ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 28/2023)
28 Ιανουαρίου 2026
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ
ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ,
Εφεσείων,
v.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Α. Γιαλελής με Μ. Κουλέντη (κα) για Kampouri, Gialeli & Co, για τον Εφεσείοντα.
Β. Μπίσσας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τη Στυλιανίδου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Με την παρούσα, ο εφεσείων προσβάλλει την ποινή φυλάκισης πέντε ετών που του επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, κατόπιν παραδοχής του, για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3, 4, 5, 7 και 8 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, (Ν.188(Ι)/2007) και του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154. Στο πλαίσιο της ίδιας υπόθεσης, ο εφεσείων παραδέχτηκε και καταδικάστηκε σε δύο κατηγορίες, οι οποίες αφορούν το αδίκημα της εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των Άρθρων 4, 20 και 305 του Κεφ.154.
Τα εν λόγω αδικήματα διαπράχθηκαν, όπως σημείωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατόπιν έμπνευσης και ενορχήστρωσης σειράς αδικημάτων από τον εφεσείοντα, (κατηγορούμενου 4 στην πρωτόδικη διαδικασία) και επιστρατεύοντας τον κατηγορούμενο 3 στην πρωτόδικη διαδικασία, να διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο στη διάπραξή τους. Σκοπός της διάπραξης των αδικημάτων ήταν η έκδοση πιστοποιητικού γέννησης και ταυτότητας ανηλίκου βρέφους με γονείς από το Καμερούν, ώστε να αναγράφεται ως παιδί κύπριου πολίτη, ήτοι του κατηγορούμενου 3. Η μητέρα του ανηλίκου γνώρισε, ενώ ήταν έγκυος, τον εφεσείοντα στο πλαίσιο των προσπαθειών της για εξεύρεση διαμερίσματος για ενοικίαση. Ο εφεσείων της ανέφερε ότι δεν είχε διαμέρισμα κενό, αλλά μπορούσε να τη βοηθήσει με το να εγγραφεί ως πατέρας του παιδιού της, ώστε αυτό να εγγραφεί ως κύπριος πολίτης και να αποκτήσει μόνιμη διαμονή στην Κύπρο. Ο εφεσείων επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο 3, γνωρίζοντας ότι είχε ανάγκη από χρήματα, ζητώντας του να εγγραφεί ως πατέρας του παιδιού. Ο κατηγορούμενος 3 δέχτηκε. Οι δύο κατηγορούμενοι μετέβησαν στο Μακάρειο Νοσοκομείο, όπου συμπλήρωσαν έντυπα και κατέγραψαν ψευδώς, ότι ο κατηγορούμενος 3, ήταν ο φυσικός πατέρας του παιδιού. Ακολούθησε συνάντησή τους στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας, όπου ο κατηγορούμενος 3 προέβη σε ψευδή ένορκη δήλωση στην οποία ορκίστηκε ότι είναι ο βιολογικός πατέρας του εν λόγω παιδιού. Αμέσως μετά, μετέβη στην Επαρχιακή Διοίκηση και υπέβαλε αίτηση με την ένορκη δήλωση, την οποία είχε υπογράψει, έτσι ώστε συνεπεία της ψευδούς παράστασης, εκδόθηκε πιστοποιητικό γέννησης του παιδιού με το επώνυμο του κατηγορούμενου 3, στο οποίο αναγράφηκε ότι ο κατηγορούμενος 3 ήταν ο βιολογικός πατέρας του παιδιού. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, ο κατηγορούμενος 3 προέβη, στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας, σε δήλωση με την οποία παραχώρησε την πλήρη κηδεμονία του παιδιού στη μητέρα του. Από τις εν λόγω παρανομίες ο εφεσείων απέσπασε από τη μητέρα του παιδιού το ποσό των €3200. Εξ αυτού, έδωσε στον κατηγορούμενο 3 το ποσόν των €600.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προσέδωσε τη δέουσα βαρύτητα στους μετριαστικούς παράγοντες αναφορικά με τον εφεσείοντα, και δεν εξατομίκευσε την ποινή σε σχέση με τις προσωπικές του περιστάσεις. Συγκεκριμένα, ο εφεσείων παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ουδόλως ασχολήθηκε με τα σοβαρά προβλήματα υγείας του και μελών της οικογένειας του και ιδίως του ανήλικου τέκνου του και την προσπάθεια απεξάρτησής του από τα ναρκωτικά.
Εξετάσαμε με προσοχή την εκκαλούμενη απόφαση. Παρατηρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε εκτενώς και με λεπτομέρεια σε όλα όσα αναφέρει ο εφεσείων ενώπιόν μας, με παραπομπή σε σχετικό απόσπασμα από την ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 59/2020, ημερομηνίας 26.1.2022, στην οποία επιβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ποινή φυλάκισης στον εφεσείοντα αναφορικά με άλλο αδίκημα. Αναφέρθηκε, επίσης, στα διάφορα πιστοποιητικά και βεβαιώσεις τις οποίες παρουσίασε ο συνήγορος του εφεσείοντα και στο περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας ημερομηνίας 6.10.2022.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε, επίσης, ρητώς, ότι ο συνήγορος του εφεσείοντα το κάλεσε να λάβει υπόψη την παραδοχή του.
Εντούτοις, το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθοδηγούμενο ορθά από τις αποφάσεις ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ν. ΜΑΤΘΑΙΟΥ (1994) 2 Α.Α.Δ. 1 και ΚΑΜΜΟΥΓΙΑΡΟΣ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΩΤΗΡΗΣ ZΑΧΑΡΙΑ ν. AΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2003) 2 Α.Α.Δ. 565, κατέληξε ότι εν όψει των προηγούμενων τεσσάρων καταδίκων με τις οποίες βαρύνετο ο εφεσείων, δεν μπορούσε να επιδείξει σχετική επιείκεια. Εξ ου και ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «τα ερείσματα επιείκειας που έχει ο κατηγορούμενος 4 είναι ελάχιστα ενόψει του γεγονότος ότι έχει βεβαρημένο ποινικό μητρώο».
Στην ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΕΣΙΔΗΣ (GEORGIOS KESIDIS) v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 5/2025, ημερομηνίας 13.11.2025, συνοψίσαμε τις νομολογιακές αρχές αναφορικά με το σημείο που εγείρεται με τον παρόντα λόγο έφεσης :
«Είναι θεωρούμε χρήσιμη μία σύνοψη των νομολογιακών αρχών επί του σημείου που εγείρεται.
Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΣ ν. ΜΑΤΘΑΙΟΥ (1994) 2 ΑΑΔ 1, λέχθηκαν τα εξής σχετικά με το ζήτημα των προηγούμενων καταδίκων:
«Οι προηγούμενες καταδίκες είναι στοιχείο το οποίο έχει σημασία και λαμβάνεται υπόψη- από το Δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής, γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του κατηγορουμένου προς τους νόμους της Πολιτείας - (βλ., μεταξύ άλλων, Nicolas Stratos and Another v. The Police XVII C.L.R., σελ. 73·Γεώργιος Χατζηνικολάου ν. Αστυνομίας (1976) 2 C.L.R. 63).»
Μετέπειτα, στην ΤΣΑΠΑΤΣΑΡΗΣ ΖΑΝΝΕΤΟΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2008) 2 ΑΑΔ 451, λέχθηκαν τα εξής:
«Υπάρχει και μια άλλη πολύ σημαντική διάσταση στην υπόθεση. Όπως υποδείξαμε ευθύς εξ αρχής, ο Εφεσείων είναι αναμειγμένος στο έγκλημα. Οι δυο μάλιστα προηγούμενες καταδίκες του ήσαν για αδικήματα απόλυτα σχετικά με τα εκδικασθέντα από το Κακουργιοδικείο, ιδιαίτερα η καταδίκη για ληστεία τράπεζας, που δείχνει τη συστηματική ροπή του σε εγκληματικές πράξεις. Υπό αυτές τις συνθήκες ο προηγούμενος βίος του Εφεσείοντα δεν παρείχε περιθώρια επιείκειας.»
Πιο πρόσφατα, στην ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 161/2020, ημερομηνίας 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, λέχθηκαν τα εξής:
«Οι προηγούμενες καταδίκες του Εφεσείοντα ορθά λήφθησαν επίσης υπόψη ως παράμετρος που περιόριζε το βαθμό επιείκειας που μπορούσε, εν προκειμένω, να επιδειχθεί. Το ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν αφορούσαν σε παρόμοιο με το επίδικο αδίκημα, δεν είχε ιδιαίτερη σημασία. Ο Εφεσείων βαρύνετο με δύο προηγούμενες καταδίκες, η μεν πρώτη αφορούσε ληστεία, η δε δεύτερη εμπρησμούς. Όπως είναι νομολογημένο, οι προηγούμενες καταδίκες, ανεξάρτητα αν αφορούν σε παρόμοιας φύσης αδικήματα, αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού ενός κατηγορούμενου στους νόμους της Πολιτείας (Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου (1997) 2 Α.Α.Δ. 17).
Έχοντας λοιπόν υπόψη τις περιστάσεις της υπόθεσης και καθοδηγούμενο από τη σχετική επί του θέματος νομολογία (Ιωάννου, άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 286, Περικλέους ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 397 και Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 505), το Κακουργιοδικείο έστρεψε στη συνέχεια την προσοχή του σε όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιόν του. Στο πλαίσιο αυτό έλαβε υπόψη του κάθε στοιχείο το οποίο ήταν προς όφελος του Εφεσείοντα, όπως την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, τις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες, το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος, σε συνάρτηση με τις προσωπικές του συνθήκες, επισημαίνοντας παράλληλα ότι αυτές δεν είχαν διαφοροποιηθεί ουσιωδώς στο μεσοδιάστημα.»
Θεωρούμε ότι σύμφωνα με τη νομολογία, το καθήκον του Δικαστηρίου να προβεί στο λεπτό έργο της αποτίμησης των ελαφρυντικών και επιβαρυντικών παραγόντων παραμένει και στην περίπτωση όπου υπάρχουν προηγούμενες καταδίκες, με την επισήμανση ότι, ανάλογα με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, το βεβαρημένο ιστορικό του κατηγορούμενου δύναται, να επηρεάζει το περιθώριο επιείκειας που μπορεί να επιδειχθεί ή να του αποδοθεί.»
Εν όψει των πιο πάνω, θεωρούμε ορθή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι ελαφρυντικοί παράγοντες που επικαλέστηκε ο εφεσείων επέτρεπαν, στην περίπτωσή του, ελάχιστα ερείσματα επιείκειας εξ ου και δεν υπήρξε η αναμενομένη από τον εφεσείοντα μείωση στην ποινή του.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα υποστήριξε πως διαφαίνεται από το ύψος της επιβληθείσας ποινής ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβη καθόλου στο έργο της εξατομίκευσης της ποινής. Προς επίρρωση της θέσης του, παρέπεμψε στις ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν σε άλλες υποθέσεις για το ίδιο αδίκημα, δίδοντας έμφαση στο ύψος των εσόδων σε κάθε μία από αυτές και υποστηρίζοντας ότι στην παρούσα, τα έσοδα του εφεσείοντα ήταν πολύ χαμηλότερα και, επομένως, η αναμενόμενη ποινή φυλάκισης θα έπρεπε να ήταν χαμηλότερη από ό,τι στις εν λόγω υποθέσεις.
Ειδικότερα, ο συνήγορος αναφέρθηκε στην πρόσφατη απόφαση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΣΤΕΛΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ.: 41/2025, ημερομηνίας 10.4.2025, στην οποία επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών ετών σε σχέση με νομιμοποίηση ποσού €48.640.
Με κάθε σεβασμό, θα διαφωνήσουμε με τη θέση του συνηγόρου. Το ύψος του ποσού το οποίο αποκόμισε ο κατηγορούμενος σε κάθε υπόθεση αυτής της φύσεως, αποτελεί ένα εκ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Σημειώνουμε ότι στην ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ v. ΒΑΚΑΝΑ, Ποινική Έφεση 173/20, ημερομηνίας 20.5.21, ECLI:CY:AD:2021:B200, λέχθηκε, με παραπομπή στην ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2012, ημερομηνίας 3.7.2014 ότι «θα πρέπει να υπάρχει αναλογία μεταξύ του ποσού που αποσπάστηκε και της ποινής». Τονίζουμε όμως, ότι προσεκτική μελέτη της ίδιας της ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ (ανωτέρω) δεικνύει ότι η αναλογία αυτή δεν είναι απαραίτητη, αν υφίσταται «οποιαδήποτε εξήγηση ή δικαιολογία» για τη διαφοροποίηση από τη συνήθη εκτίμησή της.
Στην παρούσα υπόθεση ορθά λήφθηκε υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ο εφεσείων επέδειξε αντικοινωνική συμπεριφορά, πλήττοντας την πολιτεία, εφόσον εξαπάτησε ασύστολα την Κυπριακή Δημοκρατία. Είναι προφανής η συνάρτηση με αδικήματα που παραβλάπτουν το δημόσιο συμφέρον, για τα οποία επιβάλλονται, ως θέμα αρχής, αυστηρές ποινές.
Επισημαίνουμε ότι στην επιβολή αυστηρής ποινής οδηγεί και η εξέταση της ζημιάς, η οποία προκλήθηκε (βλ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ Κ.Α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 235/2023, 246/2023, ημερομηνίας 19.7.2024).
Υπό το πρίσμα αυτό, επισημαίνουμε ότι ο εφεσείων έθιξε την ιδιότητα της κυπριακής ιθαγένειας, όπως αυτή προστατεύεται από το Σύνταγμα και τους νόμους. Επινόησε σχέδιο όπως αυτή χορηγηθεί διά ψευδών δηλώσεων σε μη δικαιούχο με σκοπό την αποκόμιση για τον ίδιο οικονομικού κέρδους. Όπως δε έχει προσφάτως επισημανθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από πάγια νομολογία του προκύπτει ότι ο δεσμός ιθαγένειας κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ως θεμέλιο την ιδιαίτερη σχέση αλληλεγγύης και πίστης που υπάρχει μεταξύ του κράτους αυτού και των υπηκόων του καθώς και την αμοιβαιότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (βλ. C-181/23, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Μάλτας, ημερομηνίας 29.4.2025). Συνάγεται ότι ο εφεσείων, πλήττοντας την ιδιότητα της ιθαγένειας, έπληξε αγαθό το οποίο συναρτάται με την ίδια την ύπαρξη του κράτους (βλ. κατ’ αναλογία, GHOUNEYM ZYAD ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2016) 2 Α.Α.Δ. 576.
Περαιτέρω, ο εφεσείων επέδειξε ασέβεια προς την οικογενειακή ζωή του ίδιου του ανηλίκου, η οποία αποτελεί δικαίωμα προστατευόμενο από το Σύνταγμα, προκαλώντας, διά ψευδών δηλώσεων, την καταχώριση σε επίσημα αρχεία και την έκδοση εγγράφων ώστε να φαίνεται, ως φυσικός του πατέρας, πρόσωπο το οποίο ψευδώς δήλωσε περί τούτου, το επώνυμο του οποίου έλαβε στη βάση ψευδών δηλώσεων, και πάλι με σκοπό την αποκόμιση προσωπικού οικονομικού κέρδους για τον εαυτό του.
Επίσης, ο εφεσείων απέσπασε χρηματικό ποσόν από ιδιαιτέρως ευάλωτο άτομο, άνεργη μητέρα βρέφους, αιτήτρια ασύλου, άτομο για το οποίο εξ αντικειμένου το ποσόν αυτό ήταν σημαντικό.
Εν προκειμένω, η διακύβευση της κυπριακής ιθαγένειας και του δικαιώματος στην οικογενειακή ζωή, καθώς και η βλάβη στο ευάλωτο άτομο από το οποίο αποσπάστηκε το ποσόν, αποτελούσαν επαρκείς λόγους για την επιβολή της πιο πάνω αυστηρής ποινής, ανεξαρτήτως του ύψους του κέρδους του εφεσείοντα, συμφώνως των λεχθέντων στην ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ (ανωτέρω).
Πέραν όμως της πιο πάνω εκτίμησής μας, προσθέτουμε ότι, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις υπό τις οποίες ελήφθη το όφελος ώστε το ύψος αυτού να εκτιμηθεί υπό το φως του όλου πλαισίου των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος. Εν προκειμένω, ο εφεσείων αποκόμισε το ποσόν από άνεργη μητέρα βρέφους, αιτήτρια πολιτικού ασύλου. Υπό το φως των περιστάσεων της υπόθεσης, το όφελος το οποίο αποκόμισε ο εφεσείων ήταν μεγάλο, αν εξετάσει κάποιος την αξία του για το πρόσωπο από το οποίο το απέσπασε.
Τέλος, σημειώνουμε, για σκοπούς πληρότητας, ότι στην υπόθεση ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (ανωτέρω), λειτούργησαν ως ουσιαστικός μετριαστικός παράγοντας, οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, πράγμα που όπως προαναφέραμε, ορθώς δεν έγινε στην παρούσα περίπτωση, εν όψει των προηγούμενων καταδικών του εφεσείοντα.
Εν όψει όλων των πιο πάνω, είμαστε της άποψης ότι στην παρούσα υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε ορθά στα ενώπιόν του δεδομένα τις νομολογιακές αρχές κατά την επιμέτρηση της ποινής. Δεν προκύπτει να έχει παραλείψει το έργο της εξατομίκευσης της ποινής. Ως εκ τούτου, δεν χωρεί επέμβασή μας. Ο πρώτος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε λανθασμένα την αρχή της συνολικότητας της ποινής. Με τον συναφή τρίτο λόγο έφεσης, προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβη σε αιτιολόγηση της απόφασής του να επιβάλει στον εφεσείοντα διαδοχικές ποινές.
Για να γίνει αντιληπτό το επιχείρημα του εφεσείοντα σημειώνουμε τις σχετικές περιστάσεις. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση την 14.2.2023. Την 16.2.2022, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε επιβάλει στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης πέντε ετών, με αφετηρία την έκτισή της την 4.1.2022, στην υπόθεση ΝΙΚΟΛΑΟΥ (ανωτέρω), την οποία ο εφεσείων εξέτιε κατά τον χρόνο έκδοσης της εκκαλούμενη απόφασης. Είναι η θέση του εφεσείοντα ότι η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, θα έπρεπε να αρχίζει από την 14.2.2022 ή την 4.1.2022.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι δεν δικαιολογείτο απόκλιση από τον γενικό κανόνα διαδοχικότητας που προβλέπεται στο Άρθρο 117(2) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, έτσι αποφάσισε ότι η έκτιση των ποινών που επέβαλε στον εφεσείοντα θα άρχιζε μετά την έκτιση της ως άνω ποινής των πέντε ετών που ήδη εξέτιε, ως περιγράφεται ανωτέρω.
Στο πλαίσιο δε της εξέτασης του κατά πόσον δικαιολογείτο απόκλιση από τον γενικό κανόνα της διαδοχικότητας που προβλέπεται από το Άρθρο 117(2) του Κεφ.155, έκρινε ότι η συνολική ποινή των δέκα ετών, η οποία επιβλήθηκε με αυτόν τον τρόπο στον εφεσείοντα, ουδόλως παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας (συνολικότητας) της ποινής.
Παραθέτουμε το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου:
«Ένα άλλο θέμα που αφορά τον κατηγορούμενο 4, ως αναδείχθηκε από το συνήγορο του, είναι κατά πόσο οι υπό κρίση υποθέσεις θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί υπόψη από το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής φυλάκισης των 5 ετών στις 16.2.2022 στα πλαίσια της Ποινικής Έφεσης 59/2020. Στη Βελγίου v. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 76, στην οποία μας παρέπεμψε ο κ. Χριστάκη, αναφέρθηκε πως το γεγονός ότι ένα αδίκημα θα μπορούσε, αλλά δεν λήφθηκε υπόψη κατά την επιβολή ποινής σε προηγούμενη υπόθεση, είναι στοιχείο που δυνατόν να αποτελέσει λόγο για μείωση της ποινής κατά τη μεταγενέστερη εκδίκαση του αδικήματος. Τονίστηκε περαιτέρω όμως, πως είναι αβέβαιο ποια θα ήταν η ποινή που θα επιβαλλόταν στην προηγούμενη υπόθεση εάν είχε ζητηθεί να ληφθεί υπόψη η μεταγενέστερη.
Σε κάθε περίπτωση, η αρχή αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Σύμφωνα με το άρθρο 81 του Κεφ. 155, για να ληφθεί υπόψη τέτοιο αδίκημα, πέραν της συναίνεσης του κατηγόρου και του κατηγορούμενου, θα πρέπει απαραιτήτως ο κατηγορούμενος να ομολογήσει ότι διέπραξε το αδίκημα.
Σύμφωνα με τα αρχεία της παρούσας υπόθεσης, ο αστυνομικός φάκελος συμπληρώθηκε στις 31.3.2022, μετά δηλαδή την επιβολή της ποινής από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 16.2.2022. Στην δε ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο 4 στις 7.3.2022 (πάλι δηλαδή μετά την ποινή) όχι απλώς δεν ομολόγησε τη διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων, αλλά σε κάθε ερώτηση που του υποβάλλετο δήλωνε αθώος. Τη στάση αυτή – απολύτως δικαιωματικά βέβαια – τη διατήρησε και στο Δικαστήριο, μέχρι πρότινος που άλλαξε την απάντησή του.
Συνεπώς, δεν υπήρχε οτιδήποτε που θα μπορούσε μα λάβει υπόψη του το Ανώτατο Δικαστήριο και δεν έλαβε, ώστε να δικαιολογείται το παρόν Δικαστήριο να τον αντιμετωπίσει επιεικέστερα, γι’ αυτόν συγκεκριμένα τον λόγο (βλ. Θεοδούλου v. Αστυνομία, Ποινική Έφεση 288/2015, ημερ. 14.6.2016 και Κατσιαρή v. Αστυνομία Ποινική Έφεση 163/2019, ημερ. 20.12.2019).
Συναφώς, για αυτόν τον λόγο, δεν δικαιολογείται η έκδοση διαταγής όπως η έκτιση της ποινής που θα επιβάλουμε ξεκινά από τις 4.1.2022, κάτι που θα σήμαινε ουσιαστικά, να απορροφηθεί από την ποινή που επέβαλε το Ανώτατο Δικαστήριο, υπογραμμίζουμε επί του προκειμένου, ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι υπόδικος στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Από την πρώτη κιόλας εμφάνιση του έγινε γνωστό ότι είναι κατάδικος και απλά εκδίδεται διάταγμα προσαγωγής του στο Δικαστήριο από τις φυλακές όπου κρατείται κατά τις εκάστοτε ορισθείσες ημερομηνίες.
Αυτού λεχθέντος, η ποινή που επέβαλε το Ανώτατο Δικαστήριο και την οποία εκτίει τώρα ο κατηγορούμενος 4, σε συνάρτηση με τις υπό κρίση υποθέσεις και τα ιδιαίτερα στοιχεία που τις περιβάλλουν, είναι δεδομένα που άπτονται της αρχής της αναλογικότητας (συνολικότητα της ποινής). Όπως ορθά επεσήμανε ο συνήγορος του, η συνολικότητα μιας ποινής, πέραν της διαδοχικότητας εντός της ίδιας υπόθεσης, καλύπτει και τις ποινές που επιβάλλονται από διαφορετικά Δικαστήρια σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου θα πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά ως σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισης του (βλ. Χριστοφόρου v. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 443).
Η αρχή θα πρέπει να εφαρμόζεται και κατά την εφαρμογή του άρθρου 117 (2) του περί Ποινική Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το εδάφιο 2, σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση, αρχίζει και εκτίεται μετά τη λήξη της προηγούμενης ποινής, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά (βλ. Παραρέ v. Αστυνομία (2013) 2 Α.Α.Δ. 257). Την αρχή αυτή, την έχουμε κατά νου και θα την εφαρμόσουμε τόσο κατά την επιλογή του ύψους της ποινής στον κατηγορούμενο 4 όσο και για τον καθορισμό της χρονικής αφετηρίας έκτισης της.
[…]
Τέλος, σε σχέση με την αφετηρία έκτισης της ποινής που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 4, λαμβάνοντας υπόψη μας (α) ότι του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών για αδικήματα κατοχής με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικών τάξεως Β, ήτοι κάνναβη βάρους 2878,20 γραμμαρίων (β) ότι ήταν ο εμπνευστής και ενορχηστρωτής τόσο της παρούσας όσο και της υπόθεσης που λαμβάνεται υπόψη, ήτοι της 8485/22 (οι οποίες είναι εντελώς διαφορετικής φύσεως υποθέσεις απ’ αυτή που φυλακίστηκε), αποκομίζοντας το μεγαλύτερο οικονομικό όφελος και εξαπατώντας ασύστολα την Κυπριακή Δημοκρατία (γ) ότι λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής ακόμα μια υπόθεση που αφορά ελεγχόμενα φάρμακα τάξεως Α – σκληρά ναρκωτικά δηλαδή και τέλος (δ) ότι τα ερείσματα επιείκειας που έχει ο κατηγορούμενος 4 είναι ελάχιστα ενόψει του γεγονότος ότι έχει βεβαρημένο ποινικό μητρώο, θεωρούμε ότι δεν δικαιολογείται απόκλιση από τον γενικό κανόνα διαδοχικότητας που προβλέπεται στο άρθρο 117(2) του Κεφ. 155. Κατά την κρίση μας, συνολική ποινή 10 ετών για όλα τα πιο πάνω, ουδόλως παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας (συνολικότητας της ποινής).»
Ο συνήγορος του εφεσείοντα θεωρεί εσφαλμένη την πιο πάνω προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και προς επίρρωση της θέσης του μας παρέπεμψε στις ΚΥΠΡΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 234/2016, ημερομηνίας 13.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:B73, ΧΑΤΖΙΗΚΚΟΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 352/2018, ημερομηνίας 19.7.2019, ECLI:CY:AD:2019:B333 και ΠΑΡΑΡΕ ΜΙΧΑΛΗΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2013) 2 Α.Α.Δ. 257.
Θεωρούμε ότι σε κάθε μία από τις πιο πάνω υποθέσεις, συνέτρεχαν διαφορετικοί λόγοι για τους οποίους διατάχθηκε όπως οι εκεί ποινές συντρέχουν, οι οποίοι δεν υπάρχουν ενώπιόν μας. Δεν θεωρούμε ότι από τις αποφάσεις αυτές, προκύπτει σφάλμα στην προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Περαιτέρω, στρεφόμαστε σε δύο επιμέρους επιχειρήματα, τα οποία προωθήθηκαν από τον συνήγορο του εφεσείοντα κατά την ακρόαση της έφεσης.
Υποστηρίχθηκε ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε αυτεπαγγέλτως το ζήτημα της διαδοχικότητας της ποινής, εφόσον δεν υπήρξε αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για διαδοχικές ποινές. Με κάθε σεβασμό διαφωνούμε με τη θέση του συνηγόρου. Όπως προκύπτει εξάλλου αβίαστα από το λεκτικό του Άρθρου 117(2) του Κεφ.152, το πρωτόδικο Δικαστήριο, ορθά, το εφάρμοσε στα ενώπιόν του δεδομένα, ανεξαρτήτως της όποιας θέσης της Κατηγορούσας Αρχής. Σημειώνουμε συναφώς, ότι όπως προκύπτει από τα πιο κάτω λεχθέντα στην ΠΑΡΑΡΕ ΜΙΧΑΛΗΣ (ανωτέρω), το ζήτημα ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο συνυπολογίζει, ανάλογα με την κάθε περίπτωση, τα δικά της δεδομένα.
«Έπεται ότι η διαδοχικότητα της έκτισης της ποινής που είναι η συνήθης διαταγή με βάση το Άρθρο 117(2) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, (δέστε Pikis: Sentencing in Cyprus, 2η Έκδ. σελ. 93 και Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 443), πρέπει να ιδωθεί ως προς τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, την οποία το Δικαστήριο διατηρεί υπό το φως των καταληκτικών λέξεων του εδαφίου (2), σε συνάρτηση με την αρχή της αναλογικότητας και της συνολικότητας της ποινής. Η αρχή αυτή λαμβάνει υπόψη το μη υπέρμετρο ή δυσανάλογο της ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη ενός προσώπου, (Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας - ανωτέρω -, Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 376 και Κέρκης ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 433).»
Υποστηρίχθηκε, επίσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε το ζήτημα χωρίς να ακούσει μαρτυρία. Θεωρούμε ότι, εν προκειμένω, δεν υπήρχε λόγος όπως το Δικαστήριο ακούσει μαρτυρία. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, -Sentencing Revisited-, 2nd Edition, by G.M. Pikis, στη σελίδα 57, το Δικαστήριο ακούει μαρτυρία όταν υπάρχουν αντικρουόμενοι ισχυρισμοί γεγονότων, σχετικών με την επιβολή ποινής, από τις δύο πλευρές. Στην παρούσα περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη οποιοδήποτε γεγονός, την ύπαρξη του οποίου αμφισβητούσε ο εφεσείων, καθιστώντας, επομένως, το παράπονό του, ανεδαφικό και ατελέσφορο.
Συνεπώς, εν όψει όλων των πιο πάνω, ο δεύτερος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.
Από το πιο πάνω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση καταδεικνύεται ότι ο τρίτος λόγος έφεσης, περί έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας επί του ζητήματος της διαδοχικότητας της ποινής, είναι ανεδαφικός και ως εκ τούτου, απορρίπτεται.
Με τον τέταρτο λόγο έφεσης, προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της ισότητας επιβάλλοντας ουσιωδώς διαφορετικές ποινές στον εφεσείοντα σε σχέση με τον κατηγορούμενο 3, στον οποίο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών ετών για το ίδιο αδίκημα σε σχέση με το οποίο επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης πέντε ετών, ήτοι για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Θεωρούμε πλήρως αιτιολογημένη και ορθή την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστήριο στο ζήτημα αυτό. Ορθά επεσήμανε ότι η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορούμενου 3 έπεται αυτής του εφεσείοντα. Ο υποκινητής, εν προκειμένω, ήταν ο εφεσείων, ενώ ο κατηγορούμενος 3 ήταν ο υποκινούμενος. Το όλο πλέγμα των παράνομων πράξεων το οποίο περιγράψαμε ανωτέρω ήταν το αποτέλεσμα έμπνευσης και ενορχήστρωσης από πλευράς του εφεσείοντα. Το δε συνολικό οικονομικό όφελος του κατηγορουμένου 3 ήταν €700, έναντι των €3.200 τα οποία αποκόμισε ο εφεσείων. Έτι δε περαιτέρω, σε σχέση με τον κατηγορούμενο 3, λήφθηκε υπόψη μόνο μία υπόθεση (ενώ για τον εφεσείοντα λήφθηκαν υπόψιν δύο άλλες υποθέσεις, εκ των οποίων η μία αφορούσε την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α). Ο κατηγορούμενος 3 είχε λευκό ποινικό μητρώο, ενώ ο εφεσείων είχε βεβαρημένο ποινικό μητρώο, το οποίο, όπως προαναφέραμε, ήταν τέτοιο που δεν άφηνε περιθώριο επιείκειας στο πρωτόδικο Δικαστήριο.
Είμαστε της άποψης ότι η πιο πάνω διεργασία του πρωτόδικου Δικαστηρίου συνάδει πλήρως με τις αρχές τις νομολογίας, οι οποίες συνοψίστηκαν πρόσφατα από το Εφετείο στην ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΑΜΙΑΝΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 208/2022, ημερομηνίας 4.9.2025:
«Όπως πολύ χαρακτηριστικά αναφέρεται στην υπόθεση Ζαχαρίου κ.ά. v. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 595:
«Η ίση μεταχείριση των παραβατών αποτελεί θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, συνταγματικά κατοχυρωμένο από τις διατάξεις του Άρθρου 28 του Συντάγματος. Η εφαρμογή της στην τιμωρία των παραβατών επιβάλλει την απόδοση των ίσων στα ίσα. Κατά συνέπεια, δε χωρεί διάκριση στην τιμωρία παραβατών, η συνδρομή των οποίων στη διάπραξη του εγκλήματος έχει τον ίδιο βαθμό εγκληματικότητας. Χωρεί, όμως, διαχωρισμός όπου διακρίνεται ο ρόλος των παραβατών στη διάπραξη του εγκλήματος και, γενικά, όπου διαφέρει το στοιχείο εγκληματικότητας, που συνοδεύει τις πράξεις τους.»
Βασικά το ουσιώδες είναι ότι η αρχή της ισότητας δεν σημαίνει και ισοπέδωση ή τη με σχολαστικό τρόπο επιβολή της ίδιας ποινής σε όλους τους κατηγορουμένους (Φανιέρος v. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 104). Η ίση μεταχείριση δεν σημαίνει την ακριβή αριθμητική εξίσωση της ποινής δύο παραβατών αλλά διασφαλίζει μόνο την ισότητα έναντι αυθαίρετων διακρίσεων και καθόλου δεν αποκλείει εύλογες διακρίσεις, όπως είχε τονιστεί στη Σιδερένου v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 190.»
Εν κατακλείδι, ο τέταρτος λόγος έφεσης στερείται ερείσματος και απορρίπτεται.
Στρεφόμαστε, τέλος, στο ότι, κατά την ακρόαση της έφεσης, ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα μας κάλεσε να προβούμε σε μείωση της ποινής του εφεσείοντα, όπως έγινε στην υπόθεση
ΚΩΣΤΑ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 205/20, ημερομηνίας 22.12.2021, επικαλούμενος επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του εφεσείοντα, της πρώην συζύγου του και του τέκνου τους.
Σημειώνουμε τα λεχθέντα στην ΚΩΣΤΑ (ανωτέρω):
«Όμως η επιδείνωση της κατάστασης αυτής μετά την επιβολή της ποινής, υπό τις εξαιρετικά ιδιάζουσες περιστάσεις της περίπτωσης του εφεσείοντα, επιτρέπει ή και επιβάλλει όπως τώρα δοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στην κατάσταση της υγείας του ως ελαφρυντικός παράγοντας.»
Εξετάσαμε με προσοχή τα διάφορα έγγραφα που μας παραδόθηκαν από τον συνήγορο αναφορικά με τον ίδιο τον εφεσείοντα, την πρώην σύζυγό του και το τέκνο τους. Κανένα εξ αυτών δεν καταδεικνύει επιδείνωση της κατάστασης των εν λόγω προσώπων μετά την επιβολή της ποινής, ούτε και φαίνεται να υπήρξε αλλαγή στα δεδομένα τα οποία είχε ενώπιόν του το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ούτε και υποδείχθηκαν κάποιες άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, οι οποίες να επιτρέπουν ή να επιβάλλουν όπως δοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στην κατάσταση της υγείας των εν λόγω προσώπων ώστε να μειωθεί η επιβληθείσα ποινή.
Συνακόλουθα όλων των πιο πάνω, η έφεση αποτυγχάνει και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο