ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
28 Ιανουαρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
(Ποινική Έφεση Αρ.: 311/2024)
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσείων,
v.
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΠΟΥΤΖΙΟΥΡΗ,
Εφεσίβλητος.
(Ποινική Έφεση Αρ.: 13/2025)
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσείων,
v.
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΠΟΥΤΖΙΟΥΡΗ,
Εφεσίβλητος.
_________________
Α. Αντωνίου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα.
Χ. Πουτζιουρής, για τον Εφεσίβλητο.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου για την παρούσα υπόθεση, κατηγορήθηκαν τέσσερα πρόσωπα, ο εφεσίβλητος ήταν ο κατηγορούμενος 1. Το κατηγορητήριο που αντιμετώπιζαν περιλάμβανε κατηγορίες συνομωσίας για πρόκληση βλάβης σε πρόσωπο, παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, συνομωσίας για ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης, παροχής ψευδών πληροφοριών σε αστυνομικό και απειλής.
Η κατηγορούμενη 2 δήλωσε παραδοχή σε κάποιες από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε, ως αποτέλεσμα της οποίας, η ποινική δίωξη στις άλλες κατηγορίες που αντιμετώπιζε διακόπηκε και συνεπώς απαλλάχτηκε από αυτές. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 4, το Κακουργιοδικείο Λάρνακας με ενδιάμεση απόφασή του ημερομηνίας 12.7.2024 έκρινε ότι δεν είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του με αποτέλεσμα να αθωωθεί και απαλλαγεί από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Η υπόθεση οδηγήθηκε σε πλήρη ακρόαση αναφορικά με τους κατηγορούμενους 1 και 3.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ένοχους τους κατηγορούμενους 1 και 3 στις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν, πλην της κατηγορίας 6, από την οποία και οι δύο αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν.
Ενδιαφέρουν οι κατηγορίες που αντιμετώπισε ο κατηγορούμενος 1 - εφεσίβλητος. Οι κατηγορίες αυτές ήταν συνομωσία για πρόκληση βλάβης σε πρόσωπο, κατηγορία 1, παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, κατηγορία 2, ψευδείς πληροφορίες σε αστυνομικό, κατηγορία 4, απειλή, κατηγορία 5, και συνομωσία για ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης, κατηγορία 7. Η κατηγορία 6 σε σχέση με την οποία αθωώθηκε και απαλλάχθηκε, αφορούσε το αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέβαλε άμεσες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε, που κυμαίνονται από 6 μήνες μέχρι 2 χρόνια. Σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε φυγοδικήσει κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου. Αναφορικά με τις ποινές που του επέβαλε και το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε όπως ο χρόνος έκτισης της ποινής του να ξεκινά από την ημέρα σύλληψής του και μεταφοράς του στις Κεντρικές Φυλακές.
Με τις υπό κρίση εφέσεις, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εφεσιβάλλει τόσο την αθώωση και απαλλαγή του Κατηγορουμένου 1 στην κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες όσο και τις ποινές που του επιβλήθηκαν στις κατηγορίες 1, συνομωσία για πρόκληση βλάβης σε πρόσωπο, κατηγορία 2, παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, και κατηγορία 7, συνομωσία για ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης, ως έκδηλα ανεπαρκείς.
Υπόβαθρο των κατηγοριών που αντιμετώπισε πρωτόδικα ο εφεσίβλητος είναι ο δεσμός που διατηρούσε ο ΜΚ3 στην πρωτόδικη διαδικασία, με την ΜΚ9, τον οποίο δεν ενέκρινε η κατηγορούμενη 2, μητέρα της ΜΚ9. Για να διαλύσει τον δεσμό αυτό, συμφώνησε με τον εφεσίβλητο να προκαλέσουν βλάβη στον ΜΚ3 καταβάλλοντας και χρήματα. Ο εφεσίβλητος συμφώνησε με τον κατηγορούμενο 3 να τοποθετήσουν ναρκωτικά στο όχημα που οδηγούσε ο ΜΚ3 και στη συνέχεια ειδοποίησαν την αστυνομία για ανακοπή του οχήματος όπου ανευρέθηκαν τα ναρκωτικά και ο ΜΚ3 συνελήφθηκε. Επίσης, η κατηγορούμενη 2 και ο εφεσίβλητος, στην προσπάθειά τους να διακόψουν τον δεσμό των ΜΚ3 και ΜΚ9, απείλησαν τον ΜΚ3. Τα ναρκωτικά, που ήταν κοκαΐνη, ανευρέθηκαν σε 43 συσκευασίες εντός δύο χειρουργικών γαντιών που ήταν τοποθετημένα εντός του εσωτερικού πλαστικού καλύμματος του μπροστινού δεξιού τροχού του αυτοκινήτου του ΜΚ3. Η συνολική ποσότητα των ναρκωτικών ήταν 19,39 γραμμάρια κοκαΐνης σε 43 συσκευασίες.
Με την έφεση 311/24 όπως έχει ήδη αναφερθεί, προσβάλλεται η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για αθώωση του εφεσίβλητου από την κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατηγορία 6. Όπως προβάλλεται στον σχετικό λόγο έφεσης, παρόλο που το Κακουργιοδικείο ανέφερε στην απόφασή του ότι αποδέχτηκε το μέρος των καταθέσεων του εφεσίβλητου που συνιστούσε ομολογία, λανθασμένα δεν χρησιμοποίησε τις αυτοενοχοποιητικές του δηλώσεις, για παραλαβή χρημάτων από την κατηγορούμενη 2, που σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα ευρήματα του Δικαστηρίου θα οδηγούσαν σε απόδειξη της κατηγορίας της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, στην έκτη κατηγορία αποδιδόταν στον εφεσίβλητο και στους κατηγορούμενους 3 και 4 ότι ενώ γνώριζαν ότι το ποσό των €10.000 αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 1 μέχρι 4, απέκτησαν και κατείχαν το εν λόγω ποσό. Το αδίκημα αυτό εδράζεται στον περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο, Ν.188(Ι)/2007, και ειδικότερα στα Άρθρα 2, 3, 4(1)(iii) (2), 5, 7, 8, 10, 11 και 12.
Αναφορικά με το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, προκύπτει από τη νομολογία, και ειδικότερα την υπόθεση ΛΕΜΟΝΑΡΗ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 212/2017 ημερομηνίας 17.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B150, ότι:
«Όπως επισημάνθηκε στην Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 40/2015 ημερ. 25.11.2016, με αναφορά στη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 22, το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες διακρίνεται νομοθετικώς από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος. Τούτο γιατί ο σκοπός του Νόμου είναι η πάταξη της κατοχής, χρήσης και διαχείρισης των εσόδων της παρανομίας αφού η κατοχή και διαχείριση των εσόδων επεκτείνεται σε εύρος χρόνου πέραν του χρόνου διάπραξης του γενεσιουργού αδικήματος. Πρόκειται επομένως για αυτοτελές αδίκημα, το οποίο στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται μια από τις πέντε ενέργειες του άρθρου 4 του Νόμου, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι ο δράστης γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι «οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος».
Επομένως, το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες διαπράττεται και από πρόσωπο που αποκτά περιουσία που οφείλει ή όφειλε να γνωρίζει ότι αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες. Σε ό,τι αφορά το στοιχείο της γνώσης, στην υπόθεση ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΠΕΡΔΙΚΗ, Ποινικές Εφέσεις 98/2020, 140/2020 και 142/2020, ημερομηνίας 27.5.2021, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«…το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες διακρίνεται νομοθετικά από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος και σύμφωνα με το άρθρο 4(2)(δ) του Νόμου, δεν απαιτείται προηγούμενη ή ταυτόχρονη καταδίκη για γενεσιουργό αδίκημα από το οποίο προήλθαν έσοδα, στην προκειμένη περίπτωση αυτό της εμπορίας ναρκωτικών. Το δε συστατικό στοιχείο της γνώσης, μπορεί να αποδειχτεί σύμφωνα με το άρθρο 4(2)(γ) από αντικειμενικές πραγματικές περιστάσεις, δηλαδή με περιστατική μαρτυρία, με το βάρος απόδειξης να παραμένει πάντα στους ώμους της κατηγορούσας αρχής.
[…]
Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα ενοχής όταν δεν συμβιβάζεται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής του κατηγορούμενου (Γενικός Εισαγγελέας ν. Χάρπα, Ποιν. Έφ. Αρ.71/2012, ημερ.21.2.2014). Αυτό συμβαίνει όταν δεν επιδέχεται άλλη λογική ερμηνεία ή εξήγηση, συμβατή με άλλη άποψη των πραγμάτων, έτσι ώστε η ενοχή του κατηγορούμενου να προκύπτει από τη σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 687, 696 και Farooq κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.165, 166, 169 και 170/2018, ημερ.7.9.2020).»
Το Κακουργιοδικείο ανέφερε ότι η μοναδική μαρτυρία που είχε τεθεί ενώπιόν του ως προς την καταβολή ποσών από την κατηγορούμενη 2 προς τον εφεσίβλητο και από τον εφεσίβλητο στον κατηγορούμενο 3, προέρχεται από τον εφεσίβλητο. Με το δεδομένο ότι αφορούσε μαρτυρία συγκατηγορούμενου, το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε τη μαρτυρία του σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας, που επιτάσσουν ότι αξιολογώντας τη μαρτυρία συνεργού το κρίσιμο ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι κατά πόσο το Δικαστήριο είναι διατεθειμένο να βασιστεί στη μαρτυρία αυτή χωρίς ενίσχυση, εφόσον προειδοποιήσει τον εαυτό του για τους κινδύνους που ελλοχεύουν στην αποδοχή της. Σχετικές είναι οι αποφάσεις ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 175/2016, ημερομηνίας 23.11.2018, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 152/2017, ημερομηνίας 20.6.2022, ECLI:CY:AD:2022:D246. Σε κάθε περίπτωση η αξιολόγηση τέτοιας μαρτυρίας δεν διενεργείται απομονωμένα αλλά και σε σχέση με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 141/2017, ημερομηνίας 31.5.2019), ECLI:CY:AD:2019:B202.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι η εντύπωση που αποκόμισε για τον κατηγορούμενο 1 - εφεσίβλητο ήταν κάκιστη. Ειδικότερα σημείωσε τα εξής: «Η μαρτυρία του ήταν διάτρητη από ανακρίβειες, υπεκφυγές, παλινδρομήσεις, ψεύδη και αναλήθειες και ήταν σε αντίθεση ακόμα και με την κατάθεση του τεκμηρίου 18 της οποίας το περιεχόμενο υιοθέτησε. Προσπάθησε να αποποιηθεί οποιασδήποτε ευθύνης ρίχνοντας το φταίξιμο στους υπόλοιπους κατηγορούμενους, και μάλιστα ήταν εμφανής η προσπάθεια του να ενοχοποιήσει ακόμη και τον ΜΚ1… Αυτό που ξεκάθαρα προκύπτει είναι η μη ύπαρξη του κατηγορούμενο 1 να θέσει τον εαυτό μου ως τον τελευταίο κρίκο του εγχειρήματος αποδίδοντας πρωταγωνιστικό ρόλο σε άλλους…. Κάθε άλλο παρά σαφείς και ξεκάθαρες οι απαντήσεις του.»
Το Κακουργιοδικείο ανέφερε επίσης τα ακόλουθα:
«Τα πιο πάνω όμως και η κακή εντύπωση που αποκομίσαμε και που καθιστούν την μαρτυρία του μη αποδεκτή, δεν ακυρώνουν τις παραδοχές του κατηγορούμενου 1 ως προς την εμπλοκή του στην υπόθεση και οι οποίες καταγράφονται στην κατάθεση του, Τεκμήριο 17…. Λαμβάνουμε υπόψη μόνο τις δηλώσεις ομολογίας και κρίνουμε ότι το μέρος της κατάθεσης του αυτό μπορεί να ενταχθεί στον κορμό της υπόλοιπης μαρτυρίας.»
Το Κακουργιοδικείο με αναφορά στην υπόθεση ABURAMADAN v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 148/2021 και 155/2021, ημερομηνίας 10.11.2022, στην οποία επαναλήφθηκαν οι αρχές που έχουν τεθεί αναφορικά με την ομολογία, καταλήγει στην αποδοχή του μέρους της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 1 - εφεσίβλητου, που περιέχεται στην κατάθεσή του, τεκμήριο 17. Αναφέρει σχετικά:
«Στην αναφερόμενη κατάθεση του τεκμήριο 17, αναφέρει για τις συναντήσεις του με την κατηγορούμενη 2 και το αντικείμενο των συζητήσεων τους που δεν ήταν άλλο από το δεσμό της κόρης της τελευταίας με τον ΜΚ3 και στόχος η εξεύρεση τρόπου χωρισμού τους, το ότι παραλάμβανε χρήματα από την κατηγορούμενη 2 για το σκοπό αυτό, η διευθέτηση συνάντησης με τον ΜΚ3 και που έγινε στο καφενείο του, η συνάντηση που είχε με τον ΜΚ1 στους Τρούλλους και η μετέπειτα επικοινωνίες τους αλλά και οι πληροφορίες που του έδινε για δήθεν διακίνηση ναρκωτικών από τον ΜΚ3 κάτι που είχε ως αποτέλεσμα την ανακοπή του οχήματος του και την σύλληψη του στις 28/10/2022. Τα πιο πάνω τεθέντα συνάδουν με την υπόλοιπη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την κατηγορούσα αρχή και τέθηκε από τους ΜΚ.»
Εισηγείται ο εκπρόσωπος για τον Γενικό Εισαγγελέα ότι εφόσον το Κακουργιοδικείο έκανε αποδεκτές τις αυτοενοχοποιητικές δηλώσεις του εφεσίβλητου, στις οποίες περιλαμβάνεται και η παραλαβή χρημάτων από την κατηγορούμενη 2, οι αυτοενοχοποιητικές αυτές δηλώσεις θα έπρεπε να οδηγήσουν σε ανάλογο εύρημα το οποίο θα θεμελίωνε και την καταδίκη του εφεσίβλητου στην κατηγορία αυτή. Υπενθυμίζουμε ότι η υπό εξέταση κατηγορία αφορά το ποσό των €10.000 που δόθηκε για τη διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 1 με 4 από την κατηγορούμενη 2, η οποία ισχυρίστηκε ότι έδωσε τα χρήματα αυτά στον εφεσίβλητο. Ο εφεσίβλητος είχε δώσει άλλη εκδοχή και συγκεκριμένα ότι τα χρήματα αυτά δόθηκαν μέσω του στους κατηγορούμενους 3 και 4 από την κατηγορούμενη 2. Στο τεκμήριο 17 που είναι η κατάθεση του εφεσίβλητου, αυτός αναφέρει ότι πήρε και παρέδωσε στους κατηγορούμενους 3 και 4 από την κατηγορούμενη 2, σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις το ποσό των €1.000 κάθε φορά και σε τέταρτη περίπτωση το ποσό των €3.500. Άρα στο τεκμήριο 17 ο εφεσίβλητος αναφέρεται σε ποσό των €6.500 και όχι στο ποσό των €10.000 που αναφέρεται στην κατηγορία 6.
Στα ευρήματα του Κακουργιοδικείου δεν περιλαμβάνεται εύρημα για οποιαδήποτε παραλαβή ή διακίνηση χρημάτων από τον εφεσίβλητο. Επίσης, στο σημείο που το Κακουργιοδικείο εξετάζει την κατηγορία 6 με βάση τη μαρτυρία που έχει αποδεχτεί, καταλήγει ως ακολούθως:
«Εξετάζοντας την παρούσα περίπτωση η μοναδική μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας ως προς την καταβολή ποσών από την κατηγορούμενη 2 προς τον κατηγορούμενο 1 και από τον τελευταίο στον κατηγορούμενο 3 προέρχεται από τον κατηγορούμενο 1. Έχουμε αποφανθεί για την αξιοπιστία του μάρτυρα με δεδομένο ότι είναι μαρτυρία συγκατηγορούμενου. Δεν υπάρχει μαρτυρία από οποιονδήποτε άλλο μάρτυρα ως προς την διακίνηση του στις λεπτομέρειες του αδικήματος αναγραφόμενου ποσού. Επί της ουσίας δεν έχουμε οποιαδήποτε μαρτυρία για απόδειξη της κατηγορίας.»
Επομένως, με αυτά τα δεδομένα, δηλαδή την αξιολόγηση του εφεσίβλητου ως αναξιόπιστου από το πρωτόδικο Δικαστήριο, και τις λοιπές αδυναμίες που παρουσίασε η μαρτυρία αποτελούσε επιτρεπτό συμπέρασμα για το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν στοιχειοθετείται η κατηγορία 6 σε ό,τι αφορά τον εφεσίβλητο.
Επομένως, η έφεση με αρ. 311/2024 απορρίπτεται.
Ερχόμαστε τώρα να εξετάσουμε την έφεση αρ. 13/2025 με την οποία, υπενθυμίζουμε, προσβάλλονται ως έκδηλα ανεπαρκείς οι ποινές που επιβλήθηκαν στον εφεσίβλητο στις κατηγορίες 1, 2 και 7. Σημειώνουμε τη θέση του συνηγόρου για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ότι δεν θεωρεί ότι υπήρχε σφάλμα αρχής από το Κακουργιοδικείο, αλλά ότι οι ποινές δεν αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων στην οποία κρίθηκε ένοχος ο εφεσίβλητος λόγω των ιδιαίτερα επιβαρυντικών γεγονότων της υπόθεσης. Ειδικότερα θεωρεί ότι η κατοχή 19,39 γραμμαρίων κοκαΐνης, στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης, που χρησιμοποιήθηκαν για να ενοχοποιήσουν ένα αθώο πρόσωπο, καθιστά την κατηγορία 2, κατοχή ναρκωτικών τάξεως Α, πολύ πιο σοβαρή και από κατηγορία κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο.
Στην απόφαση Δ.Α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 57/2020, ημερομηνίας 6.10.2021, ECLI:CY:AD:2021:B432 έχουν λεχθεί τα ακόλουθα:
«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου σε ποινές που επέβαλε Πρωτόδικο Δικαστήριο καταγράφονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Selmani κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/13 και 236/13, ημερ. 5/10/2016 - και επαναλήφθηκαν στη συνέχεια και στις υποθέσεις ΧΧΧ Bora v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 79/2017, ημερ. 13/3/2018, ECLI:CY:AD:2018:B110, και Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 110/2019, ημερ. 29/9/2020 - λέχθηκαν τα εξής:
«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, XXX Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2014, και XXX Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015).
Η επιτυχία ισχυρισμού περί έκδηλα ανεπαρκούς ή υπερβολικής ποινής, προϋποθέτει τεκμηρίωση πασιφανούς αναντιστοιχίας μεταξύ σοβαρότητας του εγκλήματος και επιβληθείσας ποινής ή/και ουσιώδη απόκλιση της ποινής από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525).»
Έχοντας κατά νου το μέγιστο των ποινών που προνοεί ο νομοθέτης για τις κατηγορίες 1 και 7, συνομωσία για πρόκληση βλάβης σε πρόσωπο και συνομωσία προς ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης αντίστοιχα, σημειώνουμε ότι ο νομοθέτης έχει προβλέψει ως μέγιστη ποινή αυτή της φυλάκισης των 2 ετών σε κάθε μια, προχωρούμε πρώτα να εξετάσουμε τον λόγο έφεσης σε σχέση με τις κατηγορίες αυτές.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσίβλητο άμεσες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 μηνών σε κάθε μια από τις κατηγορίες, 1 και 7. Ο εφεσίβλητος ήταν πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου. Οι προσωπικές του περιστάσεις καταγράφονται με λεπτομέρεια στην απόφαση του Κακουργιοδικείου που αφορά την ποινή και δεν θεωρούμε ορθό να τις επαναλάβουμε. Οι συνθήκες που πλαισιώνουν την υπόθεση είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικές για τον εφεσίβλητο. Από τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως σημείωσε και το Κακουργιοδικείο, προκύπτει δολιότητα στον ύψιστο βαθμό. Επειδή η κατηγορούμενη 2 δεν ενέκρινε τον δεσμό της κόρης της με τον ΜΚ3, συμφώνησε με τον εφεσίβλητο, και ο εφεσίβλητος με τον κατηγορούμενο 3, όπως τον βλάψουν. Αποτέλεσμα της συμφωνίας τους και το μέσο για να προκαλέσουν βλάβη στον ΜΚ3 ήταν η τοποθέτηση ναρκωτικών στο αυτοκίνητό του και στη συνέχεια ειδοποίησαν την αστυνομία η οποία τον ανέκοψε ενώ οδηγούσε το όχημά του και κατόπιν έρευνας εντοπίστηκαν τα ναρκωτικά που αποτελούν το αντικείμενο της κατηγορίας 2. Ο εφεσίβλητος κατέστρωσε σχέδιο στο οποίο ήταν πρωτεργάτης και ενορχηστρωτής. Προκύπτει ξεκάθαρα από τα γεγονότα ότι ήταν ο εφεσίβλητος που οργάνωσε το όλο σχέδιο όπως και το Κακουργιοδικείο σημειώνει στην απόφαση του:
«Πρόκειται για συμπεριφορά της χειρότερης μορφής αφού δεν υπήρξε ο παραμικρός δισταγμός να εμπλέξουν, ένα νεαρό φοιτητή που ξεκίνησε αμέριμνος να πάει στη Λευκωσία, που ουδεμία σχέση είχε με ναρκωτικές ουσίες, σε σοβαρότατα αδικήματα με τη πιθανότητα να κατηγορηθεί και να αντιμετωπίσει ακόμα και τον κίνδυνο άμεσης φυλάκισης. Είχε βέβαια συλληφθεί και παραμείνει υπό κράτηση για 8 ημέρες στοιχείο το οποίο αποτέλεσε βλάβη για τον ΜΚ3, έστω και αν η πλευρά της υπεράσπισης του κατηγορούμενου 3 θέλησε να το παρουσιάσει ως κάτι το μηδαμινό. Η ελευθερία ενός προσώπου αποτελεί υπέρτατο αγαθό και δεν περιορίζεται εκτός όπου ο νόμος ορίζει. Στην υπό κρίση περίπτωση η κράτηση του ΜΚ3 για 8 ημέρες και ο περιορισμός της ελευθερίας του δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με την ελαφρότητα που θέλησε να το παρουσιάσει η πλευρά της υπεράσπισης του κατηγορούμενου 3 τη στιγμή μάλιστα που το εν λόγω πρόσωπο δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή με τη διακίνηση ναρκωτικών. Τα ναρκωτικά τοποθετήθηκαν στο αυτοκίνητο του ακριβώς για να τον εμπλέξουν και να πετύχουν το χωρισμό του με την ΜΚ5. Η κατάστρωση του σχεδίου αυτό έγινε για τον πιο ευτελή λόγο και δεν ήταν άλλος από το ότι η κατηγορούμενη 2 δεν επιθυμούσε και δεν ενέκρινε το δεσμό της κόρης της με τον νεαρό αυτό φοιτητή. Μάλιστα από την ακροαματική διαδικασία προέκυψε ότι η κατηγορούμενη 2 ουδέποτε εκφράστηκε στην κόρη της για να της πει να διακόψει το δεσμό αυτό. Όφειλε να ρωτήσει και να μάθει ποιος ήταν ο νεαρός που η κόρη της είχε δεσμό και να βεβαιωθεί ότι οι πληροφορίες που είχε λάβει για το ποιον του ήταν ορθές. Αντ' αυτού επέλεξε με κρυφό, υπόγειο και δόλιο τρόπο και σε συμφωνία με τον κατηγορούμενο 1 και στη συνέχεια ο τελευταίος με τον κατηγορούμενο 3, να τον βλάψουν έτσι ώστε να επέλθει η διακοπή της σχέσης τους. Ο κατηγορούμενος 1 οργάνωσε το όλο σχέδιο, απασχόλησε τον ΜΚ3 σε συνάντηση στο καφενείο που διατηρούσε και ο κατηγορούμενος 3 τοποθέτησε τα ναρκωτικά στο αυτοκίνητο. Τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν είναι δυνατό και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Δεν διαφεύγει το γεγονός ότι η κατηγορούμενη 2 κατέβαλε και €10.000 για να πετύχει το σκοπό της. Αν και παρέμεινε άγνωστο σε ποιον δόθηκαν τα χρήματα εν τούτοις είναι στοιχείο που καταδεικνύει την αποφασιστικότητα της να πετύχει αυτό που έβαλε στο μυαλό της.»
Θεωρούμε ότι όντως τα γεγονότα της υπόθεσης είναι άκρως επιβαρυντικά για τον εφεσίβλητο. Λαμβάνοντας υπόψη μας την προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή και τον πρωταγωνιστικό ρόλο του εφεσίβλητου στο όλο το εγχείρημα, θεωρούμε ότι όντως η ποινή είναι έκδηλα ανεπαρκής και ότι δικαιολογείται η παρέμβασή μας. Οι ποινές στις κατηγορίες 1 και 7 αυξάνονται σε άμεσες ποινές φυλάκισης, 18 μηνών σε κάθε μια, οι οποίες να συντρέχουν.
Σε ό,τι αφορά την κατηγορία 2, κατοχή ναρκωτικών τάξεως Α και ειδικότερα κοκαΐνη 19,39 γραμμάρια η καθαρότητα της οποίας, μετά από εργαστηριακή εξέταση ήταν 34.38% για τα 10 γραμμάρια και 36.50% για τα 9,39 γραμμάρια, είναι ολοφάνερο ότι η κατηγορία είναι ιδιαιτέρως σοβαρή. Ο νομοθέτης έχει προβλέψει ποινή φυλάκισης 12 ετών.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει επιβάλει στον εφεσίβλητο ποινή φυλάκισης 2 ετών αναφέροντας ότι τα ναρκωτικά κατέχονταν από τον εφεσίβλητο (και τον κατηγορούμενο 3) όχι για ιδία χρήση αλλά για να προκαλέσουν βλάβη στο ΜΚ3. Δεν συνδέθηκαν επίσης ούτε με κατοχή για τον σκοπό της προμήθειας ή της διακίνησης σε τρίτα πρόσωπα. Η καθαρότητα της κοκαΐνης όμως, μπορούσε να επηρεάσει τυχόν ποινή φυλάκισης που μπορεί να επιβαλλόταν στον ΜΚ3, εάν το δολοπλόκο σχέδιο των κατηγορούμενων στην παρούσα υπόθεση δεν διαφαινόταν. Επίσης, ο σκοπός για τον οποίο κατέχοντο οι ναρκωτικές αυτές ουσίες από τον εφεσίβλητο είναι ιδιαιτέρως σοβαρός. Μπορεί να μην ήταν για σκοπούς εμπορίας, αλλά ήταν για τον εξίσου σοβαρό σκοπό της ενοχοποίησης του ΜΚ3.
Αφετηρία για τη σοβαρότητα του αδικήματος είναι το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπει ο νόμος. Σχετικές είναι οι υποθέσεις ΛΕΒΕΝΤΗΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (1999) 2 Α.Α.Δ. 632, ΒΡΑΧΙΜΗ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2000) 2 Α.Α.Δ. 727, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. EVANS (2005) 2 Α.Α.Δ. 639.
Στην παρούσα περίπτωση τα 12 χρόνια. Λαμβάνοντας υπόψη μας τις περιστάσεις και τα γεγονότα που πλαισιώνουν την υπόθεση, την ολοένα και μεγαλύτερη αύξηση της συχνότητας με την οποία διαπράττονται τα αδικήματα αυτής της φύσης για την οποία έχουμε δικαστική γνώση και τον λόγο για τον οποίο τα ναρκωτικά αυτά χρησιμοποιήθηκαν στην παρούσα υπόθεση, να ενοχοποιήσουν ένα αθώο πρόσωπο, θεωρούμε ότι και αυτή η ποινή ελέγχεται. Τα 2 χρόνια που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι έκδηλα ανεπαρκή υπό τις περιστάσεις και κρίνουμε ότι η ορθή και πιο ισοζυγισμένη ποινή είναι αυτή των 3 ½ ετών, η οποία του επιβάλλεται και η οποία επίσης θα συντρέχει με τις άλλες ποινές που του έχουν επιβληθεί, εφόσον όλα τα αδικήματα έχουν διαπραχθεί στο πλαίσιο μίας ενιαίας συμπεριφοράς.
Επομένως, η έφεση αρ. 13/2025 επιτυγχάνει. Οι ποινές που έχουν επιβληθεί στον εφεσίβλητο αυξάνονται ως ακολούθως:
Κατηγορία 1 – ποινή φυλάκισης 18 μηνών.
Κατηγορία 2 – ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών.
Κατηγορία 7 – ποινή φυλάκισης 18 μηνών.
Οι ποινές να συντρέχουν.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο