ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ.: 67/2018)
30 Ιανουαρίου 2026
[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΜΑΡΙΑ ΣΤΡΟΥΘΟΥ,
Εφεσείουσα/Εναγόμενη,
v.
DICKRAN HOVSEPIAN,
Εφεσίβλητου 1/Ενάγοντα,
v.
OLYMPIC INSURANCE CO LTD, υπό Εκκαθάριση δια των Εκκαθαριστών της Επίσημου Παραλήπτη και Παύλου Νακούζη,
Εφεσίβλητης 2/Τριτοδιαδίκου.
___________________________
Χ. Χρυσάνθου με Χρ. Μιτσίδου (κα) για Λ. Παπαφιλίππου & Σία, Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα.
Π. Καύκαρος για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο 1.
Σ. Μένταλης για Α. Π. Ερωτοκρίτου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη 2.
ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την Τουμαζή, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.: Με την υπό κρίση έφεση, προσβάλλεται η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 29.01.2018, με την οποία αποδόθηκε αποκλειστική ευθύνη στην εφεσείουσα – εναγομένη σε αγωγή για δυστύχημα που ήγειρε ο εφεσίβλητος 1 – ενάγοντας εναντίον της. Η έφεση στρέφεται, επίσης, και εναντίον της απόρριψης της απαίτησης της εφεσείουσας (ως εναγόμενης) εναντίον της εφεσίβλητης 2 – τριτοδιαδίκου.
Με την αγωγή του, ο εφεσίβλητος 1 αιτήθηκε γενικές και ειδικές αποζημιώσεις από την εφεσείουσα, για οδικό ατύχημα που επεσυνέβη στις 13.7.2006. Στην έκθεση απαίτησης, προέβαλε ότι η εφεσείουσα, οδηγός οχήματος, ανέκοψε την πορεία του, με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του και τη δημιουργία ζημιών στη μοτοσυκλέτα του. Με την υπεράσπιση της, η εφεσείουσα αμφισβήτησε τις λεπτομέρειες αμέλειας και τις, κατ’ ισχυρισμόν, σωματικές βλάβες και ειδικές ζημιές και προέβαλε ότι την αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα έφερε ο εφεσίβλητος 1. Ήτο παραδεκτό ότι, κατά τους επίδικους χρόνους, το όχημα της εφεσείουσας ήτο ασφαλισμένο στην εφεσίβλητη 2, η οποία προστέθηκε στη διαδικασία ως τριτοδιάδικος.
Η εφεσίβλητη 2, στην υπεράσπιση της, έναντι της ειδοποίησης τριτοδιαδίκου που της επιδόθηκε, πρόβαλε ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει οιονδήποτε ποσό ως αποζημιώσεις στον εφεσίβλητο 1, αφού δεν είχε δοθεί η προβλεπόμενη ειδοποίηση δυνάμει του Άρθρου 15(1)(α) του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (Ν. 96(Ι)/2000).
Σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, όλοι οι διάδικοι συμφώνησαν και δήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι γενικές και ειδικές αποζημιώσεις που ο εφεσίβλητος δικαιούτο, επί πλήρους ευθύνης, ανέρχονταν σε €200.000,00, πλέον νόμιμο τόκο από 16.5.2013. Παρέμεινε προς εκδίκαση το θέμα της ευθύνης και η απαίτηση της εφεσείουσας για κάλυψη και συνεισφορά από την τριτοδιάδικο - εφεσίβλητη 2 για οποιαδήποτε ποσά τυχόν θα διατάσσετο να καταβάλει στον εφεσίβλητο 1.
Αναφορικά με το ζήτημα της ευθύνης, κατέθεσαν για τον εφεσίβλητο 1, ο ίδιος (Μ.Ε.2) και ο εξεταστής του ατυχήματος (Μ.Ε.1). Για την εφεσείουσα κατέθεσε ο αδελφός της (Μ.Υ.1), ο οποίος ήταν επιβάτης στο αυτοκίνητο που οδηγούσε η εφεσείουσα, και ο πατέρας της (Μ.Υ.2). Η εφεσείουσα δεν έδωσε μαρτυρία. Αναφορικά με την ειδοποίηση τριτοδιαδίκου, και την απαίτηση της εφεσείουσας εναντίον της εφεσίβλητης 2, κατατέθηκε από κοινού για την αλήθεια του περιεχομένου της, η αλληλογραφία μεταξύ των μερών και δεν δόθηκε προφορική μαρτυρία.
Κατά την ακροαματική διαδικασία, ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι επισκέφθηκε τη σκηνή του ατυχήματος, την ίδια ημέρα που αυτό συνέβη, δηλαδή στις 13.7.2006, ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής και σημείωσε με, το γράμμα Χ, το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων, το οποίο του υπέδειξε η εφεσείουσα, με το οποίο συμφώνησε και ο ίδιος, αφού όπως ανέφερε, στο όχημα της εφεσείουσας δεν βρέθηκε άλλο σημείο επαφής, πλην της μπροστινής δεξιάς γωνιάς του. Με το σημείο σύγκρουσης συμφώνησε, επίσης, και ο εφεσίβλητος 1. Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε συμμετρικό σχεδιάγραμμα, το οποίο ετοίμασε με βάση το πρόχειρο σχεδιάγραμμα. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε, ακόμη, πως το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της ημέρας, ο καιρός ήταν αίθριος, η άσφαλτος ξηρή, ο δρόμος ευθύς, κατηφορικός και η ορατότητα μέχρι 100 μέτρα και από τις δύο πλευρές.
Ο εφεσίβλητος 1 περιέγραψε ότι οδηγούσε μοτοσυκλέτα και η εφεσείουσα αυτοκίνητο, στην οδό Μόρφου, με αντίθετες κατευθύνσεις. Το φως στη διασταύρωση ήταν πράσινο. Μετά που πέρασε ένα βαν από απέναντι του, είδε το αυτοκίνητο της εφεσείουσας να του αποκόπτει την πορεία, προσπαθώντας να στρίψει δεξιά στην οδό Λυκαβητού. Η ταχύτητα της εφεσείουσας ήταν μεγάλη. Ο ίδιος δεν πρόλαβε να σταματήσει και συγκρούστηκαν. Καθόρισε την ορατότητα του σε, περίπου, 15 μέτρα. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν είχε άλλα οχήματα μπροστά του και πως όταν είδε την εφεσείουσα για πρώτη φορά, αυτή, ήταν σε απόσταση 2 μέτρων μπροστά του και πως η εφεσείουσα είχε εισέλθει περίπου 1 ½ μέτρο στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας.
Ο Μ.Υ.1, αδελφός της εφεσείουσας και συνοδηγός της, ανέφερε πως φτάνοντας στα φώτα τροχαίας, της οδού Μόρφου με την οδό Λυκαβητού, εισήλθαν στη δεξιά λωρίδα του δρόμου με υποχρεωτική κατεύθυνση δεξιά, με πρόθεση να στρίψουν δεξιά. Το φως στην πορεία τους ήταν πράσινο, όμως, λόγω του ότι από απέναντι έρχονταν οχήματα, η εφεσείουσα ακινητοποίησε το όχημα της εκτός της διασταύρωσης, με λοξή κλίση προς τα δεξιά. Ενώ ήταν σταματημένοι, περιμένοντας να καθαρίσει από απέναντι ο δρόμος για να στρίψουν δεξιά, είδε ένα ψηλό βαν χρώματος άσπρου να έρχεται από απέναντι τους και να στρίβει προς την οδό Λυκαβητού. Τη στιγμή που το βαν έστριβε, ξεπρόβαλε ταυτόχρονα από το δεξιό του μέρος μία μοτοσυκλέτα, η οποία, αφού πέρασε από τα δεξιά του βαν και σχεδόν απέναντι τους, έχασε τον έλεγχο της και κτύπησε το μπροστινό δεξιό μέρος του οχήματος τους. Από τη σύγκρουση έσπασε ο μπροστινός δεξιός τροχός του οχήματος.
Ο Μ.Υ.2, πατέρας της εφεσείουσας, ανέφερε πως μετέβη στη σκηνή, αφού ειδοποιήθηκε από την κόρη του και διαπίστωσε ότι η στροφή του οχήματος της προς τα δεξιά ήταν μόλις 18 εκατοστά.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αξιολόγησε την ενώπιον του μαρτυρία, κατέληξε στα ακόλουθα ευρήματα:
«Στις 13.7.2006 γύρω στις 17.10, η εναγομένη οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα της με αρ. LK 696 στην οδό Μόρφου στον Αρχάγγελο Λακατάμιας με κατεύθυνση από τον κυκλικό κόμβο Αρχαγγέλου προς την Λεωφόρο Ηρώων. Εντός του οχήματος της εναγομένης επέβαινε ως συνοδηγός, ο αδελφός της Γεώργιος Στρούθος (Μ.Υ.1).
Η εναγομένη φτάνοντας στην συμβολή της οδού Μόρφου με την οδό Λυκαβηττού, η οποία ήταν δεξιά σε σχέση με την πορεία της και ελέγχεται από φώτα τροχαίας, έστριψε δεξιά για να εισέλθει στην οδό Λυκαβηττού με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του ενάγοντα που οδηγούσε την μοτοσικλέτα με αρ. ΗΜΧ 985 και ο οποίος κινείτο στην αντίθετη κατεύθυνση. Ως επακόλουθο, επήλθε σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντα και την δημιουργία ζημιών στην μοτοσικλέτα του.
Στην σκηνή έφτασε ο αστυφύλακας Μαρίνος Διαμιανού (Μ.Ε.1). Βρήκε τα ενεχόμενα οχήματα στις τελικές τους θέσεις και τους οδηγούς παρόντες.
Ταυτόχρονα με την άφιξη του Μ.Ε.1 στην σκηνή, ασθενοφόρο που παρέλαβε τον ενάγοντα και τον μετέφερε στο Νοσοκομείο.
Ο Μ.Ε.1 πήρε μέτρα της σκηνής και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα. Σημείωσε με το γράμμα Χ, το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων το οποίο του υποδείχθηκε από την εναγομένη και με το οποίο συμφώνησε και ο ενάγοντας όταν του υπεδείχθη από τον Μ.Ε.2 στο Νοσοκομείο όπου τον επισκέφθηκε για να του πάρει κατάθεση.
Με βάση το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, ο Μ.Ε.1 ετοίμασε συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος (τεκμ.2). Βρίσκω και αποδέχομαι ως ορθές, όλες τις μετρήσεις που ο Μ.Ε.1 κατέγραψε στο τεκμήριο 2. Ειδικότερα βρίσκω και αποδέχομαι ως σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων, το σημείο Χ στο πιο πάνω σχεδιάγραμμα (τεκμ.2).
Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της ημέρας, ο καιρός ήταν αίθριος, η άσφαλτος ξηρή, ο δρόμος ευθύς κατηφορικός και η ορατότητα μέχρι 100 μέτρα και από τις δύο πλευρές. Το αυτοκίνητο της εναγομένης, υπέστη ζημιά στην μπροστινή δεξιά γωνιά και στον προφυλακτήρα ενώ η μοτοσικλέτα του ενάγοντα υπέστη ζημιές στο τιμόνι, στην ανάρτηση του μπροστινού τροχού και στο δεξιό πατίδι. Ο ενάγοντας τραυματίστηκε σοβαρά στο αριστερό πόδι.
Οι γενικές και ειδικές αποζημιώσεις που ο ενάγων δικαιούται επί πλήρους ευθύνης, ανέρχονται στο συμφωνημένο ποσόν των €200.000,00 πλέον νόμιμο τόκο από 16.5.2013.
Κατά τους επίδικους χρόνους, το αυτοκίνητο της εναγομένης ήταν ασφαλισμένο στην τριτοδιάδικο ασφαλιστική εταιρεία δυνάμει ασφαλιστηρίου εγγράφου με αρ. ΜΟ 0062963. Ο ενάγοντας μετά την καταχώρηση της αγωγής, παρέλειψε να αποστείλει στην τριτοδιάδικο ασφαλιστική εταιρεία εντός της προβλεπομένης προθεσμίας, την ειδοποίηση που καθορίζεται από το άρθρο 15.1 του Νόμου 96(1)/2000.
Μετά την έγερση της αγωγής, η ασφαλιστική εταιρεία υπερασπίστηκε την εναγομένη και είχε τον χειρισμό της υπόθεσης εκ μέρους της. Την υπερασπίστηκε επίσης στην ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον της. Στην συνέχεια όμως, εξέφρασε την πρόθεση να μην καλύψει οποιοδήποτε ποσόν διαταχθεί η εναγομένη να πληρώσει τον ενάγοντα, επειδή αυτός δεν έστειλε εντός της προβλεπομένης από τον Νόμο προθεσμίας, την ειδοποίηση για έγερση της αγωγής.
Ακολούθως, ο συνήγορος της τριτοδιαδίκου ασφαλιστικής εταιρείας, με επιστολή ημ. 7.12.11 (τεκμ. 20) ανέφερε στον συνήγορο της εναγομένης ότι η απόφαση της ασφαλιστικής εταιρείας είναι να συνεχίσει να υπερασπίζεται την παρούσα αγωγή και ότι θα τηρήσει πλήρως τις υποχρεώσεις της έναντι της εναγομένης. Όμως στην συνέχεια και παρά την πιο πάνω διαβεβαίωση, ο συνήγορος της ασφαλιστικής εταιρείας ζήτησε και πήρε άδεια από το Δικαστήριο να αποσυρθεί από δικηγόρος της εναγομένης. Η τριτοδιάδικος ασφαλιστική εταιρεία ειδοποίησε επί του προκειμένου την εναγομένη και της ζήτησε να διορίσει νέο Δικηγόρο για να την υπερασπιστεί στην παρούσα αγωγή.»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο επεξήγησε πως, σε υπόθεση οδικής αμέλειας, ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι ο εναγόμενος δεν ενήργησε ως συνετός και όχι ως ο τέλειος οδηγός. Ως προς το τι συνιστά αμέλεια, άντλησε καθοδήγηση από την Σωκράτους v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 1, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson (1932) A.C. 562.
Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως.
Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί:
• η φύση του καθήκοντος και
• όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει.
Το κριτήριο της αμέλειας είναι αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και την λογική συνέπεια.»
Ακολούθως, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε το θέμα της ευθύνης για το ατύχημα και κατέληξε πως ο εφεσίβλητος 1 είχε αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, την οδική αμέλεια της εφεσείουσας. Παραθέτουμε το σκεπτικό του Δικαστηρίου:
«Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι ο ενάγων απέδειξε την παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας που είχε έναντι του η εναγομένη. Η εναγομένη οδήγησε στην προκειμένη περίπτωση το όχημα της χωρίς την δέουσα παρατηρητικότητα και χωρίς να λαμβάνει υπόψη, τους άλλους οδηγούς που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο. Όφειλε κατά την κρίση μου προτού επιχειρήσει στροφή προς τα δεξιά να πιστοποιήσει ότι ο δρόμος ήταν καθαρός για να πράξει κάτι τέτοιο και ότι δεν θα απέκοπτε την πορεία οιουδήποτε άλλου οχήματος οδηγείτο κανονικά στην απέναντι λωρίδα κυκλοφορίας.
Η παρουσία της μοτοσυκλέτας του ενάγοντα στο συγκεκριμένο σημείο, ήταν εύλογα προβλεπτή στην εναγομένη. Γι' αυτό όφειλε να οδηγεί το όχημα της με τρόπο ώστε να αντιληφθεί έγκαιρα την μοτοσικλέτα του ενάγοντα προτού επιχειρήσει να στρίψει δεξιά.
Αντίθετα, η εναγομένη επιχείρησε δεξιά στροφή πίσω από το βαν που προηγείτο του οχήματος της, εισερχόμενη στην απέναντι λωρίδα κυκλοφορίας χωρίς να προβεί σε επαρκή έλεγχο του δρόμου, και αποκόπτοντας την πορεία της μοτοσικλέτας του ενάγοντα. Η πιο πάνω συμπεριφορά της εναγομένης, καταδεικνύει ότι δεν εκπλήρωσε το καθήκον επιμέλειας που όφειλε έναντι των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν τον δρόμο και ειδικά έναντι του ενάγοντα που οδηγούσε την μοτοσικλέτα του στο απέναντι ρεύμα κυκλοφορίας.
Η είσοδος με δεξιά κλίση στην λωρίδα κυκλοφορίας του ενάγοντα πίσω ακριβώς από το ψηλό βαν, καταδεικνύει ότι η εναγομένη δεν έλεγξε καθόλου τον δρόμο, παραγνωρίζοντας πλήρως τον προβλεπτό κίνδυνο να κινούνται άλλα οχήματα στην απέναντι κατεύθυνση.
Να σημειώσω εδώ ότι σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, υπήρχε στην σκηνή πολύ καλή ορατότητα γύρω στα 100 μέτρα. Αν η εναγομένη σταματούσε κανονικά στην συμβολή των δρόμων και έλεγχε την κίνηση από απέναντι της στην οδό Μόρφου, θα μπορούσε με ευκολία να αντιληφθεί την μοτοσικλέτα του ενάγοντα που εκινείτο από την αντίθετη κατεύθυνση.
Αντιθέτως, η εναγομένη επιχείρησε απότομα δεξιά στροφή, ακολουθώντας το ψηλό βαν που είχε ήδη στρίψει δεξιά πριν από αυτήν, χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στην αντίθετη με την πορεία της κατεύθυνση.
Η εν γένει οδική συμπεριφορά της εναγομένης και ειδικά η αποτυχία της να ελέγξει επαρκώς τον δρόμο προτού επιχειρήσει δεξιά στροφή, συνιστά την γενεσιουργό αιτία του ατυχήματος και δικαιολογεί την απόδοση οδικής αμέλειας εναντίον της. Αυτό γιατί είναι παραδεκτό ότι από την παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας εκ μέρους της εναγομένης προς τον ενάγοντα, ο ενάγοντας υπέστη ζημιά. Τραυματίστηκε σοβαρά κατά την σύγκρουση και υπέστη πόνο ταλαιπωρία και έξοδα.».
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στη συνέχεια, απέρριψε τη θέση της εφεσείουσας για συντρέχουσα αμέλεια του εφεσίβλητου 1, με την οποία ισχυρίστηκε ότι αυτός απέτυχε να αντιληφθεί εγκαίρως το όχημα της και να αποφύγει τη σύγκρουση. Το Δικαστήριο έκρινε πως αποκλειστική ευθύνη για το επίδικο ατύχημα έφερε η εφεσείουσα και εξέδωσε απόφαση υπέρ του εφεσίβλητου 1 για το ποσό των €200.000,00 για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, ως είχε συμφωνηθεί, πλέον νόμιμο τόκο από 16.05.2013. Στη συνέχεια, έκρινε ότι η εφεσίβλητη 2 δεν είχε υποχρέωση να παράσχει κάλυψη στην εφεσείουσα, από τη στιγμή που δεν τηρήθηκε η προϋπόθεση του Άρθρου 15(1)(α) του Ν. 96(Ι)/2000 για γνωστοποίηση της δικαστικής διαδικασίας εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας και απέρριψε την απαίτηση της εφεσείουσας εναντίον της εφεσίβλητης 2.
Σημειώνεται παρενθετικά πως ο εφεσίβλητος 1 καταχώρισε την Έφεση Αρ. 104/2018 με την οποία επεδίωκε την ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης στο βαθμό που αφορούσε την απόρριψη της απαίτησης της εφεσείουσας εναντίον της εφεσίβλητης 2. Το Εφετείο ενέκρινε, μετά από ακρόαση, αίτηση που καταχώρισε η εφεσίβλητη 2, με την οποία ζητούσε την απόρριψη της εν λόγω έφεσης ως προδήλως αβάσιμης και απέρριψε την εν λόγω έφεση, ως τέτοια (βλ. Hovsepian v. Olympic Insurance Co Ltd, υπό Εκκαθάριση δια των Εκκαθαριστών της Επίσημου Παραλήπτη και Παύλου Νακούζη, Πολιτική Εφεση Αρ. 104/2018, ημερομηνίας 21.2.2025).
Η εφεσείουσα δεν έμεινε ικανοποιημένη με την υπό κρίση απόφαση, ημερομηνίας 29.01.2018, και καταχώρησε την εξεταζόμενη έφεση, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους έφεσης:
«ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ 1
Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και/ή κατ’ αντίθεση των νομολογημένων αρχών αποφάσισε το θέμα της ευθύνης και τον καταλογισμό 100% αυτής εναντίον της Εναγομένης.
…………………………………………………………………………………………..
ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ 2
Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και/ή πεπλανημένα και/ή κατ’ αντίθεση με την Νομολογία αξιολόγησε τη μαρτυρία και/ή μέρος αυτής, που υπήρχε ενώπιον του χωρίς να την αντιπαραβάλει με την πραγματική μαρτυρία η οποία ήταν ενώπιον και/ή εσφαλμένα αξιοποίησε και/ή αξιολόγησε την πραγματική μαρτυρία.
…………………………………………………………………………………………..
ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ 3
Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και/ή χωρίς να αιτιολογεί πλήρως και/ή επαρκώς την απόφαση του αξιολόγησε την μαρτυρία του ΜΥ1.
…………………………………………………………………………………………..
ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ 4
Το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατά παράβαση του άρθρου 1Α του Συντάγματος παρέλειψε να ερμηνεύσει και/ή να δώσει προτεραιότητα και/ή να εφαρμόσει υπέρτατες νομικές αρχές και/ή Νομολογία και/ή Νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε σχέση με την εγχώρια Νομοθεσία και δει τον Νόμο 96(Ι)/2000 και τις πρόνοιες και προθεσμίες επί αυτού.
…………………………………………………………………………………………..
ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ 5
Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα εφάρμοσε τον Νόμο 96(Ι)/2000 και τις πρόνοιες αυτού παραλείποντας να αντιπαραβάλει αυτές με υπέρτατες νομικές αρχές ως αυτές προκύπτουν από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο που διέπει τον τομέα της υποχρεωτικής ασφάλισης μηχανοκινήτων οχημάτων και εξίσωσε ουσιαστικά την Εναγόμενη η οποία είχε ασφαλιστική κάλυψη με την Τριτοδιάδικο με οποιοδήποτε άλλο οδηγό ο οποίος οδηγούσε χωρίς ασφαλιστική κάλυψη κατά παράβαση και/ή παρερμηνεύοντας και/ή χωρίς να προσδώσει σημασία στον βαθμό που απαιτείται και/ή καθόλου στις αρχές και το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
…………………………………………………………………………………………..
ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ 6
Το Πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εκτιμήσει και/ή ασχοληθεί με τις συμβατικές υποχρεώσεις και/ή τη συμβατική σχέση μεταξύ Εναγόμενης και Τριτοδιαδίκου και/ή να δώσει βαρύτητα στις έννομες βάσιμες προσδοκίες (legitimate expectations) της Εναγόμενης οι οποίες πηγάζουν τόσο από την ασφαλιστική σύμβαση όσο και από τον υποχρεωτικής ασφάλισης οχημάτων Νόμο.
…………………………………………………………………………………………..
ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ 7
Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την αξίωση της Εναγόμενης εναντίον του Τριτοδιαδίκου και/ή εσφαλμένα δεν διέταξε όπως η Τριτοδιάδικος καλύψει πλήρως και/ή στο έπακρο τον Ενάγοντα ως ασφαλιστική εταιρεία που ασφαλίζει την ευθύνη που απορρέει από το όχημα που οδηγούσε η Εναγόμενη.
…………………………………………………………………………………………..
ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ 8
Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε ότι η Τριτοδιάδικος με την εν γένει συμπεριφορά της και/ή των υποσχέσεων της προς την Εναγόμενη δεν κατέστει η ίδια υπόχρεα να πληρώσει τον Ενάγοντα και/ή λανθασμένα και/ή κατά αντίθεση με τις αρχές της Νομολογίας τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και του Ευρωπαικού Δικαστηρίου είχε το δικαίωμα να αρνηθεί να καλύψει την Εναγόμενη και/ή ότι δεν εφαρμόζεται το κώλυμα στην προκειμένη περίπτωση.
…………………………………………………………………………………………..
ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ 9
Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα ερμήνευσε αυστηρά τις πρόνοιες του άρθρου 15 του Νόμου 96(Ι)/2000 χωρίς να λάβει υπόψη και/ή να συνυπολογίσει τη συμπεριφορά της Τριτοδιαδίκου έναντι της Εναγόμενης ως επίσης και τις νόμιμες βάσιμες προσδοκίες (legitimate expectations) που είχε η Εναγόμενη με βάση τις Ευρωπαϊκές αρχές που διέπουν την ασφαλιστική κάλυψη μηχανοκινήτων οχημάτων.»
Έχουμε εξετάσει με προσοχή όλα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, με τα εμπεριστατωμένα περιγράμματα τους και τις προφορικές αγορεύσεις, έθεσαν ενώπιον μας. Θα εξετάσουμε σε κοινό πλαίσιο τους λόγους έφεσης 1-3, οι οποίοι αφορούν στην αξιολόγηση και τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Προτού προχωρήσουμε, επαναλαμβάνουμε τη νομολογιακή αρχή ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων είναι έργο, κατ’ εξοχήν, του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο έχει την ευκαιρία να ακούει τους μάρτυρες και να παρακολουθεί τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Εφετείο, κατά κανόνα, σπάνια επεμβαίνει. Η επέμβαση του στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, από πρωτόδικο Δικαστήριο, καθώς επίσης στα ευρήματα στα οποία αυτό έχει οδηγηθεί, δικαιολογείται μόνο όταν τα ευρήματα είναι εξ’ αντικειμένου ανυπόστατα ή όταν είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, ως αξιόπιστη. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο να κάμει τα ευρήματα τα οποία έκαμε, σε σχέση με την αξιοπιστία, το Εφετείο δεν επεμβαίνει (Αθανασίου v. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, Σολωμού v. Vineyard View Tourist Enterprises Ltd (1998) 1(Α) ΑΑΔ 300, Γ.Μ.Β v. T.A, Έφεση Αρ. 15/2020, ημερομηνίας 24.11.2022).
Η εφεσείουσα, με τους λόγους έφεσης 1-3, παραπονείται για την αξιολόγηση και αποδοχή της μαρτυρίας του εφεσίβλητου 1 (Μ.Ε.2) και την αξιολόγηση και μη αποδοχή της μαρτυρίας του Μ.Υ.1, ως επίσης και για την αξιολόγηση της πραγματικής μαρτυρίας και της απόδοσης αποκλειστικής ευθύνης στην εφεσείουσα.
Ο δικηγόρος της εφεσείουσας, στο περίγραμμα αγόρευσης του, προέβαλε πως πουθενά στην πραγματική μαρτυρία, η οποία κατατέθηκε από τον Μ.Ε.1, δεν αποτυπώνονταν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο εφεσίβλητος 1 ισχυρίστηκε ότι έγινε το επίδικο ατύχημα. Προέβαλε, επίσης, πως ο εφεσίβλητος 1 είχε υποπέσει σε αντιφάσεις, τις οποίες και υπέδειξε. Αντίθετη ήταν η θέση του δικηγόρου του εφεσίβλητου 1, ο οποίος υποστήριξε την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη ως προς την ευθύνη.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέκτηκε τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 ως αξιόπιστη. Ειδικότερα, ως προς τον Μ.Ε.2 έκρινε πως ήταν απόλυτα σαφής και πειστικός ότι η εφεσείουσα ήταν σε κίνηση κατά την ώρα της σύγκρουσης και ότι, στην προσπάθεια της να στρίψει δεξιά, εισήλθε στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας, αποκόπτοντας την πορεία του και ότι δεν είδε την εφεσείουσα, παρά μόνο σε απόσταση δύο μέτρων, λόγω του ότι ακολουθούσε ψηλό βαν, το οποίο επίσης έστριψε δεξιά. Το Δικαστήριο, αναφέρθηκε στη νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία η πραγματική μαρτυρία είναι δυνατόν να χρησιμοποιείται για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και την αξιολόγηση διιστάμενων εκδοχών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Πότση (2000) 2 Α.Α.Δ. 252, Ιωαννίδου v. Γιαννή (1990) 1 Α.Α.Δ. 213, Σαββίδου v. Μάγου, Πολιτική Έφεση Αρ. 298/2019, ημερομηνίας 5.6.2025). Περαιτέρω, επεσήμανε πως η εκδοχή του ΜΕ2 ως προς τα γεγονότα που οδήγησαν στη σύγκρουση, επιβεβαιωνόταν και από την πραγματική μαρτυρία, όπως αυτή αποτυπώθηκε στο σχεδιάγραμμα (Τεκμήριο 2) και τα ευρήματα του ΜΕ1, με το εξής σκεπτικό:
«Στην παρούσα περίπτωση, υπενθυμίζω ότι το σημείο σύγκρουσης στο σχεδιάγραμμα (τεκμ.2), το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της ενάγουσας, βρίσκεται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του ενάγοντα. Στοιχείο που επιβεβαιώνει την θέση του ενάγοντα για αποκοπή της πορείας του από την εναγομένη. Επιπλέον οι ζημιές στα δύο οχήματα καταδεικνύουν σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 εξεταστή της υπόθεσης, πλαγιομετωπική σύγκρουση, γεγονός που επιβεβαιώνει την θέση του ενάγοντα ότι η εναγομένη προσπάθησε να στρίψει δεξιά και δεν είχε ακινητοποιημένο το όχημα της στην πλευρά της, όπως εισηγήθηκε η υπεράσπιση. Το γεγονός αυτό, καταδεικνύεται και από την τελική θέση του αυτοκινήτου της εναγομένης.»
Εξετάσαμε με προσοχή τη σχετική μαρτυρία, την αξιολόγηση καθώς και τα συνακόλουθα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αλλά, και την κατάληξη του ως προς το θέμα της ευθύνης, καθώς, και τα πρακτικά της ακροαματικής διαδικασίας. Κρίνουμε ότι οι λόγοι έφεσης 1 – 3 δεν ευσταθούν. Ο ευπαίδευτος πρωτόδικος Δικαστής προέβη σε μία πλήρη αξιολόγηση της μαρτυρίας του εφεσίβλητου 1 και των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2, την οποία αντιπαρέβαλε με την πραγματική μαρτυρία (Τεκμήριο 2). Προέβη δε στην σωστή παρατήρηση πως το σημείο σύγκρουσης, στο σχεδιάγραμμα, το οποίο δεν αμφισβητήθηκε, βρισκόταν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του εφεσίβλητου 1. Υπέμνησε, επίσης, πως η μαρτυρία του ΜΕ1, σύμφωνα με την οποία οι ζημιές στα οχήματα κατεδείκνυαν πλαγιομετρική σύγκρουση, ενίσχυσαν τη θέση του εφεσίβλητου 1 ότι το όχημα της εφεσείουσας δεν ήταν ακινητοποιημένο. Έδωσε, δε, σαφείς και πειστικούς λόγους για την απόρριψη της μαρτυρίας του Μ.Υ.1. Κρίνουμε πως ήταν καθόλα εύλογο και δικαιολογημένο για το πρωτόδικο Δικαστήριο να κρίνει αξιόπιστη τη μαρτυρία της πλευράς του εφεσίβλητου 1 και να απορρίψει τη μαρτυρία των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2.. Τα όσα αναφέρθηκαν ως αντιφάσεις του εφεσίβλητου 1, όπως για παράδειγμα ότι υπέδειξε διαφορετικό σημείο σύγκρουσης κατά την πρώτη μέρα αντεξέτασης και ότι συμφώνησε με το σημείο Χ τη δεύτερη μέρα αντεξέτασης, δεν κρίνονται ικανά στοιχεία ώστε να δημιουργήσουν ρήγμα στην αξιοπιστία του εφεσίβλητου 1. Όπως τονίστηκε στην Ανδρέου v. Μίτα, Πολιτική Έφεση Αρ. 204/2025, ημερομηνίας 15.11.2023 «… επέμβαση του Εφετείου χωρεί στην περίπτωση και μόνο όπου οι αντιφάσεις είναι τέτοιας μορφής που να δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση και ότι ως τέτοιες μπορούν να καθορισθούν εκείνες οι οποίες, υπό το φως της φύσης της υπόθεσης και του ζητήματος που καλύπτουν, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή φανερώνουν διάθεση καταφυγής στο ψεύδος (Ομήρου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 98, 101).».
Δεδομένου ότι ο ΜΥ1, ο οποίος μαρτύρησε πως το όχημα της εφεσείουσας ήταν ακινητοποιημένο, δεν κρίθηκε αξιόπιστος, η δε εφεσείουσα δεν μαρτύρησε, το εύρημα ότι, κατά τη σύγκρουση, το όχημα της τελευταίας ήταν σε κίνηση προβάλλει ορθό.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού προέβη στο δικαιολογημένο εύρημα ότι η εφεσείουσα ήταν αμελής, απέρριψε, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, τη θέση της περί συντρέχουσας αμέλειας του εφεσίβλητου 1, με το εξής σκεπτικό:
«…Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η εναγομένη ακολουθούσε ένα ψηλό αυτοκίνητο τύπου βαν που περιόριζε την ορατότητα του ενάγοντα για τα οχήματα που εκινούντο πίσω από τον βαν, παρά την πολύ καλή ορατότητα που επικρατούσε στην περιοχή. Επιπλέον, σύμφωνα και πάλιν με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο ενάγοντας αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο της εναγομένης για πρώτη φορά, σε απόσταση 2 μέτρων όταν αυτό πήρε δεξιά στροφή και του απέκοψε την πορεία. Υπό τας περιστάσεις και κάτω από την αγωνία της σύγκρουσής, ο ενάγοντας δεν μπορούσε να πράξει οτιδήποτε ώστε να αποφύγει την σύγκρουση.
Δεν εντοπίζεται από τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, ποια ήταν η προφύλαξη που εύλογα θα μπορούσε να πάρει και δεν πήρε ο ενάγοντας για την δική του ασφάλεια ώστε να στοιχειοθετηθεί συντρέχουσα αμέλεια. Η συμπεριφορά της εναγομένης να στρίψει δεξιά δεν ήταν προβλεπτή εξέλιξη για τον ενάγοντα αφού η ύπαρξη του αυτοκινήτου της δεν ήταν καν ορατή στον ίδιο λόγω του ότι η εναγομένη ακολουθούσε το ψηλό βαν. Αντιλήφθηκε δε το αυτοκίνητο της ενάγουσας μετά που το βαν έστριψε δεξιά και μόλις δύο μέτρα πριν την σύγκρουση, μετά που η ενάγουσα επιχείρησε να στρίψει δεξιά αποκόπτοντας του τον δρόμο. Αλλά ακόμα και ορατή να ήταν η ύπαρξη του αυτοκινήτου της ενάγουσας, η πρόθεσή της να προβεί σε δεξιά στροφή και να αποκόψει την ομαλή πορεία του ενάγοντα δεν θα μπορούσε να ήταν προβλεπτή.
………………………………………………………………………………………..
Στην παρούσα περίπτωση, ακόμα και αν το αυτοκίνητο της εναγομένης δεν ήταν σε κίνηση και απλά έκαμε ελαφριά στροφή δεξιά και πάλιν θα είχε την πλήρη ευθύνη για το ατύχημα. Σχετική είναι η υπόθεση Χήρα ν. Παπαϊωάννου (ανωτέρω), όπου η εφεσείουσα στα φώτα τροχαίας της Λεωφόρου Σαλαμίνος, με σκοπό να στρίψει δεξιά στην γέφυρα Κάνιγγος, έκαμε ελαφρά στροφή με αποτέλεσμα ο εφεσίβλητος μοτοσικλετιστής που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση να συγκρουστεί στο δεξιό άκρο του αυτοκινήτου της. Το Εφετείο ανέτρεψε τον καταμερισμό ευθύνης του Πρωτόδικου Δικαστή, βρίσκοντας την εφεσείουσα αποκλειστικά υπεύθυνη για το ατύχημα.»
Συμφωνούμε με την πιο πάνω προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Τα ευρήματα γεγονότων δικαιολογούσαν την κατάληξη του ότι δεν είχε τεκμηριωθεί συντρέχουσα αμέλεια εκ μέρους του εφεσίβλητου 1. Η εν λόγω κατάληξη είναι σύμφωνη με τη νομολογία, με βάση την οποία «… δεν μπορεί να καταλογιστεί αμέλεια σε διάδικο ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με ξαφνικό κίνδυνο, όπου σε τέτοια περίπτωση δεν τίθεται θέμα δυνατότητας λήψης μέτρων προς αποφυγή του» (βλ. Σαββίδου v. Μάγου, Πολιτική Έφεση Αρ. 298/2017, ημερομηνίας 5.06.2025).
Ως εκ των ανωτέρω, οι λόγοι έφεσης 1 – 3 κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.
Οι λόγοι έφεσης 4, 5 και 9 θα εξεταστούν σε κοινό πλαίσιο, λόγω της συνάφειας τους. Με αυτούς η εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε λανθασμένα το Άρθρο 15 του Ν. 96(Ι)/2000, παραγνωρίζοντας τη νομολογία και νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αποτέλεσμα να επηρεαστούν οι νόμιμες και βάσιμες προσδοκίες που είχε η εφεσείουσα.
Ως εισηγήθηκε ο δικηγόρος της εφεσείουσας, σκοπός του Άρθρου 15(1)(α) είναι να επιτρέπει την κατευθείαν πληρωμή στο θύμα και ταυτόχρονα να αποτρέπει απάτη εναντίον του ασφαλιστή, επιτρέποντας του να υπερασπιστεί την απαίτηση. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του, ο εθνικός νομοθέτης, με το Άρθρο 15(1)(α), μετέφερε την πρόθεση του ευρωπαίου νομοθέτη, που είναι να μην μένει κανένα θύμα τροχαίου ατυχήματος χωρίς αποζημίωση. Παρέπεμψε δε, μεταξύ άλλων, στην C 162/2013, Vnuk v Zavarovalnica Triglav d.d., ημερομηνίας 4.9.2014, C442/10 Churchill Insurance Company Ltd v. Wilkinson). Πρόσθεσε πως πρόθεση και σκοπός του ευρωπαίου νομοθέτη είναι να δύναται ο εθνικός νομοθέτης να θέτει πρόνοιες οι οποίες να είναι ευνοϊκότερες για τον ζημιωθέντα. Εισηγήθηκε, επίσης, πως το Άρθρο 15(1)(α) θα πρέπει να ερμηνευθεί με τρόπο που να εννοείται ότι ο ασφαλιστής δικαιούται να αρνηθεί να πληρώσει κατ’ ευθείαν το θύμα, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία δεν του δόθηκε καθόλου ειδοποίηση και βρισκόταν σε πλήρη άγνοια για την ύπαρξη της δικαστικής διαδικασίας που εγείρεται. Στην υπό κρίση περίπτωση, η εφεσίβλητη 2 δεν είχε άγνοια της δικαστικής διαδικασίας, εφόσον, μετά την έγερση της αγωγής, υπερασπίστηκε την εφεσείουσα με δικηγόρο και είχε το χειρισμό της υπόθεσης. Ο δικηγόρος του εφεσίβλητου 1 συμφώνησε με τους λόγους έφεσης 4-9, ως επίσης και με την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ο δικηγόρος της εφεσείουσας.
Σύμφωνα με την Διογένης Χριστοφόρου Λτδ v. Giosa Victoria Mikaela (2012) 1 Α.Α.Δ. 1196, με το Άρθρο 1Α του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατοχυρώνεται «η υπέρτερη ισχύς του κοινοτικού δικαίου σε όλους τους τομείς, το οποίο, εν πάση περιπτώσει, δέσμευε τη Δημοκρατία από την ημερομηνία ένταξης της στην Ευρωπαϊκή Ένωση …… Τα Δικαστήρια της Κύπρου έχουν συνεπώς υποχρέωση να προσαρμόζουν τους ημεδαπούς νόμους κατά τρόπο που να μην αφίστανται του Ευρωπαϊκού κεκτημένου…..».
Ως προς τη δεσμευτικότητα των ευρωπαϊκών οδηγιών, στην Sigma Radio T.V. Public Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2015) 3 Α.Α.Δ. 111, λέχθηκαν τα εξής:
«Μια Οδηγία, κατά το Άρθρο 288 εδάφιο 3 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην Άρθρο 249 εδάφιο 3), δεσμεύει το κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά δεν έχει άμεση ισχύ, αφήνοντας την επιλογή του τύπου και των μέσων επίτευξης του αποτελέσματος στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
Εν προκειμένω, η Κύπρος εφάρμοσε την Οδηγία με τη θέσπιση του Νόμου. Η αρχή της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου που διαπνέει τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, εκφράζεται στην περίπτωση των Οδηγιών, με την αναγνώριση υποχρέωσης των εθνικών δικαστηρίων για ερμηνεία του εθνικού νόμου, κατά τρόπο που να συνάδει με την Οδηγία η οποία αφορά το αντίστοιχο αντικείμενο, ακόμα και στην περίπτωση που ο εθνικός νόμος προϋπήρχε της Οδηγίας, όπως ήταν η περίπτωση της υπόθεσης Marleasing SA v. La Comercial International de Alimentacion SA (Case C-106/89) [1990] ECRI - 4135, όπου αναγνωρίστηκε με σαφήνεια τέτοια υποχρέωση*.».
Ο Ν. 96(Ι)/2000 θεσπίστηκε προς το σκοπό εναρμόνισης της ημεδαπής νομοθεσίας με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, σε σχέση με την υποχρεωτική ασφάλιση της ευθύνης έναντι τρίτου από κινδύνους που προκύπτουν από τη χρήση μηχανοκινήτων οχημάτων.
Έχουμε μελετήσει τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στις οποίες μας παρέπεμψε ο συνήγορος της εφεσείουσας. Οι αποφάσεις αυτές αφορούν στην εμβέλεια της Οδηγίας 72/266/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24ης Απριλίου 1972 (πρώτη Οδηγία) περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και με τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής, και ειδικότερα το Άρθρο 3(1), όπως διευκρινίστηκε και συμπληρώθηκε με τις μεταγενέστερες Οδηγίες. Σύμφωνα με τις αποφάσεις αυτές, το εν λόγω Άρθρο πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η υποχρεωτική ασφάλιση αυτοκινήτου πρέπει να παρέχει στους τρίτους, θύματα τροχαίων ατυχημάτων, δικαίωμα αποζημίωσης και ότι το Άρθρο αυτό αποκλείει τη δυνατότητα του ασφαλιστή να επικαλεστεί νομοθετικές διατάξεις ή συμβατικές ρήτρες για να αρνηθεί να αποζημιώσει τους τρίτους, θύματα ατυχήματος προκληθέντος από το ασφαλισμένο όχημα. Θα θέλαμε να σημειώσουμε, κατ’ αρχάς, ότι σύμφωνα με τις σχετικές Οδηγίες και την Ευρωπαϊκή νομολογία, σκοπός είναι να προστατεύεται το θύμα τροχαίου ατυχήματος. Στην υπό κρίση έφεση, παραπονούμενη-εφεσείουσα είναι η ασφαλισμένη και όχι το θύμα- εφεσίβλητος 2. Ο δε Ν. 96(Ι)/2000, όπως εξάλλου και ο δικηγόρος της εφεσείουσας αναφέρει στο περίγραμμα αγόρευσης του, τέθηκε σε εφαρμογή για σκοπούς εναρμονισμού της νομοθεσίας μας με την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία (Πρώτη, Δεύτερη, Τρίτη και Τέταρτη Οδηγία). Περαιτέρω, σε καμιά από τις πιο πάνω αποφάσεις που παρέπεμψε ο δικηγόρος της εφεσείουσας δεν αποφασίσθηκε ότι ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλλει το εκδοθέν ποσό δικαστικής απόφασης, έστω και αν δεν δόθηκε η υπό του ημεδαπού Νόμου προβλεπόμενη ειδοποίηση για την έναρξη της διαδικασίας, εντός του καθοριζόμενου χρόνου. Δεν διαπιστώνουμε οποιαδήποτε παραβίαση των εν λόγω Ευρωπαϊκών Οδηγιών με την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Συμφωνούμε με την κρίση του Δικαστηρίου πως οι πρόνοιες του Άρθρου 15.1(α) του εναρμονιστικού Ν. 96(Ι)/2000, ως ίσχυε κατά τους επίδικους χρόνους, σκοπό είχαν να πληροφορήσουν τον ασφαλιστή για απαιτήσεις μέσω Δικαστηρίου εναντίον ασφαλισμένων οχημάτων, αλλά και να τον προστατεύσουν από τυχόν συμπαιγνία και ότι οι πρόνοιες του εν λόγω Άρθρου είναι σαφείς, η δε προϋπόθεση, για έγγραφη γνωστοποίηση της δικαστικής διαδικασίας εντός της προθεσμίας, ρητή. Κρίνουμε ότι δεν δικαιολογείται οποιοσδήποτε λόγος επέμβασης μας.
Ως εκ των ανωτέρω, οι λόγοι έφεσης 4, 5 και 9 κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.
Θεωρούμε ευχερέστερο να προχωρήσουμε στη συνέχεια με την συνεξέταση των λόγων έφεσης 6, 7 και 8, οι οποίοι είναι συναφείς μεταξύ τους. Αυτή τη σειρά ακολούθησαν, άλλωστε, και οι δικηγόροι της εφεσείουσας στο περίγραμμα αγόρευσης τους. Οι λόγοι αυτοί αφορούν τους ισχυρισμούς της εφεσείουσας για τη σχέση που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο μεταξύ της εφεσείουσας και της εφεσίβλητης 2. Ο δικηγόρος της εφεσείουσας, στο περίγραμμα αγόρευσης του, υποστήριξε πως η σχέση της εφεσείουσας με την εφεσίβλητη 2 ήταν συμβατική και καθορίζετο από το ασφαλιστήριο το οποίο είχε εκδώσει η εφεσίβλητη 2 και με το οποίο αναλάμβανε να καλύψει τις ζημιές και/ή σωματικές βλάβες οποιουδήποτε τρίτου, οι οποίες απορρέουν από τη χρήση του οχήματος που οδηγούσε η εφεσείουσα. Σύμφωνα με την εισήγηση, το Άρθρο 15 του Νόμου, εφαρμόζεται μόνο σε σχέση με την απευθείας πληρωμή προς το θύμα και δεν εφαρμόζεται σε σχέση με την πληρωμή της αποζημίωσης προς τον ασφαλισμένο. Αυτό το οποίο το Άρθρο 15 καθορίζει, είναι ότι αν δεν τηρηθούν συγκεκριμένες υποχρεώσεις από το θύμα, το θύμα δεν δικαιούται απευθείας πληρωμή από τον ασφαλιστή. Συνεχίζει, όμως, σύμφωνα με το επιχείρημα, να υφίσταται η υποχρέωση για κάλυψη ζημιάς ενός τρίτου, που προέκυψε από την αμέλεια του ασφαλισμένου, δια μέσω του ασφαλισμένου. Αντιθέτως, ο δικηγόρος της εφεσίβλητης 2 – τριτοδιαδίκου υποστήριξε την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε την ευθύνη της εφεσίβλητης 2 – τριτοδιαδίκου - ασφαλιστικής εταιρείας με αναφορά στο Άρθρο 15(1)(α) του Ν. 96(Ι)/2000, το οποίο, ως ίσχυε κατά τους επίδικους χρόνους, προνοούσε τα ακόλουθα:
«Προϋποθέσεις για καταβολή αποζημίωσης
15.—(1) Κανένα ποσό δεν πληρώνεται από ασφαλιστή δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14
(α) Σχετικά με οποιαδήποτε δικαστική απόφαση, εκτός εάν πριν ή εντός επτά ημερών από την έναρξη της διαδικασίας στην οποία εκδόθηκε τέτοια απόφαση, ο ασφαλιστής ειδοποιήθηκε γραπτώς για την έγερση της διαδικασίας,»
Το Δικαστήριο, περαιτέρω, αναφέρθηκε στο παραδεκτό γεγονός ότι γραπτή ειδοποίηση της δικαστικής διαδικασίας δεν είχε αποσταλεί στην τριτοδιάδικο - εφεσίβλητη 2 και απέρριψε τη θέση της εφεσείουσας ότι το Άρθρο 15(1)(α) δεν επηρεάζει τα συμβατικά δικαιώματα της εφεσείουσας με την εφεσίβλητη 2. Κατέληξε πως η γραπτή ειδοποίηση για έγερση της δικαστικής διαδικασίας εντός 7 ημερών ήτο αναγκαία προϋπόθεση για την καταβολή αποζημίωσης και απέρριψε την απαίτηση της εφεσείουσας εναντίον της εφεσίβλητης 2, με το ακόλουθο σκεπτικό:
«Υπό τας περιστάσεις, η υποχρέωση του ασφαλιστή να αποζημιώσει το θύμα οδικού ατυχήματος δεν είναι ζήτημα που αφορά μόνο την συμβατική του σχέση με τον ασφαλισμένο. Διέπεται και από τις πρόνοιες του Νόμου 96/2000, οι οποίες καθορίζουν ρητά στο άρθρο 15.1, τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες ενεργοποιείται αυτή η υποχρέωση του ασφαλιστή. Η ίδια υποχρέωση υφίστατο και στο άρθρο 10.2 του Κεφ.333 που αντικαταστάθηκε από τον Νόμο 96(I)/2000.
Διαφορετική προσέγγιση θα καταργούσε ουσιαστικά τις πρόνοιες του άρθρου 15.1 του Νόμου 96(Ι)/2000, προφανής σκοπός του οποίου είναι να δίδεται επαρκής προειδοποίηση στον ασφαλιστή για τις απαιτήσεις που πιθανόν να κληθεί να ικανοποιήσει.
Σχετική είναι η υπόθεση Ελευθερίου ν. Μινέρβα Πολ. Έφεση 1/2001 ημ. 4.12.2015, στην οποία εξετάστηκαν οι συνέπειες του γεγονότος της μη έγκαιρης γραπτής ειδοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 10.2 του Κεφ.333. Στον βαθμό που τα δύο άρθρα ταυτίζονται, θεωρώ την νομολογία που ερμηνεύει το άρθρο 10.2 του Κεφ.333 ως δεσμευτική για σκοπούς ερμηνείας του άρθρου 15.2 του Ν. 96(Ι)/2000.
Στην πιο πάνω υπόθεση Ελευθερίου ν. Μινέρβα, αναφέρονται συγκεκριμένα τα ακόλουθα:
«Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ορθά επισημαίνει το πρωτόδικο δικαστήριο, αποτελεί κοινό έδαφος ότι καμιά ειδοποίηση δεν δόθηκε είτε πριν, είτε μετά την έγερση της Αγωγής Αρ. 608/95 στους Εφεσίβλητους 2, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 10(2)(α) και (β) του Νόμου. Με βάση αυτή τη μη αμφισβητούμενη διαπίστωση, καθίσταται φανερό ότι οι Εφεσίβλητοι 2, οι οποίοι δυνάμει του Νόμου φαίνεται να είχαν υποχρέωση να καλύψουν τον Φυλακτού που ήταν ο ασφαλιζόμενος τους, δεν είναι υπόχρεοι να πληρώσουν, δυνάμει του άρθρου 10(2) του Κεφ. 333, εφόσον δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις των εδαφίων (α) και (β) του άρθρου 10(2) σχετικά με τις ειδοποιήσεις που θα έπρεπε να τους είχαν δοθεί. Οι ισχυρισμοί των Εφεσειόντων ότι τους Εφεσίβλητους 2 ειδοποίησε προφορικά ο Φυλακτού, παρέμειναν μετέωροι, όπως ορθά διαπίστωσε και το πρωτόδικο δικαστήριο. Ο Φυλακτού, όπως φαίνεται από το σχετικό Έντυπο (Τεκμήριο
20), ειδοποίησε γραπτώς τους ασφαλιστές του -
Εφεσίβλητους 2 - την 1.2.1995.»
Ο συνήγορος της εναγομένης, ισχυρίστηκε στην αγόρευση του ότι η πιο πάνω απόφαση, εκδόθηκε για ασφαλιστήριο του 1993, ήτοι πριν την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σε αντίθεση με τα γεγονότα της παρούσας όπου το ασφαλιστήριο εκδόθηκε σε χρόνο που ίσχυε στην Κύπρο, το Ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Ήταν η θέση του συνηγόρου με παραπομπή σε Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ότι το ισχύον Ευρωπαϊκό δίκαιο και οδηγίες, αποκλείουν την δυνατότητα του ασφαλιστή να επικαλεστεί νομοθετικές διατάξεις και συμβατικές ρήτρες, προκειμένου να αρνηθεί την πληρωμή αποζημίωσης σε τρίτους που είναι θύματα ατυχήματος, προκληθέντος από ασφαλισμένο όχημα.
Ούτε αυτή η άποψη με βρίσκει σύμφωνο. Όπως προαναφέρθηκε, οι πρόνοιες του άρθρου 15.1 (α) του Νόμου, σκοπό έχουν να πληροφορήσουν τον ασφαλιστή για απαιτήσεις εναντίον ασφαλισμένων οχημάτων αλλά και να τον προστατεύσουν από τυχόν συμπαιγνία και απάτη μεταξύ ενάγοντα και εναγομένου. Δεν είναι ο σκοπός ούτε κυρίως και το αποτέλεσμα της πιο πάνω διάταξης να δοθεί η δυνατότητα στον ασφαλιστή να προβάλλει προσκόμματα, προκειμένου να αρνηθεί να πληρώσει την αποζημίωση που τυχόν θα επιδικαστεί στον ενάγοντα.
Η πρόνοιες του άρθρου 15.1 (α) είναι σαφείς και δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας. Ακόμη και στην παρούσα περίπτωση που η τριτοδιάδικος έλαβε σε κάποιο στάδιο εκπρόθεσμα γνώση της αγωγής και αρχικά υπερασπίστηκε την εναγομένη, δεν υπάρχει η δυνατότητα να διαταχθεί να πληρώσει οιανδήποτε αποζημίωση από την στιγμή που δεν τηρήθηκε η ρητή προϋπόθεση του άρθρου 15.1 (α) για έγγραφη γνωστοποίηση της δικαστικής διαδικασίας, εντός της προβλεπομένης προθεσμίας.»
Συμφωνούμε με τα όσα ανέφερε ο ευπαίδευτος πρωτόδικος Δικαστής, σ’ ότι αφορά το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και τις συμβατικές υποχρεώσεις που προκύπτουν από αυτό, και πως δεν μπορούν να ερμηνευθούν ανεξάρτητα από τις διατάξεις του Ν. 96(Ι)/2000. Η υποχρέωση του ασφαλιστή να αποζημιώσει το θύμα δεν αφορά μόνο τη συμβατική υποχρέωση σε σχέση με τον ασφαλισμένο, αλλά διέπεται από τις πρόνοιες του Ν. 96(Ι)/2000, οι οποίες καθορίζουν τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες ενεργοποιείται η υποχρέωση του ασφαλιστή.
Ο λόγος έφεσης 6 κρίνεται αβάσιμος.
Με τον όγδοο λόγο έφεσης η εφεσείουσα ισχυρίζεται πως το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε ότι δεν δημιουργήθηκε κώλυμα από τη συμπεριφορά της εφεσίβλητης 2, το οποίο να την εμποδίζει να αρνηθεί την πληρωμή της επιδικασθείσας αποζημίωσης. Ο δικηγόρος της εφεσείουσας αναφέρθηκε στην αρχική εκπροσώπηση της από τον δικηγόρο της εφεσίβλητης 2, ο οποίος παρά τις προηγούμενες θέσεις του, σε κάποιο στάδιο τη διαβεβαίωσε ότι η εφεσίβλητη θα τηρούσε πλήρως τις υποχρεώσεις της έναντι της εφεσείουσας. Προέβαλε πως η εφεσείουσα, εξαιτίας της συμπεριφοράς της εφεσίβλητης 2, ενήργησε στη ζημιά της, δηλαδή υποχρεώθηκε να επιτρέψει τον χειρισμό της υπόθεσης από τους δικηγόρους που διόρισε η εφεσίβλητη 2, με αποτέλεσμα στη συνέχεια λόγω της αλλαγής στάσης της εφεσίβλητης 2, να διορίσει η ίδια δικηγόρους για να χειριστούν την υπόθεση της και να επηρεαστεί ουσιωδώς και δυσμενώς η υπεράσπιση της. Επίσης, ανέφερε πως η εφεσίβλητη 2 κωλύετο, λόγω της συμπεριφοράς της, να αρνηθεί να καταβάλει την αποζημίωση του εφεσίβλητου 1 κατευθείαν σ’ αυτόν. Αντιθέτως, ο δικηγόρος της εφεσίβλητης 2 υπεραμύνθηκε της ορθότητας της πρωτόδικης απόφασης επί του σημείου.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, επικαλούμενο νομολογία (βλ. Υπουργός Εσωτερικών v. Μυλωνά (2002) 1 Α.Α.Δ. 120, Μάρκου v. Πασχάλη (2001) 1 Α.Α.Δ. 829), αναφέρθηκε στη νομολογιακή αρχή ότι εκ συμπεριφοράς κώλυμα δεν εφαρμόζεται όπου οι σχέσεις των μερών ρυθμίζονται από νομοθετικές διατάξεις. Επίσης, πως, ούτε μπορεί να γίνει επίκληση του κωλύματος με σκοπό να εξουδετερωθεί η εφαρμογή του Νόμου.
Το Δικαστήριο υπέμνησε, ακόμη, πως, στην υπό κρίση υπόθεση, οι προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης της τριτοδιαδίκου να πληρώσει τις αποζημιώσεις που επιδικάστηκαν στον εφεσίβλητο 1, καθορίζονταν ρητά στο Άρθρο 15(1)(α) του Ν. 96(Ι)/2000 και, ως εκ τούτου, δεν τύγχαναν εφαρμογής οι αρχές του κωλύματος εκ συμπεριφοράς. Κατέληξε δε πως δεν δημιουργήθηκε κώλυμα από τη συμπεριφορά της τριτοδιαδίκου - εφεσίβλητης 2, το οποίο να την εμποδίζει να αρνηθεί την πληρωμή της επιδικασθείσας, στην αγωγή, αποζημίωσης.
Θεωρούμε χρήσιμο για την εξέταση του εν λόγω ζητήματος να παραθέσουμε, στο σημείο αυτό, λεπτομέρειες του ιστορικού της υπόθεσης, όπως προκύπτει από τον πρωτόδικο φάκελο αλλά και τις επιστολές που είχαν κατατεθεί ως Τεκμήρια για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 4.7.2008 και στις 29.7.2008 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης από δικηγόρο, που ως είναι παραδεκτό, διορίστηκε από την ασφαλιστική εταιρεία – εφεσίβλητη 2, για να υπερασπίσει την εφεσείουσα στην αγωγή. Στις 15.10.2010 καταχωρήθηκε έκθεση απαίτησης και στις 17.11.2010 έκθεση υπεράσπισης από τον ίδιο δικηγόρο. Με επιστολή, ημερομηνίας 31.03.2011, ο εν λόγω δικηγόρος ενημέρωσε την εφεσείουσα ότι η αγωγή ήταν ορισμένη για οδηγίες στις 18.05.2011. Με επιστολή που δεν έφερε ημερομηνία, αλλά κατά την ακροαματική διαδικασία δηλώθηκε ότι επρόκειτο για τις 4.07.2011, ο ίδιος δικηγόρος, ο οποίος εκπροσωπούσε την εφεσείουσα στην αγωγή, απέστειλε επιστολή προς την τελευταία με την οποία της υποδείκνυε ότι ο εφεσίβλητος 1 – ενάγοντας στην αγωγή, δεν είχε δώσει την ειδοποίηση έγερσης αγωγής εντός της, εκ του νόμου, προθεσμίας και ζητούσε από αυτήν να τον ενημερώσει, έγκαιρα, κατά πόσο επιθυμούσε να εξακολουθήσει να την υπερασπίζεται ή εάν αυτή επιθυμούσε να διορίσει άλλο δικηγόρο (Τεκμήριο 18). Άλλος δικηγόρος, εκ μέρους της εφεσείουσας, που δεν την εκπροσωπούσε στην αγωγή, απέστειλε επιστολή (Τεκμήριο19) προς τον δικηγόρο της εφεσείουσας που την εκπροσωπούσε στην αγωγή - στο Δικαστήριο, ζητώντας ενημέρωση κατά πόσον η ασφαλιστική εταιρεία θα συνέχιζε να εκπροσωπεί την εφεσείουσα στο Δικαστήριο και αν θα της παρείχε ασφαλιστική κάλυψη. Με επιστολή, ημερομηνίας 7.12.2011, (Τεκμήριο 20) ο δικηγόρος που εκπροσωπούσε την εφεσείουσα στο Δικαστήριο, διορισμένος από την εφεσίβλητη 2, απευθυνόμενος προς τον δικηγόρο της εφεσείουσας που δεν την εκπροσωπούσε, τότε, στο Δικαστήριο, ενημέρωνε για τα ακόλουθα:
«Εκ μέρους της Olympic Insurance Company Limited σας πληροφορούμε ότι η απόφαση της είναι ότι θα συνεχίσει να υπερασπίζεται ενώπιον του Επ. Δικαστηρίου την Μαρία Στρούθου στην συγκεκριμένη αγωγή.
Επίσης οι πελάτες μας θα τηρήσουν πλήρως τις υποχρεώσεις τους έναντι της ασφαλισμένης.»
Παρεμβάλει, ως χρήσιμο γεγονός, ότι ο δικηγόρος που εκπροσωπούσε την εφεσείουσα στο Δικαστήριο συμμετείχε σε προσπάθεια εξώδικης διευθέτησης της αγωγής. Σχετική είναι η επιστολή του προς τους δικηγόρους του ενάγοντα – εφεσίβλητου 1, Τεκμήριο 26, με την οποία ανέφερε, εις απάντηση της επιστολής των τελευταίων ημερομηνίας 28.08.2012, ότι θα επανερχόταν «το συντομότερο δυνατό με πρόταση η οποία έχει σκοπό τον εξώδικο συμβιβασμό».
Στις 16.05.2013, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της αγωγής, ο δικηγόρος υπεράσπισης της εφεσείουσας, ο οποίος μέχρι τότε την εκπροσωπούσε, ζήτησε άδεια να αποσυρθεί από δικηγόρος της εφεσείουσας «για το λόγο ότι η ασφαλιστική εταιρεία δεν επιθυμεί πλέον να συνεχίσουμε την εκπροσώπηση της Εναγόμενης». Δόθηκε η σχετική άδεια απόσυρσης και στη συνέχεια η εφεσείουσα διόρισε δικό της δικηγόρο για να την εκπροσωπεί στην αγωγή. Επίσης, η εφεσείουσα εξασφάλισε την έκδοση ειδοποίησης τριτοδιαδίκου την οποία επέδωσε στην τριτοδιάδικο - εφεσίβλητη 2, ζητώντας απόφαση για συνεισφορά για όποιο ποσό ήθελε εκδοθεί εναντίον της και προς όφελος του ενάγοντα – εφεσίβλητου 1. Η τριτοδιάδικος - εφεσίβλητη 2 καταχώρισε υπεράσπιση στην εν λόγω απαίτηση, επικαλούμενη την εφαρμογή της πρόνοιας του Άρθρου 15(1)(α) του Ν. 96(Ι)/2000, ισχυριζόμενη ότι δεν είχε υποχρέωση να καταβάλει οποιαδήποτε συνεισφορά ή ποσό, σε περίπτωση που εκδιδόταν απόφαση εναντίον της εφεσείουσας στην αγωγή, καθ’ ότι δεν είχε ενημερωθεί για την έγερση της αγωγής εντός 7 ημερών από την έγερση της.
Εξετάζοντας την ουσία του όγδοου λόγου έφεσης θεωρούμε ότι είναι αναγκαίο να αναφερθούμε στα ζητήματα του κωλύματος (estoppel) και της απεμπόλισης δικαιώματος (waiver).
Η επίκληση της αρχής του κωλύματος, σε σχέση με δικαιώματα που απορρέουν από νομοθεσία, έχει επεξηγηθεί στην Οικονομίδης v. Alliance International Reinsurance Co Ltd (2010) 1 Α.Α.Δ. 2053, ως ακολούθως:
«Δεν υπάρχει άκαμπτος και απόλυτος κανόνας αναφορικά με το κατά πόσο μπορεί να γίνει επίκληση της αρχής του κωλύματος (estoppel) για την εξουδετέρωση δικαιώματος που απορρέει από νομοθετική πρόνοια. Σε αγγλική νομολογία, όμως, έχει γίνει αναφορά στο ότι ένας διάδικος δεν μπορεί να βασιστεί στην αρχή του κωλύματος για να παρακάμψει δικαίωμα του άλλου διάδικου το οποίον απορρέει από νομοθετική πρόνοια. Αν μια νομοθετική πρόνοια βασίζεται σε σαφή δημόσια πολιτική τότε το δικαίωμα που απορρέει από τέτοια νομοθετική πρόνοια δεν μπορεί να παρακαμφθεί με την εφαρμογή της αρχής του κωλύματος. Σε άλλες όμως περιπτώσεις νομοθετικών προνοιών που αφορούν π.χ. σε τύπους ή χρονικούς περιορισμούς, το δικαίωμα που απορρέει από τη νομοθετική πρόνοια μπορεί να παρακαμφθεί με τη λειτουργία της αρχής του κωλύματος (Δέστε: Hαlsbury's Laws of England, Reissue, Τόμος 16(2), παράγραφος 960-963, σελ. 413-420 και τη νομολογία που αναφέρεται στις σελίδες εκείνες).
Το συμπέρασμα που φαίνεται να εξάγεται από τη νομολογία είναι ότι η αρχή του κωλύματος συχνότερα εφαρμόζεται όταν πρόκειται για συμβατικά δικαιώματα και σπανιότερα όταν πρόκειται για δικαιώματα που πηγάζουν από το νόμο, τα οποία συνήθως επηρεάζουν μεγαλύτερο φάσμα ατόμων απ' ότι τα συμβατικά δικαιώματα. Όμως στην υπόθεση Scholey (ανωτέρω), εξετάστηκε συγκεκριμένα το ζήτημα της απώλειας του δικαιώματος ακύρωσης συμφωνίας αγοράς μετοχών, που δημιουργήθηκε εξαιτίας ψευδών παραστάσεων και το οποίον πήγαζε από νομοθετική πρόνοια και αποφασίστηκε ότι η είσπραξη μερίσματος συνιστούσε ενέργεια που αποστερούσε το δικαιούχο από το δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας. Σε άλλη παλιά αγγλική υπόθεση, τη Re Hop and Malt Exchange and Warehouse Co., Ex parte Briggs [1866] L.R. 1 Eq. 483, αποφασίστηκε ότι η απόπειρα πώλησης των μετοχών στερεί τον δικαιούχο από το δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας αγοράς των μετοχών. Το δικαίωμα τερματισμού, επίσης, μπορεί να επηρεαστεί δυσμενώς και από τη μη άσκηση του μέσα σε εύλογο χρόνο. Βέβαια το τι συνιστά εύλογο χρόνο είναι ζήτημα γεγονότων στην κάθε υπόθεση. Ο χρόνος αρχίζει να υπολογίζεται από την ημερομηνία κατά την οποία ο δικαιούχος έλαβε γνώση των ψευδών παραστάσεων ή του λόγου για τον οποίο έχει δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας (Δέστε: Halsbury's Laws of England, Third Edition, Vo. 6, παρα. 383, σελ. 188 και 189).
…………………………………………………………………………………………..
Στην υπόθεση Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου v. Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρεία Λτδ (2005) 1 Α.Α.Δ. 127 έγινε ανάλυση του σχετικού νόμου και της νομολογίας αναφορικά με το εξ επιεικείας κώλυμα. Ειδική αναφορά έγινε στην υπόθεση Stylianou v. Papakleovoulou (1982) 1 C.L.R. 542 στην οποία υποδείχθηκε ότι η βάση της αρχής του κωλύματος έχει διευρυνθεί με την πάροδο του χρόνου και στους νεότερους χρόνους, εκείνο που πρέπει μόνο να αποδειχθεί είναι ότι θα ήταν άδικο για τον υποσχόμενο να επιμείνει, ενόψει των παραστάσεων του με λόγια ή συμπεριφορά, στην εφαρμογή των αυστηρών νομικών του δικαιωμάτων.»
Στην παρούσα υπόθεση, κρίνουμε ότι η όλη συμπεριφορά της εφεσίβλητης 2, ως αναδύεται μέσα από το ιστορικό που έχουμε παραθέσει πιο πάνω, ήταν τέτοια που της στερούσε το δικαίωμα να επικαλεστεί, πέντε χρόνια περίπου μετά που έλαβε γνώση, έστω όχι εντός των 7 ημερών (αλλά τουλάχιστον εντός 24 ημερών όταν καταχώρισε εμφάνιση για την εφεσείουσα) περί της έγερσης της αγωγής εναντίον της ασφαλισμένης της, τη νομοθετική πρόνοια του Άρθρου 15(1)(α) του Ν. 96(Ι)/2000 και να μην καταβάλει αποζημίωση για το ποσό που επιδικάστηκε στην αγωγή εναντίον της ασφαλισμένης της - εφεσείουσας. Ειδικότερα, η εφεσίβλητη 2 εκπροσωπούσε την εφεσείουσα στο Δικαστήριο για πέντε περίπου έτη και ενεργούσε με τρόπο που καθιστούσε βέβαιη την δέσμευση της να καταβάλει αποζημίωση. Μέσω δε των δικηγόρων της, η εφεσίβλητη 2, τρία χρόνια μετά που καταχώρισε εμφάνιση προς υπεράσπιση της εφεσείουσας με δικηγόρο που η εφεσίβλητη 2 διόρισε, εξέφρασε τη θέση και τη γραπτή δέσμευση ότι θα τηρήσει πλήρως τις συμβατικές υποχρεώσεις της έναντι της ασφαλισμένης – εφεσείουσας, ωστόσο, δύο χρόνια αργότερα αποφάσισε να αλλάξει γνώμη και να ασκήσει το δικαίωμα της δυνάμει του Άρθρου 15(1)(α) του Ν. 96(Ι)/2000. Παρόλο που η εφεσίβλητη 2 είχε δικαίωμα να μην τηρήσει τις συμβατικές υποχρεώσεις της, ένεκα της νομοθετικής πρόνοιας του προαναφερόμενου Άρθρου, κρίνουμε ότι αυτή η νομοθετική πρόνοια μπορεί να παρακαμφθεί λόγω της αρχής του κωλύματος και ότι στην προκειμένη περίπτωση, εξ αιτίας των ενεργειών της εφεσίβλητης 2, είναι ορθό και δίκαιο να παρακαμφθεί, εφόσον η εν λόγω πρόνοια δεν βασίζεται σε σαφή δημόσια πολιτική, αλλά αφορά ατομικό δικαίωμα της εφεσίβλητης 2, σε σχέση με χρονικούς περιορισμούς. Επιπροσθέτως, κρίνουμε ότι εφαρμογή έχει και η αρχή της δια της συμπεριφοράς παραίτηση δικαιώματος (waiver), εφόσον η εφεσίβλητη 2, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, υποσχέθηκε ότι θα τηρήσει τις υποχρεώσεις της και εμμέσως, πλην σαφώς, παραιτήθηκε από το νομοθετικό της δικαίωμα. Όπως έχει νομολογηθεί, η δια της συμπεριφοράς παραίτηση δικαιώματος (waiver) με το εξ υποσχέσεως κώλυμα (promissory estoppel) μπορούν να διασυνδέονται (βλ. Πελεκάνου κ.ά. v. Πελεκάνου (2001) 1 Α.Α.Δ. 1768).
Καταλήγουμε πως, υπό τα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, θα ήταν άδικο και ανεπιεικές να επιτρέψουμε στην εφεσίβλητη 2 να επικαλείται την προστασία που της παρείχε ο Νόμος (Άρθρου 15(1)(α) του Ν. 96(Ι)/2000) την οποία όμως αποποιήθηκε, επίσημα, για πέντε χρόνια, και που αφορά χρονικούς περιορισμούς, λόγω της μη αποστολής της ειδοποίησης έναρξης της δικαστικής διαδικασίας εντός 7 ημερών, για την οποία, αφού έλαβε γνώση, συμπεριφέρθηκε ως ανωτέρω έχουμε περιγράψει, αποποιούμενη ουσιαστικά την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος.
Όσον αφορά στην υπόθεση Ελευθερίου v. Μινέρβα (ανωτέρω εντός αποσπάσματος), θεωρούμε ότι αυτή αποφασίστηκε επί γεγονότων που δεν περιελάμβαναν στοιχεία συμπεριφοράς ως αυτή που επιδείχθηκε εκ μέρους της εφεσίβλητης 2.
Συνακόλουθα όλων των πιο πάνω, ο όγδοος λόγος κρίνεται βάσιμος και ενόψει αυτού του γεγονότος, και ο λόγος 7 συμπαρασύρεται με αυτόν, ως επιτυχής και βάσιμος. Η εφεσείουσα δικαιούται σε απόφαση, στην ειδοποίηση τριτοδιαδίκου, προς όφελος της και εναντίον της εφεσίβλητης 2. Η έφεση επιτυγχάνει μερικώς. Η πρωτόδικη απόφαση επί της ειδοποίησης τριτοδιαδίκου παραμερίζεται.
Εκδίδεται απόφαση, στην ειδοποίηση τριτοδιαδίκου, εναντίον της τριτοδιάδικου – εφεσίβλητης 2, για συνεισφορά και κάλυψη όλου του ποσού που επιδικάστηκε εναντίον της εφεσείουσας, ως εναγόμενης στην αγωγή 3880/2008 του Ε.Δ. Λευκωσίας, πλέον έξοδα της αγωγής που επιδικάστηκαν. Περαιτέρω, επιδικάζονται προς όφελος της εφεσείουσας και εναντίον της εφεσίβλητης 2 τα έξοδα της διαδικασίας τριτοδιαδίκου, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και θα εγκριθούν από αρμόδιο Δικαστή.
Τέλος, επιδικάζονται έξοδα έφεσης ύψους €4.000,00 προς όφελος της εφεσείουσας και εναντίον της εφεσίβλητης 2, πλέον ΦΠΑ αν υπάρχει.
Επιδικάζονται έξοδα ύψους €4.000,00 εναντίον της εφεσείουσας και προς όφελος του εφεσίβλητου 1, πλέον ΦΠΑ να υπάρχει.
Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο