με την πραγματική μαρτυρία αλλά ούτε με αυτά που ανέφερε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του στην αστυνομία. Όπως προανέφερα, ο κατηγορούμενος, στην κατάθεση του ισχυρίζεται πως παρέμεινε σε όλη τη διαδρομή στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας και δεν προσπάθησε να προσπεράσει οποιοδήποτε όχημα. Ο ΜΥ1 στην προσπάθεια του να αμφισβητήσει τα ευρήματα του ΜΚ1, είπε πως ο κατηγορούμενος εκινείτο στην ανατολική λωρίδα κυκλοφορίας και επειδή το προπορευόμενο του όχημα, Golf (HMB ΧΧΧ), επιβράδυνε απότομα ταχύτητα, ο κατηγορούμενος κινήθηκε δεξιά εισερχόμενος μερικώς στην αντίθετη λωρίδα στην προσπάθεια του να αποφύγει τη σύγκρουση με το Golf (HMB ΧΧΧ). Η μαρτυρία του ΜΥ1 αποτελείται από θεωρίες και εικασίες που δεν στηρίζονται στα πραγματικά ευρήματα που διαπίστωσε ο ΜΚ1».
Ως αποτέλεσμα, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε τις τελικές του διαπιστώσεις επί των γεγονότων της υπόθεσης, λέγοντας ότι ο εφεσείων, σε κάποιο σημείο του δρόμου κινήθηκε στη δυτική λωρίδα κυκλοφορίας, επιχειρώντας να προσπεράσει τα προπορευόμενα οχήματά του, με αποτέλεσμα το εξ αντιθέτου διερχόμενο όχημα μάρκας BMW, στη θέα του οχήματος του εφεσείοντα να εισέρχεται στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας, κινήθηκε απότομα δεξιά στη ανατολική λωρίδα κυκλοφορίας για να αποφύγει σύγκρουσή του με αυτό, με περαιτέρω αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα μάρκας Chevrolet.
Είναι με περισσή λεπτομέρεια, μέσω και αυτούσιων αποσπασμάτων από την πρωτόδικη απόφαση, που έχουμε παραθέσει την πρωτόδικη διεργασία προσέγγισης και αξιολόγησης της μαρτυρίας προς κατάληξη στα τελικά συμπεράσματα του Δικαστηρίου. Μέσα από αυτήν την προσέγγιση και διεργασία από πλευράς πρωτόδικου Δικαστηρίου προκύπτει, κατά την άποψή μας, το δικαιολογημένο των παραπόνων της πλευράς του εφεσείοντα. Έστω και αν παρουσιάζεται μία εικόνα παράθεσης των προβαλλόμενων από τις δύο πλευρές θέσεων, το τι διαπιστώνεται είναι εντελώς διαφορετικό.
Είναι βάσιμο το παράπονο της πλευράς του εφεσείοντα αναφορικά με την απόρριψη της μαρτυρίας του Μ.Υ.1. Όντως, δεν μπορεί να διαπιστωθεί, ώστε να ελεγχθεί η πρωτόδικη κρίση, ποιο μέρος της πραγματικής μαρτυρίας είναι που ο Μ.Υ.1 αμφισβήτησε. Ούτε καταδεικνύεται το πώς επηρεάζονται οι διαπιστώσεις του από το γεγονός ότι βασίστηκε σε φωτογραφίες που έλαβε τρίτο άτομο. Δεν εξηγείται στην πρωτόδικη απόφαση πώς αυτά τα δεδομένα καθιστούν αβάσιμες τις διαπιστώσεις του εν λόγω μάρτυρα.
Διαπιστώνεται παράλληλα, ότι οι διαπιστώσεις και ισχυρισμοί του Μ.Υ.1, στην ουσία τους, δεν εξετάστηκαν σε αντιπαραβολή με το τι ο Μ.Κ.1 προέβαλε στη δική του μαρτυρία, ώστε το Δικαστήριο, έχοντας τη μαρτυρία δύο προσώπων που κατέθεταν ως εμπειρογνώμονες, να αξιολογήσει αυτήν και να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Κατ' ουσίαν, προβάλλει η αποδοχή της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 στη βάση συγκεκριμένων πραγματικών δεδομένων, χωρίς την εξαντλητική εξέταση και μελέτη της αντίθετης ή διαφορετικής άποψης επί των πραγματικών αυτών δεδομένων. Και ακολούθως, η απόρριψη της αντίθετης ή διαφορετικής αυτής άποψης, κατά, ουσιαστικά, γενικό και αόριστο τρόπο, αποδίδοντας στον Μ.Υ.1 τη διενέργεια εικασιών. Όμως, ο Μ.Υ.1, όπως άλλωστε και ο Μ.Κ.1, μη όντες παρόντες κατά τον χρόνο του δυστυχήματος, το τι έπραξαν είναι να διαμορφώσουν γνώμη αναφορικά με τα γεγονότα στη βάση των δεδομένων που εξήγησαν.
Δεν κρίνουμε αναγκαίο να επεκταθούμε σε επανάληψη των θέσεων που προβλήθηκαν από τον Μ.Υ.1 προς αμφισβήτηση των θέσεων του Μ.Κ.1. Άλλωστε, από τα πιο πάνω αποσπάσματα, μπορεί να διαπιστωθούν αυτές οι θέσεις. Το τι έχει σημασία, επί του προκειμένου, είναι ότι η απουσία ουσιαστικής εξέτασης των θέσεων αυτών, αντιπαρατιθεμένων προς αυτές που τέθηκαν από τον Μ.Κ.1, ώστε να διαπιστωθεί η επάρκεια των τελευταίων ή η ανεπάρκειά τους, αφήνει αβέβαιο το ποια θα ήταν η πρωτόδικη κρίση σε περίπτωση μη ύπαρξης αυτών των κενών κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων. Δεν είναι, άλλωστε, άνευ σημασίας το ότι ουδείς από τους ενεχόμενους οδηγούς ή συνοδηγούς αυτών, που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν ισχυρίστηκε είτε αυξημένη ταχύτητα του οχήματος του εφεσείοντα είτε προσπάθειά του να προσπεράσει τα προπορευόμενά του οχήματα, με αποτέλεσμα να αναγκάσει το εξ αντιθέτου διερχόμενο όχημα να οδηγηθεί στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και να συγκρουστεί με το όχημα του θανούντος.
Απολήγει, κατά την άποψή μας, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης να είναι προβληματική και πλημμελής καθιστώντας προβληματικά και ακροσφαλή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί των γεγονότων. Χωρίς το Εφετείο να είναι σε θέση να υποκαταστήσει τη δική του κρίση, εφόσον πρόκειται περί ανεπάρκειας στην αξιολόγηση της μαρτυρίας.
Ως λέχθηκε στην ΤΡΥΦΩΝΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 41/2019, ημερομηνίας 8.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:B119, το Εφετείο έχει καθήκον να επέμβει εάν η καταδικαστική ετυμηγορία είναι τόσο ανεπαρκής που να διατηρείται υποβόσκουσα αμφιβολία για την ορθότητά της. Στην προκειμένη περίπτωση οι πιο πάνω διαπιστώσεις αναφορικά με την ανεπάρκεια της αξιολόγησης της μαρτυρίας και της κατάληξης σε συμπεράσματα επί των γεγονότων αποβαίνουν να είναι τέτοιας εμβέλειας ώστε να καθιστούν, εκ των πραγμάτων, ανεπαρκή και επισφαλή την τελική ετυμηγορία του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Είναι δε τέτοιας φύσης που η καταδίκη δεν μπορεί να διασωθεί με βάση την επιφύλαξη του Άρθρου 145(1)(β) του Κεφ. 155, εφόσον αφορούν την ουσία της υπόθεσης.
Συνακόλουθα των ως άνω, βάσιμοι κρίνονται οι λόγοι έφεσης 1, 2 και 3, καθιστώντας, αναπόφευκτα, επιτυχή και τον όγδοο λόγο έφεσης. Συζητήσιμοι φαίνεται να είναι και άλλοι εγειρόμενοι λόγοι έφεσης, όμως, δεδομένου ότι η ως άνω κατάληξή μας σφραγίζει την τύχη της παρούσας έφεσης, κρίνεται αχρείαστη οποιαδήποτε περαιτέρω ενασχόληση με άλλους λόγους έφεσης.
Κατά συνέπεια, η καταδίκη του εφεσείοντα θα πρέπει να παραμεριστεί, ως επίσης και η ποινή που του έχει επιβληθεί. Υπό κανονικές συνθήκες, το επόμενο ερώτημα που τίθεται σε τέτοιες περιπτώσεις είναι κατά πόσο θα πρέπει να διαταχθεί αθώωση του εφεσείοντα ή επανεκδίκαση της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών, με έναρξή της από τις 24.11.2023, ημερομηνία που αυτός είχε τεθεί υπό κράτηση. Δεδομένου του ότι ο εφεσείων έχει σχεδόν εκτίσει το σύνολο της ποινής που του επιβλήθηκε, κρίνουμε ότι δεν τίθεται θέμα επανεκδίκασης.
Η έφεση επιτυγχάνει. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται τόσο ως προς την καταδίκη, όσο και ως προς την επιβληθείσα ποινή, οι οποίες ακυρώνονται και ο εφεσείων αθωώνεται και απαλλάσσεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο