ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 60/2023)
28 Ιανουαρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσείων,
v.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΟΙΡΑΤΖΙΔΗ,
Εφεσίβλητου.
________________________
Σ. Μιχαήλ (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα.
Σ. Αργυρού με Χ. Μαρτούδη (κα), για τον Εφεσίβλητο.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ: Με βάση κατηγορητήριο, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ο εφεσίβλητος αντιμετώπιζε δύο κατηγορίες που αφορούσαν κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα 994,1 γραμμαρίων κάνναβης. Ο εφεσίβλητος παραδέχτηκε ενοχή στις εν λόγω κατηγορίες.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στη βάση των όσων εξήγησε στην απόφασή του, επέβαλε στον εφεσίβλητο ποινή φυλάκισης 27 μηνών στην κατηγορία της κατοχής της εν λόγω ποσότητας με σκοπό την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα, ενώ δεν επέβαλε οποιαδήποτε ποινή στην κατηγορία της απλής κατοχής στη βάση του ότι τα γεγονότα της εμπεριέχονται σε αυτά της έτερης κατηγορίας. Αφού εξέτασε το ενδεχόμενο αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, με βάση τα όσα εξήγησε στην απόφασή του, αποφάσισε να αναστείλει τη φυλάκιση του εφεσίβλητου για 3 έτη. Προχώρησε δε και εξέδωσε διάταγμα επιτήρησης του εφεσίβλητου με συγκεκριμένους όρους.
Είναι χρήσιμο να τεθεί το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης, ως το πρωτόδικο Δικαστήριο το κατέγραψε στην απόφασή του. Ως αναφέρεται, ο εφεσίβλητος συνελήφθη, κατόπιν σχετικής πληροφορίας, να παραλαμβάνει από σκιπ το οποίο βρισκόταν πάνω σε πεζοδρόμιο έξω από μία υπό ανακαίνιση οικία, μία νάιλον διαφανή συσκευασία και, κατόπιν καταδίωξής του, αυτή έπεσε στο έδαφος. Διαπιστώθηκε ότι περιείχε ξηρή φυτική ύλη κάνναβης και ένα κινητό τηλέφωνο χρώματος μαύρου. Με την υπόδειξη της συσκευασίας, ο εφεσίβλητος ανέφερε ότι ήταν δικά του. Σε όχημα του εφεσίβλητου βρέθηκαν δύο κρύπτες στο πάτωμα μπροστά από τις δύο θέσεις επιβατών, χωρίς να υπάρχει οτιδήποτε εντός αυτών.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε, επίσης, τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου, εξηγώντας ότι:
«Σύμφωνα με έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ο Κατηγορούμενος είναι 28 ετών και είναι πατέρας τριών παιδιών. Κατάγεται από τη Θεσσαλονίκη και βρίσκεται στην Κύπρο από ηλικία 17 ετών όταν ήρθε εδώ μαζί με τη σύζυγό του με την οποία διατηρούσε τότε δεσμό. Έμειναν μόνιμα στην Κύπρο και ο ίδιος εργάστηκε σε διάφορους χώρους και από τον Απρίλιο του 2020 εργάζεται ως υπεύθυνος καταστήματος αλυσίδας υπεραγορών. Έχει τρία παιδιά μεταξύ των οποίων ένα νεογέννητο βρέφος. Παρακολουθεί πρόγραμμα στο Κέντρο Πολλαπλής Παρέμβασης από τον Ιούλιο του 2022 όπου και σύμφωνα με βεβαίωση του Κέντρου παρά κάποιο ολίσθημα που είχε περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2022 συνεχίζει έκτοτε το πρόγραμμα προσανατολισμένος στους στόχους του. Σύμφωνα με βεβαίωση εργοδότησής του, έχει υπό την επίβλεψη του 30 άτομα στην εργασία του, αναλαμβάνει διαδικασίες φύλαξης χρηματοκιβωτίου και παράδοσης χρήματα αποστολών και έχει επιδείξει εργατικότητα και διαπροσωπικές δεξιότητες. Σύμφωνα με βεβαίωση του ψυχίατρου Δρ. Κυριάκου Βερεσιέ, ο Κατηγορούμενος εξαρτάται από παράνομες ουσίες από 13 ετών και παρουσιάζει ψυχιατρικά επακόλουθα όπως χρόνιας μορφής κατάθλιψη και άγχους, ενώ στην εφηβεία αναφέρεται σοβαρή απόπειρα αυτοκτονίας με χάπια, βρίσκεται υπό θεραπεία με αγχολυτικά και αντιμελαγχολικά φάρμακα.
Ο ευπαίδευτος συνήγορός του αναφέρθηκε στην εγκατάλειψη του Κατηγορούμενου από τον πατέρα του, τη διολίσθησή του στη χρήση ναρκωτικών, το ότι, πέραν των λοιπών του οικογενειακών συνθηκών που πιο πάνω αναφέρονται μετέχει σε πρόγραμμα απεξάρτησης κι έχει πετύχει να αποτοξινωθεί, ότι ο ρόλος του ήταν αυτός που διαμετακομιστή. Τονίζει το ποινικό του μητρώο, το διάστημα που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη των αδικημάτων, το ότι συνεργάστηκε με τις αρχές, το ότι η στάση του δείχνει μεταμέλεια. Ειδικά σε σε σχέση με το αδίκημα που διέπραξε τονίζει ότι ‑βάσει και των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στο άρθρο 30 (4)(α) του Νόμου:
1. Ήταν νεαρό πρόσωπο, 36 ετών,
2. Διέπραξε το αδίκημα για να λάβει τη δόση του,
3. Ήταν εξαρτημένος από ναρκωτικά,
4. Έχει επιδείξει μεταμέλεια συνεργαζόμενος με τις αρχές, παραδεχόμενος τη διάπραξη του αδικήματος και εντασσόμενος σε πρόγραμμα απεξάρτησης,
5. Δεν υπήρχε επιβαρυντικός παράγοντας από τους προβλεπόμενους στο Νόμο 29(I)/77.»
Στην απόφασή του, το πρωτόδικο Δικαστήριο, με αναφορά και σε νομολογία, επεσήμανε τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, αυτή της διά βίου φυλάκισης. Παρατήρησε δε ότι η χρήση ναρκωτικών και η έξαρσή τους αντιμετωπίζεται με αυστηρές, αποτρεπτικές ποινές, ενώ, με αναφορά στην VALDEZ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 144/2016, ημερομηνίας 21.2.2017, ECLI:CY:AD:2017:B57, ότι ο εφεσίβλητος, ως μεταφορέας των ναρκωτικών, αποτέλεσε «ένα σημαντικό κρίκο στην αλυσίδα διακίνησης και διασποράς τους στη χώρα μας».
Έστρεψε, παράλληλα, την προσοχή του στους μετριαστικούς παράγοντες, με βάση το Άρθρο 30(4)(β) του περί ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν.29/77, καταγράφοντας το ότι ο κατηγορούμενος είναι νεαρό πρόσωπο, διέπραξε το αδίκημα λόγω της άμεσης ανάγκης να εξασφαλίσει τη δόση του, τον βαθμό εξάρτησης από τα ναρκωτικά, τη συνεργασία του με τις αρχές (στις οποίες παραδέχτηκε από την αρχή την κατοχή), τη συμμετοχή του σε πρόγραμμα απεξάρτησης και το ότι δεν υπάρχουν οποιαδήποτε επιβαρυντικά περιστατικά από τα προβλεπόμενα στο Άρθρο 30(4)(α) του Νόμου. Έλαβε, επίσης, υπ' όψιν το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσίβλητου, την άμεση παραδοχή του και τις προσωπικές του συνθήκες.
Δεδομένου, όμως, ότι αναγνωρίστηκε ως σημαντικός ο ρόλος του εφεσίβλητου στη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στην ποινή την οποία επέβαλε στον εφεσίβλητο.
Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας προσβάλλει την επιβληθείσα ποινή με έναν λόγο έφεσης, ο οποίος προβάλλει ότι η επιβληθείσα ποινή είναι έκδηλα ανεπαρκής, λαμβανομένων υπ' όψιν σωρευτικά της σοβαρότητας του αδικήματος, της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής και της νομολογίας, των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, της έξαρσης στη διάπραξη των συγκεκριμένων αδικημάτων, της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, καθώς και της ανάγκης για γενική και ειδική πρόληψη και αποτροπή. Προβάλλεται, παράλληλα, ότι λανθασμένα ασκήθηκε η διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της επιβληθείσας ποινής, εφόσον κάτι τέτοιο δεν δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστάσεων και των προσωπικών περιστατικών του εφεσίβλητου. Αιτιολογικά, προβάλλεται, παράλληλα, η απόδοση δυσανάλογης βαρύτητας στις προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου, η μη λήψη υπ' όψιν επαρκώς της ανάγκης για προστασία του κοινωνικού συνόλου από τους αδικοπραγούντες και η μη εξυπηρέτηση των σκοπών που επιβάλλεται να εξυπηρετήσει η επιβληθείσα ποινή.
Έχουμε εξετάσει καθετί σχετικό με την παρούσα έφεση, συμπεριλαμβανομένων των θέσεων της κάθε πλευράς, υπό το φως και της σχετικής νομολογίας.
Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΜΥΛΩΝΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, ως τέθηκαν σε σχετικό απόσπασμα στην ΚΥΠΡΙΖΟΓΛΟΥ κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 53/2017 κ.ά., ημερομηνίας 15.12.2017:
«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Selmani κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:
“Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, Χρίστου Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2015 και Αναστάσιος Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015).”»
Είναι προφανής η σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορά η παρούσα έφεση και η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Ως υποδείξαμε στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. SUTTON, Ποινική Έφεση 199/2024, ημερομηνίας 8.12.2025:
«Αδικήματα που αφορούν ναρκωτικά έχουν επανειλημμένως χαρακτηριστεί ως κοινωνική μάστιγα, θέτοντας σε κίνδυνο, τόσο τη φυσική όσο και την κοινωνική ευημερία του κοινού. Η δε έξαρση, η οποία παρατηρείται σε τέτοιου είδους αδικήματα, καθιστά την αποτροπή, κυρίαρχο στοιχείο στην ποινή που θα πρέπει να επιβάλλεται. Όπως λέχθηκε στην BEYKI v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 60:
«Είναι θεμελιωμένο ότι τα ναρκωτικά αποτελούν σοβαρότατο κίνδυνο για τον άνθρωπο, ο οποίος κίνδυνος πρέπει να καταπολεμηθεί. Οι αυστηρές ποινές που επιβάλλονται για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά είναι το μέσο που έχουν τα δικαστήρια για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Γι' αυτό και οι ποινές που συνήθως επιβάλλονται για τέτοια αδικήματα ενέχουν και το στοιχείο της αποτροπής. Όμως, θεμελιωμένη είναι και η αρχή της διάκρισης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν σε εμπορία ναρκωτικών και εκείνων που αφορούν σε κατοχή και χρήση. Οι έμποροι ναρκωτικών, όπως λέχθηκε στην Afroughi (ανωτέρω), καθιστούν επάγγελμα τους τη διασπορά του θανάτου και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό των ποινών που επιβάλλονται σ' αυτούς. Για τους χρήστες ναρκωτικών, όμως, υπάρχει κάποιο περιορισμένο περιθώριο για επίδειξη επιεικείας, το οποίον (περιθώριο) σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου και ειδικά των χρηστών ναρκωτικών, ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.»
Εις δε την VALDEZ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 144/2016, ημερομηνίας 21.2.2017, ECLI:CY:AD:2017:B57, λέχθηκε ότι:
«Διαχρονικά έχουμε τονίσει τη σημασία του ρόλου του Δικαστηρίου ως προς την επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε συνάρτηση με αδικήματα ναρκωτικών, ειδικά όταν αφορούν την παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α΄ (όπως εδώ, κοκαϊνης) με σκοπό την προμήθεια. Είναι φανερό ότι τέτοιες ενέργειες, ως των εφεσειόντων, δίδουν τη δυνατότητα της άμεσης εξάπλωσης και χρήσης ναρκωτικών σε ευρύ αριθμό ατόμων με άμεσο καταστρεπτικό αντίκτυπο στον κοινωνικό ιστό. Γι' αυτό το λόγο, όπως επίσης έχει νομολογηθεί, οι προσωπικές περιστάσεις αν και δεν ατονούν, έχουν σαφώς μειωμένη σημασία αφού προέχει η αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου για προστασία του κοινωνικού συνόλου».»
Ανάλογες διατυπώσεις γίνονται και στην XHAFERI v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 207/2021, ημερομηνίας 16.11.2022, ECLI:CY:AD:2022:B453, όπου λέχθηκε ότι:
«Όπως σημειώσαμε στην Ελενόδωρου Κυριάκου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 68/2020, ημερ. 11/5/2022, ECLI:CY:AD:2022:B180, η νομολογία υπαγορεύει την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε υποθέσεις που αφορούν ναρκωτικές ουσίες. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ναρζίπ ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2014, ημερ. 21/11/2014, η ενασχόληση με τα ναρκωτικά, είτε για ιδία χρήση ή κατά μείζονα λόγο με την εισαγωγή και διάθεση ή προμήθεια σε τρίτους, αποτελεί μέγιστο κίνδυνο στην κοινωνική συνοχή ενόψει των προβλημάτων που επιφέρει η εξάρτηση. Στην υπόθεση Bora ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 79/2017, ημερ. 13/3/2018, ECLI:CY:AD:2018:B110, λέχθηκε ότι:
«Μπορεί να αποτυπωθεί, ως απαύγασμα της εν λόγω νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, αποτρεπτικού χαρακτήρα, ακριβώς λόγω των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η εξαθλίωση των θυμάτων, αλλά και η απώλεια ζωών, κυρίως νέων ανθρώπων, επιβάλλει τη δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών».»
(Βλ. επίσης, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ANGELOV, Ποινική Έφεση 38/2023, ημερομηνίας 16.12.2025)
Ενώ θεωρούμε ότι ορθά, το πρωτόδικο Δικαστήριο, προσέγγισε το θέμα του καθορισμού του είδους της ποινής για την κατηγορία της κατοχής ναρκωτικών ουσιών τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα και ορθά έστρεψε την προσοχή του στα ελαφρυντικά και προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου, διατηρούμε την άποψη ότι η κατάληξή του, ως προς το ύψος της επιβαλλόμενης ποινής, ελέγχεται.
Επρόκειτο για κατοχή με σκοπό την προμήθεια μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών, 994,1 γραμμαρίων κάνναβης. Είναι άφθονη η νομολογία από την οποία θα μπορούσε να αντληθεί καθοδήγηση αναφορικά με το υπό κρίση αδίκημα. Ενδεικτικά και μόνο, αναφορά θα μπορούσε να γίνει στην XHAFERI (ανωτέρω), και σε άλλες που αναφέρθηκαν σε αυτήν, όπως ΚΑΤΣΑΠΑΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2012) 2 Α.Α.Δ. 318, AHMED Κ.Α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2012) 2 Α.Α.Δ. 801, SOLEIMANI v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2006) 2 Α.Α.Δ. 476 και ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ Κ.Α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2007) 2 Α.Α.Δ. 492.
Προβάλλει, από τη νομολογία, η επιβολή σημαντικά αυστηρότερων ποινών φυλάκισης από αυτήν που επέλεξε να επιβάλει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Η επιβολή ποινής 27 μηνών φυλάκισης που επιβλήθηκε στον εφεσίβλητο, αντικειμενικά ιδωμένη και όχι ως αποτέλεσμα προσωπικής άποψης των μελών του Εφετείου, δεν είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος, της έξαρσης που αυτό παρουσιάζει καθιστώντας το κοινωνική μάστιγα, και της αναγκαιότητας για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, τόσο σε σχέση με τον αδικοπραγούντα, όσο και σε σχέση με τρίτους. Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε στην κρίση του, προφανώς υπερβάλλοντας στη σημασία των προσωπικών περιστάσεων του εφεσίβλητου και των ελαφρυντικών που καθόρισε, ως προς το ύψος της ποινής που θα έπρεπε να επιβληθεί στον εφεσίβλητο, καθιστώντας, ως αποτέλεσμα, αναγκαία την παρέμβασή μας, αφού η ποινή που επιβλήθηκε στην κατηγορία 2 κρίνεται έκδηλα ανεπαρκής.
Στην παρέμβασή μας αυτή δεν μπορεί παρά να είναι σχετική και η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την τέλεση του αδικήματος μέχρι και σήμερα. Όπως επισημαίνεται στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΤΑΚΚΑ, Ποινική Έφεση 160/2022, ημερομηνίας 26.6.2025:
«Όπως λέχθηκε και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημητρίου, Ποιν. Έφ. 41/2025, ημερ. 10.4.2025 η καθυστέρηση αποτιμάται κατά το πέρας της διαδικασίας ως ελαφρυντικός παράγων στη βάση των σταθερών νομολογιακών αρχών, συνεκτιμάται δε με την αλλαγή των προσωπικών και άλλων περιστάσεων του παραβάτη.»
Αναπόφευκτα, λαμβάνουμε υπ' όψιν το γεγονός ότι έχουν παρέλθει τέσσερα χρόνια από την τέλεση των αδικημάτων, γεγονός που επιδρά στην παρέμβασή μας για καθορισμό της ορθής ποινής, ώστε αυτή να είναι ουσιαστικά μειωμένη συγκριτικά με την ποινή που θα ήταν ορθό να είχε επιβληθεί πρωτοδίκως.
Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, ως έχουν αναλυθεί ανωτέρω, αλλά και ως αναλύονται στην πρωτόδικη απόφαση, κρίνουμε ότι η επιβληθείσα ποινή στη δεύτερη κατηγορία θα πρέπει να αντικατασταθεί με ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών από σήμερα.
Καθίσταται αντιληπτό ότι υπό αυτά τα δεδομένα ανατρέπεται και η διαταγή για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, αφού το ως άνω χρονικό διάστημα εκφεύγει των προνοιών του Άρθρου 3 του περί της Υφ’ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιστάσεις Νόμος του 1972, Ν.95/1972.
Ως αποτέλεσμα των ως άνω, η έφεση επιτυγχάνει. Η ποινή φυλάκισης των 27 μηνών με αναστολή στην κατηγορία 2 ακυρώνεται και αντικαθίσταται με ποινή άμεσης φυλάκισης 3 ½ ετών από σήμερα. Το εκδοθέν διάταγμα επιτήρησης ακυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο