Κ. Ζ. v. Κ. Κ. κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: E118/2024, 28/1/2026
print
Τίτλος:
Κ. Ζ. v. Κ. Κ. κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: E118/2024, 28/1/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: E118/2024)

(i-justice)

 

 28 Ιανουαρίου 2026

 

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

Κ. Ζ.

Εφεσείων

v.

 

1.        Κ. Κ.

2.        Ε. Κ.

3.        Α. Μ. Κ.

Εφεσιβλήτων

--------------------

 

Λ. Πατσαλίδου (κα) για Βελάρης & Βελάρης Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα

Λ. Βραχίμης για Ελένη Βραχίμη & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Θ. Θωμά, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΘΩΜΑ, Δ.: Ο Εφεσείων, αιτητής στην πρωτόδικη διαδικασία, με εναρκτήρια αίτηση την οποία καταχώρισε στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακος, επιδιώκει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να του ανατίθεται η επιμέλεια, φύλαξη και φροντίδα της ανήλικης θυγατέρας του. Στην αίτηση του συμπεριέλαβε ως καθ’ ων και τους εκ μητρός παππούδες της ανήλικης, με τους οποίους και διαμένει η ανήλικη.

 

Με ενδιάμεση αίτηση, την οποία καταχώρισε στο πλαίσιο της ανωτέρω εναρκτήριας αίτησης, ο Εφεσείων αξίωσε την έκδοση διατάγματος, το οποίο να ρυθμίζει το δικαίωμα επικοινωνίας του με την ως άνω θυγατέρα του.  Οι Εφεσίβλητοι 1, 2 και 3, καθ’ ων η αίτηση 1, 2 και 3 στην πρωτόδικη διαδικασία, εναντιώθηκαν στην αιτούμενη θεραπεία και καταχώρισαν ένσταση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, εξέδωσε προσωρινό διάταγμα προς όφελος του Εφεσείοντος με το οποίο ρυθμίζεται το δικαίωμα επικοινωνίας του με τη θυγατέρα του ως ακολούθως:

 

(i)      Κάθε Τρίτη και Παρασκευή από τις 5:00 μ.μ. μέχρι τις 7:00 μ.μ.

 

(ii)     Η επικοινωνία του Εφεσείοντος με τη θυγατέρα του θα γίνεται στον τόπο διαμονής των Εφεσιβλήτων 2 και 3, παππούδων της ανήλικης, στη Λάρνακα και στη διακριτική παρουσία τους. 

 

Η ανωτέρω ενδιάμεση απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν άφησε ικανοποιημένο τον Εφεσείοντα. Με την υπό κρίση έφεση, προσβάλλει την ως άνω απόφαση με τέσσερεις λόγους έφεσης, οι οποίοι έχουν ως ακολούθως: (1) το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα εξυπηρετούσε καλύτερα το συμφέρον της ανήλικης η διεξαγωγή συναντήσεων στη διακριτική παρουσία των εκ μητρός παππούδων, Εφεσιβλήτων 2 και 3, στη διεύθυνση διαμονής τους, (2) παρά το ότι παρέθεσε αυτούσιο το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την ενδιάμεση αίτηση, εντούτοις το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβηκε σε σφάλματα ως προς τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, κάτι το οποίο αναπόφευκτα καθιστά τα ευρήματα του επισφαλή, (3) το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το αίτημα για επικοινωνία εκτός του τόπου διαμονής της ανήλικης και για διανυκτερεύσεις με τον Εφεσείοντα θα αποφασιστεί κατά την ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης είναι λανθασμένο, φαίνεται δε να κατέληξε στο ως άνω συμπέρασμα καθότι συγχέει την ανωτέρω εναρκτήρια αίτηση με την προγενέστερη εναρκτήρια αίτηση υπ’ αριθμό 26/2020 και (δ) δεν διασφάλισε ότι με την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων, θα καταστεί εφικτή η πλήρης απονομή της δικαιοσύνης κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης.

 

Πριν προχωρήσουμε στην εξέταση των λόγων έφεσης, θα θέλαμε πρωτίστως να υπομνήσουμε τη γνωστή νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, παρέχει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει προσωρινά διατάγματα (Αβερκίου v. ΘΕΟ Κτηματική Λτδ κ.ά. (2013) 1(Α) Α.Α.Δ. 222).  Στην πολύ πρόσφατη απόφαση μας στην υπόθεση Radaeva v. Radaev Πολ. Έφ. Αρ. Ε4/2025 ημερ. 30.12.25, τονίσαμε τα ακόλουθα:

 

«Όπως επανατονίστηκε στη Χειμωνίδης ν. Κωνσταντινίδου, Έφεση Αρ. 14/2020, ημερ. 7.10.21, η οποία αφορούσε προσωρινό διάταγμα σε σχέση με ανήλικο: «[Τ]ο πρωτόδικο Δικαστήριο στο χειρισμό ενδιάμεσων αιτήσεων για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας με σκοπό την προσωρινή επίλυση επειγουσών καταστάσεων έχει ευρεία διακριτική εξουσία να αποφασίσει έχοντας ακριβώς υπόψη αφενός - και κύρια - το συμφέρον του ανήλικου σε αιτήσεις αυτής της φύσεως που αφορούν στη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας και αφετέρου την προσωρινότητα του μέτρου με κύριο σκοπό την εκδίκαση της κύριας αίτησης».

 

Το Εφετείο, για να επέμβει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, πρέπει να συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Όπως λέχθηκε στη Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας (2000) 1 Α.Α.Δ. 364:

 

«Πρόκειται για απόφαση που απορρέει από την άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Επέμβαση του Εφετείου δικαιολογείται,

 

(α)   Όπου διαπιστώνεται ότι η διακριτική ευχέρεια ασκήθηκε έξω από το πλαίσιο που παρέχεται από το Νόμο, όπως όταν διαπιστώνεται ότι υπεισήλθαν στην άσκηση της εξωγενείς παράγοντες.

 

(β)   Όπου η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας οδηγεί σε πασιφανή αδικία, όπως είναι η περίπτωση στην οποία δε θα μπορούσε να προέλθει κανένα δικαστήριο (Αρέστη ν. Ηλία (1991) 1 Α.Α.Δ. 984, 988, 989, Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (1992) 1 Α.Α.Δ. 710).

 

(γ)    Όπου υπάρχει πλάνη ως προς τα γεγονότα, σφάλμα νόμου, εφαρμογή λανθασμένων αρχών δικαίου, λήψη υπόψη άσχετων στοιχείων, μη λήψη υπόψη σχετικών στοιχείων (Νεάρχου ν. Χαραλάμπους (1991) 1 Α.Α.Δ. 954, Donald Campbell & Co. Ltd v. Pollak [1927] A.C. 732, Evans v. Bartlam [1937] A.C. 473, Young v. Thomas [1892] 2 Ch. 234 και Egerton v. Jones [1939] 3 All E.R. 892)».

 

Λόγω της συνάφειας των λόγων έφεσης 1 και 3, θεωρούμε ορθό όπως τους συνεξετάσουμε.  Πρωτίστως θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο Εφεσείων στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του, που υποστηρίζει την αίτηση για έκδοση του προσωρινού διατάγματος επικοινωνίας με τη θυγατέρα του, εισηγείται όπως εκδοθεί διάταγμα με σταδιακή αύξηση της επικοινωνίας, κατα τον ακόλουθο τρόπο:

 

«Α) Για τους πρώτους τρεις μήνες, ημέρα Σάββατο από τις 15:00 ώς 19:30.

 

Β)    Στην συνέχεια τους επόμενους τρεις μήνες να αυξηθούν οι ώρες από τις 11:00 ως 19:30 ημέρα Σάββατο. Περαιτέρω σ' αυτό το στάδιο να προστεθεί και μία καθημερινή, ήτοι ημέρα Τετάρτη από Τις 15:00 έως 19:30, εφόσον δε θεωρηθεί αναγκαίο η ημέρα και ώρα συμφωνώ να διαμορφωθεί ανάλογα με το πρόγραμμα της θυγατέρας μου. Επίσης στην περίπτωση που έχει οποιεσδήποτε δραστηριότητες το απόγευμα της Τετάρτης, δεσμεύομαι υα αναλάβω και την μετάβαση σ' αυτές.

 

Γ)    Τους επόμενους τρεις μήνες να επιτραπεί η διανυκτέρευση της ανήλικης θυγατέρας μου, στον εκάστοτε τόπο διαμονής μου, από τις 11:00 το πρωί του Σαββάτου μέχρι τις 11:00 το πρωί της Κυριακής και να συνεχίσει να ισχύει η επικοινωνία της Τετάρτης όπως περιγράφεται πιο πάνω.

 

       Όταν η θυγατέρα μου προσαρμοστεί με τα πιο πάνω, επιφυλάσσομαι να αιτηθώ την διαφοροποίηση/τροποποίηση του διατάγματος επικοινωνίας, που ήθελε εκδοθεί από το Δικαστήριο, για την αύξηση των ωρών επικοινωνίας μας, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον αυτό θεωρηθεί ότι είναι προς το συμφέρον της ανήλικης κόρης μου».

 

Στην αιτιολογία του πρώτου λόγου έφεσης υποστηρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θα εξυπηρετούσε το συμφέρον της ανήλικης η διεξαγωγή συναντήσεων του Εφεσείοντος με την ανήλικη στη διακριτική παρουσία των εκ μητρός παππούδων στον τόπο διαμονής των τελευταίων, χωρίς να λάβει υπόψη του ή και χωρίς να δώσει την αναγκαία βαρύτητα στις θέσεις του Εφεσείοντος ότι παρόμοιο διάταγμα επικοινωνίας είχε εκδοθεί παλαιότερα στο πλαίσιο της υπόθεσης υπ’ αριθμόν 26/2020 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακος, διάταγμα το οποίο, ως διεφάνη κατά τον χρόνο εφαρμογής του, δεν ήταν προς το συμφέρον της ανήλικης, οδηγώντας σταδιακά στην πλήρη αποξένωση της από τον Εφεσείοντα.  Παρά δε το ότι ο Εφεσείων κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια από τον Οκτώβριο του 2020 μέχρι τον Μάιο του 2022 για να το εφαρμόσει, εντούτοις η παρουσία των εκ μητρός παππούδων κατά τη διάρκεια των συναντήσεων, αποδείχθηκε επιζήμια για τη σχέση πατέρα – θυγατέρας.  Ως αποτέλεσμα ο Εφεσείων διέκοψε τις συναντήσεις του με την ανήλικη και προχώρησε, αφού επέστρεψε πλέον μόνιμα στην Κύπρο, στην προώθηση νέας αίτησης, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Στην αιτιολογία του τρίτου λόγου έφεσης προβάλλεται πως, δεδομένου ότι η θεραπεία την οποία επιδιώκει ο Εφεσείων με την εναρκτήρια αίτηση του είναι η έκδοση διατάγματος με το οποίο να του ανατίθεται η άσκηση της επιμέλειας της ανήλικης θυγατέρας του, η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου (στη σελ. 47 της προσβαλλόμενης απόφασης) ότι «[Τ]α αιτήματα για επικοινωνία εκτός του τόπου διαμονής της ανήλικης και για τις διανυκτερεύσεις με τον πατέρα της θα αποφασιστούν κατά την ακρόαση της κυρίως αίτησης» είναι προϊόν πλάνης.  Όμως, ακόμα και στην περίπτωση που δεν υπήρξε τέτοια πλάνη, δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να δεικνύει ότι είναι επιβεβλημένο όπως ο Εφεσείων ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας του με την ανήλικη θυγατέρα του στην παρουσία των Εφεσιβλήτων, αλλά ούτε και στην κατοικία τους, λαμβάνοντας υπόψη τα προβλήματα που δημιουργούνται.

 

Τα όσα ανωτέρω προβάλλονται δεν μας βρίσκουν σύμφωνους.  Πρωτίστως θα πρέπει να επισημάνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του αναφέρει επί λέξει ότι «θα προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσο θα εκδοθεί προσωρινό διάταγμα ή όχι, συνεκτιμώντας τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε στις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων, χωρίς να καταλήξει σε τελικά ευρήματα επί των γεγονότων» (έμφαση δοθείσα).

 

Επισημαίνουμε ακόμα ότι στην πρωτόδικη απόφαση (σελ. 2 έως 17) παρατίθενται λεπτομερώς τόσο η αρχική, όσο και η συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Εφεσείοντος. Από τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, καταλήγοντας στα συμπεράσματα του, είχε κατά νουν όλους τους ισχυρισμούς του Εφεσείοντος, περιλαμβανομένων φυσικά και των ισχυρισμών του που αφορούσαν τα όσα είχαν διαδραματιστεί κατά τις συναντήσεις του με την ανήλικη θυγατέρα του στην παρουσία της εκ μητρός γιαγιάς της ανήλικης, με βάση το προηγούμενο διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 7.10.20.  Δεν απαιτείτο, κατά την κρίση μας, να καταγράψει εκ νέου το μαρτυρικό υλικό, ώστε να φανεί ότι το είχε κατά νουν.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του το παρουσιασθέν μαρτυρικό υλικό, καταλήγει ως ακολούθως:

 

«Στην υπό εκδίκαση υπόθεση, θεωρώ ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας εφόσον ο Αιτητής είναι ο πατέρας της ανήλικης, δηλαδή ένας εκ των δύο φορέων της γονικής μέριμνας και η ανήλικη δεν διαμένει μαζί του.

 

………………………………………………………………………………….……

 

Καταλήγω ότι τηρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Σκοπός της επικοινωνίας είναι η διατήρηση του ψυχικού δεσμού μεταξύ του γονέα και του τέκνου. Η μη έκδοση διατάγματος επικοινωνίας, δηλαδή αυτό που εισηγείται η Καθ’ ης η αίτηση στην προκειμένη περίπτωση, η οποία εισηγείται απόρριψη της αίτησης, θα οδηγούσε σε αποξένωση του πατέρα με το παιδί, κατάληξη αντίθετη φυσικά προς το συμφέρον της ανήλικης».

 

Αφού ικανοποιήθηκε ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν. 14/1960, προχώρησε να εξετάσει κατά πόσο θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης διατάγματος επικοινωνίας. Καταλήγοντας δε το πρωτόδικο Δικαστήριο να ρυθμίσει την επικοινωνία του Εφεσείοντος με τη θυγατέρα του κατά τον περιγραφόμενο στο προσβαλλόμενο διάταγμα τρόπο, φαίνεται να έλαβε δεόντως υπόψη του τη συνέντευξη που είχε με την ανήλικη.  Όπως προβλέπει το Άρθρο 6(3) του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου Ν.216/90, η γνώμη του παιδιού, εφόσον η ωριμότητα του καθιστά δυνατή τη διαμόρφωση γνώμης, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται πριν από κάθε απόφαση που αφορά τη γονική μέριμνα του. Στην υπόθεση Π.Ε. v. K.R.U., Έφεση Αρ. 23/2018, ημερ. 3.12.19, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Η γνώμη του παιδιού έχει βαρύνουσα σημασία, και συνεπώς η βούλησή του, αναλόγως της ωριμότητάς του, πρέπει να αναζητείται και να συνεκτιμάται (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού (1993) 1 ΑΑΔ 130, Πασιαρδή ν. Θεοδοσίου (2004) 1 ΑΑΔ 338). Αυτό αποτελεί ένδειξη σεβασμού της προσωπικότητας του παιδιού από το νομοθέτη. Η αναζήτηση της γνώμης του παιδιού είναι υποχρεωτική, εφόσον το παιδί είναι ώριμο, λόγω βιολογικών ή κοινωνικών παραγόντων, να εκφράσει τη γνώμη του για συγκεκριμένο θέμα.

 

Η γνώμη του παιδιού λαμβάνεται υπόψη νοουμένου ότι είναι γνήσια και όχι υποβολιμαία ή στηρίζεται στη μονομερή επίδραση του ενός εκ των γονέων. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου το παιδί ζεί με τον ένα γονέα  ή όπου καλλιεργείται από τον ένα γονέα η αποξένωση ως προς τον άλλο γονέα».

 

Πρωτίστως θα θέλαμε να αναφέρουμε ότι δεν προβάλλεται οποιοδήποτε παράπονο εκ μέρους του Εφεσείοντος αναφορικά με τον τρόπο κατά τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο διεξήγαγε τη συνέντευξη με την ανήλικη, τρόπο τον οποίο, εν πάση περιπτώσει, θεωρούμε ως απόλυτα ορθό.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του περιγράφει λεπτομερώς τα συναισθήματα που εξέφρασε η ανήλικη προς το πρόσωπο του Εφεσείοντος.  Το σχετικό απόσπασμα της απόφασης, το οποίο θεωρούμε ορθό όπως μεταφέρουμε αυτούσιο, έχει ως ακολούθως:

 

«Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να δει την ανήλικη στο γραφείο του, στην παρουσία της Λειτουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών κας […] και της στενογράφου του που κράτησε τα πρακτικά της συνέντευξης.

 

Η σχεδόν (13) δεκατριάχρονη […], η οποία διαμένει με τους παππούδες από τη μητρική γραμμή, ήταν έντονα αρνητική να έχει επικοινωνία με τον πατέρα της, παρά τις προσπάθειες του Δικαστηρίου να εξηγήσει στην ανήλικη ότι υπάρχει ειλικρινές ενδιαφέρον από τον πατέρα της και ότι ο πατέρας της έχει αισθήματα γι’  αυτήν, τα οποία επιθυμεί να της τα εκφράζει κατά τις συναντήσεις τους.

 

Δήλωνε πλήρως εξαρτημένη από τη γιαγιά και τον παππού της και επαναλάμβανε στο Δικαστήριο ότι δεν επιθυμεί να βλέπει τον πατέρα της, ότι δεν τον έχει ανάγκη, δεν τον θέλει, δεν τον αγαπά και ότι είναι ευτυχισμένη που έχει στη ζωή της τον παππού και τη γιαγιά της.

 

Σε υπόδειξη του Δικαστηρίου ότι πρέπει να δώσει μια ευκαιρία στον πατέρα της, απάντησε αρνητικά.

 

Το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας τη γνώμη της ανήλικης, δεν αποδέχεται ότι η απόλυτη άρνηση της ανήλικης […] να βλέπει τον πατέρα της έστω και μερικές ώρες την εβδομάδα είναι προς το συμφέρον της».

 

Από το ανωτέρω απόσπασμα καθίσταται εμφανές ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ρύθμισε την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του Εφεσείοντος με την ανήλικη θυγατέρα του κατά τον περιγραφόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση τρόπο, συγκεκριμένα στην κατοικία των εκ μητρός παππούδων, με τους οποίους διαμένει η ανήλικη, αφού έλαβε υπόψη του αφενός την απόλυτη άρνηση της να έχει οποιαδήποτε επικοινωνία με τον Εφεσείοντα και τη σταδιακά πλήρη αποξένωση της από αυτόν, αποξένωση που ο ίδιος ο Εφεσείων παραδέχεται στην αιτιολογία του πρώτου λόγου έφεσης και αφετέρου την αναγκαιότητα διασφάλισης επικοινωνίας της ανήλικης με τον πατέρα της. Σε ένα τέτοιο ενδιάμεσο στάδιο και νοουμένου ότι συντρέχουν οι τρεις βασικές προϋποθέσεις, καθήκον του εκδικάζοντος Δικαστηρίου, κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, είναι να εξετάζει, συνυπολογίζει και κατά το δυνατόν εξισορροπεί τις εκατέρωθεν αντικρουόμενες θέσεις, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις πιθανές συνέπειες από την έκδοση ή μη ενδιάμεσου διατάγματος.  

 

Κατά την κρίση μας, δεν παρέχεται οποιοδήποτε πεδίο επέμβασης μας στον τρόπο με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια. Είχε ενώπιον του, από τη μια την αναγκαιότητα διατήρησης επικοινωνίας, η οποία, εκτός εξαιρέσεων, δεν δύναται να αποκλειστεί και από την άλλη την άρνηση της ανήλικης, σε συνδυασμό με τη διαφαινόμενη προσκόλληση της στους εκ μητρός παππούδες.  Ήταν ορθός, υπό τις περιστάσεις αυτές, ο καθορισμός από το πρωτόδικο Δικαστήριο της κατοικίας των εκ μητρός παππούδων με τους οποίους διαμένει η ανήλικη, ως τόπου στον οποίο ο Εφεσείων θα επικοινωνεί, τουλάχιστον προσωρινά, με την ανήλικη. Όπως δε πολύ εύστοχα σημειώνει το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του «η ανήλικη χρειάζεται τη μεγάλη προσπάθεια του πατέρα - Αιτητή για τη σωστή της προσέγγιση ούτως ώστε να αντιληφθεί τα αληθινά του αισθήματα προς το πρόσωπο της και να αποδεχτεί την ειλικρινή επιθυμία του να έχει επικοινωνία μαζί της».  Επισημαίνουμε ότι η ως άνω κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν προσβάλλεται με την υπό κρίση έφεση.

 

Όπως έχει ήδη αναφερθεί, στην αιτιολογία του πρώτου λόγου έφεσης προβάλλεται από τον Εφεσείοντα ως λόγος για τη μη συνέχιση της από μέρους του εφαρμογής του παλαιότερου διατάγματος επικοινωνίας, η τεταμένη σχέση των διαδίκων, η οποία προκαλούσε «κλίμα τοξικότητας» κατά την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας, το οποίο τοξικό κλίμα δεν μπορούσε να αποτελέσει υγιές και προς το συμφέρον της ανήλικης περιβάλλον.  Θα πρέπει να αναφέρουμε πως αυτό το οποίο έχουμε παρατηρήσει, μελετώντας προσεκτικά τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων, είναι ότι η κάθε πλευρά κατηγορεί και επιρρίπτει την ευθύνη στην άλλη αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους ματαιώθηκε η συνέχιση της ισχύος του προηγούμενου διατάγματος επικοινωνίας του Εφεσείοντος με τη θυγατέρα του.  Αναφέρουμε ως παράδειγμα τον ισχυρισμό στην ένορκη δήλωση της Εφεσίβλητης 3 ότι ο Εφεσείων μετά την έκδοση του παλαιότερου διατάγματος επικοινωνίας, εκδήλωσε ανησυχητική συμπεριφορά που απειλούσε το συμφέρον της ανήλικης και δεν ευνοούσε την άσκηση του δικαιώματος του να επικοινωνεί με την ανήλικη ούτε και υπό επίβλεψη. Αφ’ ης στιγμής λοιπόν προβάλλονταν διιστάμενοι ισχυρισμοί, ορθά, κατά την κρίση μας, το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση της ενδιάμεσης αίτησης αφού συνεκτίμησε την παρουσιασθείσα από τους διαδίκους μαρτυρία, χωρίς όμως να καταλήγει σε τελικά ευρήματα επί των αμφισβητούμενων γεγονότων.  Όπως συγκεκριμένα αναφέρει στην απόφαση του, «δεν θα καταλήξει σε ευρήματα στα πιο πάνω διαφιλονικούμενα θέματα τα οποία αποτελούν την ουσία της υπόθεσης». Θεωρούμε ορθό να υπομνήσουμε τη νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία, στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης, ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων (Κούππα v. Πουλλάς Τσαδιώτης Λίμιτεδ κ.ά (2014) 1 Α.Α.Δ. 1665). Θα θέλαμε όμως να επισημάνουμε ότι πολύ ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τους ανωτέρω προβαλλόμενους διιστάμενους ισχυρισμούς, τονίζει στην απόφαση του ότι η πληγωμένη ανήλικη, πέραν από τη μεγάλη προσπάθεια του Εφεσείοντος, χρειάζεται και την παρότρυνση των εκ μητρός παππούδων (Εφεσιβλήτων 2 και 3), στους οποίους έχει υπερβολική αδυναμία, ως και της μητέρας της (Εφεσίβλητης 1), ώστε να αντιληφθεί τα αληθινά αισθήματα του Εφεσείοντος προς το πρόσωπο της.

 

Από δικής μας πλευράς θεωρούμε καθήκον μας να προτρέψουμε τους διαδίκους όπως αφήσουν κατά μέρος οποιαδήποτε τυχόν αρνητικά αισθήματα τρέφουν μεταξύ τους και όπως καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε η ανήλικη να επανενταχθεί στη ζωή του Εφεσείοντος, προς το συμφέρον, πρωτίστως, της ίδιας της ανήλικης.  Αξίζει να επισημανθεί ότι μία από τις αιτούμενες, με την ενδιάμεση αίτηση του Εφεσείοντος θεραπείες, είναι η επανένταξη της ανήλικης στη ζωή του με ομαλό τρόπο. Φρονούμε ότι η ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του Εφεσείοντος με την ανήλικη θυγατέρα του κατά τον περιγραφόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση τρόπο, αποτελεί τη βάση από την οποία θα ξεκινήσει ο Εφεσείων για να αποκαταστήσει τη σχέση του με την ανήλικη ώστε αυτή να επανενταχθεί με τον πλέον ομαλό τρόπο στη ζωή του.

 

Υπό το φως των όσων έχουμε παραθέσει πιο πάνω, δεν θα μπορούσαμε να συμμεριστούμε τη θέση του Εφεσείοντος πως η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης θα εξυπηρετούσε το συμφέρον της ανήλικης η διεξαγωγή της επικοινωνίας στη διακριτική παρουσία των εκ μητρός παππούδων στον τόπο διαμονής τους, είναι αναιτιολόγητη. Ούτε θα μπορούσαμε να αποδεχθούμε τη θέση του πως, αφ’ ης στιγμής οι Εφεσίβλητοι δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς την αναγκαιότητα άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας με την ανήλικη θυγατέρα του μόνο στην παρουσία τους, το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να εκδώσει το διάταγμα επικοινωνίας, ως αυτό είχε ζητηθεί. Αντίθετα, θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του επεξηγεί τους λόγους οι οποίοι το οδήγησαν στην ως άνω κατάληξη του.  Δεν συμμεριζόμαστε ούτε τη θέση του Εφεσείοντος πως το πρωτόδικο Δικαστήριο, ρυθμίζοντας το δικαίωμα επικοινωνίας του με την ανήλικη κατά τον περιγραφόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση τρόπο, έχει αποστεί από τη νομολογία του ΕΔΔΑ (Nechay v. Russia, Αίτ. Αρ. 40639/17, ημερ. 25/8/21, Κ. Β. α.ο. ν. Croatia, Αίτ. Αρ. 36216/13, ημερ. 14/3/17 και Luzi v. Italy, Αιτ. Αρ. 48322/17, ημερ. 5/12/19), καθώς και ότι έχει παραβιάσει το Άρθρο 24(3) του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως προβάλλεται στην αιτιολογία του πρώτου λόγου έφεσης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στην απόφαση του, αφού έλαβε υπόψη του τα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, περιστατικά τα οποία είναι διαφορετικά από αυτά των ανωτέρω περιγραφόμενων αποφάσεων του ΕΔΔΑ.  Υπενθυμίζουμε ότι στην παρούσα υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο αντιμετώπισε την απόλυτη άρνηση της δεκατριάχρονης τότε θυγατέρας του Εφεσείοντος να έχει οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί του.

 

Καθ’ όσον αφορά τον τρίτο λόγο έφεσης, θα θέλαμε να αναφέρουμε πως δεν συμμεριζόμαστε τη θέση του Εφεσείοντος ότι υπήρξε πλάνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, καταλήγοντας στο ότι το αίτημα για επικοινωνία εκτός του τόπου διαμονής της ανήλικης θα αποφασιστεί κατά την ακρόαση της κυρίως αίτησης.  Ανεξάρτητα όμως από την ως άνω κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, επισημαίνουμε ότι το προσβαλλόμενο διάταγμα επικοινωνίας αποτελεί ενδιάμεση θεραπεία.  Σύμφωνα δε με τη νομολογία μας «η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμα και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος» (Avila Management Limited κ.ά. v Stepanek κ. ά. (2012) 1 Α.Α.Δ. 1403).  Είναι λοιπόν φανερό ότι το προσβαλλόμενο προσωρινό διάταγμα δύναται να τροποποιηθεί ανά πάσα στιγμή, ακόμα και πριν την αποπεράτωση της εναρκτήριας αίτησης, εφόσον μεταβληθούν οι περιστάσεις υπό τις οποίες αυτό εξεδόθη.

 

Ο πρώτος και τρίτος λόγος έφεσης απορρίπτονται.

 

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης ο Εφεσείων παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, αν και παρέθεσε αυτούσιο το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την ενδιάμεση αίτηση του, εντούτοις όταν προχώρησε σε σύνοψη των γεγονότων προέβη σε σφάλματα ως προς τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, κάτι το οποίο αναπόφευκτα καθιστά τα ευρήματα του επισφαλή. Υποστηρίζεται στην αιτιολογία του δεύτερου λόγου έφεσης, πως διέλαθε την προσοχή του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι (α) από τον Οκτώβριο του 2020 μέχρι και τον Μάιο του 2022 ο Εφεσείων επικοινωνούσε με την ανήλικη θυγατέρα του στη βάση εκ συμφώνου διατάγματος ημερ. 7.10.20, το οποίο εξεδόθη στο πλαίσιο της Αίτησης υπ’ αρ. 26/2020, (β) το ως άνω προσωρινό διάταγμα είχε εφαρμοστεί αναποτελεσματικά από την ημερομηνία έκδοσης του μέχρι τον Μάιο του 2022, (γ) Ο Εφεσείων με την ανωτέρω περιγραφόμενη αίτηση του δεν διεκδικούσε τη γονική μέριμνα της ανήλικης, αλλά την έκδοση διατάγματος επικοινωνίας και (δ) η προαναφερθείσα αίτηση καταχωρίστηκε πριν ο Εφεσείων εγκατασταθεί στην Κύπρο, ήτοι στις 30.1.2020.

 

Όπως έχουμε παρατηρήσει, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά τη σύνοψη των γεγονότων της υπόθεσης προέβη πράγματι σε κάποια σφάλματα αναφορικά με τη διατύπωση των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως στην έκταση που εισηγείται ο Εφεσείων.  Πιο συγκεκριμένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει (στη σελ. 35 της απόφασης του) ότι ο Εφεσείων επιχείρησε να αναλάβει τη φύλαξη και φροντίδα της θυγατέρας του όταν επέστρεψε στην Κύπρο και καταχώρισε προς τούτο σχετική αίτηση στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακος, η οποία εκκρεμεί με άλλο αριθμό. Όπως αποκάλυψε η παρουσιασθείσα αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, ο Εφεσείων με την υπ’ αρ. 26/2020 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακος αίτηση του, επεδίωξε μόνο την έκδοση διατάγματος επικοινωνίας με την ανήλικη θυγατέρα του και όχι διατάγματος για φύλαξη και φροντίδα της. Το ανωτέρω σφάλμα όμως, που είναι το μόνο που έχουμε εντοπίσει στην απόφαση, είναι επουσιώδες και σε καμμιά περίπτωση καθιστά τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου επισφαλή. Αναμφισβήτητα το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε υπόψη του το προηγούμενο διάταγμα επικοινωνίας το οποίο είχε εκδοθεί από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακος στην Αίτηση υπ’ αρ. 26/2020. Επισημαίνουμε ότι το ανωτέρω διάταγμα επικοινωνίας παρουσιάζεται με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Εφεσείοντος (Τεκμήριο 4).

 

Με βάση τα ανωτέρω αναφερόμενα ο δεύτερος λόγος κρίνεται παντελώς αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Με τον τελευταίο λόγο έφεσης ο Εφεσείων παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο με την έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος επικοινωνίας, δεν διασφάλισε ότι κατά την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης θα καταστεί εφικτή η πλήρης απονομή της δικαιοσύνης. Επιπρόσθετα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έδωσε την αναγκαία υπό τις περιστάσεις βαρύτητα στις διατάξεις του Άρθρου 5 του Ν.216/90.

 

Στην αιτιολογία του τέταρτου λόγου έφεσης προβάλλεται ότι η σταδιακή και αυξανόμενη επικοινωνία του Εφεσείοντος με την ανήλικη θυγατέρα του επιβάλλεται ώστε να διασφαλιστεί ότι, σε περίπτωση επιτυχίας της εναρκτήριας αίτησης, η ανήλικη θα νιώθει την αναγκαία οικειότητα και ασφάλεια με τον Εφεσείοντα και κατ’ επέκταση την αποκατάσταση της σχέσης τους.

 

Πρωτίστως θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε ότι η θεραπεία η οποία επιδιώκεται με την εναρκτήρια αίτηση δεν είναι η ανάθεση της αποκλειστικής άσκησης της γονικής μέριμνας στον Εφεσείοντα, ως λανθασμένα προβάλλεται, αλλά η ανάθεση σε αυτόν της επιμέλειας, φύλαξης και φροντίδας της ανήλικης θυγατέρας του.  Σύμφωνα δε με το Άρθρο 5(1)(β) του Ν.216/90, η επιμέλεια του ανηλίκου, στην οποία περιλαμβάνεται η φύλαξη και φροντίδα του, αποτελεί μέρος μόνο της γονικής μέριμνας.  Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, δεν συμμεριζόμαστε τη θέση του Εφεσείοντος ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν διασφάλισε ότι θα καταστεί δυνατή η πλήρης απονομή της δικαιοσύνης κατά την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης. Ως έχουμε ήδη αναφέρει, η ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του Εφεσείοντος με την ανήλικη θυγατέρα του κατά τον περιγραφόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση τρόπο, αποτελεί τη βάση από την οποία θα ξεκινήσει ο Εφεσείων ώστε η ανήλικη να αντιληφθεί τα πραγματικά του αισθήματα προς το πρόσωπο της.  Διερωτώμαστε πώς θα μπορούσε να επιτύχει σταδιακή και αυξανόμενη επικοινωνία με την ανήλικη αν η τελευταία δεν νιώσει πρώτα ασφάλεια και οικειότητα μαζί του.

 

Θα θέλαμε ακόμα να προσθέσουμε ότι η αποκατάσταση της σχέσης του με την ανήλικη δυνατόν να αποτελέσει δυνατό επιχείρημα στην επιδίωξη του τελικού του στόχου, που είναι η ανάθεση σε αυτόν της επιμέλειας, φύλαξης και φροντίδας της ανήλικης.

 

Με βάση τα πιο πάνω, καταλήγουμε ότι και ο τέταρτος λόγος έφεσης είναι καταδικασμένος σε αποτυχία.

 

Η έφεση απορρίπτεται.

 

Επιδικάζονται €2.400 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. (αν υπάρχει) προς όφελος των Εφεσιβλήτων και εναντίον του Εφεσείοντος.

 

 

 

 

Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.               Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.            Θ. ΘΩΜΑ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο