ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 101/2023)
5 Φεβρουαρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΝΟΝΗΣ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Γ. Εφφέ για Γιάννης Πολυχρόνης Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα.
Α. Δημοσθένους για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Με βάση κατηγορητήριο, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, ο εφεσείων αντιμετώπιζε κατηγορία κατά παράβαση του Άρθρου 228 (α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Συγκεκριμένα, αποδίδετο στον εφεσείοντα ότι επί σκοπώ προκλήσεως βαριάς σωματικής βλάβης, παράνομα τραυμάτισε, με τη χρήση νύσσοντος και τέμνοντος οργάνου, τον παραπονούμενο, προκαλώντας του τραύμα στον τράχηλο και δύο τραύματα στην κοιλιακή χώρα εκ των οποίων το ένα προκάλεσε ρήξη εντέρου. Ο εφεσείων αρνήθηκε την κατηγορία αυτή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακροαματική διαδικασία, η οποία, ως αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφασή του, ήταν μακρά.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον εφεσείοντα ένοχο στην προσαπτόμενη κατηγορία και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 ετών.
Με την παρούσα έφεση, τίθενται ενώπιον του Εφετείου δεκατρείς συνολικά λόγοι έφεσης, εκ των οποίων οι πρώτοι δώδεκα παρουσιάζονται να αφορούν την καταδίκη του εφεσείοντα, ενώ ο δέκατος τρίτος, την ποινή που επιβλήθηκε σε αυτόν.
Είναι πρέπον να επιληφθούμε του ακόλουθου σημείου στο στάδιο αυτό. Η ειδοποίηση έφεσης που αφορά την παρούσα καταχωρήθηκε από τον ίδιο τον εφεσείοντα και αναφέρεται σε αυτήν ότι αφορά αθώωση. Κατά την 12.10.2023, ως προκύπτει από το σχετικό πρακτικό της συνεδρίας του Εφετείου στην παρούσα έφεση, υπό άλλη σύνθεση, κατά την οποία ο εφεσείων εμφανίστηκε αυτοπροσώπως, διευκρινίστηκε από αυτόν ότι «έκανα έφεση για αθώωση μόνο». Σε ερώτηση του Δικαστηρίου αν υπάρχει θέμα για την ποινή, ο εφεσείων απάντησε αρνητικά. Στις 20.10.2023, ως προκύπτει από το πρακτικό της συνεδρίας του Εφετείου, ζητήθηκε, από τον συνήγορο του εφεσείοντα, χρόνος για καταχώριση λόγων έφεσης και διαγραμμάτων αγόρευσης, χωρίς να τίθεται οποιοδήποτε άλλο ζήτημα. Στις 3.10.2025, ενώπιον πλέον της παρούσας σύνθεσης, ενώ δεν είχαν τηρηθεί οι προηγούμενες οδηγίες του Εφετείου, δόθηκαν νέες οδηγίες για καταχώριση των λόγων έφεσης εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, των διαγραμμάτων αγόρευσης εντός άλλης προθεσμίας και η έφεση ορίστηκε για ακρόαση στις 13.11.2025, οπόταν και ακούστηκε. Προβάλλει, συνεπώς, ξεκάθαρα ότι ενώ η πρόθεση του εφεσείοντα ήταν και παρέμεινε, στην απουσία οποιουδήποτε διαβήματος, να αμφισβητήσει την καταδίκη του, παρείσφρησε στους καταχωρηθέντες λόγους έφεσης και λόγος έφεσης που αφορά την ποινή. Είναι προφανές, ότι, υπό τα δεδομένα και περιστάσεις, ως αναλύονται, δεν είναι δυνατόν να εξεταστεί οποιοσδήποτε λόγος αναφέρεται και αφορά στην ποινή. Ο χρόνος για προσβολή της επιβληθείσας ποινής είχε παρέλθει, χωρίς να έχει παραταθεί. Συνεπώς, συνεπεία των ως άνω, ο λόγος έφεσης 13 απορρίπτεται.
Έχουμε με μεγάλη προσοχή εξετάσει καθετί που αφορά την υπό κρίση υπόθεση και τους προβαλλόμενους λόγους έφεσης, τους οποίους εξετάζουμε κατωτέρω.
Είναι χρήσιμο να τεθεί ότι, κατά την ακροαματική διαδικασία, κατέθεσαν εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής έξι μάρτυρες, ενώ ο εφεσείων επέλεξε να καταθέσει μέσω ανώμοτης δήλωσης και κάλεσε τέσσερεις μάρτυρες προς υπεράσπισή του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, έχοντας συνοψίσει την ενώπιόν του μαρτυρία, η οποία περιελάμβανε και παραδεκτά γεγονότα, προχώρησε σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας και, ως αποτέλεσμα αυτής, κατέληξε στα τελικά συμπεράσματά του επί των γεγονότων. Κατέγραψε, συναφώς, ότι ο παραπονούμενος μετέβηκε στο σπίτι της αδελφής του εφεσείοντα (Μ.Υ.4), χωρίς να την εντοπίσει, και περίμενε έξω από την οικία της για περίπου δύο ώρες. Μόλις αυτή τον εντόπισε στην αυλή της οικίας της και, ενώ μιλούσε στο τηλέφωνο, άρχισε να φωνάζει δυνατά και παρέμεινε στον χώρο της αυλής μαζί του μέχρι που έφτασε στον χώρο η μητέρα της και ο εφεσείων, ο οποίος κρατούσε ένα μακρύ σίδερο. Ενώ ο παραπονούμενος καθόταν στην καρέκλα της αυλής, χωρίς να ακουμπά, δέχτηκε ένα ράπισμα στην πλάτη και, αντιδρώντας σε αυτό, σηκώστηκε και άρπαξε τον εφεσείοντα από τη φανέλα. Μόλις τον άρπαξε, δέχτηκε πλήγμα από το όργανο το οποίο ο εφεσείων είχε φέρει μαζί του. Ο παραπονούμενος κατάφερε να ρίξει τον εφεσείοντα στο έδαφος και τότε αντιλήφθηκε ότι άρχισε να αιμορραγεί. Ο εφεσείων τον οδήγησε στο δικό του αυτοκίνητο, με το οποίο τον μετέφερε στο Νοσοκομείο Παραλιμνίου.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης, προβάλλεται ότι εσφαλμένα και αντινομικά το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την προδικαστική αίτηση του εφεσείοντα για εξαίρεση της σύνθεσης του Δικαστηρίου. Ως προκύπτει, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου εκδικάστηκε άλλη ποινική υπόθεση στην οποία κατηγορούμενος ήταν ο παραπονούμενος στην παρούσα και παραπονούμενη ήταν η Μ.Υ.4 στην παρούσα. Αφορούσε κατηγορία επίθεσής του προς αυτήν προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, η οποία έλαβε χώραν περί τις δέκα ημέρες προηγουμένως της επίδικης ημερομηνίας στην παρούσα. Το ίδιο Δικαστήριο καταδίκασε τον εκεί κατηγορούμενο στην κατηγορία. Τέθηκε, στην παρούσα, θέμα επηρεασμού του Δικαστηρίου λόγω της αξιολόγησης των ιδίων προσώπων.
Η εισήγηση, από πλευράς εφεσείοντα, επικεντρώνεται στο ότι η γραμμή υπεράσπισης στην παρούσα περιελάμβανε τη βιαιότητα του παραπονούμενου εναντίον της αδελφής του εφεσείοντα. Παράλληλα, προβάλλετο και θέμα ύπαρξης κατάστασης ανάγκης, απόρροια της συμπεριφοράς του παραπονούμενου, θέματα τα οποία ήταν δυνατόν να επηρεαστούν λόγω της ενασχόλησης του Δικαστηρίου με την άλλη υπόθεση.
Συναφής με τον πρώτο λόγο έφεσης είναι ο δεύτερος λόγος έφεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην πρωτόδικη απόφαση ότι είναι αντιφατική και αντίθετη από προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για εξαίρεσή του, ενώ συγκρούεται με τα παραδεκτά γεγονότα. Ο λόγος αυτός αναφέρεται στη θεώρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με τη μαρτυρία για τη βίαιη συμπεριφορά του παραπονούμενου προς τη Μ.Υ.4, δεδομένου και του αποδεκτού, κατά την εξέταση του αιτήματος εξαίρεσης, ότι στην προηγούμενη υπόθεση, ο παραπονούμενος κρίθηκε ένοχος για βίαιη συμπεριφορά έναντι της Μ.Υ.4.
Δεν κρίνουμε βάσιμα τα παράπονα του εφεσείοντα επί του προκειμένου. Είναι προφανές ότι η παρούσα περίπτωση αφορούσε ένα εντελώς ξεχωριστό περιστατικό, έστω μεταξύ του παραπονούμενου και μάρτυρος υπεράσπισης, αδελφής του εφεσείοντα‑κατηγορουμένου. Είναι, επίσης, προφανές ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τα επίδικα θέματα στην παρούσα, χωρίς να παραλείπει να εξετάσει οτιδήποτε σχετικό και με δεδομένο το προηγούμενο περιστατικό μεταξύ των δύο προσώπων. Πέραν όμως τούτου, το γεγονός ότι η υπεράσπιση του εφεσείοντα επιχείρησε να προβάλει μία γραμμή που βασίζετο σε ισχυρισμούς βίαιης συμπεριφοράς του παραπονούμενου, δεν φαίνεται να καθιστά, από μόνο του, σχετική τη μαρτυρία και αξιολόγηση σε άλλη υπόθεση που αφορούσε άλλο ξεχωριστό περιστατικό. Περιστατικό το οποίο, επαναλαμβάνουμε, αναγνωρίστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Για δε τη γραμμή υπεράσπισης ύπαρξης έκτακτης ανάγκης, προφανώς κάτι τέτοιο θα μπορούσε να είναι βάσιμο, υπό τις περιστάσεις, με αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης βραδιάς, οπόταν και έλαβαν χώραν τα επίδικα γεγονότα.
Εξηγούμε προς τούτο ότι δεν προκύπτει η ύπαρξη τέτοιας κατάστασης που να ήταν δυνατόν να επηρεάσει το πρωτόδικο Δικαστήριο, ώστε να ετίθετο θέμα εξαίρεσής του. Παράλληλα δε, δεν προκύπτει, μέσα από την πρωτόδικη απόφαση, να υφίσταται οποιαδήποτε αντιφατικότητα στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Αβάσιμους κρίνουμε τους πρώτους δύο λόγους έφεσης, τους οποίους και απορρίπτουμε.
Οι λόγοι έφεσης 4, 5, 8, 9, 10, 11 και 12 παρουσιάζονται να αφορούν την πρωτόδικη κρίση σε σχέση με τη διεργασία αξιολόγησης μαρτυρίας, αποδοχής μαρτυρίας και κατάληξης σε συμπεράσματα επί γεγονότων συγκεκριμένων μαρτύρων. Τούτου δοθέντος, αφετηρία θα πρέπει να αποτελέσει η επανάληψη των αρχών που αφορούν την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων. Στην ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 273/2022, ημερομηνίας 6.11.2025, συνοψίσαμε τις σχετικές διαχρονικές αρχές, παραπέμποντας και στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:
«Ως προς την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων, επαναλαμβάνουμε τις διαχρονικές αρχές, ως καθορίζονται από τη νομολογία. Ως λέχθηκε, εκ νέου, στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:
«Εν σχέσει δε με το ζήτημα της αξιολόγησης μαρτυρίας τονίζουμε ξανά ότι αυτό ανήκει κατ' εξοχήν στο εκάστοτε πρωτόδικο Δικαστήριο και ότι το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν:
· Η αξιολόγηση ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του.
· Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να προβεί σε συγκεκριμένο εύρημα σχετικά με ένα ουσιώδες θέμα της διαδικασίας.
· Τα ευρήματα δεν ήταν ευλόγως επιτρεπτά ή κρίνονται εσφαλμένα, ερχόμενα σε σύγκρουση με άλλη μαρτυρία.
· Τα συμπεράσματά του κρίνονται στο σύνολο της υπόθεσης παράλογα, ήτοι είναι συμπεράσματα στα οποία δεν θα ήταν δυνατό να καταλήξει ένα λογικό Δικαστήριο.
· Τα ευρήματα καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη ή είναι αντιφατικά μεταξύ τους ή η ίδια η αξιολόγηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με παραδεκτά γεγονότα ή άλλα τεκμήρια κατατεθέντα ή απέχει από τη λογική των πραγμάτων στα περιστατικά της υπόθεσης, ήτοι όταν δημιουργείται ρήγμα στην αξιολόγηση και στα ευρήματα.
· Οι τυχόν αντιφάσεις στη μαρτυρία αντικειμενικά κρινόμενες είναι ουσιαστικής μορφής, δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία μάρτυρος και φανερώνουν διάθεση του να αποκρύψει την αλήθεια.
Γενικά, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην πρωτόδικη ετυμηγορία εκτός εάν πειστεί ότι υπάρχουν καλοί λόγοι οι οποίοι του δίνουν το δικαίωμα να το πράξει (Kolarski v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 205). Σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα από αποδεδειγμένα γεγονότα και να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις, καταλήγοντας σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, με θεμέλιο όμως την πρωτόδικη κρίση ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Μια τέτοια εξουσία επέμβασης, στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα, ασκείται με μεγάλη προσοχή (Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, Ισιδώρου ν. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά. (1998) 2 Α.Α.Δ. 204).»
Εις δε την ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, εξηγήθηκε ότι:
«Όπως είναι νομολογιακά γνωστό, η αξιολόγηση των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθεί την όλη συμπεριφορά τους, ενώ δίδουν μαρτυρία στη ζωντανή διαδικασία ενώπιον του. Ο διάδικος που αμφισβητεί ένα τέτοιο εύρημα, οφείλει με πολύ πειστικά επιχειρήματα, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι εσφαλμένα ή αδικαιολόγητα (Ιωακείμ ν. Ιωαννίδη (1991) 1 Α.Α.Δ. 996, 998). Το Εφετείο, δεν επεμβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, αν θεωρήσει ότι ήταν εύλογα επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα ευρήματα. Εάν δε διαπιστωθούν αντιφάσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ουσιώδεις και να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα (Βλ. Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 236). Όπως υποδεικνύεται στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 256, το Εφετείο μπορεί, να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις και να καταλήξει σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, πάντοτε όμως με θεμέλιο την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Όμως η εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνεται το μεγάλο πλεονέκτημα που έχει το πρωτόδικο Δικαστήριο, να έρχεται σε επαφή με τους μάρτυρες.»»
Με τον τέταρτο λόγο έφεσης, προβάλλεται ότι εσφαλμένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε σε εύρημα αξιοπιστίας για τον παραπονούμενο, Μ.Κ.2, αποδεχόμενο τη μαρτυρία του, ενώ με τον πέμπτο λόγο έφεσης αποδίδεται σφάλμα στην αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο παραπονούμενος δεν αντεξετάστηκε και δεν αμφισβητήθηκαν θέσεις του από την υπεράσπιση του εφεσείοντα. Η πλευρά του εφεσείοντα επικαλείται αντιφάσεις του παραπονούμενου στη μαρτυρία του και την ενασχόληση του Δικαστηρίου με μέρος της μαρτυρίας του μόνο. Προβάλλονται, παράλληλα, συγκεκριμένες τοποθετήσεις του παραπονούμενου.
Έχουμε διεξέλθει όσων προβάλλονται, από την πλευρά του εφεσείοντα, ως παραλείψεις και σφάλματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, σε συνάρτηση με όσα καταγράφονται στο μαρτυρικό υλικό αλλά και την πρωτόδικη απόφαση.
Κατ’ αρχάς, θεωρούμε σημαντικό να επαναλάβουμε ότι δεν είναι ορθή η απομόνωση συγκεκριμένων αναφορών στην πρωτόδικη απόφαση για να καταδειχθεί συγκεκριμένη αιτίαση παραπόνου. Από μία σφαιρική μελέτη της πρωτόδικης απόφασης, μπορεί να διαπιστωθεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, ορθά άλλωστε, απέφυγε να ασχοληθεί με θέματα που δεν αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα. Περαιτέρω δε, μπορεί να διαπιστωθεί ότι, για συγκεκριμένα ζητήματα, πέραν από μία γενική διαφωνία με τις θέσεις του παραπονούμενου και ενίοτε παράθεση των ισχυρισμών της υπεράσπισης, όντως συγκεκριμένες θέσεις και ισχυρισμοί του παραπονούμενου δεν έτυχαν λεπτομερούς αμφισβήτησης μέσω υποβολής θέσεων και ισχυρισμών.
Πέραν αυτών, διαπιστώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, με περισσή λεπτομέρεια, πραγματεύτηκε κάθε επίμαχη τοποθέτηση από πλευράς του εφεσείοντα εξηγώντας, μέσω ανάλυσης της μαρτυρίας και των γεγονότων, τον τρόπο που αξιολόγησε τον παραπονούμενο. Δεν εντοπίζουμε σφάλμα, ούτε στην προσέγγιση, ούτε στην κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ως εξηγήσαμε, εξέτασε καθετί σχετικό, αντιπαραβάλλοντας τα διάφορα, ενώπιόν του, στοιχεία μαρτυρίας και εξήγησε τα συμπεράσματά του. Ούτε παρέλειψε, το πρωτόδικο Δικαστήριο, να καταγράψει με λεπτομέρεια, μάλιστα, και, προφανώς, αξιολογήσει το τι προέβαλε η αντίδικη πλευρά. Κρίνουμε ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε βάση για επέμβασή μας, είτε όσον αφορά την από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου διεργασία, είτε ως προς τα καταληκτικά συμπεράσματά του αναφορικά με τη μαρτυρία του παραπονούμενου και αξιοπιστίας αυτής. Αβάσιμοι προβάλλουν να είναι αμφότεροι οι λόγοι έφεσης 4 και 5.
Ανάλογη είναι η κρίση μας αναφορικά με τους λόγους έφεσης 8 και 9. Με τον όγδοο λόγο έφεσης προβάλλεται ως εσφαλμένη η αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Υ.4, ενώ με τον ένατο λόγο έφεσης, η αξιολόγηση της Μ.Υ.1, η οποία κρίθηκε άσχετη προς τα επίδικα θέματα. Υπενθυμίζεται ότι η Μ.Υ.4 ήταν η αδελφή του εφεσείοντα, ενώ η Μ.Υ.1 ήταν πρόσωπο με το οποίο ο παραπονούμενος είχε σε προγενέστερο χρόνο σχέση, η μαρτυρία του οποίου του απέδιδε βιαιότητα στην εν λόγω σχέση.
Ισχύει και επί των προκειμένων μαρτύρων αυτό που καταγράψαμε ανωτέρω αναφορικά με τον παραπονούμενο. Ότι, δηλαδή, το πρωτόδικο Δικαστήριο με λεπτομέρεια πραγματεύτηκε καθετί που αφορούσε τη μαρτυρία των συγκεκριμένων προσώπων, εξηγώντας τα συμπεράσματά του. Με δεδομένο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο φαίνεται να περιορίστηκε στα επίδικα, κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία και επεισόδιο, γεγονότα, ορθά πράττοντας τούτο, προβάλλει επιτρεπτό το ότι το τι η Μ.Υ.1 είχε να προσφέρει στην υπόθεση είχε περιορισμένη αποδεικτική αξία. Δεν εκδικαζόταν επεισόδιο κατά το οποίο ο παραπονούμενος άσκησε βία εναντίον της συντρόφου του ώστε να μπορεί να προβληθεί το ενδεχόμενο τέτοια μαρτυρία να αποτελεί μαρτυρία παρόμοιων γεγονότων. Για δε τη μαρτυρία της Μ.Υ.4, εξονυχιστική φαίνεται να είναι η εξέτασή της από το πρωτόδικο Δικαστήριο, με ξεκάθαρους τους λόγους για τους οποίους την έκρινε ως αναξιόπιστη. Εντός των επιτρεπτών πλαισίων παρουσιάζονται να είναι οι διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ώστε να μην προκύπτει διαπίστωση οποιουδήποτε σφάλματος και κατ’ επέκταση πεδίο επέμβασής μας. Κατ’ ακολουθίαν, αβάσιμοι κρίνονται και οι λόγοι έφεσης 8 και 9.
Οι λόγοι έφεσης 10 και 11 αφορούν ηχογραφήσεις που ο εφεσείων είχε κάνει στο κινητό του τηλέφωνο, καλώντας την Αστυνομία να μεταβεί στον χώρο της οικίας της αδελφής του και τη μαρτυρία των δύο αυτών μαρτύρων, οι οποίοι ήταν ο μεν πρώτος ο εντεταλμένος ερευνών λειτουργός της Α.Α.Δ.Ι.Π.Α. στην οποία υπεβλήθη παράπονο για μη ανταπόκριση της Αστυνομίας σε δύο περιστατικά διαφορετικών ημερομηνιών, ενώ ο δεύτερος ήταν ο γραμματέας της εν λόγω Αρχής. Καθ’ όλα επιτρεπτή κρίνεται και η επί του προκειμένου πρωτόδικη κρίση. Σαφώς εξηγήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο το ότι δεν μπορούσε, μέσω της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, να διαπιστωθεί ότι το ηχητικό υλικό αφορούσε την επίδικη ημερομηνία και συμβάν. Αναπόφευκτο, συνεπώς, καθίστατο και το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με τους εν λόγω δύο μάρτυρες. Σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσε, περαιτέρω, να λεχθεί ότι τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς τις ενέργειες του εφεσείοντα και τον τρόπο που επιτέθηκε στον παραπονούμενο, άφηναν αυτή την πτυχή της προβαλλόμενης υπεράσπισης χωρίς ουσιαστική δυναμική. Δεν εντοπίζουμε οποιοδήποτε έρεισμα στους υπό κρίση δύο λόγους έφεσης, τους οποίους και απορρίπτουμε.
Ο δωδέκατος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι αποδέχτηκε παρανόμως ληφθείσα μαρτυρία. Ο λόγος έφεσης αυτός αναφέρεται σε ημερολόγιο ενεργείας που κατατέθηκε αναφορικά με επικοινωνία της Αστυνομίας με τη Μ.Υ.4. Δεν θεωρούμε ότι υφίσταται οποιοδήποτε έρεισμα στον εν λόγω λόγο έφεσης. Αφενός, η Μ.Υ.4 δεν θεωρείτο ύποπτη για οποιοδήποτε αδίκημα, ενώ, αφετέρου, δεν εντοπίζουμε οποιαδήποτε αναφορά ή τρόπο επίδρασης του εν λόγω στοιχείου μαρτυρίας στην τελική έκβαση της υπόθεσης. Ως αβάσιμος απορρίπτεται και ο δωδέκατος λόγος έφεσης.
Ο έκτος λόγος έφεσης προσβάλλει την αξιολόγηση, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, της ανώμοτης δήλωσης του εφεσείοντα. Προβάλλεται ότι δεν αντιπαραβλήθηκε η εκδοχή του εφεσείοντα με την ολότητα της μαρτυρίας.
Από την αρχή της απόφασής του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε τη θέση της υπεράσπισης περί ύπαρξης συμπλοκής μεταξύ παραπονούμενου και εφεσείοντα, την οποία ο παραπονούμενος ξεκίνησε, με αποτέλεσμα αυτός να αυτοτραυματιστεί στη μεταξύ τους πάλη από αντικείμενο που έβγαλε από τσαντάκι που κρατούσε. Ως προς την ανώμοτη δήλωση του εφεσείοντα, όπως προκύπτει από την πρωτόδικη απόφαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέθεσε τις νομολογιακές αρχές που αφορούν την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου και την αποδεικτική αξία αυτής. Παρέπεμψε, σχετικά, στην Α.Δ. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2016) 2 Α.Α.Δ. 544.
Δεν εντοπίζουμε οποιοδήποτε σφάλμα στην προσέγγιση και στη διεργασία στην οποία προέβηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζοντας την ανώμοτη δήλωση του εφεσείοντα. Με λεπτομέρεια, αντιπαραβάλλοντας τοποθετήσεις του ίδιου του εφεσείοντα μεταξύ της κατάθεσής του και της ανώμοτής του δήλωσης, εξήγησε με σαφή τρόπο γιατί η ανώμοτη δήλωση του εφεσείοντα δεν μπορούσε να κριθεί έχουσα οποιανδήποτε αποδεικτική αξία. Δεν υφίσταται οτιδήποτε μεμπτό στην όλη διεργασία από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δεδομένης, παράλληλα, πάντοτε και της εκ διαμέτρου αντίθετης εκδοχής που ετίθετο ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου από την Κατηγορούσα Αρχή, ως απόρροια των ισχυρισμών του παραπονούμενου. Επομένως, δεν υφίσταται έρεισμα ούτε σε αυτόν τον λόγο έφεσης.
Με τον έβδομο λόγο έφεσης, προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, εσφαλμένα δεν εξέτασε την υπεράσπιση που προέβαλε ο εφεσείων για την κατάσταση έκτακτης ανάγκης και τις πρόνοιες του Άρθρου 17 του Κεφ. 154.
Δεν είναι ορθό αυτό που προβάλλεται ότι δεν εξετάστηκε το Άρθρο 17 του Κεφ. 154 και γενικότερα η υπεράσπιση που προέβαλε ο εφεσείων αναφορικά με ύπαρξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Είναι προφανές ότι οι διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και τον τρόπο που επεσυνέβη η επίθεση προς τον παραπονούμενο και ο τραυματισμός του καθιστούσαν προφανές το αβάσιμο μίας τέτοιας θεώρησης και υπεράσπισης. Προέκυπτε ότι είναι ο εφεσείων που επιτέθηκε στον παραπονούμενο κάτω από συνθήκες που δεν καθιστούσαν αναπόφευκτη τη μεταξύ τους συμπλοκή. Παράλληλα δε, η θεώρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την ύπαρξη τέτοιας κατάστασης ανάγκης προβάλλεται σε όσα ανέλυσε σε σχέση τόσο με την ανώμοτη δήλωση του εφεσείοντα όσο και με τη μαρτυρία της Μ.Υ.4. Είναι, επαναλαμβάνουμε, προφανές ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ουδόλως αποδέχτηκε την ύπαρξη συνθηκών τέτοιων που να επέβαλλαν ή και να επέτρεπαν την εξέταση περαιτέρω τέτοιας κατάστασης πραγμάτων και υπεράσπισης. Και αυτό είναι ευδιάκριτο από το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης. Ανεδαφικός, συνεπώς, κρίνεται και ο έβδομος λόγος έφεσης.
Τέλος, με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται σφάλμα στην πρωτόδικη κρίση αναφορικά με την απόδειξη του αδικήματος του Άρθρου 228 (α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Αμφισβητείται, από πλευράς εφεσείοντα η απόδειξη της απαιτούμενης ένοχης σκέψης ώστε το αδίκημα να αφορά το Άρθρο 228.
Ούτε αυτό το παράπονο του εφεσείοντα είναι βάσιμο. Με συνοπτικό, έστω, τρόπο, το πρωτόδικο Δικαστήριο επαρκώς προσδιόρισε το τι απαιτείτο για απόδειξη του εν λόγω αδικήματος, εξηγώντας τα στοιχεία τα οποία το οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι, όταν ο εφεσείων βρέθηκε στην οικία της αδελφής του, είχε διαμορφώσει σαφή πρόθεση να προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη στον παραπονούμενο. Καθ' όλα επιτρεπτό προκύπτει να είναι ένα τέτοιο συμπέρασμα. Από τα γεγονότα, ως τα διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ήταν προφανές ότι ο εφεσείων είχε διαμορφώσει τέτοια πρόθεση. Μετέβηκε στον χώρο κρατώντας το αντικείμενο με το οποίο έπληξε τον παραπονούμενο και προχώρησε με τις ενέργειες του, ως έγιναν αποδεκτές από το πρωτόδικο Δικαστήριο, προκαλώντας σε αυτόν τους τραυματισμούς που αναφέρθηκαν. Οι τραυματισμοί αυτοί, όντες αναπόφευκτο αποτέλεσμα των σκόπιμων ενεργειών του εφεσείοντα χρησιμοποιώντας τέτοιο όργανο, σαφώς αποτελούν επιπρόσθετο στοιχείο προς διαπίστωση τέτοιας πρόθεσης.
Κρίνοντας το υπό κρίση συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως καθ' όλα επιτρεπτό, ουδόλως προκύπτει πεδίο επέμβασής μας στη σχετική πρωτόδικη κρίση. Αβάσιμος κρίνεται και αυτός ο λόγος έφεσης.
Συνακόλουθα όλων των πιο πάνω, η παρούσα έφεση απορρίπτεται στο σύνολό της. Η πρωτόδικη απόφαση, τόσο ως προς την καταδίκη όσο και ως προς την επιβληθείσα ποινή, επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο